Πλήρεις λύσεις και των είκοσι έξι ερωτήσεων της ενότητας — η διέγερση των αισθητήρων πυρανίχνευσης, η εφεδρική μπαταρία, η κάλυψη των ανιχνευτών, οι ζώνες ελέγχου, τα μπουτόν πανικού και οι καλωδιώσεις, η λειτουργία των βανών ανάμειξης και τα αισθητήρια της αντιστάθμισης με τα πλεονεκτήματά της, καθώς και ο πίνακας, τα αισθητήρια και οι γραμμές ενός συστήματος συναγερμού.
Ερώτηση: III. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (με απαντήσεις) ΕΡ. Πώς διεγείρονται οι θερμικοί αισθητήρες;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 210): Οι θερμικοί αισθητήρες διεγείρονται όταν η θερμοκρασία του χώρου που ελέγχουν υπερβεί τους 60°C (συνήθως).
Ο ορισμός (σελ. 198): Θερμικός ανιχνευτής: Είναι ο ανιχνευτής εκείνος που ενεργοποιείται όταν η θερμοκρασία του χώρου ξεπεράσει μία συγκεκριμένη τιμή.
ΘΕΡΜΙΚΟΣ ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ — ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΤΙΜΗΣ
θ (°C)
│ ╱── συναγερμός
60├ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ─ ╱
│ ╱
20├────────────────╱
└──────────────────────────► χρόνος
Γιατί στους 60 °C: η τιμή είναι αρκετά πάνω από κάθε φυσιολογική θερμοκρασία κατοικημένου χώρου (ακόμη και σε καύσωνα ή δίπλα σε θερμαντικό σώμα), ώστε να αποκλείονται οι ψευδείς συναγερμοί, και αρκετά χαμηλά ώστε η πυρκαγιά να ανιχνευθεί πριν επεκταθεί. Το μειονέκτημα της μεθόδου: ο θερμικός ανιχνευτής είναι αργός — η θερμοκρασία της οροφής χρειάζεται χρόνο για να φθάσει τους 60 °C. Γι' αυτό (σελ. 197) οι ανιχνευτές καπνού επιτρέπουν την ανίχνευση της πυρκαγιάς αρκετά πριν οι φλόγες πολλαπλασιαστούν ή η θερμοκρασία ανέβει αισθητά και περάσει ένα κρίσιμο όριο. Πού προτιμάται παρά ταύτα: σε χώρους όπου ο καπνός, η σκόνη ή οι ατμοί είναι φυσιολογικοί και θα προκαλούσαν συνεχείς ψευδείς συναγερμούς σε ανιχνευτή καπνού — κουζίνες, γκαράζ, λεβητοστάσια, βιοτεχνικοί χώροι. Η συμπληρωματική λύση (σελ. 198): ο θερμοδιαφορικός ανιχνευτής, που ανιχνεύει γρήγορες μεταβολές της θερμοκρασίας — συχνά οι δύο λειτουργίες συνδυάζονται στον ίδιο ανιχνευτή, ώστε να καλύπτονται και οι ταχείες και οι βραδείες πυρκαγιές. Πού τοποθετούνται (σελ. 196): τα αισθητήρια του συστήματος πυρανίχνευσης τοποθετούνται σε επιλεγμένα σημεία του προστατευόμενου χώρου και συνήθως στις οροφές των επί μέρους χώρων — εκεί συγκεντρώνεται ο θερμός αέρας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι θερμικοί αισθητήρες διεγείρονται όταν η θερμοκρασία του χώρου που ελέγχουν υπερβεί συνήθως τους εξήντα βαθμούς Κελσίου. Πρόκειται δηλαδή για ανιχνευτές απόλυτης τιμής, οι οποίοι ενεργοποιούνται όταν ξεπεραστεί μια συγκεκριμένη προκαθορισμένη θερμοκρασία. Η τιμή των εξήντα βαθμών επιλέγεται, γιατί βρίσκεται αρκετά πάνω από κάθε φυσιολογική θερμοκρασία κατοικημένου χώρου, ώστε να αποκλείονται οι ψευδείς συναγερμοί, και ταυτόχρονα αρκετά χαμηλά ώστε η πυρκαγιά να ανιχνευθεί πριν επεκταθεί. Το μειονέκτημα της μεθόδου είναι ότι ο θερμικός ανιχνευτής είναι αργός, αφού η θερμοκρασία της οροφής χρειάζεται χρόνο για να φτάσει το όριο· γι' αυτό οι ανιχνευτές καπνού επιτρέπουν πολύ ενωρίτερη ανίχνευση. Ο θερμικός ανιχνευτής προτιμάται παρά ταύτα σε χώρους όπου ο καπνός, η σκόνη ή οι ατμοί είναι φυσιολογικοί και θα προκαλούσαν συνεχείς ψευδείς συναγερμούς, όπως κουζίνες, γκαράζ και λεβητοστάσια. Συμπληρωματικά χρησιμοποιείται ο θερμοδιαφορικός ανιχνευτής, που ανιχνεύει γρήγορες μεταβολές της θερμοκρασίας, ενώ συχνά οι δύο λειτουργίες συνδυάζονται στον ίδιο ανιχνευτή. Τα αισθητήρια τοποθετούνται συνήθως στις οροφές των επιμέρους χώρων, όπου συγκεντρώνεται ο θερμός αέρας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Πώς διεγείρονται οι θερμοδιαφορικοί αισθητήρες;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 210): Οι θερμοδιαφορικοί αισθητήρες διεγείρονται όταν η θερμοκρασία του χώρου που ελέγχουν ανέβει κατά 5°C (ή και περισσότερο) ανά λεπτό.
Ο ορισμός (σελ. 198): Θερμοδιαφορικός ανιχνευτής: Είναι ο ανιχνευτής εκείνος που ανιχνεύει γρήγορες μεταβολές της θερμοκρασίας.
ΘΕΡΜΟΔΙΑΦΟΡΙΚΟΣ — ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΡΥΘΜΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ
dθ/dt ≥ 5 °C ανά λεπτό → ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ
θ θ
│ ╱ απότομη │ ╱‾‾ βαθμιαία
│ ╱ → συναγερμός │ ╱ → ΔΕΝ διεγείρεται
└──────► t └──────► t
Το πλεονέκτημα έναντι του θερμικού: ανιχνεύει την πυρκαγιά πολύ νωρίτερα — δεν περιμένει να φθάσει η θερμοκρασία στους 60 °C, αλλά αντιδρά στην ταχύτητα με την οποία ανεβαίνει. Σε μια πυρκαγιά που εξελίσσεται γρήγορα, ο συναγερμός δίνεται ενώ ο χώρος είναι ακόμη στους 30-40 °C. Γιατί δεν δίνει ψευδείς συναγερμούς: οι φυσιολογικές μεταβολές θερμοκρασίας ενός χώρου — ηλιοφάνεια, άναμμα καλοριφέρ, άνοιγμα πόρτας — είναι βαθμιαίες, πολύ κάτω από τους 5 °C ανά λεπτό. Μόνο μια πηγή θερμότητας μέσα στον χώρο μπορεί να δώσει τέτοιον ρυθμό. Πού υστερεί: σε πυρκαγιές που εξελίσσονται πολύ αργά — π.χ. υποβόσκουσα ανάφλεξη υφασμάτων ή μονώσεων — ο ρυθμός μπορεί να μην φθάσει ποτέ το κατώφλι. Γι' αυτό συνήθως ο θερμοδιαφορικός συνδυάζεται με σταθερό θερμικό κατώφλι στους 60 °C στην ίδια συσκευή. Η σχέση με τους ανιχνευτές καπνού (σελ. 197): οι ανιχνευτές καπνού είναι ταχύτεροι από κάθε θερμικό, γιατί ο καπνός προηγείται της θερμότητας· ο θερμοδιαφορικός επιλέγεται εκεί όπου ο καπνός δεν είναι αξιόπιστο κριτήριο. Η επιλογή του σωστού τύπου (σελ. 196): το είδος των αισθητήρων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν σε ένα χώρο εξαρτάται από τα αντικείμενα του χώρου και κατά συνέπεια από το είδος της πιθανής πυρκαγιάς.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι θερμοδιαφορικοί αισθητήρες διεγείρονται όταν η θερμοκρασία του χώρου που ελέγχουν ανέβει κατά πέντε βαθμούς Κελσίου, ή και περισσότερο, ανά λεπτό. Πρόκειται δηλαδή για ανιχνευτές ρυθμού μεταβολής και όχι απόλυτης τιμής, οι οποίοι ανιχνεύουν γρήγορες μεταβολές της θερμοκρασίας. Το πλεονέκτημά τους έναντι των θερμικών είναι ότι ανιχνεύουν την πυρκαγιά πολύ νωρίτερα, αφού δεν περιμένουν να φτάσει η θερμοκρασία στους εξήντα βαθμούς αλλά αντιδρούν στην ταχύτητα με την οποία ανεβαίνει· σε πυρκαγιά που εξελίσσεται γρήγορα ο συναγερμός δίνεται ενώ ο χώρος βρίσκεται ακόμη στους τριάντα με σαράντα βαθμούς. Δεν δίνουν ψευδείς συναγερμούς, γιατί οι φυσιολογικές μεταβολές της θερμοκρασίας ενός χώρου, όπως η ηλιοφάνεια, το άναμμα του καλοριφέρ ή το άνοιγμα μιας πόρτας, είναι βαθμιαίες και πολύ κάτω από το κατώφλι. Υστερούν όμως σε πυρκαγιές που εξελίσσονται πολύ αργά, όπως η υποβόσκουσα ανάφλεξη υφασμάτων ή μονώσεων, όπου ο ρυθμός μπορεί να μην φτάσει ποτέ το κατώφλι· γι' αυτό συνήθως συνδυάζονται στην ίδια συσκευή με σταθερό θερμικό κατώφλι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια η σκοπιμότητα χρήσης μπαταρίας στον πίνακα ελέγχου ενός συστήματος πυρανίχνευσης;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 210): Η ανεξαρτησία του συστήματος πυρανίχνευσης από βλάβες του συστήματος ηλεκτροδότησης ακόμη και κατά τη φάση εκδήλωσης της πυρκαγιάς.
Γιατί είναι κρίσιμο: η ίδια η πυρκαγιά είναι η συνηθέστερη αιτία διακοπής της ηλεκτροδότησης — τα καλώδια καίγονται, οι ασφάλειες πέφτουν, ή ο διακόπτης κατεβαίνει σκόπιμα κατά την επέμβαση.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΧΩΡΙΣ ΜΠΑΤΑΡΙΑ
πυρκαγιά → βραχυκύκλωμα/κάψιμο καλωδίων → διακοπή ρεύματος
│
ο πίνακας ΣΒΗΝΕΙ ✘
│
ακριβώς τη στιγμή που τον χρειαζόμαστε
ΜΕ ΜΠΑΤΑΡΙΑ: το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί αυτόνομα
Οι τρεις περιπτώσεις που καλύπτει: 1. Διακοπή του δικτύου πριν από την πυρκαγιά — το σύστημα παραμένει ενεργό. 2. Διακοπή κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς — ο πίνακας συνεχίζει να επιτηρεί και οι σειρήνες συνεχίζουν να ηχούν. 3. Δολιοφθορά — αποτρέπεται η απενεργοποίηση του συστήματος με απλή διακοπή της τροφοδοσίας.
Η αντίστοιχη απαίτηση στο σύστημα συναγερμού (θέμα 23, σελ. 220): ο ηλεκτρολόγος πρέπει να φέρει τηλεφωνική γραμμή και παροχή 220-230V AC, η οποία δεν πρέπει να διακόπτεται όταν κλείσει ο γενικός διακόπτης (ή αν αυτό δεν είναι δυνατόν, το κέντρο τροφοδοτείται από μπαταρία που του προσφέρει αυτονομία ολίγων ωρών, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να ειδοποιεί για τη διακοπή της τροφοδοσίας του). Τι πρέπει να προσεχθεί στην πράξη: η μπαταρία απαιτεί περιοδικό έλεγχο και αντικατάσταση — μια εξαντλημένη μπαταρία δίνει ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Γι' αυτό οι σύγχρονοι πίνακες διαθέτουν αυτόματο έλεγχο της μπαταρίας και ένδειξη σφάλματος. Η γενικότερη αρχή (σελ. 199): οι αλλαγές της κατάστασης των ανιχνευτών δίνουν το σήμα του συναγερμού, ενώ η μεταβίβαση στη γραμμή του συναγερμού παρουσιάζεται σαν σφάλμα — δηλαδή το σύστημα επιτηρεί τον εαυτό του και αναφέρει κάθε αστοχία, συμπεριλαμβανομένης της τροφοδοσίας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η σκοπιμότητα της μπαταρίας είναι η ανεξαρτησία του συστήματος πυρανίχνευσης από βλάβες του συστήματος ηλεκτροδότησης, ακόμη και κατά τη φάση εκδήλωσης της πυρκαγιάς. Το ζήτημα είναι κρίσιμο, γιατί η ίδια η πυρκαγιά αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία διακοπής της ηλεκτροδότησης: τα καλώδια καίγονται, οι ασφάλειες πέφτουν ή ο γενικός διακόπτης κατεβαίνει σκόπιμα κατά την επέμβαση. Χωρίς μπαταρία, ο πίνακας θα έσβηνε ακριβώς τη στιγμή που τον χρειαζόμαστε. Η μπαταρία καλύπτει τρεις περιπτώσεις: διακοπή του δικτύου πριν από την πυρκαγιά, οπότε το σύστημα παραμένει ενεργό· διακοπή κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, οπότε ο πίνακας συνεχίζει να επιτηρεί και οι σειρήνες να ηχούν· και δολιοφθορά, αφού αποτρέπεται η απενεργοποίηση του συστήματος με απλή διακοπή της τροφοδοσίας. Την ίδια απαίτηση διατυπώνει το βιβλίο και για το σύστημα συναγερμού, όπου η παροχή δεν πρέπει να διακόπτεται με τον γενικό διακόπτη ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, το κέντρο πρέπει να τροφοδοτείται από μπαταρία με αυτονομία ολίγων ωρών και να ειδοποιεί για τη διακοπή. Στην πράξη η μπαταρία απαιτεί περιοδικό έλεγχο και αντικατάσταση, γι' αυτό οι σύγχρονοι πίνακες την ελέγχουν αυτόματα και εμφανίζουν ένδειξη σφάλματος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Πόση επιφάνεια, κατά μέγιστο, μπορεί να καλύψει ένας συνήθης αισθητήρας καπνού;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 210): Περίπου έως 50m2.
ΚΑΛΥΨΗ ΧΩΡΟΥ ΜΕ ΑΝΙΧΝΕΥΤΕΣ ΚΑΠΝΟΥ
Χώρος 100 m² → τουλάχιστον 2 ανιχνευτές
Χώρος 200 m² → τουλάχιστον 4 ανιχνευτές
┌──────────────┬──────────────┐
│ ◉ │ ◉ │ ◉ = ανιχνευτής
│ ≤ 50 m² │ ≤ 50 m² │ στην οροφή
├──────────────┼──────────────┤
│ ◉ │ ◉ │
│ ≤ 50 m² │ ≤ 50 m² │
└──────────────┴──────────────┘
Γιατί υπάρχει όριο: ο ανιχνευτής αντιδρά μόνο όταν ο καπνός φθάσει σε αυτόν. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από την εστία, τόσο περισσότερος χρόνος χρειάζεται και τόσο περισσότερο ο καπνός αραιώνεται — μπορεί ακόμη και να μην φθάσει, αν υπάρχουν δοκοί, ψευδοροφές ή ρεύματα αέρα. Πώς εφαρμόζεται στην άσκηση (σελ. 200): για τις ανάγκες της άσκησης θεωρούμε ότι θέλουμε να καλύψουμε ένα δωμάτιο γενικής χρήσης και ένα γραφείο. Κατά συνέπεια, δύο ανιχνευτές καπνού θεωρούνται ως οι πλέον απαραίτητοι — δηλαδή ένας ανά χώρο, ακόμη και αν το εμβαδόν είναι μικρό, γιατί οι τοίχοι εμποδίζουν τη διάδοση του καπνού. Οι παράγοντες που μειώνουν την πραγματική κάλυψη: Το ύψος της οροφής — σε ψηλούς χώρους ο καπνός ψύχεται και στρωματοποιείται πριν φθάσει στην οροφή. Οι δοκοί και οι ψευδοροφές — δημιουργούν θύλακες που κρατούν τον καπνό μακριά από τον ανιχνευτή. Ο εξαερισμός — ρεύματα αέρα απομακρύνουν τον καπνό από τον ανιχνευτή. Το σχήμα του χώρου — μακρόστενοι διάδρομοι απαιτούν πυκνότερη τοποθέτηση. Πού τοποθετούνται (σελ. 196): συνήθως στις οροφές των επί μέρους χώρων, γιατί ο θερμός καπνός ανεβαίνει. Η σχετική ερώτηση χωρίς απάντηση (σελ. 210): Με ποιους κανόνες ορίζονται οι ζώνες ελέγχου ενός κτιρίου που επιτηρούνται από ένα σύστημα πυρανίχνευσης; — η επιφάνεια κάλυψης κάθε ανιχνευτή είναι το πρώτο από τα κριτήρια αυτά.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένας συνήθης αισθητήρας καπνού μπορεί να καλύψει επιφάνεια περίπου έως πενήντα τετραγωνικά μέτρα. Το όριο υπάρχει, γιατί ο ανιχνευτής αντιδρά μόνο όταν ο καπνός φτάσει σε αυτόν: όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από την εστία, τόσο περισσότερος χρόνος χρειάζεται και τόσο περισσότερο αραιώνεται ο καπνός, ενώ μπορεί και να μην φτάσει καθόλου αν υπάρχουν δοκοί, ψευδοροφές ή ρεύματα αέρα. Στην πράξη το εμβαδόν δεν είναι το μόνο κριτήριο: το ύψος της οροφής παίζει ρόλο, γιατί σε ψηλούς χώρους ο καπνός ψύχεται και στρωματοποιείται, οι δοκοί και οι ψευδοροφές δημιουργούν θύλακες, ο εξαερισμός απομακρύνει τον καπνό και το σχήμα του χώρου επιβάλλει πυκνότερη τοποθέτηση σε μακρόστενους διαδρόμους. Επιπλέον, κάθε κλειστός χώρος χρειάζεται δικό του ανιχνευτή, ανεξάρτητα από το εμβαδόν, γιατί οι τοίχοι εμποδίζουν τη διάδοση του καπνού· γι' αυτό και στην ίδια την άσκηση θεωρούνται απαραίτητοι δύο ανιχνευτές για ένα δωμάτιο γενικής χρήσης και ένα γραφείο. Οι ανιχνευτές τοποθετούνται συνήθως στις οροφές, γιατί ο θερμός καπνός ανεβαίνει.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: IV. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (χωρίς απαντήσεις) ΕΡ. Ο πίνακας που διατίθεται στο εργαστηριό σας για την εκτέλεση της άσκησης, πόσες ζώνες ελέγχου μπορεί να χειριστεί; Είναι επεκτάσιμος για μελλοντικές προσθήκες ζωνών ελέγχου;
Απάντηση:
Πρόκειται για «ερώτηση χωρίς απάντηση» που απαιτεί παρατήρηση του συγκεκριμένου εξοπλισμού του εργαστηρίου· η απάντηση δίνεται εδώ ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία του βιβλίου.
Ο πίνακας της άσκησης (σελ. 200): στο σχέδιο έργου αναγράφεται Πίνακας σύνθεσης 4 ζωνών — δηλαδή τέσσερις ανεξάρτητες ζώνες ελέγχου, στις οποίες στο παράδειγμα συνδέονται 1 Μπουτόν συναγερμού, 2 Ανιχνευτής καπνού, 3 Μπουτόν συναγερμού, 4 Ανιχνευτής καπνού.
ΠΙΝΑΚΑΣ 4 ΖΩΝΩΝ (σχέδιο έργου, σελ. 200)
ΖΩΝΗ 1 ──── Μπουτόν συναγερμού
ΖΩΝΗ 2 ──── Ανιχνευτής καπνού
ΖΩΝΗ 3 ──── Μπουτόν συναγερμού
ΖΩΝΗ 4 ──── Ανιχνευτής καπνού
Καλώδιο 9/10 - 2 ζευγών προς την κεντρική μονάδα
Καλώδιο 2 x 1,5 mm², 230V για την τροφοδοσία
Τι είναι η ζώνη ελέγχου (θέμα 23, σελ. 220): Όταν λέμε δυνατότητα, εννοούμε πόσες ζώνες (βρόγχους) δέχεται το κέντρο. Κάθε ζώνη μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων. Γιατί χρειάζονται πολλές ζώνες: για να εντοπίζεται το σημείο του συναγερμού. Με μία ζώνη γνωρίζουμε ότι υπάρχει πυρκαγιά· με πολλές γνωρίζουμε πού — κρίσιμο για την ταχεία επέμβαση και για την εκκένωση του σωστού τμήματος του κτιρίου.
Πώς απαντάται πρακτικά η ερώτηση στο εργαστήριο: 1. Διαβάζουμε την πινακίδα και το τεχνικό εγχειρίδιο του πίνακα: αναγράφεται ο αριθμός ζωνών (τυπικά 2, 4, 8, 16). 2. Μετράμε τους ακροδέκτες ζωνών στην πλακέτα. 3. Ελέγχουμε αν υπάρχουν υποδοχές επέκτασης (κάρτες ζωνών) ή δυνατότητα διασύνδεσης δεύτερου πίνακα. 4. Σημειώνουμε τον μέγιστο αριθμό ανιχνευτών ανά ζώνη — περιορίζεται από το ρεύμα ηρεμίας κάθε ανιχνευτή και την ικανότητα του τροφοδοτικού.
Η σημασία της επεκτασιμότητας: μια εγκατάσταση αλλάζει — προστίθενται χώροι, αλλάζει η χρήση τους. Πίνακας χωρίς περιθώριο επέκτασης σημαίνει αντικατάσταση ολόκληρου του κέντρου, δηλαδή δυσανάλογο κόστος. Είναι η ίδια λογική με την απαίτηση για εφεδρικές γραμμές στους πίνακες κίνησης (θέμα 11, σελ. 95). Η σύνδεση με την επόμενη ερώτηση (σελ. 210): Με ποιους κανόνες ορίζονται οι ζώνες ελέγχου ενός κτιρίου — ο αριθμός των διαθέσιμων ζωνών περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χωριστεί το κτίριο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση απαιτεί παρατήρηση του συγκεκριμένου εξοπλισμού του εργαστηρίου, απαντάται όμως ενδεικτικά με βάση τα στοιχεία της άσκησης. Στο σχέδιο έργου αναγράφεται πίνακας σύνθεσης τεσσάρων ζωνών, στις οποίες συνδέονται δύο μπουτόν συναγερμού και δύο ανιχνευτές καπνού. Ζώνη ελέγχου ή βρόχος είναι το κύκλωμα που δέχεται το κέντρο και μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων. Οι πολλές ζώνες χρειάζονται για να εντοπίζεται το σημείο του συναγερμού: με μία μόνο ζώνη γνωρίζουμε ότι υπάρχει πυρκαγιά, με πολλές γνωρίζουμε και πού, κάτι κρίσιμο για την ταχεία επέμβαση και για την εκκένωση του σωστού τμήματος του κτιρίου. Πρακτικά, ο αριθμός των ζωνών διαπιστώνεται από την πινακίδα και το τεχνικό εγχειρίδιο του πίνακα, με τυπικές τιμές δύο, τέσσερις, οκτώ ή δεκαέξι, και επιβεβαιώνεται μετρώντας τους ακροδέκτες ζωνών στην πλακέτα. Η επεκτασιμότητα ελέγχεται από την ύπαρξη υποδοχών για κάρτες επέκτασης ή δυνατότητας διασύνδεσης δεύτερου πίνακα, ενώ σημειώνεται και ο μέγιστος αριθμός ανιχνευτών ανά ζώνη, που περιορίζεται από το ρεύμα ηρεμίας και την ικανότητα του τροφοδοτικού. Η επεκτασιμότητα έχει σημασία, γιατί μια εγκατάσταση αλλάζει με τον χρόνο και ένας πίνακας χωρίς περιθώριο επέκτασης επιβάλλει την αντικατάσταση ολόκληρου του κέντρου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ενημερωθείτε για το είδος, τις δυνατότητες και το κόστος των πινάκων χειρισμού συστημάτων πυρανίχνευσης που υπάρχουν στο εμπόριο και παρουσιάστε συνοπτικά τα στοιχεία που βρήκατε.
Απάντηση:
Πρόκειται για ερευνητική εργασία χωρίς απάντηση στο βιβλίο. Δίνεται ενδεικτικό σχέδιο παρουσίασης και τα κριτήρια που πρέπει να καλυφθούν.
Οι δύο μεγάλες κατηγορίες πινάκων:
| Κατηγορία | Χαρακτηριστικά |
|---|---|
| Συμβατικοί (conventional) | οι ανιχνευτές συνδέονται σε ζώνες· ο πίνακας γνωρίζει ποια ζώνη ενεργοποιήθηκε, όχι ποιος ανιχνευτής· φθηνότεροι, για μικρές εγκαταστάσεις |
| Διευθυνσιοδοτούμενοι (addressable) | κάθε ανιχνευτής έχει δική του διεύθυνση σε κοινό βρόχο· ο πίνακας δείχνει ακριβώς ποιος ανιχνευτής ενεργοποιήθηκε και αυτοελέγχει τη ρύπανση κάθε αισθητηρίου· ακριβότεροι, για μεγάλα κτίρια |
Ο πίνακας ελέγχων που πρέπει να συμπληρωθεί:
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΥΜΕ
─────────────────────────────────────────────────────
Τύπος συμβατικός / διευθυνσιοδοτούμενος
Αριθμός ζωνών ή βρόχων 2, 4, 8, 16, …
Ανιχνευτές ανά ζώνη/βρόχο μέγιστος αριθμός
Επεκτασιμότητα κάρτες επέκτασης, δικτύωση
Εφεδρική τροφοδοσία χωρητικότητα μπαταρίας, ώρες αυτονομίας
Έξοδοι σειρήνες, φλας, ελεύθερες επαφές
Διασυνδέσεις τηλεφωνητής, αυτόματη κατάσβεση,
άνοιγμα θυρών, εξαερισμός
Πιστοποιήσεις πρότυπα ΕΝ 54, σήμανση CE
Κόστος πίνακας, ανιχνευτές, εγκατάσταση
Πηγές αναζήτησης: τεχνικά φυλλάδια κατασκευαστών και αντιπροσώπων, ιστοσελίδες εταιρειών, εξειδικευμένα περιοδικά του χώρου, καταστήματα ηλεκτρολογικού υλικού, τιμοκατάλογοι χονδρικής. Τι πρέπει να συγκριθεί με το εργαστηριακό υλικό: ο πίνακας της άσκησης είναι 4 ζωνών (σελ. 200) — χρήσιμη η σύγκριση με τα σημερινά διευθυνσιοδοτούμενα συστήματα ως προς την ακρίβεια εντοπισμού και τη δυνατότητα αυτοελέγχου. Η επέκταση που ζητά και άλλη ερώτηση (σελ. 210): επεκτάσεις των συστημάτων πυρανίχνευσης με άλλα βοηθητικά υποσυστήματα, όπως αυτόματο άνοιγμα θυρών διαφυγής, αυτόματη εκκίνηση εξαερισμού κ.ά. — άρα η έρευνα πρέπει να καταγράψει και τις εξόδους ελέγχου που διαθέτει κάθε πίνακας. Η μορφή της παρουσίασης: συνοπτικός συγκριτικός πίνακας με 3-4 μοντέλα, αιτιολογημένη πρόταση για την εγκατάσταση του σχεδίου έργου και αναφορά των πηγών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση ζητά ερευνητική εργασία και δεν συνοδεύεται από απάντηση στο βιβλίο, οπότε δίνεται ενδεικτικό σχέδιο εργασίας. Οι πίνακες πυρανίχνευσης χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Οι συμβατικοί δέχονται τους ανιχνευτές σε ζώνες και γνωρίζουν ποια ζώνη ενεργοποιήθηκε, όχι ποιος ανιχνευτής· είναι φθηνότεροι και κατάλληλοι για μικρές εγκαταστάσεις. Οι διευθυνσιοδοτούμενοι δίνουν σε κάθε ανιχνευτή δική του διεύθυνση σε κοινό βρόχο, οπότε ο πίνακας δείχνει ακριβώς ποιος ανιχνευτής ενεργοποιήθηκε και ελέγχει αυτόματα τη ρύπανση κάθε αισθητηρίου· είναι ακριβότεροι και προορίζονται για μεγάλα κτίρια. Η παρουσίαση πρέπει να καταγράφει για κάθε μοντέλο τον τύπο, τον αριθμό ζωνών ή βρόχων, τον μέγιστο αριθμό ανιχνευτών ανά ζώνη, τη δυνατότητα επέκτασης, τη χωρητικότητα της εφεδρικής μπαταρίας και τις ώρες αυτονομίας, τις εξόδους για σειρήνες και βοηθητικά συστήματα, τις διασυνδέσεις με τηλεφωνητή, αυτόματη κατάσβεση, άνοιγμα θυρών διαφυγής και εξαερισμό, τις πιστοποιήσεις κατά τα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα και το κόστος πίνακα, ανιχνευτών και εγκατάστασης. Πηγές αποτελούν τα τεχνικά φυλλάδια των κατασκευαστών, οι ιστοσελίδες των εταιρειών, τα εξειδικευμένα περιοδικά και οι τιμοκατάλογοι. Η εργασία κλείνει με συγκριτικό πίνακα τριών ή τεσσάρων μοντέλων και αιτιολογημένη πρόταση για την εγκατάσταση του σχεδίου έργου, σε σύγκριση με τον πίνακα τεσσάρων ζωνών του εργαστηρίου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αισθητήρων που χρησιμοποιήσατε για την εκτέλεση των ασκήσεων; Σχολιάστε όλα τα μεγέθη που αναφέρονται στα τεχνικά εγχειρίδια που τους συνοδεύουν.
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση που απαιτεί μελέτη των τεχνικών εγχειριδίων του εργαστηρίου. Δίνεται ενδεικτικός κατάλογος των μεγεθών και ο σχολιασμός τους.
Οι ανιχνευτές της άσκησης (σελ. 198): MAI710S: Ανιχνευτής ιονισμού, MAH730S: Θερμικός ανιχνευτής, MAP720S: Οπτικός ανιχνευτής καπνού, MDB700: Βάση στήριξης ανιχνευτή.
| Μέγεθος | Τι σημαίνει και γιατί έχει σημασία |
|---|---|
| Τάση λειτουργίας (τυπικά 12-30 V DC) | καθορίζει τη συμβατότητα με τον πίνακα· ο πίνακας τροφοδοτεί τη ζώνη με συνεχή τάση |
| Ρεύμα ηρεμίας (μερικά μA έως λίγα mA) | καθορίζει πόσοι ανιχνευτές χωρούν σε μία ζώνη, με βάση την ικανότητα του τροφοδοτικού |
| Ρεύμα συναγερμού | το ρεύμα που «τραβά» ο ανιχνευτής όταν διεγερθεί — έτσι ο πίνακας αντιλαμβάνεται τον συναγερμό |
| Ευαισθησία | για τον καπνού: % συσκότισης ανά μέτρο· για τον θερμικό: η κλάση (π.χ. διέγερση στους 60 °C, σελ. 210)· για τον θερμοδιαφορικό: ο ρυθμός (5 °C/λεπτό) |
| Επιφάνεια κάλυψης | περίπου έως 50m2 (σελ. 210) |
| Μέγιστο ύψος τοποθέτησης | πάνω από αυτό ο καπνός στρωματοποιείται και δεν φθάνει |
| Περιοχή θερμοκρασίας και υγρασίας λειτουργίας | καθορίζει αν ο ανιχνευτής είναι κατάλληλος για μη θερμαινόμενους ή υγρούς χώρους |
| Βαθμός προστασίας IP | κατά DIN 40050 (θέμα 4, σελ. 34-35) — για χώρους με σκόνη ή υγρασία |
| Ενδεικτικό LED | οπτική επιβεβαίωση του ανιχνευτή που διεγέρθηκε — απαραίτητο σε συμβατικά συστήματα |
| Πιστοποίηση | συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και σήμανση CE |
Ο σχολιασμός που ζητείται — τι πρέπει να επισημανθεί: Η ευαισθησία είναι συμβιβασμός: πολύ υψηλή δίνει ψευδείς συναγερμούς, πολύ χαμηλή καθυστερεί την ανίχνευση. Το ρεύμα ηρεμίας καθορίζει τον σχεδιασμό: αν κάθε ανιχνευτής καταναλώνει x mA και το τροφοδοτικό δίνει Ι mA, ο μέγιστος αριθμός ανιχνευτών προκύπτει άμεσα — και πρέπει να μείνει περιθώριο για τη λειτουργία με μπαταρία. Η επιλογή τύπου ακολουθεί τον χώρο (σελ. 196): το είδος των αισθητήρων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν σε ένα χώρο εξαρτάται από τα αντικείμενα του χώρου και κατά συνέπεια από το είδος της πιθανής πυρκαγιάς. Ο ανιχνευτής ιονισμού έχει ιδιαιτερότητα (σελ. 198): χρησιμοποιεί ραδιενεργό στοιχείο (Am241) — απαιτεί ειδική διαχείριση και απόρριψη στο τέλος της ζωής του.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση απαιτεί μελέτη των τεχνικών εγχειριδίων του εργαστηρίου· απαντάται ενδεικτικά με τον κατάλογο των μεγεθών που αναγράφονται σε αυτά. Οι ανιχνευτές της άσκησης είναι ο ανιχνευτής ιονισμού, ο θερμικός ανιχνευτής, ο οπτικός ανιχνευτής καπνού και η βάση στήριξης. Τα μεγέθη που καταγράφονται είναι η τάση λειτουργίας, που καθορίζει τη συμβατότητα με τον πίνακα, το ρεύμα ηρεμίας, που καθορίζει πόσοι ανιχνευτές χωρούν σε μία ζώνη, το ρεύμα συναγερμού, μέσω του οποίου ο πίνακας αντιλαμβάνεται τη διέγερση, η ευαισθησία, που για τον ανιχνευτή καπνού εκφράζεται ως ποσοστό συσκότισης ανά μέτρο, για τον θερμικό ως θερμοκρασία διέγερσης περίπου εξήντα βαθμών και για τον θερμοδιαφορικό ως ρυθμός πέντε βαθμών ανά λεπτό, η επιφάνεια κάλυψης περίπου πενήντα τετραγωνικών μέτρων, το μέγιστο ύψος τοποθέτησης, οι περιοχές θερμοκρασίας και υγρασίας λειτουργίας, ο βαθμός προστασίας, το ενδεικτικό LED και οι πιστοποιήσεις. Στον σχολιασμό πρέπει να επισημανθεί ότι η ευαισθησία αποτελεί συμβιβασμό, αφού πολύ υψηλή δίνει ψευδείς συναγερμούς και πολύ χαμηλή καθυστερεί την ανίχνευση, ότι το ρεύμα ηρεμίας καθορίζει άμεσα τον μέγιστο αριθμό ανιχνευτών ανά ζώνη με περιθώριο για τη λειτουργία με μπαταρία, ότι η επιλογή τύπου εξαρτάται από τα αντικείμενα του χώρου και το είδος της πιθανής πυρκαγιάς, και ότι ο ανιχνευτής ιονισμού χρησιμοποιεί ραδιενεργό στοιχείο και απαιτεί ειδική διαχείριση και απόρριψη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια η βασική χρησιμότητα των χειροκίνητων μπουτόν πανικού σε ένα σύστημα πυρανίχνευσης;
Απάντηση:
Ο ορισμός του βιβλίου (σελ. 198): Μπουτόν χειροκίνητου συναγερμού φωτιάς: Είναι μία συσκευή που ενεργοποιεί χειροκίνητα τον κεντρικό πίνακα πυρανίχνευσης.
Η βασική χρησιμότητα: ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την πυρκαγιά πριν από τους ανιχνευτές — και μπορεί να δώσει συναγερμό αμέσως.
ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΠΟΥΤΟΝ
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
περιμένει τον καπνό ΒΛΕΠΕΙ τη φλόγα
να ανέβει στην οροφή μόλις εκδηλωθεί
και να τον διεγείρει │
│ ▼
▼ πατά το ΜΠΟΥΤΟΝ
δευτερόλεπτα ή λεπτά ΑΚΑΡΙΑΙΟΣ συναγερμός
Οι επιμέρους λόγοι: 1. Ταχύτητα: ο ανιχνευτής χρειάζεται χρόνο ώστε ο καπνός ή η θερμότητα να φθάσουν σε αυτόν· ο άνθρωπος που βλέπει τη φωτιά δίνει συναγερμό ακαριαία. 2. Κάλυψη τυφλών σημείων: σε χώρους χωρίς ανιχνευτή (κλιμακοστάσια, αποθήκες, εξωτερικοί χώροι) το μπουτόν είναι η μόνη δυνατότητα σήμανσης. 3. Πυρκαγιές που δεν ανιχνεύονται: φωτιά χωρίς καπνό (π.χ. οινοπνεύματος) ή σε σημείο όπου ο καπνός δεν ανεβαίνει προς τον ανιχνευτή. 4. Εφεδρεία σε βλάβη: αν ένας ανιχνευτής ή μια ζώνη έχει βλάβη, το μπουτόν παρακάμπτει το πρόβλημα. 5. Εκκένωση κατά κρίση: επιτρέπει σε υπεύθυνο να ξεκινήσει εκκένωση για οποιονδήποτε λόγο κινδύνου, όχι μόνο για πυρκαγιά.
Πώς εντάσσεται στο σχέδιο της άσκησης (σελ. 200): στον Πίνακα σύνθεσης 4 ζωνών τα μπουτόν συναγερμού καταλαμβάνουν δικές τους ζώνες (1 και 3), χωριστά από τους ανιχνευτές καπνού (2 και 4) — έτσι ο πίνακας ξεχωρίζει τον χειροκίνητο από τον αυτόματο συναγερμό. Πού τοποθετούνται: σε εμφανή και προσιτά σημεία, κοντά στις εξόδους και στα κλιμακοστάσια, ώστε να πατιούνται κατά τη διαδρομή διαφυγής. Η ίδια ερώτηση για τον συναγερμό (θέμα 23, σελ. 227): Ποια η βασική χρησιμότητα των χειροκίνητων μπουτόν πανικού σε ένα σύστημα συναγερμού; — εκεί ο ρόλος είναι να ειδοποιήσει ο ένοικος για απειλή που τα αισθητήρια δεν ανιχνεύουν, π.χ. ληστεία ενώ το σύστημα είναι αφοπλισμένο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το μπουτόν χειροκίνητου συναγερμού φωτιάς είναι συσκευή που ενεργοποιεί χειροκίνητα τον κεντρικό πίνακα πυρανίχνευσης. Η βασική του χρησιμότητα είναι ότι ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την πυρκαγιά πριν από τους ανιχνευτές και μπορεί να δώσει συναγερμό αμέσως. Ειδικότερα, ο ανιχνευτής χρειάζεται χρόνο ώστε ο καπνός ή η θερμότητα να φτάσουν σε αυτόν, ενώ όποιος βλέπει τη φωτιά δίνει συναγερμό ακαριαία. Δεύτερον, καλύπτει τυφλά σημεία, δηλαδή χώρους χωρίς ανιχνευτή, όπως κλιμακοστάσια, αποθήκες και εξωτερικούς χώρους. Τρίτον, καλύπτει πυρκαγιές που δύσκολα ανιχνεύονται, όπως φωτιά χωρίς καπνό ή σε σημείο από το οποίο ο καπνός δεν ανεβαίνει προς τον ανιχνευτή. Τέταρτον, λειτουργεί ως εφεδρεία σε περίπτωση βλάβης ανιχνευτή ή ζώνης. Πέμπτον, επιτρέπει σε υπεύθυνο να ξεκινήσει εκκένωση κατά την κρίση του για οποιονδήποτε λόγο κινδύνου. Στο σχέδιο της άσκησης τα μπουτόν καταλαμβάνουν δικές τους ζώνες, χωριστά από τους ανιχνευτές καπνού, ώστε ο πίνακας να ξεχωρίζει τον χειροκίνητο από τον αυτόματο συναγερμό. Τοποθετούνται σε εμφανή και προσιτά σημεία, κοντά στις εξόδους και στα κλιμακοστάσια, ώστε να πατιούνται κατά τη διαδρομή διαφυγής.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Με ποιους κανόνες ορίζονται οι ζώνες ελέγχου ενός κτιρίου που επιτηρούνται από ένα σύστημα πυρανίχνευσης;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· απαντάται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου και την πρακτική.
Η βασική αρχή (θέμα 23, σελ. 220): Κάθε ζώνη μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων. Ο σκοπός του χωρισμού σε ζώνες είναι να εντοπίζεται γρήγορα το σημείο του συναγερμού.
ΠΩΣ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΚΤΙΡΙΟ ΣΕ ΖΩΝΕΣ
┌────────────────────────────────┐
│ 3ος όροφος ← ΖΩΝΗ 3 │ κανόνας: ΜΙΑ ζώνη ανά όροφο
├────────────────────────────────┤
│ 2ος όροφος ← ΖΩΝΗ 2 │
├────────────────────────────────┤
│ 1ος όροφος ← ΖΩΝΗ 1 │
├────────────────────────────────┤
│ Λεβητοστάσιο ← ΖΩΝΗ 4 │ χωριστή ζώνη για ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ χώρο
└────────────────────────────────┘
κλιμακοστάσιο ← ΖΩΝΗ 5 χωριστή, γιατί διαπερνά ορόφους
μπουτόν πανικού ← ΖΩΝΗ 6 χωριστή από τους ανιχνευτές
Οι κανόνες που εφαρμόζονται: 1. Ένας όροφος = μία ζώνη (τουλάχιστον): ο συναγερμός πρέπει να δηλώνει σε ποιον όροφο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. 2. Πυροδιαμερίσματα: κάθε πυράντοχα διαχωρισμένο τμήμα του κτιρίου αντιστοιχεί σε δική του ζώνη. 3. Όριο εμβαδού ανά ζώνη: μεγάλες επιφάνειες χωρίζονται, ώστε η ζώνη να εντοπίζει και όχι απλώς να ειδοποιεί. 4. Χώροι ιδιαίτερου κινδύνου — λεβητοστάσιο, μηχανοστάσιο, αποθήκη καυσίμων, ηλεκτρικοί πίνακες — παίρνουν χωριστή ζώνη. 5. Κατακόρυφοι χώροι — κλιμακοστάσια, φρεάτια ανελκυστήρων, καπναγωγοί — χωριστή ζώνη, γιατί διαπερνούν ορόφους. 6. Διαχωρισμός χειροκίνητου και αυτόματου συναγερμού: όπως στο σχέδιο έργου (σελ. 200), τα μπουτόν σε δικές τους ζώνες (1, 3) και οι ανιχνευτές σε δικές τους (2, 4). 7. Ομοιογένεια τύπου ανιχνευτή: σε μία ζώνη ομαδοποιούνται ανιχνευτές ίδιου τύπου, ώστε η ερμηνεία του συναγερμού να είναι σαφής. 8. Ορατότητα από ένα σημείο: ιδανικά όλοι οι χώροι μιας ζώνης πρέπει να μπορούν να ελεγχθούν γρήγορα από τον υπεύθυνο μετά τον συναγερμό. 9. Περιθώριο επέκτασης: αφήνονται ελεύθερες ζώνες για μελλοντικές προσθήκες, όπως ρωτά και η πρώτη ερώτηση του μπλοκ (σελ. 210).
Ο περιοριστικός παράγοντας: ο αριθμός των ζωνών που δέχεται ο πίνακας και ο μέγιστος αριθμός ανιχνευτών ανά ζώνη, που εξαρτάται από το ρεύμα ηρεμίας τους και την ικανότητα του τροφοδοτικού. Η γενική απαίτηση (σελ. 199): για την ακριβή και ασφαλή λειτουργία του συστήματος συναγερμού φωτιάς είναι λογικό πως πρέπει να υπάρχει σωστή οργάνωση και ευαισθησία συστήματος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βασική αρχή είναι ότι κάθε ζώνη μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων, με σκοπό να εντοπίζεται γρήγορα το σημείο του συναγερμού. Οι κανόνες που εφαρμόζονται είναι οι εξής. Πρώτον, κάθε όροφος αποτελεί τουλάχιστον μία ζώνη, ώστε ο συναγερμός να δηλώνει σε ποιον όροφο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. Δεύτερον, κάθε πυροδιαμέρισμα, δηλαδή κάθε πυράντοχα διαχωρισμένο τμήμα, αντιστοιχεί σε δική του ζώνη. Τρίτον, τίθεται όριο εμβαδού ανά ζώνη, ώστε η ζώνη να εντοπίζει και όχι απλώς να ειδοποιεί. Τέταρτον, οι χώροι ιδιαίτερου κινδύνου, όπως λεβητοστάσιο, μηχανοστάσιο, αποθήκη καυσίμων και ηλεκτρικοί πίνακες, παίρνουν χωριστή ζώνη. Πέμπτον, οι κατακόρυφοι χώροι, όπως κλιμακοστάσια και φρεάτια ανελκυστήρων, παίρνουν επίσης χωριστή ζώνη, γιατί διαπερνούν ορόφους. Έκτον, ο χειροκίνητος συναγερμός διαχωρίζεται από τον αυτόματο, όπως ακριβώς στο σχέδιο έργου της άσκησης, όπου τα μπουτόν καταλαμβάνουν δικές τους ζώνες. Έβδομον, σε κάθε ζώνη ομαδοποιούνται ανιχνευτές ίδιου τύπου, ώστε η ερμηνεία του συναγερμού να είναι σαφής. Όγδοον, οι χώροι μιας ζώνης πρέπει να μπορούν να ελεγχθούν γρήγορα από τον υπεύθυνο. Ένατον, αφήνονται ελεύθερες ζώνες για μελλοντικές επεκτάσεις. Περιοριστικοί παράγοντες είναι ο αριθμός των ζωνών του πίνακα και ο μέγιστος αριθμός ανιχνευτών ανά ζώνη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Τι είδους καλωδιώσεις χρησιμοποιούνται σε συνήθη κυκλώματα πυρανιχνεύσεων;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· τα στοιχεία δίνονται όμως από το σχέδιο έργου της ίδιας άσκησης (σελ. 200):
ΚΑΛΩΔΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΡΓΟΥ (σελ. 200)
● Τροφοδοσία πίνακα: 230V — 2 x 1,5 mm²
● Γραμμές ζωνών: Καλ. 2 x 1,5 mm²
● Προς κεντρική μονάδα: Καλώδιο 9/10 - 2 ζευγών
● Ηλεκτρομαγνητικά μπουτόν: Καλώδιο 2 x 1,5 mm², 230V
Τα τρία διαφορετικά είδη γραμμών και οι απαιτήσεις τους:
| Γραμμή | Χαρακτηριστικά |
|---|---|
| Τροφοδοσία 230 V | καλώδιο ισχυρών ρευμάτων, 2 x 1,5 mm², με τους κανόνες του θέματος 2 (σωλήνωση, κουτιά διακλάδωσης, χρωματισμοί) |
| Γραμμές ζωνών (ανιχνευτές, μπουτόν) | καλώδιο ασθενών ρευμάτων, 2 x 1,5 mm² ή 9/10 δύο ζευγών — μεταφέρουν χαμηλή συνεχή τάση και μικρά ρεύματα |
| Γραμμές σειρήνων / βοηθητικών | ανάλογα με το ρεύμα των συσκευών σήμανσης |
Οι απαιτήσεις που πρέπει να τηρηθούν: Διαχωρισμός ασθενών και ισχυρών ρευμάτων — ο κανόνας που διατυπώνει ρητά το βιβλίο για τη δομημένη καλωδίωση (θέμα 43, σελ. 356): τα δύο ρεύματα πρέπει να διαχωρίζονται είτε με διαχωριστικά μέσα στο ίδιο κανάλι, είτε με δύο διαφορετικά κανάλια. Αλλιώς τα παράσιτα από τις γραμμές ισχύος προκαλούν ψευδείς συναγερμούς. Συνέχεια της γραμμής και τερματική αντίσταση: η ζώνη κλείνει σε αντίσταση τέλους γραμμής, ώστε ο πίνακας να επιτηρεί και το ίδιο το καλώδιο — η μεταβίβαση στη γραμμή του συναγερμού παρουσιάζεται σαν σφάλμα (σελ. 199). Πυραντοχή: επειδή η γραμμή πρέπει να λειτουργεί κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, οι κρίσιμες γραμμές (σειρήνες, βρόχοι) κατασκευάζονται με πυράντοχο καλώδιο ή οδεύουν μέσα σε προστατευμένες διαδρομές. Μηχανική προστασία (θέμα 2, σελ. 18): σωλήνες, κανάλια και στηρίγματα που απέχουν μεταξύ τους 33cm κατά μέγιστο. Χωριστή γείωση (θέμα 23, σελ. 221): για καλύτερη προστασία χρησιμοποιήστε διαφορετικό καλώδιο για τη γείωση που υπάρχει στην είσοδο της τροφοδοσίας του πίνακα και διαφορετικό καλώδιο για τη γείωση που υπάρχει στην είσοδο της τηλεφωνικής γραμμής. Η αρίθμηση και η σήμανση: κάθε ζώνη πρέπει να σημαίνεται στους ακροδέκτες του πίνακα, ώστε ο συναγερμός να αντιστοιχίζεται αμέσως με τον χώρο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σύμφωνα με το σχέδιο έργου της ίδιας άσκησης, χρησιμοποιούνται τρία είδη γραμμών. Η τροφοδοσία του πίνακα γίνεται με καλώδιο ισχυρών ρευμάτων δύο επί ενάμισι τετραγωνικών χιλιοστών στα διακόσια τριάντα volt. Οι γραμμές των ζωνών, δηλαδή προς τους ανιχνευτές και τα μπουτόν, είναι καλώδια ασθενών ρευμάτων, δύο επί ενάμισι τετραγωνικών χιλιοστών ή τηλεφωνικού τύπου εννέα δέκατα δύο ζευγών, και μεταφέρουν χαμηλή συνεχή τάση με μικρά ρεύματα. Τέλος υπάρχουν οι γραμμές των σειρήνων και των βοηθητικών συσκευών, με διατομή ανάλογη του ρεύματός τους. Οι απαιτήσεις που πρέπει να τηρηθούν είναι ο διαχωρισμός ασθενών και ισχυρών ρευμάτων, είτε με διαχωριστικά μέσα στο ίδιο κανάλι είτε με δύο διαφορετικά κανάλια, ώστε να μην προκαλούνται ψευδείς συναγερμοί από παράσιτα· η συνέχεια της γραμμής με τερματική αντίσταση, ώστε ο πίνακας να επιτηρεί και το ίδιο το καλώδιο και να εμφανίζει σφάλμα σε διακοπή· η πυραντοχή των κρίσιμων γραμμών, αφού πρέπει να λειτουργούν κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς· η μηχανική προστασία με σωλήνες, κανάλια και στηρίγματα· η χωριστή γείωση για την τροφοδοσία και για την τηλεφωνική γραμμή· και τέλος η σήμανση κάθε ζώνης στους ακροδέκτες του πίνακα, ώστε ο συναγερμός να αντιστοιχίζεται αμέσως με τον χώρο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Αναζητήστε στη βιβλιογραφία ή/και σε άλλες πηγές (π.χ. εξειδικευμένα περιοδικά του χώρου, Internet κ.ά.) επεκτάσεις των συστημάτων πυρανίχνευσης με άλλα βοηθητικά υποσυστήματα, όπως αυτόματο άνοιγμα θυρών διαφυγής, αυτόματη εκκίνηση εξαερισμού κ.ά.
Απάντηση:
Ερευνητική εργασία· δίνεται ενδεικτικός κατάλογος των υποσυστημάτων που ήδη αναφέρει το βιβλίο και όσων συναντώνται στην πράξη.
Όσα αναφέρει το ίδιο το βιβλίο (σελ. 196): σε περίπτωση πυρκαγιάς να τεθεί σε λειτουργία το υποσύστημα συναγερμού και (αν υπάρχουν) τα υποσυστήματα αυτόματης πυρόσβεσης ή και άλλα βοηθητικά συστήματα (αυτόματη ειδοποίηση πυροσβεστικής υπηρεσίας, αυτόματο άνοιγμα θυρών, εκκίνηση συστημάτων εξαερισμού κ.ά.)· και (σελ. 199): μπορεί σε σύστημα πυρανίχνευσης να περιλαμβάνεται και αυτόματο άνοιγμα θυρών, όταν εκδηλωθεί η πυρκαγιά, που υλοποιείται με μαγνητική κλειδαριά.
| Υποσύστημα | Λειτουργία και σκοπός |
|---|---|
| Αυτόματη κατάσβεση | ακίνητα μέσα… συστήματα σωληνώσεων, ακροδεκτών, ακροφυσίων, αυτόματων πυροσβεστήρων (σελ. 196) — προϋποθέτουν την ύπαρξη συστημάτων πυρανίχνευσης από τα οποία και ενεργοποιούνται (σελ. 195) |
| Αυτόματο άνοιγμα θυρών διαφυγής | μαγνητικές κλειδαριές που απασφαλίζουν μόλις δοθεί συναγερμός, ώστε η διαφυγή να μην εμποδίζεται |
| Έλεγχος εξαερισμού | διακοπή των κλιματιστικών, ώστε να μη διαδοθεί ο καπνός μέσα από τους αεραγωγούς, και εκκίνηση των συστημάτων απαγωγής καπνού |
| Πυράντοχα ρολά και διαφράγματα | κλείνουν αυτόματα και απομονώνουν το πυροδιαμέρισμα |
| Έλεγχος ανελκυστήρων | οι θάλαμοι επιστρέφουν στο ισόγειο και ακινητοποιούνται με ανοιχτές θύρες |
| Αυτόματη ειδοποίηση πυροσβεστικής | τηλεφωνητής ή σύνδεση με κέντρο λήψης σημάτων |
| Μεγαφωνική εγκατάσταση | (σελ. 199) δίνουν τη δυνατότητα εκτός από σήμα σειρήνας να μεταφέρονται στους καλυπτόμενους χώρους και συγκεκριμένα φωνητικά μηνύματα — καθοδηγημένη εκκένωση |
| Φωτισμός ασφαλείας και σήμανση διαφυγής | ενεργοποιείται ώστε οι διαδρομές να είναι ορατές μέσα στον καπνό |
| Διακοπή τροφοδοσίας | απομόνωση ηλεκτρικών φορτίων και παροχής αερίου/καυσίμου στην περιοχή του συμβάντος |
Πώς υλοποιούνται τεχνικά: μέσω ελεύθερων επαφών (relay outputs) του πίνακα πυρανίχνευσης, οι οποίες ενεργοποιούνται με τον συναγερμό και οδηγούν τα βοηθητικά κυκλώματα — γι' αυτό ο αριθμός και το είδος των εξόδων είναι βασικό κριτήριο επιλογής πίνακα. Η αρχή που τα διέπει όλα: τα υποσυστήματα πρέπει να λειτουργούν και όταν έχει διακοπεί η τροφοδοσία — δηλαδή με μπαταρία, όπως ο ίδιος ο πίνακας (σελ. 210). Η προσοχή στην αλληλουχία: η σειρά ενεργοποίησης έχει σημασία — πρώτα συναγερμός και εκκένωση, μετά απομόνωση του πυροδιαμερίσματος, τελευταία η κατάσβεση (ιδίως με αέρια, που απαιτούν πλήρη εκκένωση του χώρου). Η μορφή της εργασίας: συγκεντρωτικός πίνακας με υποσύστημα — λειτουργία — τρόπος διασύνδεσης — ενδεικτικό κόστος, με αναφορά των πηγών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση ζητά ερευνητική εργασία· απαντάται ενδεικτικά με βάση όσα αναφέρει το ίδιο το βιβλίο και την πρακτική. Το βιβλίο αναφέρει ήδη ως βοηθητικά συστήματα την αυτόματη ειδοποίηση της πυροσβεστικής υπηρεσίας, το αυτόματο άνοιγμα θυρών με μαγνητική κλειδαριά και την εκκίνηση συστημάτων εξαερισμού, καθώς και τα υποσυστήματα αυτόματης πυρόσβεσης, τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη πυρανίχνευσης από την οποία και ενεργοποιούνται. Στην πράξη συναντώνται επιπλέον ο έλεγχος του εξαερισμού, με διακοπή των κλιματιστικών ώστε να μη διαδοθεί ο καπνός και εκκίνηση των συστημάτων απαγωγής, τα πυράντοχα ρολά και διαφράγματα που απομονώνουν το πυροδιαμέρισμα, ο έλεγχος των ανελκυστήρων ώστε οι θάλαμοι να επιστρέφουν στο ισόγειο και να ακινητοποιούνται με ανοιχτές θύρες, η μεγαφωνική εγκατάσταση για καθοδηγημένη εκκένωση με φωνητικά μηνύματα, ο φωτισμός ασφαλείας και η σήμανση διαφυγής, και τέλος η διακοπή της τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος, αερίου ή καυσίμου στην περιοχή του συμβάντος. Τεχνικά όλα υλοποιούνται μέσω ελεύθερων επαφών του πίνακα, γι' αυτό ο αριθμός και το είδος των εξόδων αποτελεί βασικό κριτήριο επιλογής. Όλα πρέπει να λειτουργούν και με διακοπείσα τροφοδοσία, δηλαδή με μπαταρία, ενώ η σειρά ενεργοποίησης έχει σημασία: πρώτα συναγερμός και εκκένωση, έπειτα απομόνωση και τελευταία κατάσβεση, ιδίως όταν γίνεται με αέρια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: III. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (με απαντήσεις) ΕΡ. Ποια εργασία επιτελούν οι βάνες ανάμειξης σε μια εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης με σύστημα αντιστάθμισης;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 217): Στις βάνες πραγματοποιείται η ανάμειξη του θερμού νερού του λέβητα με το νερό χαμηλότερης θερμοκρασίας που επιστρέφει από τα θερμαντικά σώματα.
Η ΑΝΑΜΕΙΞΗ
ΛΕΒΗΤΑΣ ──── θερμό νερό (75-85 °C) ────┐
▼
┌──────────┐
│ ΒΑΝΑ │──► προς ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΑ
│ ΑΝΑΜΕΙΞΗΣ│ (μέση θερμοκρασία)
└──────────┘
▲
ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΑ ── νερό επιστροφής ─────────┘
(χαμηλότερη θερμοκρασία)
Η αναλυτική περιγραφή (σελ. 213): Στη βάνα αναμειγνύεται το υψηλής θερμοκρασίας νερό του λέβητα με το νερό που επιστρέφει από τα σώματα και οδηγείται πάλι σε αυτά με μια μέση θερμοκρασία ανάλογα με τη σχέση ανάμειξης που είναι ρυθμιζόμενη. Ένα δε μέρος του θερμού νερού επιστρέφει στο λέβητα και συντελεί στη διατήρηση της υψηλής θερμοκρασίας του.
Το διπλό αποτέλεσμα (σελ. 213): έχει δε σαν σκοπό την εξασφάλιση καλής και οικονομικής λειτουργίας της εγκατάστασης θέρμανσης, γιατί διατηρεί μια υψηλή θερμοκρασία στο λέβητα (75 - 85 °C) και συγχρόνως τροφοδοτεί τα θερμαντικά σώματα με νερό μειωμένης θερμοκρασίας. Γιατί θέλουμε ταυτόχρονα δύο διαφορετικές θερμοκρασίες: Ο λέβητας πρέπει να μένει θερμός, γιατί σε χαμηλή θερμοκρασία τα καυσαέρια συμπυκνώνονται στα τοιχώματά του και προκαλούν διάβρωση — γι' αυτό στα πλεονεκτήματα των βανών αναφέρεται ρητά η Προστασία του λέβητα από διαβρώσεις (σελ. 214). Τα θερμαντικά σώματα πρέπει να παίρνουν νερό ανάλογο με την εξωτερική θερμοκρασία — σε ήπιο καιρό χλιαρό, σε ψύχος θερμό — για οικονομία και σταθερή θερμοκρασία χώρου. Ποιος δίνει την εντολή (σελ. 212): η βάνα είναι αυτόματη με σερβοκινητήρα και τρίοδη ή τετράοδη (δέχεται εντολές από την ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης). Πού τοποθετείται (σελ. 213): οι βάνες ανάμειξης συνδέονται με το δίκτυο των σωληνώσεων κοντά στο λέβητα, με τον κυκλοφορητή πάντοτε μετά τη βάνα στην παροχή (ή πριν από αυτήν στην επιστροφή).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις βάνες ανάμειξης πραγματοποιείται η ανάμειξη του θερμού νερού του λέβητα με το νερό χαμηλότερης θερμοκρασίας που επιστρέφει από τα θερμαντικά σώματα. Το μείγμα οδηγείται πάλι στα σώματα με μια μέση θερμοκρασία, ανάλογα με τη σχέση ανάμειξης, η οποία είναι ρυθμιζόμενη, ενώ ένα μέρος του θερμού νερού επιστρέφει στον λέβητα και συντελεί στη διατήρηση της υψηλής θερμοκρασίας του. Έτσι επιτυγχάνεται ταυτόχρονα διπλό αποτέλεσμα: ο λέβητας διατηρείται σε υψηλή θερμοκρασία, της τάξης των εβδομήντα πέντε έως ογδόντα πέντε βαθμών, και τα θερμαντικά σώματα τροφοδοτούνται με νερό μειωμένης θερμοκρασίας. Η υψηλή θερμοκρασία του λέβητα είναι απαραίτητη, γιατί σε χαμηλή θερμοκρασία τα καυσαέρια συμπυκνώνονται στα τοιχώματά του και προκαλούν διάβρωση· γι' αυτό στα πλεονεκτήματα των βανών αναφέρεται ρητά η προστασία του λέβητα από διαβρώσεις. Αντίθετα, τα θερμαντικά σώματα πρέπει να παίρνουν νερό ανάλογο με τις εξωτερικές συνθήκες, χλιαρό σε ήπιο καιρό και θερμό σε ψύχος, για οικονομία και σταθερή θερμοκρασία χώρου. Η βάνα είναι αυτόματη, με σερβοκινητήρα, τρίοδη ή τετράοδη, και δέχεται εντολές από την ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια μεγέθη ρυθμίζουν οι βάνες ανάμειξης σε μια εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης με σύστημα αντιστάθμισης;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 217): Ρυθμίζουν τη θερμοκρασία του νερού που κυκλοφορεί στα θερμαντικά σώματα και τη θερμοκρασία του νερού του λέβητα.
Τα τέσσερα πλεονεκτήματα που απαριθμεί το βιβλίο (σελ. 214): ● Ρύθμιση της θερμοκρασίας του νερού που κυκλοφορεί στα θερμαντικά σώματα. ● Ρύθμιση της θερμοκρασίας του νερού στο λέβητα. ● Προστασία του λέβητα από διαβρώσεις. ● Παροχή επιθυμητής θερμοκρασίας.
ΤΑ ΔΥΟ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΑ ΜΕΓΕΘΗ
ΛΕΒΗΤΑΣ 75-85 °C ────────────┐
(υψηλή, σταθερή) │ σχέση ανάμειξης
┌──▼──┐ ρυθμιζόμενη
επιστροφή ~40 °C ────────►│ ΒΑΝΑ│───► ΣΩΜΑΤΑ 45-70 °C
└─────┘ (μεταβλητή, ανάλογα
με τον καιρό)
Μεταβάλλοντας τη ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΙΞΗΣ ελέγχονται ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ.
Πώς μια βάνα ρυθμίζει δύο μεγέθη: η βάνα καθορίζει πόσο θερμό νερό του λέβητα αναμειγνύεται με το νερό επιστροφής. Αν λιγότερο θερμό νερό βγει από τον λέβητα, τότε αφενός τα σώματα παίρνουν χλιαρότερο νερό και αφετέρου ο λέβητας κρατά τη θερμότητά του — δηλαδή η ίδια κίνηση ελέγχει και τα δύο μεγέθη. Ποιος καθορίζει τη ρύθμιση (σελ. 211): η ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης, που ελέγχει, με κατάλληλες εντολές, τη λειτουργία του καυστήρα και τη θερμοκρασία του νερού προσαγωγής λαμβάνοντας υπόψη τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν (εξωτερική θερμοκρασία) και τη θερμοκρασία του εσωτερικού χώρου (πραγματική και επιθυμητή). Το πρακτικό αποτέλεσμα (σελ. 211): επιτυγχάνεται η ταχεία θέρμανση των χώρων με την πλέον οικονομική λειτουργία του καυστήρα αλλά και τη χαμηλότερη δυνατή καταπόνηση (άρα και μικρή φθορά) του όλου συστήματος. Η σύνδεση με τη διάταξη των οργάνων (σελ. 213): γι' αυτό ακριβώς ο υδροστάτης του καυστήρα τοποθετείται πάντα πριν τη βάνα ανάμειξης — μετρά τη θερμοκρασία του λέβητα — ενώ ο υδροστάτης του κυκλοφορητή τοποθετείται πάντα μετά τη βάνα ανάμειξης — μετρά τη θερμοκρασία που πηγαίνει στα σώματα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι βάνες ανάμειξης ρυθμίζουν δύο μεγέθη: τη θερμοκρασία του νερού που κυκλοφορεί στα θερμαντικά σώματα και τη θερμοκρασία του νερού του λέβητα. Το βιβλίο απαριθμεί τέσσερα πλεονεκτήματά τους, δηλαδή τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στα σώματα, τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στον λέβητα, την προστασία του λέβητα από διαβρώσεις και την παροχή της επιθυμητής θερμοκρασίας. Μια βάνα ρυθμίζει δύο μεγέθη, γιατί καθορίζει πόσο θερμό νερό του λέβητα αναμειγνύεται με το νερό επιστροφής: αν βγει λιγότερο θερμό νερό από τον λέβητα, τα σώματα παίρνουν χλιαρότερο νερό και ταυτόχρονα ο λέβητας κρατά τη θερμότητά του, δηλαδή η ίδια κίνηση ελέγχει και τα δύο. Τη ρύθμιση καθορίζει η ηλεκτρονική συσκευή, η οποία ελέγχει τη λειτουργία του καυστήρα και τη θερμοκρασία του νερού προσαγωγής λαμβάνοντας υπόψη την εξωτερική θερμοκρασία και τη θερμοκρασία του εσωτερικού χώρου, πραγματική και επιθυμητή. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ταχεία θέρμανση των χώρων με την οικονομικότερη λειτουργία του καυστήρα και τη χαμηλότερη καταπόνηση του συστήματος. Γι' αυτό άλλωστε ο υδροστάτης του καυστήρα τοποθετείται πριν από τη βάνα, ώστε να μετρά τη θερμοκρασία του λέβητα, και ο υδροστάτης του κυκλοφορητή μετά από αυτήν, ώστε να μετρά τη θερμοκρασία που οδηγείται στα σώματα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια αισθητήρια χρησιμοποιούνται σε συστήματα κεντρικής θέρμανσης με αντιστάθμιση;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου (σελ. 217): Χρησιμοποιούνται τα αισθητήρια θερμοκρασίας εσωτερικού και εξωτερικού χώρου καθώς και το αισθητήριο θερμοκρασίας του νερού προσαγωγής.
ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙ ΜΕΤΡΑ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ
┌─ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ──► «πόσο κρύο κάνει έξω;»
│ → καθορίζει πόσο θερμό νερό χρειάζεται
│
├─ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ──► «πέτυχα τη θερμοκρασία που θέλω;»
│ → διόρθωση με βάση το πραγματικό αποτέλεσμα
│
└─ ΝΕΡΟΥ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗΣ ──► «τι θερμοκρασία στέλνω στα σώματα;»
→ ανάδραση για τη θέση της βάνας
▼
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΥΣΚΕΥΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ──► εντολή στον σερβοκινητήρα της βάνας
──► εντολή στον καυστήρα
Ο ρόλος καθενός (σελ. 214): Το αισθητήριο εξωτερικού χώρου — που αντιλαμβάνεται τις καιρικές συνθήκες. Είναι το κύριο αισθητήριο της αντιστάθμισης: όσο χαμηλότερη η εξωτερική θερμοκρασία, τόσο θερμότερο νερό απαιτείται στα σώματα. Το αισθητήριο εσωτερικού χώρου — που ελέγχει τη θερμοκρασία του σωλήνα προσαγωγής του νερού στα θερμαντικά σώματα. Η ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης — δέχεται τις τιμές που μέτρησε το εξωτερικό αισθητήριο και… προσδιορίζει τη θερμοκρασία του νερού θέρμανσης.
Τα υπόλοιπα στοιχεία του πλήρους συστήματος (σελ. 214): ένα σερβοκινητήρα, που τοποθετείται στη βάνα ανάμειξης για να δίνει στο στρεφόμενο μέρος της τις εντολές ρύθμισης από την ηλεκτρονική συσκευή· τον επιλογέα θερμοκρασίας, που επιτρέπει την αυξομείωση της θερμοκρασίας του χώρου ανάλογα με την περίσταση· ένα χρονοδιακόπτη, που επιτρέπει τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του χώρου ανάλογα με τη ζήτηση (π.χ. μείωση τις βραδινές ώρες). Γιατί χρειάζονται και τα τρία: το εξωτερικό αισθητήριο επιτρέπει πρόβλεψη — το σύστημα αντιδρά πριν κρυώσει ο χώρος· το εσωτερικό επιτρέπει διόρθωση με βάση το πραγματικό αποτέλεσμα (π.χ. αν ο ήλιος ζεσταίνει τον χώρο)· το αισθητήριο προσαγωγής κλείνει τον βρόχο ελέγχου της βάνας, επιβεβαιώνοντας ότι η εντολή εκτελέστηκε. Η σημείωση του βιβλίου για τον θερμοστάτη χώρου (σελ. 212): μπορεί να υπάρχει και σε εγκαταστάσεις θέρμανσης χωρίς το βαθμό αυτοματισμού που περιγράφεται στο παρόν κεφάλαιο — δηλαδή δεν είναι αποκλειστικό στοιχείο της αντιστάθμισης.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στα συστήματα κεντρικής θέρμανσης με αντιστάθμιση χρησιμοποιούνται τρία αισθητήρια: το αισθητήριο θερμοκρασίας εξωτερικού χώρου, το αισθητήριο θερμοκρασίας εσωτερικού χώρου και το αισθητήριο θερμοκρασίας του νερού προσαγωγής. Το εξωτερικό αισθητήριο αντιλαμβάνεται τις καιρικές συνθήκες και αποτελεί το κύριο αισθητήριο της αντιστάθμισης, αφού όσο χαμηλότερη είναι η εξωτερική θερμοκρασία τόσο θερμότερο νερό απαιτείται στα σώματα. Το εσωτερικό αισθητήριο ελέγχει το αποτέλεσμα μέσα στον χώρο και επιτρέπει διόρθωση, για παράδειγμα όταν ο ήλιος ζεσταίνει το κτίριο. Το αισθητήριο προσαγωγής κλείνει τον βρόχο ελέγχου, επιβεβαιώνοντας ότι η εντολή προς τη βάνα εκτελέστηκε. Οι μετρήσεις οδηγούνται στην ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης, η οποία προσδιορίζει τη θερμοκρασία του νερού θέρμανσης και δίνει εντολές στον σερβοκινητήρα της βάνας ανάμειξης και στον καυστήρα. Το πλήρες σύστημα περιλαμβάνει επιπλέον τον σερβοκινητήρα που κινεί τη βάνα, τον επιλογέα θερμοκρασίας που επιτρέπει την αυξομείωση ανάλογα με την περίσταση και έναν χρονοδιακόπτη που ρυθμίζει τη θερμοκρασία ανάλογα με τη ζήτηση, για παράδειγμα με μείωση τις βραδινές ώρες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: IV. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (χωρίς απαντήσεις) ΕΡ. Ποια τα βασικά πλεονεκτήματα ενός συστήματος κεντρικής θέρμανσης με σύστημα αντιστάθμισης έναντι κάποιου χωρίς σύστημα αντιστάθμισης;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· απαντάται με βάση τη θεωρία του θέματος.
ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ ΜΕ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ
νερό σταθερά ~80 °C νερό μεταβλητό 45-70 °C
ανεξάρτητα από τον καιρό ανάλογα με την εξωτερική θερμοκρασία
│ │
ο χώρος υπερθερμαίνεται σταθερή θερμοκρασία χώρου
→ ανοίγουμε παράθυρα → καμία σπατάλη
│ │
ο καυστήρας ξεκινά-σταματά ο καυστήρας δουλεύει
συνεχώς (on/off) ομαλότερα και λιγότερο
Τα βασικά πλεονεκτήματα: 1. Οικονομία καυσίμου (σελ. 211): επιτυγχάνεται η ταχεία θέρμανση των χώρων με την πλέον οικονομική λειτουργία του καυστήρα. Νερό χαμηλότερης θερμοκρασίας σε ήπιο καιρό σημαίνει λιγότερες ώρες λειτουργίας του καυστήρα και μικρότερες απώλειες στις σωληνώσεις. 2. Σταθερή θερμοκρασία χώρου: το σύστημα προλαμβάνει τη μεταβολή αντί να την ακολουθεί, γιατί μετρά την εξωτερική θερμοκρασία — άρα δεν υπάρχουν οι διακυμάνσεις ζέστης-κρύου των απλών συστημάτων on/off. 3. Λιγότερη καταπόνηση και φθορά (σελ. 211): τη χαμηλότερη δυνατή καταπόνηση (άρα και μικρή φθορά) του όλου συστήματος — ο καυστήρας κάνει λιγότερες εκκινήσεις, που είναι η κύρια αιτία φθοράς και ρύπανσης. 4. Προστασία του λέβητα από διαβρώσεις (σελ. 214): ο λέβητας διατηρείται σταθερά στους 75-85 °C (σελ. 213), οπότε αποφεύγεται η συμπύκνωση των καυσαερίων. 5. Λειτουργία χωρίς ανθρώπινη επέμβαση (σελ. 211): η ηλεκτρονική αντιστάθμιση εξασφαλίζει, χωρίς ανθρώπινη επέμβαση, τη βέλτιστη λειτουργία των συστημάτων κεντρικής θέρμανσης. 6. Ευελιξία προγραμματισμού (σελ. 214): με τον χρονοδιακόπτη και τον επιλογέα θερμοκρασίας, η θερμοκρασία μειώνεται αυτόματα τις ώρες που ο χώρος δεν χρησιμοποιείται. 7. Καλύτερη άνεση: τα σώματα λειτουργούν περισσότερη ώρα με χαμηλότερη θερμοκρασία, δηλαδή η θερμότητα αποδίδεται ομοιόμορφα αντί με απότομες εναλλαγές.
Το τίμημα: μεγαλύτερο κόστος εξοπλισμού (ηλεκτρονική συσκευή, βάνα με σερβοκινητήρα, τρία αισθητήρια) και πολυπλοκότερη εγκατάσταση και συντήρηση — γι' αυτό το βιβλίο σημειώνει (σελ. 215) ότι χωρίς να υπάρχει κάποιος γενικός κανόνας, το συνολικό μέγεθος του χώρου, η χρήση του, τα υλικά κατασκευής του και κάποιες ειδικές απαιτήσεις είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν το μέγεθος και τον τύπο των υλικών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα βασικά πλεονεκτήματα ενός συστήματος με αντιστάθμιση είναι τα εξής. Πρώτον, η οικονομία καυσίμου, αφού το σύστημα εξασφαλίζει ταχεία θέρμανση με την οικονομικότερη λειτουργία του καυστήρα: νερό χαμηλότερης θερμοκρασίας σε ήπιο καιρό σημαίνει λιγότερες ώρες λειτουργίας και μικρότερες απώλειες στις σωληνώσεις. Δεύτερον, η σταθερή θερμοκρασία χώρου, γιατί το σύστημα προλαμβάνει τη μεταβολή αντί να την ακολουθεί, αφού μετρά την εξωτερική θερμοκρασία, οπότε αποφεύγονται οι διακυμάνσεις των απλών συστημάτων που δουλεύουν με απλή έναρξη και διακοπή. Τρίτον, η χαμηλότερη καταπόνηση και άρα μικρότερη φθορά του συστήματος, αφού ο καυστήρας κάνει λιγότερες εκκινήσεις. Τέταρτον, η προστασία του λέβητα από διαβρώσεις, αφού διατηρείται σταθερά σε υψηλή θερμοκρασία και αποφεύγεται η συμπύκνωση των καυσαερίων. Πέμπτον, η λειτουργία χωρίς ανθρώπινη επέμβαση. Έκτον, η ευελιξία προγραμματισμού με χρονοδιακόπτη και επιλογέα θερμοκρασίας, ώστε η θερμοκρασία να μειώνεται αυτόματα τις ώρες που ο χώρος δεν χρησιμοποιείται. Έβδομον, η καλύτερη άνεση, αφού τα σώματα λειτουργούν περισσότερη ώρα με χαμηλότερη θερμοκρασία και η θερμότητα αποδίδεται ομοιόμορφα. Το τίμημα είναι το μεγαλύτερο κόστος εξοπλισμού και η πολυπλοκότερη εγκατάσταση και συντήρηση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ενημερωθείτε για το είδος, τις δυνατότητες και το κόστος των βανών ανάμειξης που υπάρχουν στο εμπόριο και παρουσιάστε συνοπτικά τα στοιχεία που βρήκατε.
Απάντηση:
Ερευνητική εργασία· δίνεται ενδεικτικό σχέδιο με τα κριτήρια που πρέπει να καλυφθούν.
Τα δύο βασικά είδη (σελ. 212): η βάνα ανάμειξης που είναι αυτόματη με σερβοκινητήρα και τρίοδη ή τετράοδη.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΙ ΣΗΜΕΙΩΝΟΥΜΕ
──────────────────────────────────────────────────────
Τύπος τρίοδη / τετράοδη
Διάμετρος σύνδεσης ½", ¾", 1", 1¼", …
Υλικό κορμού ορείχαλκος, χυτοσίδηρος
Παροχή (Kvs) m³/h για δεδομένη πτώση πίεσης
Πίεση λειτουργίας bar
Θερμοκρασία λειτουργίας °C (max)
Σερβοκινητήρας τάση, ισχύς, ροπή, χρόνος διαδρομής
Τρόπος ελέγχου 2 θέσεων, 3 σημείων, αναλογικός (0-10 V)
Χειροκίνητη λειτουργία μοχλός παράκαμψης σε βλάβη
Κόστος βάνα + σερβοκινητήρας + εγκατάσταση
Τα στοιχεία που δίνει ήδη το βιβλίο για ηλεκτροκίνητη βάνα (θέμα 20, σελ. 187-188): Τάση λειτουργίας 220V, 50Ηz· Απορροφουμένη ισχύς 3 Watt & 3,5 Watt· Στατική πίεση 20At. max· Διαφορική πίεση 5At.· Θερμοκρασία μέσου -25 έως 160° max· Χρόνος εντολής 75sec· Ροπή στρέψεως στον άξονα 60 kg cm· Χρόνος ανοίγματος / κλεισίματος της διόδου βάνας 90'' sec· Πίεση λειτουργίας 10 bar. Η κατασκευή (σελ. 187): αποτελείται από τον κορμό και τον μηχανισμό κινήσεως. Ο κορμός είναι κατασκευασμένος από ορείχαλκο, μέσα στον οποίον περιστρέφεται μια χρωμιομένη σφαίρα που εφάπτεται σε φλάντζες από τεφλόν. Έτσι εξασφαλίζονται η απόλυτη στεγανότητα και η απεριόριστη διάρκεια ζωής.
Τι πρέπει να συγκριθεί: Τρίοδη έναντι τετράοδης — η επόμενη ερώτηση του ίδιου μπλοκ (σελ. 217) ζητά ακριβώς αυτή τη διάκριση. Τρόπος ελέγχου — οι αναλογικές βάνες επιτρέπουν λεπτότερη ρύθμιση της σχέσης ανάμειξης από τις δύο θέσεων, οι οποίες είναι τελείως κλειστή - τελείως ανοικτή (σελ. 188). Χρόνος διαδρομής — πολύ γρήγορη βάνα δίνει ταλαντώσεις στη ρύθμιση, πολύ αργή καθυστερεί την απόκριση. Πηγές: τεχνικά φυλλάδια κατασκευαστών θερμικού εξοπλισμού, καταστήματα ειδών θέρμανσης, ιστοσελίδες, εξειδικευμένα περιοδικά του χώρου. Η μορφή της εργασίας: συγκριτικός πίνακας 3-4 μοντέλων με αιτιολογημένη πρόταση για την εγκατάσταση του σχεδίου έργου.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση ζητά ερευνητική εργασία· απαντάται ενδεικτικά με τα κριτήρια που πρέπει να καλυφθούν. Οι βάνες ανάμειξης διακρίνονται καταρχάς σε τρίοδες και τετράοδες, με σερβοκινητήρα. Η καταγραφή για κάθε μοντέλο πρέπει να περιλαμβάνει τον τύπο, τη διάμετρο σύνδεσης, το υλικό του κορμού, την παροχή, την πίεση και τη θερμοκρασία λειτουργίας, τα χαρακτηριστικά του σερβοκινητήρα, δηλαδή τάση, ισχύ, ροπή και χρόνο διαδρομής, τον τρόπο ελέγχου, δηλαδή δύο θέσεων, τριών σημείων ή αναλογικό, τη δυνατότητα χειροκίνητης παράκαμψης σε βλάβη και το κόστος βάνας, σερβοκινητήρα και εγκατάστασης. Το ίδιο το βιβλίο δίνει ήδη τυπικά μεγέθη ηλεκτροκίνητης βάνας: τάση διακοσίων είκοσι volt στα πενήντα hertz, απορροφούμενη ισχύ τριών έως τριάμισι watt, στατική πίεση έως είκοσι ατμόσφαιρες, διαφορική πίεση πέντε ατμοσφαιρών, θερμοκρασία μέσου από μείον είκοσι πέντε έως εκατόν εξήντα βαθμούς, χρόνο εντολής εβδομήντα πέντε δευτερολέπτων και ροπή στρέψεως εξήντα κιλά επί εκατοστό. Στη σύγκριση πρέπει να τονιστεί ότι οι αναλογικές βάνες επιτρέπουν λεπτότερη ρύθμιση της σχέσης ανάμειξης από τις βάνες δύο θέσεων, ενώ ο χρόνος διαδρομής πρέπει να είναι ισορροπημένος, γιατί πολύ γρήγορη βάνα δίνει ταλαντώσεις και πολύ αργή καθυστερεί την απόκριση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αισθητήρων (εσωτερικής και εξωτερικής θερμοκρασίας) που χρησιμοποιήσατε για την εκτέλεση των ασκήσεων; Σχολιάστε όλα τα μεγέθη που αναφέρονται στα τεχνικά εγχειρίδια που τους συνοδεύουν.
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση που απαιτεί μελέτη των εγχειριδίων του εργαστηρίου· δίνεται ενδεικτικός κατάλογος των μεγεθών.
| Μέγεθος | Τι σημαίνει και γιατί έχει σημασία |
|---|---|
| Τύπος αισθητηρίου | NTC (αντίσταση που μειώνεται με τη θερμοκρασία), PTC ή Pt100/Pt1000 (πλατίνας, γραμμικά και ακριβή) — καθορίζει τη συμβατότητα με τη συσκευή ρύθμισης |
| Ονομαστική αντίσταση | π.χ. 10 kΩ στους 25 °C — η καμπύλη αντίστασης-θερμοκρασίας πρέπει να ταιριάζει με αυτήν που περιμένει ο ρυθμιστής |
| Περιοχή μέτρησης | για το εξωτερικό: τυπικά −30 έως +50 °C· για το εσωτερικό: 0 έως +50 °C· για την προσαγωγή: 0 έως +120 °C |
| Ακρίβεια | ± μερικά δέκατα του βαθμού — σφάλμα 1 °C στο εξωτερικό αισθητήριο μεταφράζεται σε αισθητή απόκλιση της θερμοκρασίας προσαγωγής |
| Σταθερά χρόνου | πόσο γρήγορα ακολουθεί το αισθητήριο μια μεταβολή· το εξωτερικό επίτηδες έχει μεγάλη σταθερά, ώστε να μην αντιδρά σε στιγμιαία ριπή ανέμου |
| Βαθμός προστασίας IP | το εξωτερικό αισθητήριο απαιτεί στεγανό περίβλημα κατά DIN 40050 (θέμα 4, σελ. 34-35) |
| Τρόπος τοποθέτησης | επίτοιχο, εμβαπτιζόμενο σε θήκη (για την προσαγωγή), ή επιφανειακό με σφιγκτήρα στον σωλήνα |
| Μήκος και τύπος καλωδίου | η αντίσταση του καλωδίου προστίθεται στη μέτρηση — γι' αυτό συνιστάται θωρακισμένο καλώδιο και περιορισμένο μήκος |
Ο σχολιασμός που ζητείται: Πού τοποθετείται το εξωτερικό αισθητήριο: σε βόρειο τοίχο, μακριά από άμεση ηλιακή ακτινοβολία, εξόδους καυσαερίων, ανοίγματα και θερμές επιφάνειες — αλλιώς μετρά ψευδή θερμοκρασία και όλο το σύστημα ρυθμίζεται λάθος. Πού τοποθετείται το εσωτερικό: σε αντιπροσωπευτικό χώρο, στα 1,5 m περίπου, μακριά από θερμαντικά σώματα, ρεύματα και ηλιακό φως. Γιατί η ακρίβεια είναι κρίσιμη (σελ. 211): η ηλεκτρονική συσκευή ελέγχει, με κατάλληλες εντολές, τη λειτουργία του καυστήρα και τη θερμοκρασία του νερού προσαγωγής λαμβάνοντας υπόψη τις καιρικές συνθήκες — αν η μέτρηση είναι λάθος, η εντολή είναι λάθος. Η θωράκιση των γραμμών: τα αισθητήρια δίνουν σήματα ασθενών ρευμάτων και πρέπει να διαχωρίζονται από τις γραμμές ισχύος, όπως ορίζει το βιβλίο για τη δομημένη καλωδίωση (θέμα 43, σελ. 356).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση απαιτεί μελέτη των τεχνικών εγχειριδίων του εργαστηρίου· απαντάται ενδεικτικά με τον κατάλογο των μεγεθών. Καταγράφονται ο τύπος του αισθητηρίου, δηλαδή θερμίστορ αρνητικού ή θετικού συντελεστή ή αισθητήριο πλατίνας, η ονομαστική αντίσταση σε δεδομένη θερμοκρασία μαζί με την καμπύλη αντίστασης θερμοκρασίας, που πρέπει να ταιριάζει με αυτήν που περιμένει ο ρυθμιστής, η περιοχή μέτρησης, που για το εξωτερικό είναι τυπικά από μείον τριάντα έως συν πενήντα βαθμούς και για την προσαγωγή έως εκατόν είκοσι, η ακρίβεια, η σταθερά χρόνου, ο βαθμός προστασίας, ο τρόπος τοποθέτησης και το μήκος και ο τύπος του καλωδίου. Στον σχολιασμό πρέπει να επισημανθεί ότι το εξωτερικό αισθητήριο τοποθετείται σε βόρειο τοίχο, μακριά από άμεση ηλιακή ακτινοβολία, εξόδους καυσαερίων και θερμές επιφάνειες, γιατί αλλιώς μετρά ψευδή θερμοκρασία και όλο το σύστημα ρυθμίζεται λάθος· ότι έχει επίτηδες μεγάλη σταθερά χρόνου, ώστε να μην αντιδρά σε στιγμιαίες μεταβολές· ότι το εσωτερικό τοποθετείται σε αντιπροσωπευτικό χώρο, μακριά από θερμαντικά σώματα και ρεύματα αέρα· και ότι οι γραμμές των αισθητηρίων μεταφέρουν ασθενή ρεύματα και πρέπει να διαχωρίζονται από τις γραμμές ισχύος, ενώ η αντίσταση του καλωδίου προστίθεται στη μέτρηση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια η βασική χρησιμότητα των σερβοκινητήρων στις βάνες ανάμειξης; Από πού δέχονται εντολές οι σερβοκινητήρες;
Απάντηση:
Η βασική χρησιμότητα (σελ. 214): Ένα σερβοκινητήρα, που τοποθετείται στη βάνα ανάμειξης για να δίνει στο στρεφόμενο μέρος της τις εντολές ρύθμισης από την ηλεκτρονική συσκευή. Από πού δέχονται εντολές (σελ. 212): η βάνα είναι αυτόματη με σερβοκινητήρα και τρίοδη ή τετράοδη (δέχεται εντολές από την ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης) — δηλαδή από τον ηλεκτρονικό ρυθμιστή, ο οποίος με τη σειρά του βασίζεται στα τρία αισθητήρια (εξωτερικού, εσωτερικού χώρου και νερού προσαγωγής).
Η ΑΛΥΣΙΔΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
αισθητήριο ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ┐
αισθητήριο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ├──► ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΥΣΚΕΥΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
αισθητήριο ΠΡΟΣΑΓΩΓΗΣ ┘ │ ηλεκτρική εντολή
▼
ΣΕΡΒΟΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
│ μηχανική περιστροφή
▼
στρεφόμενο μέρος της ΒΑΝΑΣ
│
σχέση ΑΝΑΜΕΙΞΗΣ
Ο ρόλος του με μια πρόταση: ο σερβοκινητήρας είναι ο μετατροπέας της ηλεκτρικής εντολής σε μηχανική κίνηση — χωρίς αυτόν η ηλεκτρονική συσκευή θα «γνώριζε» τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν θα μπορούσε να το εκτελέσει. Γιατί «σερβο-»: γιατί δεν είναι απλός κινητήρας αλλά ελεγχόμενης θέσης — γυρίζει όσο και όπου του ζητηθεί και σταματά ακριβώς εκεί, διατηρώντας τη θέση ακόμη και χωρίς εντολή. Τα χαρακτηριστικά που δίνει το βιβλίο για τον μηχανισμό κίνησης (θέμα 20, σελ. 187): ο μηχανισμός κίνησης αποτελείται από έναν πολύ ισχυρό κινητήρα που είναι έτσι σχεδιασμένος, ώστε να δίνει ορισμένες εντολές ανάλογα με τη θέση της βάνας (ανοικτή ή κλειστή) — δηλαδή ο κινητήρας επιστρέφει και πληροφορία για τη θέση, μέσω μικροδιακόπτη (σελ. 188): Εντολή από τον μικροδιακόπτη του κινητήρα για τη λειτουργία του εξωτερικού αυτοματισμού όταν η βάνα είναι σε ανοικτή θέση. Τυπικά μεγέθη (σελ. 187-188): Τάση λειτουργίας 220V, 50Ηz· Απορροφουμένη ισχύς 3 Watt & 3,5 Watt· Χρόνος εντολής 75sec· Ισχύς του κινητήρα 4 Watt 220V/50Hz· Ροπή στρέψεως στον άξονα 60 kg cm· Ο κινητήρας έχει ενσωματωμένο ρελέ (RC)· Εξωτερική ασφάλεια 2Α προστασίας επαφών. Η προσοχή στη συνδεσμολογία (σελ. 188): οι κλέμες 2 & 3 του κινητήρα πρέπει να έχουν πάντοτε την ίδια φάση — αλλιώς προκύπτει βραχυκύκλωμα ή λανθασμένη λειτουργία. Γιατί ο χρόνος διαδρομής έχει σημασία: 75-90 δευτερόλεπτα για πλήρη διαδρομή σημαίνει ότι η βάνα κινείται αργά και σταθερά — έτσι η θερμοκρασία προσαγωγής μεταβάλλεται ομαλά και το σύστημα δεν ταλαντώνεται.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βασική χρησιμότητα του σερβοκινητήρα είναι ότι τοποθετείται στη βάνα ανάμειξης και δίνει στο στρεφόμενο μέρος της τις εντολές ρύθμισης, δηλαδή μετατρέπει την ηλεκτρική εντολή σε μηχανική κίνηση· χωρίς αυτόν η ηλεκτρονική συσκευή θα γνώριζε τι πρέπει να γίνει αλλά δεν θα μπορούσε να το εκτελέσει. Τις εντολές τις δέχεται από την ηλεκτρονική συσκευή ρύθμισης, η οποία με τη σειρά της στηρίζεται στα τρία αισθητήρια, δηλαδή του εξωτερικού χώρου, του εσωτερικού χώρου και του νερού προσαγωγής. Ονομάζεται σερβοκινητήρας, γιατί δεν είναι απλός κινητήρας αλλά ελεγχόμενης θέσης: γυρίζει όσο και όπου του ζητηθεί, σταματά ακριβώς εκεί και διατηρεί τη θέση του. Ο μηχανισμός κίνησης, σύμφωνα με το βιβλίο, αποτελείται από ισχυρό κινητήρα σχεδιασμένο ώστε να δίνει ορισμένες εντολές ανάλογα με τη θέση της βάνας, δηλαδή επιστρέφει και πληροφορία θέσης μέσω μικροδιακόπτη, ο οποίος μπορεί να ενεργοποιεί και εξωτερικό αυτοματισμό. Τυπικά χαρακτηριστικά είναι τάση διακοσίων είκοσι volt, απορροφούμενη ισχύς τριών έως τεσσάρων watt, χρόνος εντολής εβδομήντα πέντε δευτερολέπτων και ροπή εξήντα κιλά επί εκατοστό, ενώ στη συνδεσμολογία απαιτείται οι δύο συγκεκριμένες κλέμες του κινητήρα να έχουν πάντοτε την ίδια φάση. Ο αργός χρόνος διαδρομής είναι σκόπιμος, ώστε η θερμοκρασία προσαγωγής να μεταβάλλεται ομαλά και το σύστημα να μην ταλαντώνεται.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια η κύρια διαφορά στη λειτουργία που επιτελούν η τρίοδος και η τετράοδος βάνα ανάμειξης;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· απαντάται από τα σχήματα και το κείμενο του θέματος (σελ. 212-213), όπου παρατίθενται η πραγματική μορφή και το διάγραμμα λειτουργίας (α) τρίοδης και (β) τετράοδης βάνας ανάμειξης καθώς και οι συνδέσεις τους.
ΤΡΙΟΔΗ ΒΑΝΑ — τρία στόμια
από ΛΕΒΗΤΑ ──►┐
├──► προς ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ
επιστροφή από ──┘
τα ΣΩΜΑΤΑ
Αναμειγνύει ΔΥΟ ροές σε ΜΙΑ.
Ελέγχει ΜΟΝΟ τη θερμοκρασία ΠΡΟΣΑΓΩΓΗΣ.
ΤΕΤΡΑΟΔΗ ΒΑΝΑ — τέσσερα στόμια
από ΛΕΒΗΤΑ ──►┐ ┌──► προς ΘΕΡΜΑΝΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ
│ ΒΑΝΑ │
επιστροφή προς ◄┘ └◄── επιστροφή από τα ΣΩΜΑΤΑ
τον ΛΕΒΗΤΑ
Δύο ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΕΣ αναμείξεις.
Ελέγχει ΚΑΙ την προσαγωγή ΚΑΙ την επιστροφή προς τον λέβητα.
Η κύρια διαφορά: η τρίοδη ρυθμίζει μόνο τη θερμοκρασία του νερού που φεύγει προς τα σώματα· η τετράοδη ρυθμίζει ταυτόχρονα και τη θερμοκρασία του νερού που επιστρέφει στον λέβητα, αναμειγνύοντας μέρος του θερμού νερού με το κρύο νερό της επιστροφής.
Γιατί η διαφορά αυτή έχει σημασία: το βιβλίο δηλώνει ως πλεονεκτήματα των βανών (σελ. 214) Ρύθμιση της θερμοκρασίας του νερού που κυκλοφορεί στα θερμαντικά σώματα, Ρύθμιση της θερμοκρασίας του νερού στο λέβητα και Προστασία του λέβητα από διαβρώσεις. Η τετράοδη εξασφαλίζει και τα τρία πληρέστερα, γιατί ανεβάζει ενεργά τη θερμοκρασία της επιστροφής — και ακριβώς η ψυχρή επιστροφή είναι εκείνη που προκαλεί συμπύκνωση και διάβρωση στον λέβητα. Γιατί υπάρχει το ζήτημα: ο λέβητας πρέπει να διατηρεί μια υψηλή θερμοκρασία (75 - 85 °C) (σελ. 213). Αν το νερό επιστροφής είναι πολύ κρύο, ο λέβητας «βουτάει» θερμοκρασιακά σε κάθε κύκλο. Ποια επιλέγεται πού: Τρίοδη: απλούστερη και φθηνότερη, επαρκής σε μικρές εγκαταστάσεις και σε σύγχρονους λέβητες που ανέχονται χαμηλή επιστροφή. Τετράοδη: σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις και σε λέβητες ευαίσθητους στη συμπύκνωση — γι' αυτό και στο σχέδιο έργου της άσκησης (σελ. 215) χρησιμοποιείται Τετράοδος ηλεκτροβάνα και στα υλικά (σελ. 216) Τετράοδος ηλεκτροκίνητη βάνα ανάμειξης. Ο κοινός κανόνας σύνδεσης (σελ. 213): ο κυκλοφορητής τοποθετείται πάντοτε στην παροχή μετά τη βάνα ανάμειξης ή στην επιστροφή πριν από τη βάνα ανάμειξης και τη διακλάδωση, ο υδροστάτης του καυστήρα… πριν τη βάνα και ο υδροστάτης του κυκλοφορητή… μετά τη βάνα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η κύρια διαφορά είναι ότι η τρίοδη βάνα ρυθμίζει μόνο τη θερμοκρασία του νερού που φεύγει προς τα θερμαντικά σώματα, ενώ η τετράοδη ρυθμίζει ταυτόχρονα και τη θερμοκρασία του νερού που επιστρέφει στον λέβητα. Η τρίοδη έχει τρία στόμια και αναμειγνύει δύο ροές σε μία, δηλαδή το θερμό νερό του λέβητα με το νερό επιστροφής από τα σώματα. Η τετράοδη έχει τέσσερα στόμια και πραγματοποιεί δύο ταυτόχρονες αναμείξεις, οδηγώντας μέρος του θερμού νερού του λέβητα προς την επιστροφή, ώστε αυτή να μην είναι ψυχρή. Η διαφορά έχει σημασία, γιατί ο λέβητας πρέπει να διατηρείται σε υψηλή θερμοκρασία, της τάξης των εβδομήντα πέντε έως ογδόντα πέντε βαθμών· αν το νερό επιστροφής είναι πολύ κρύο, τα καυσαέρια συμπυκνώνονται στα τοιχώματα και προκαλούν διάβρωση. Έτσι η τετράοδη εξασφαλίζει πληρέστερα και τα τρία πλεονεκτήματα που αποδίδει το βιβλίο στις βάνες ανάμειξης, δηλαδή τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στα σώματα, τη ρύθμιση της θερμοκρασίας στον λέβητα και την προστασία του από διαβρώσεις. Η τρίοδη είναι απλούστερη και φθηνότερη και επαρκεί σε μικρές εγκαταστάσεις, ενώ η τετράοδη προτιμάται σε μεγαλύτερες και σε λέβητες ευαίσθητους στη συμπύκνωση· γι' αυτό και στο σχέδιο έργου της άσκησης χρησιμοποιείται τετράοδη ηλεκτροκίνητη βάνα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Τι είδους καλωδιώσεις χρησιμοποιούνται σε συνήθη κυκλώματα συστημάτων κεντρικής θέρμανσης με αντιστάθμιση θερμοκρασίας;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· τα στοιχεία προκύπτουν από τα σχέδια των θεμάτων 19-22.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΩΝ
① ΙΣΧΥΟΣ 230 V
τροφοδοσία πίνακα, καυστήρας, κυκλοφορητής, σερβοκινητήρας
ΝΥΜ 3x2,5 mm² (παροχή), ΝΥΜ 3x1,5 mm² (κυκλοφορητής),
ΝΥΜ 4x1,5 mm² (καυστήρας) — σελ. 183
② ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ 230 V
θερμοστάτες καυστήρα και κυκλοφορητή, θερμοστάτες χώρου,
ηλεκτροβάνες — πολυπολικά καλώδια ελέγχου
③ ΑΣΘΕΝΩΝ ΡΕΥΜΑΤΩΝ
αισθητήρια εξωτερικού, εσωτερικού και προσαγωγής
θωρακισμένα καλώδια μικρής διατομής
Τα καλώδια που αναγράφει το σχέδιο του θέματος 19 (σελ. 183): ΝΥΜ 3x2,5 για την παροχή 230V μέσω ασφαλειοδιακόπτη 16Α, ΝΥΜ 4x1,5 προς τον καυστήρα και ΝΥΜ 3x1,5 προς τον κυκλοφορητή. Τα καλώδια της βάνας (θέμα 20, σελ. 188): οι ακροδέκτες είναι Ουδέτερος, Φάση 220 V, Εντολή λειτουργίας του κινητήρα από τον θερμοστάτη χώρου ή από άλλο μηχανισμό (φάση), Εντολή από τον μικροδιακόπτη του κινητήρα και Γείωση — δηλαδή πενταπολική καλωδίωση. Ο χρωματικός κώδικας των θερμοστατών χώρου (σελ. 186): ΜΑΥΡΟ, ΚΑΦΕ, ΓΚΡΙ, ΚΟΚΚΙΝΟ, ΚΙΤΡΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ — κάθε αγωγός έχει συγκεκριμένο ρόλο και η τήρησή του είναι απαραίτητη.
Οι απαιτήσεις: Διαχωρισμός ασθενών και ισχυρών ρευμάτων: τα αισθητήρια δίνουν σήματα μV/mV ή μεταβολές αντίστασης· γειτνίαση με γραμμές 230 V εισάγει παράσιτα και αλλοιώνει τη μέτρηση. Ισχύει ο κανόνας του θέματος 43 (σελ. 356): τα δύο ρεύματα πρέπει να διαχωρίζονται είτε με διαχωριστικά μέσα στο ίδιο κανάλι, είτε με δύο διαφορετικά κανάλια. Θωράκιση των γραμμών αισθητηρίων, με τη θωράκιση γειωμένη σε ένα μόνο άκρο. Ανθεκτικότητα σε θερμοκρασία: οι γραμμές μέσα στο λεβητοστάσιο και κοντά στον λέβητα εκτίθενται σε υψηλή θερμοκρασία — απαιτείται κατάλληλη μόνωση. Μηχανική προστασία: σωλήνες ή κανάλια, με τους κανόνες του θέματος 2 (σελ. 18-19). Γείωση: όλα τα μεταλλικά μέρη — λέβητας, καυστήρας, κυκλοφορητής, πίνακας — γειώνονται, όπως επιβάλλει και το θέμα 15 για τη γείωση προστασίας (σελ. 145). Αρίθμηση ακροδεκτών (σελ. 183): το σχέδιο δείχνει ΑΚΡΟΔΕΚΤΕΣ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΠΙΝΑΚΑ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ αριθμημένους 1, 2, 3, 4, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 — η αντιστοίχιση με το σχέδιο είναι υποχρεωτική.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στα συστήματα κεντρικής θέρμανσης με αντιστάθμιση χρησιμοποιούνται τρεις κατηγορίες γραμμών. Πρώτον, γραμμές ισχύος διακοσίων τριάντα volt για την τροφοδοσία του πίνακα, τον καυστήρα, τον κυκλοφορητή και τον σερβοκινητήρα· τα σχέδια του βιβλίου αναγράφουν καλώδιο τριών επί δυόμισι τετραγωνικών χιλιοστών για την παροχή μέσω ασφαλειοδιακόπτη δεκαέξι αμπέρ, τεσσάρων επί ενάμισι προς τον καυστήρα και τριών επί ενάμισι προς τον κυκλοφορητή. Δεύτερον, γραμμές χειρισμού για τους θερμοστάτες καυστήρα, κυκλοφορητή και χώρου και για τις ηλεκτροβάνες, οι οποίες είναι πολυπολικές· η ηλεκτροβάνα απαιτεί ουδέτερο, φάση, εντολή λειτουργίας, εντολή από τον μικροδιακόπτη και γείωση, δηλαδή πενταπολική καλωδίωση με συγκεκριμένο χρωματικό κώδικα. Τρίτον, γραμμές ασθενών ρευμάτων για τα αισθητήρια εξωτερικού και εσωτερικού χώρου και προσαγωγής, οι οποίες πρέπει να είναι θωρακισμένες και μικρής διατομής. Οι βασικές απαιτήσεις είναι ο διαχωρισμός ασθενών και ισχυρών ρευμάτων, ώστε τα παράσιτα να μην αλλοιώνουν τις μετρήσεις, η θωράκιση των γραμμών των αισθητηρίων με γείωση σε ένα μόνο άκρο, η ανθεκτικότητα της μόνωσης στις υψηλές θερμοκρασίες του λεβητοστασίου, η μηχανική προστασία με σωλήνες ή κανάλια, η γείωση όλων των μεταλλικών μερών και η τήρηση της αρίθμησης των ακροδεκτών του πίνακα σύμφωνα με το σχέδιο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Αναζητήστε στη βιβλιογραφία ή σε άλλες πηγές (πχ. εξειδικευμένα περιοδικά του χώρου, Internet κ.α.) περιπτώσεις συστημάτων κεντρικής θέρμανσης με σύστημα αντιστάθμισης θερμοκρασίας και σχολιάστε τυχόν διαφοροποιήσεις τους σε σχέση με το αντίστοιχο που υλοποιήσατε στο εργαστήριο.
Απάντηση:
Ερευνητική εργασία· δίνεται ενδεικτικό πλαίσιο σύγκρισης και οι άξονες στους οποίους εμφανίζονται διαφοροποιήσεις.
Το σύστημα αναφοράς — αυτό του εργαστηρίου (σελ. 215-216): αισθητήριο εξωτερικού χώρου, αισθητήριο εσωτερικού χώρου, αισθητήριο προσαγωγής νερού, ηλεκτρονική συσκευή ελέγχου, τετράοδος ηλεκτροβάνα, λέβητας, καυστήρας, κυκλοφορητής, θερμοστάτες καυστήρα και κυκλοφορητή, θερμοστάτες χώρου, θερμιδομετρητές - ωρομετρητές, τάμπερ καπνοδόχου, ηλεκτρική βάνα πετρελαίου.
ΑΞΟΝΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗΣ
① ΚΑΥΣΙΜΟ πετρέλαιο / φυσικό αέριο / βιομάζα / αντλία θερμότητας
② ΤΥΠΟΣ ΛΕΒΗΤΑ συμβατικός / συμπύκνωσης
③ ΚΑΥΣΤΗΡΑΣ μονοβάθμιος / διβάθμιος / διαμορφούμενος (modulating)
④ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΗΣ σταθερών στροφών / inverter
⑤ ΒΑΝΑ τρίοδη / τετράοδη · 2 θέσεων / αναλογική
⑥ ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ αναλογικός / ψηφιακός με οθόνη / με δικτύωση
⑦ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ ένα / πολλαπλά με ανεξάρτητη καμπύλη αντιστάθμισης
⑧ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ καμία / τηλεχειρισμός / σύνδεση με BMS ή Internet
Οι κυριότερες διαφοροποιήσεις που θα βρεθούν: Λέβητες συμπύκνωσης: αντιστρέφουν την απαίτηση του βιβλίου — εκεί επιδιώκεται χαμηλή θερμοκρασία επιστροφής, ώστε να αξιοποιηθεί η λανθάνουσα θερμότητα των καυσαερίων. Άρα η τετράοδη βάνα, που ανεβάζει την επιστροφή, δεν ενδείκνυται εκεί. Διαμορφούμενοι καυστήρες: ρυθμίζουν συνεχώς την ισχύ της φλόγας αντί για on/off, οπότε ο ρόλος της βάνας μειώνεται. Πολλαπλά κυκλώματα: σε κτίρια με σώματα και ενδοδαπέδιο, κάθε κύκλωμα έχει δική του βάνα, δικό αισθητήριο προσαγωγής και δική καμπύλη αντιστάθμισης. Ψηφιακοί ρυθμιστές με οθόνη: εβδομαδιαίο πρόγραμμα, καμπύλες αντιστάθμισης, αυτοδιάγνωση, καταγραφή — έναντι του απλού χρονοδιακόπτη και επιλογέα θερμοκρασίας του βιβλίου (σελ. 214). Απομακρυσμένος έλεγχος: σύνδεση με δίκτυο ή εφαρμογή κινητού — δυνατότητα ανύπαρκτη στην εποχή συγγραφής.
Τι παραμένει ίδιο: η αρχή της αντιστάθμισης — η ηλεκτρονική αντιστάθμιση εξασφαλίζει, χωρίς ανθρώπινη επέμβαση, τη βέλτιστη λειτουργία των συστημάτων κεντρικής θέρμανσης (σελ. 211) — και οι κανόνες τοποθέτησης των οργάνων (σελ. 213). Η μορφή της εργασίας: παρουσίαση 2-3 πραγματικών συστημάτων με σχέδιο, κατάλογο υλικών και πίνακα διαφορών από το εργαστηριακό, με αναφορά των πηγών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση ζητά ερευνητική εργασία· απαντάται ενδεικτικά με το πλαίσιο σύγκρισης. Σύστημα αναφοράς είναι εκείνο του εργαστηρίου, με αισθητήρια εξωτερικού και εσωτερικού χώρου και προσαγωγής, ηλεκτρονική συσκευή ελέγχου, τετράοδη ηλεκτροβάνα, λέβητα, καυστήρα, κυκλοφορητή, θερμοστάτες, ωρομετρητές, τάμπερ καπνοδόχου και ηλεκτρική βάνα πετρελαίου. Οι άξονες σύγκρισης είναι το καύσιμο, ο τύπος του λέβητα, ο τύπος του καυστήρα, ο κυκλοφορητής, η βάνα, ο ρυθμιστής, ο αριθμός των κυκλωμάτων και οι δυνατότητες επικοινωνίας. Οι κυριότερες διαφοροποιήσεις που θα βρεθούν είναι οι εξής. Στους λέβητες συμπύκνωσης η απαίτηση αντιστρέφεται, αφού εκεί επιδιώκεται χαμηλή θερμοκρασία επιστροφής για να αξιοποιηθεί η λανθάνουσα θερμότητα των καυσαερίων, οπότε η τετράοδη βάνα δεν ενδείκνυται. Οι διαμορφούμενοι καυστήρες ρυθμίζουν συνεχώς την ισχύ της φλόγας αντί να λειτουργούν με απλή έναρξη και διακοπή, οπότε ο ρόλος της βάνας μειώνεται. Σε κτίρια με περισσότερα κυκλώματα, όπως σώματα και ενδοδαπέδιο, κάθε κύκλωμα έχει δική του βάνα και δική του καμπύλη αντιστάθμισης. Οι σύγχρονοι ψηφιακοί ρυθμιστές προσφέρουν εβδομαδιαίο πρόγραμμα, καμπύλες, αυτοδιάγνωση και καταγραφή, ενώ υπάρχει και δυνατότητα απομακρυσμένου ελέγχου. Αμετάβλητη παραμένει η αρχή της αντιστάθμισης και οι κανόνες τοποθέτησης των οργάνων.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: III. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (χωρίς απαντήσεις) ΕΡ. Ο πίνακας που διατίθεται στο εργαστηριό σας για την εκτέλεση της άσκησης πόσες ζώνες ελέγχου μπορεί να χειριστεί; Είναι επεκτάσιμος για μελλοντικές προσθήκες ζωνών ελέγχου;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση που απαιτεί παρατήρηση του εργαστηριακού εξοπλισμού· απαντάται με βάση τη θεωρία του θέματος.
Ο ορισμός της δυναμικότητας (σελ. 220): Υπάρχουν πολλοί τύποι κεντρικών μονάδων ελέγχου που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη δυναμικότητα και τις δυνατότητες που προσφέρουν. Όταν λέμε δυνατότητα, εννοούμε πόσες ζώνες (βρόγχους) δέχεται το κέντρο. Κάθε ζώνη μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων.
ΤΥΠΙΚΟΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΣΕ ΖΩΝΕΣ
ΖΩΝΗ 1 μαγνητικές επαφές πόρτας εισόδου (με καθυστέρηση)
ΖΩΝΗ 2 μαγνητικές επαφές παραθύρων
ΖΩΝΗ 3 ογκομετρικά καθιστικού
ΖΩΝΗ 4 ογκομετρικά υπνοδωματίων (24ωρη ή «περιμετρική»)
ΖΩΝΗ 5 μπουτόν πανικού (24ωρη, ΠΑΝΤΑ ενεργή)
ΖΩΝΗ 6 σαμποτάζ (tamper) (24ωρη)
Πώς απαντιέται πρακτικά: 1. Από την πινακίδα και το εγχειρίδιο του πίνακα — τυπικές δυναμικότητες 4, 6, 8, 16 ζώνες. 2. Μετρώντας τα ζεύγη ακροδεκτών ζωνών στην πλακέτα. 3. Ελέγχοντας αν υποστηρίζονται κάρτες επέκτασης, επεκτάσεις ζωνών ή ασύρματοι δέκτες. 4. Σημειώνοντας πόσα πληκτρολόγια δέχεται και πόσες εξόδους (σειρήνα, φλας, βοηθητικές).
Ειδικά χαρακτηριστικά ζωνών που πρέπει να καταγραφούν: Ζώνες με καθυστέρηση — για την είσοδο/έξοδο, ώστε να προλαβαίνει ο ένοικος να αφοπλίσει. Ζώνες 24ωρης λειτουργίας — πανικού και σαμποτάζ, ενεργές ακόμη και όταν το σύστημα είναι αφοπλισμένο. Δυνατότητα μερικής όπλισης — π.χ. μόνο περιμετρικά τη νύχτα, ενώ οι ένοικοι κινούνται μέσα στο σπίτι.
Γιατί έχει σημασία η επεκτασιμότητα: ένα σύστημα ασφαλείας μεγαλώνει μαζί με τις ανάγκες — προστίθενται παράθυρα, βοηθητικοί χώροι, κάμερες. Πίνακας χωρίς περιθώριο σημαίνει αντικατάσταση ολόκληρης της κεντρικής μονάδας. Η προϋπόθεση τροφοδοσίας (σελ. 220): κάθε επέκταση αυξάνει την κατανάλωση — πρέπει να ελεγχθεί ότι το τροφοδοτικό και η μπαταρία επαρκούν, ώστε να διατηρείται η αυτονομία ολίγων ωρών που απαιτεί το βιβλίο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση απαιτεί παρατήρηση του εργαστηριακού εξοπλισμού· απαντάται με βάση τη θεωρία. Δυναμικότητα της κεντρικής μονάδας ονομάζεται το πλήθος των ζωνών ή βρόχων που δέχεται, ενώ κάθε ζώνη μπορεί να επιτηρεί ένα σημείο ή μία ομάδα σημείων. Πρακτικά, ο αριθμός των ζωνών διαπιστώνεται από την πινακίδα και το εγχειρίδιο του πίνακα, με τυπικές τιμές τέσσερις, έξι, οκτώ ή δεκαέξι, και επιβεβαιώνεται μετρώντας τα ζεύγη ακροδεκτών στην πλακέτα· η επεκτασιμότητα ελέγχεται από την υποστήριξη καρτών επέκτασης, επεκτάσεων ζωνών ή ασύρματων δεκτών, ενώ σημειώνεται και πόσα πληκτρολόγια και πόσες εξόδους δέχεται. Πρέπει επίσης να καταγραφούν τα ειδικά χαρακτηριστικά των ζωνών: ζώνες με καθυστέρηση για την είσοδο και την έξοδο, ώστε να προλαβαίνει ο ένοικος να αφοπλίσει, ζώνες εικοσιτετράωρης λειτουργίας για τα μπουτόν πανικού και το σαμποτάζ, οι οποίες παραμένουν ενεργές ακόμη και με αφοπλισμένο σύστημα, και δυνατότητα μερικής όπλισης, ώστε τη νύχτα να είναι ενεργά μόνο τα περιμετρικά. Η επεκτασιμότητα έχει σημασία, γιατί ένα σύστημα ασφαλείας μεγαλώνει μαζί με τις ανάγκες, ενώ κάθε επέκταση αυξάνει την κατανάλωση και πρέπει να ελέγχεται ότι το τροφοδοτικό και η μπαταρία επαρκούν για τη διατήρηση της αυτονομίας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ενημερωθείτε για το είδος, τις δυνατότητες και το κόστος των πινάκων χειρισμού συστημάτων συναγερμού που υπάρχουν στο εμπόριο και παρουσιάστε συνοπτικά τα στοιχεία που βρήκατε.
Απάντηση:
Ερευνητική εργασία· δίνεται ενδεικτικό σχέδιο παρουσίασης.
Τι πρέπει να διαθέτει κάθε πίνακας (σελ. 219-220): να είναι η «καρδιά» του συστήματος και να δέχεται τα σήματα από τα αισθητήρια και αφού τα αναγνωρίσει να δίνει εντολή για τη γνωστοποίηση της παραβίασης του χώρου που ελέγχει.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΙ ΣΗΜΕΙΩΝΟΥΜΕ
────────────────────────────────────────────────────────
Τύπος ενσύρματος / ασύρματος / υβριδικός
Ζώνες βασικές + μέγιστες με επέκταση
Πληκτρολόγια πόσα υποστηρίζει
Τμήματα (partitions) δυνατότητα ανεξάρτητης όπλισης χώρων
Κώδικες χρηστών πλήθος και επίπεδα πρόσβασης
Μνήμη συμβάντων πόσα γεγονότα καταγράφει
Τηλεπικοινωνία τηλεφωνητής, GSM, IP, εφαρμογή κινητού
Τροφοδοσία τροφοδοτικό, χωρητικότητα μπαταρίας, αυτονομία
Έξοδοι σειρήνα, φλας, προγραμματιζόμενες
Προστασία σαμποτάζ tamper κουτιού και αισθητηρίων
Πιστοποίηση βαθμίδα ασφαλείας κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα
Κόστος πίνακας, αισθητήρια, σειρήνα, εγκατάσταση
Τα στοιχεία που επιβάλλει το βιβλίο και πρέπει να ελεγχθούν (σελ. 220): Θέση τοποθέτησης: η κεντρική μονάδα πρέπει να τοποθετείται σε ασφαλή θέση — δηλαδή όχι εκτεθειμένη, ώστε να μην καταστραφεί πριν προλάβει να δώσει συναγερμό. Τηλεφωνική γραμμή και παροχή: στη θέση αυτή ο ηλεκτρολόγος πρέπει να φέρει τηλεφωνική γραμμή και παροχή 220-230V AC, η οποία δεν πρέπει να διακόπτεται όταν κλείσει ο γενικός διακόπτης. Εφεδρική μπαταρία: μπαταρία που του προσφέρει αυτονομία ολίγων ωρών, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να ειδοποιεί για τη διακοπή της τροφοδοσίας του. Πληκτρολόγιο: πρέπει να τοποθετείται κοντά στην πόρτα εισόδου - εξόδου, σε ύψος που να είναι εύκολος ο χειρισμός και ο έλεγχος. Σειρά εργασιών: πρέπει να πραγματοποιούνται όλες οι συνδέσεις του κέντρου μεταξύ πληκτρολογίου, ανιχνευτών, επαφών, τηλεφωνικής γραμμής και σειρήνων και στη συνέχεια να τροφοδοτηθεί η μονάδα με 230V και μετά να συνδεθεί η μπαταρία.
Οι σημερινές διαφοροποιήσεις που θα εντοπιστούν: ασύρματα αισθητήρια, εφαρμογές κινητού, σύνδεση IP με κέντρο λήψης σημάτων, κάμερες με επαλήθευση συμβάντος, αυτοματισμοί σπιτιού. Η μορφή της εργασίας: συγκριτικός πίνακας 3-4 μοντέλων, αιτιολογημένη πρόταση για την προστασία του διαμερίσματος του σχεδίου έργου (σελ. 222) και αναφορά πηγών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση ζητά ερευνητική εργασία· απαντάται ενδεικτικά με τα κριτήρια καταγραφής. Για κάθε πίνακα σημειώνονται ο τύπος, δηλαδή ενσύρματος, ασύρματος ή υβριδικός, ο αριθμός των βασικών και των μέγιστων ζωνών με επέκταση, το πλήθος των πληκτρολογίων, η δυνατότητα ανεξάρτητης όπλισης τμημάτων, οι κωδικοί χρηστών και τα επίπεδα πρόσβασης, η μνήμη συμβάντων, οι δυνατότητες τηλεπικοινωνίας μέσω τηλεφωνητή, δικτύου κινητής ή διαδικτύου, η τροφοδοσία με τη χωρητικότητα της μπαταρίας και την αυτονομία, οι έξοδοι για σειρήνα, φλας και προγραμματιζόμενες λειτουργίες, η προστασία από σαμποτάζ, η πιστοποίηση και το συνολικό κόστος. Πρέπει επίσης να ελεγχθούν όσα επιβάλλει το βιβλίο: ότι η κεντρική μονάδα τοποθετείται σε ασφαλή θέση, ότι εκεί φέρονται τηλεφωνική γραμμή και παροχή που δεν διακόπτεται με τον γενικό διακόπτη ή, εναλλακτικά, ότι υπάρχει μπαταρία με αυτονομία ολίγων ωρών και ειδοποίηση για τη διακοπή, ότι το πληκτρολόγιο τοποθετείται κοντά στην πόρτα εισόδου σε εύχρηστο ύψος, και ότι τηρείται η σειρά εργασιών, δηλαδή πρώτα όλες οι συνδέσεις, έπειτα η τροφοδοσία και τελευταία η σύνδεση της μπαταρίας. Οι σημερινές διαφοροποιήσεις αφορούν κυρίως τα ασύρματα αισθητήρια, τις εφαρμογές κινητού, τη σύνδεση με κέντρο λήψης σημάτων και την επαλήθευση συμβάντος με κάμερες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια τα τεχνικά χαρακτηριστικά των αισθητήρων που χρησιμοποιήσατε για την εκτέλεση των ασκήσεων; Σχολιάστε όλα τα μεγέθη που αναφέρονται στα τεχνικά εγχειρίδια που τους συνοδεύουν;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· απαντάται με βάση τα αισθητήρια που περιγράφει το θέμα και τα εγχειρίδιά τους.
Τα αισθητήρια του θέματος (σελ. 219, 221-222): Αισθητήρια (κίνησης, ογκομετρικά, περιμετρικά κ.λπ.), μαγνητικές επαφές για πόρτες και παράθυρα, επαφές κραδασμών για τζάμια και επαφές δαπέδου.
| Αισθητήριο | Χαρακτηριστικά που καταγράφονται |
|---|---|
| Μαγνητική επαφή | απόσταση λειτουργίας (χιλιοστά ανάμεσα σε μαγνήτη και έλασμα), τύπος επαφής (κανονικά κλειστή), μέγιστο ρεύμα και τάση επαφής, επίτοιχη ή χωνευτή τοποθέτηση |
| Ογκομετρικό (υπερύθρων) | γωνία και εμβέλεια κάλυψης (π.χ. 90° / 12 m), ύψος τοποθέτησης, τάση και ρεύμα λειτουργίας, αντοχή σε κατοικίδια, ανοσία σε ρεύματα αέρα και θερμαντικά σώματα |
| Περιμετρικό (δέσμης) | εμβέλεια, αριθμός δεσμών, χρόνος διακοπής για συναγερμό, αντοχή σε ομίχλη και βροχή |
| Επαφή κραδασμών | ευαισθησία (ρυθμιζόμενη), επιφάνεια που καλύπτει |
Η αρχή λειτουργίας που δίνει το βιβλίο: Μαγνητικές επαφές (σελ. 221): κατασκευασμένες από δύο μαγνητικές πλάκες από τις οποίες η μία είναι ένας μαγνήτης και η άλλη περιλαμβάνει στο εσωτερικό της ένα έλασμα, που λειτουργεί σα διακόπτης: το έλασμα πλησιάζοντας το μαγνήτη κλείνει το κύκλωμα, απομακρυνόμενο από το μαγνήτη ανοίγει το κύκλωμα. Περιμετρικά (σελ. 222): το αόρατο φάσμα που εκπέμπεται γίνεται αισθητό από μία φωτοδίοδο. Όταν λοιπόν γίνει παραβίαση, υπάρχει ρελέ που θέτει σε λειτουργία το συναγερμό. Και οι υπόλοιπες μορφές (σελ. 221): επιπλέον υπάρχουν επαφές κραδασμών για τζάμια, ευαίσθητες στην παραβίαση των τζαμιών και επαφές δαπέδου που διεγείρουν το συναγερμό, όταν πατηθούν.
Ο σχολιασμός που ζητείται: Η κανονικά κλειστή επαφή είναι κανόνας ασφαλείας: αν το καλώδιο κοπεί, το κύκλωμα ανοίγει και ο πίνακας δίνει συναγερμό — δηλαδή η δολιοφθορά ανιχνεύεται. Η ευαισθησία είναι συμβιβασμός: πολύ υψηλή δίνει ψευδείς συναγερμούς (κατοικίδια, κουρτίνες, ρεύματα αέρα), πολύ χαμηλή αφήνει κενά κάλυψης. Η τοποθέτηση καθορίζει την απόδοση: το ογκομετρικό δεν στρέφεται προς παράθυρα, θερμαντικά σώματα ή κλιματιστικά. Το ρεύμα ηρεμίας καθορίζει πόσα αισθητήρια αντέχει το τροφοδοτικό και πόση αυτονομία θα δώσει η μπαταρία. Το tamper: κάθε σοβαρό αισθητήριο διαθέτει διακόπτη σαμποτάζ, που δίνει συναγερμό αν ανοιχθεί το κάλυμμά του.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση απαιτεί μελέτη των εγχειριδίων· απαντάται ενδεικτικά με τα αισθητήρια που περιγράφει το θέμα, δηλαδή τις μαγνητικές επαφές πόρτας και παραθύρων, τα ογκομετρικά, τα περιμετρικά, τις επαφές κραδασμών για τζάμια και τις επαφές δαπέδου. Για τις μαγνητικές επαφές καταγράφονται η απόσταση λειτουργίας ανάμεσα στον μαγνήτη και στο έλασμα, ο τύπος της επαφής, το μέγιστο ρεύμα και τάση και ο τρόπος τοποθέτησης· η αρχή λειτουργίας τους είναι ότι το έλασμα, πλησιάζοντας τον μαγνήτη, κλείνει το κύκλωμα και, απομακρυνόμενο, το ανοίγει. Για τα ογκομετρικά καταγράφονται η γωνία και η εμβέλεια κάλυψης, το ύψος τοποθέτησης, η τάση και το ρεύμα λειτουργίας, η αντοχή σε κατοικίδια και η ανοσία σε ρεύματα αέρα. Για τα περιμετρικά, τα οποία λειτουργούν με αόρατη δέσμη που γίνεται αισθητή από φωτοδίοδο, καταγράφονται η εμβέλεια, ο αριθμός δεσμών και ο χρόνος διακοπής για συναγερμό. Στον σχολιασμό πρέπει να τονιστεί ότι η κανονικά κλειστή επαφή αποτελεί κανόνα ασφαλείας, γιατί η κοπή του καλωδίου ανοίγει το κύκλωμα και δίνει συναγερμό, ότι η ευαισθησία είναι συμβιβασμός ανάμεσα στους ψευδείς συναγερμούς και στα κενά κάλυψης, ότι η θέση τοποθέτησης καθορίζει την απόδοση, ότι το ρεύμα ηρεμίας καθορίζει το πλήθος των αισθητηρίων και την αυτονομία της μπαταρίας, και ότι κάθε σοβαρό αισθητήριο διαθέτει διακόπτη σαμποτάζ.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Ποια η βασική χρησιμότητα των χειροκίνητων μπουτόν πανικού σε ένα σύστημα συναγερμού;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· απαντάται με βάση τη λειτουργία του συστήματος.
Η βασική χρησιμότητα: να μπορεί ο ένοικος να δώσει συναγερμό ο ίδιος, για απειλή που τα αισθητήρια δεν ανιχνεύουν ή τη στιγμή που το σύστημα είναι αφοπλισμένο.
ΤΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΜΠΟΥΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟΥ
ΣΥΣΤΗΜΑ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΦΟΠΛΙΣΜΕΝΟ
(κανείς μέσα) (οι ένοικοι είναι μέσα)
│ │
τα αισθητήρια τα αισθητήρια ΔΕΝ δίνουν
προστατεύουν συναγερμό — αλλιώς θα
│ χτυπούσαν συνεχώς
│ │
│ ΜΠΟΥΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟΥ ← η ΜΟΝΗ
│ │ δυνατότητα
▼ ▼
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ → ΣΕΙΡΗΝΑ / ΤΗΛΕΦΩΝΗΤΗΣ
Οι επιμέρους περιπτώσεις: 1. Ληστεία με το σύστημα αφοπλισμένο: ο διαρρήκτης μπαίνει ενώ οι ένοικοι είναι παρόντες — τα αισθητήρια είναι ανενεργά, το μπουτόν είναι η μόνη διέξοδος. 2. Εξαναγκασμός σε αφοπλισμό: αν ο ένοικος υποχρεωθεί να πληκτρολογήσει τον κωδικό, το μπουτόν (ή ο κωδικός πανικού) στέλνει σιωπηλό συναγερμό. 3. Ιατρικό περιστατικό: σε κατοικίες ηλικιωμένων το μπουτόν χρησιμεύει ως κλήση βοήθειας. 4. Απειλή που δεν αφορά διάρρηξη: φωτιά, διαρροή, εξωτερική επίθεση. 5. Εφεδρεία σε βλάβη: αν κάποιο αισθητήριο ή ζώνη έχει σφάλμα.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα: η ζώνη πανικού είναι 24ωρη — παραμένει ενεργή ανεξάρτητα από το αν το σύστημα είναι οπλισμένο ή αφοπλισμένο. Είναι το ίδιο σκεπτικό με τα μπουτόν πανικού της πυρανίχνευσης (θέμα 21, σελ. 210), τα οποία στο σχέδιο έργου (σελ. 200) καταλαμβάνουν δικές τους ζώνες. Πού τοποθετούνται: σε κρυφά αλλά προσιτά σημεία — δίπλα στο κρεβάτι, κάτω από το ταμείο ή τον πάγκο εξυπηρέτησης — ώστε να πατιούνται χωρίς να γίνει αντιληπτό. Το πλεονέκτημα του σιωπηλού συναγερμού: η σειρήνα δεν ηχεί, αλλά ο τηλεφωνητής ειδοποιεί το κέντρο λήψης σημάτων — έτσι ο δράστης δεν αντιλαμβάνεται ότι κλήθηκε βοήθεια και δεν αντιδρά βίαια. Η σύνδεση με τη λειτουργία του κέντρου (σελ. 219): το σύστημα διαθέτει Συσκευές σήμανσης συναγερμού (σειρήνες, φλας, κ.λπ.) και Συσκευές τηλεμετάδοσης του μηνύματος συναγερμού — το μπουτόν πανικού ενεργοποιεί και τα δύο ή επιλεκτικά μόνο την τηλεμετάδοση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βασική χρησιμότητα του μπουτόν πανικού είναι να μπορεί ο ένοικος να δώσει ο ίδιος συναγερμό, για απειλή που τα αισθητήρια δεν ανιχνεύουν ή τη στιγμή που το σύστημα είναι αφοπλισμένο. Πράγματι, όταν οι ένοικοι βρίσκονται μέσα στο σπίτι, τα αισθητήρια κίνησης είναι ανενεργά, αλλιώς θα χτυπούσαν συνεχώς· έτσι, σε περίπτωση ληστείας με παρόντες τους ενοίκους, το μπουτόν είναι η μόνη δυνατότητα σήμανσης. Καλύπτει επίσης την περίπτωση εξαναγκασμού σε αφοπλισμό, όπου το μπουτόν ή ο ειδικός κωδικός πανικού στέλνει σιωπηλό συναγερμό, το ιατρικό περιστατικό σε κατοικίες ηλικιωμένων, όπου λειτουργεί ως κλήση βοήθειας, απειλές που δεν αφορούν διάρρηξη, καθώς και την περίπτωση βλάβης κάποιου αισθητηρίου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζώνης πανικού είναι ότι λειτουργεί εικοσιτετράωρα, δηλαδή παραμένει ενεργή ανεξάρτητα από το αν το σύστημα είναι οπλισμένο ή αφοπλισμένο. Τα μπουτόν τοποθετούνται σε κρυφά αλλά προσιτά σημεία, όπως δίπλα στο κρεβάτι ή κάτω από τον πάγκο εξυπηρέτησης, ώστε να πατιούνται χωρίς να γίνουν αντιληπτά. Το πλεονέκτημα του σιωπηλού συναγερμού είναι ότι η σειρήνα δεν ηχεί αλλά ο τηλεφωνητής ειδοποιεί το κέντρο λήψης σημάτων, οπότε ο δράστης δεν αντιλαμβάνεται ότι κλήθηκε βοήθεια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: ΕΡ. Τι είδους καλωδιώσεις χρησιμοποιούνται σε συνήθη κυκλώματα πυρανιχνεύσεων;
Απάντηση:
Ερώτηση χωρίς απάντηση· επαναλαμβάνεται αυτούσια από το θέμα 21 (σελ. 210), αν και εδώ το πλαίσιο είναι το σύστημα συναγερμού — προφανής αβλεψία της σύνταξης, την οποία αντιμετωπίζουμε καλύπτοντας και τις δύο εγκαταστάσεις.
Τα καλώδια που αναγράφει το σχέδιο του συναγερμού (σελ. 222): 2x0.5 — δηλαδή διπολικό καλώδιο 0,5 mm² για τις μαγνητικές επαφές εισόδου και παραθύρων. Τα καλώδια της πυρανίχνευσης (σελ. 200): 230V - 2x1,5 mm² για την τροφοδοσία, Καλ. 2 x 1,5mm² για τις ζώνες, Καλώδιο 9/10 - 2 ζευγών προς την κεντρική μονάδα και Καλώδιο 2 x 1,5 mm², 230V για τα ηλεκτρομαγνητικά μπουτόν.
ΓΡΑΜΜΕΣ ΕΝΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
① ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑ 230 V ──── καλώδιο ισχύος 2 x 1,5 mm²
(ΔΕΝ διακόπτεται από τον γενικό διακόπτη)
② ΖΩΝΕΣ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ ─── 2 x 0,5 mm² ή πολύκλωνο ασθενών
με ΤΕΡΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
③ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ ─ 2 επιπλέον αγωγοί (+12 V, GND)
→ συνήθως ΤΕΤΡΑΠΟΛΙΚΟ καλώδιο συναγερμού
④ ΣΕΙΡΗΝΑ / ΦΛΑΣ ─────── μεγαλύτερη διατομή (ρεύμα σειρήνας)
+ αγωγοί TAMPER
⑤ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ──── ζεύγος τηλεφωνικού καλωδίου
⑥ ΓΕΙΩΣΗ ─────────────── ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ καλώδιο (σελ. 221)
Οι απαιτήσεις που επιβάλλει το βιβλίο: Χωριστές γειώσεις (σελ. 221): για καλύτερη προστασία χρησιμοποιήστε διαφορετικό καλώδιο για τη γείωση που υπάρχει στην είσοδο της τροφοδοσίας του πίνακα και διαφορετικό καλώδιο για τη γείωση που υπάρχει στην είσοδο της τηλεφωνικής γραμμής. Η αναγκαιότητα της γείωσης (σελ. 221): η σωστή γείωση προστατεύει σε μεγάλο βαθμό τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα της μονάδας από κεραυνούς, υπερτάσεις και ηλεκτροστατικές εκφορτίσεις γενικότερα. Η χρήση της γείωσης είναι υποχρεωτική και από τους κανονισμούς των Ε.Η.Ε. Η προειδοποίηση για τη γείωση σε σωλήνες (σελ. 221): πρέπει να αποφεύγεται η γείωση σε σωλήνες νερού γιατί τις περισσότερες φορές, οι σωλήνες αυτοί είναι από PVC και δεν προσφέρουν καμία προστασία. Ο διαχωρισμός ασθενών-ισχυρών (θέμα 43, σελ. 356): τα δύο ρεύματα πρέπει να διαχωρίζονται είτε με διαχωριστικά μέσα στο ίδιο κανάλι, είτε με δύο διαφορετικά κανάλια.
Οι ιδιαιτερότητες της καλωδίωσης ασφαλείας: Κρυφή όδευση: τα καλώδια πρέπει να είναι μη προσβάσιμα, ώστε ο δράστης να μην μπορεί να τα κόψει πριν από την είσοδο. Τερματική αντίσταση: κάθε ζώνη κλείνει σε αντίσταση τέλους γραμμής, ώστε ο πίνακας να αντιλαμβάνεται κοπή ή βραχυκύκλωση του καλωδίου ως σφάλμα ή σαμποτάζ. Πυραντοχή στην πυρανίχνευση: οι γραμμές των σειρήνων πρέπει να λειτουργούν κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς. Σειρά εργασιών (σελ. 221): πρέπει να πραγματοποιούνται όλες οι συνδέσεις του κέντρου μεταξύ πληκτρολογίου, ανιχνευτών, επαφών, τηλεφωνικής γραμμής και σειρήνων και στη συνέχεια να τροφοδοτηθεί η μονάδα με 230V και μετά να συνδεθεί η μπαταρία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ερώτηση επαναλαμβάνεται αυτούσια από το θέμα της πυρανίχνευσης, αν και εδώ το πλαίσιο είναι το σύστημα συναγερμού, προφανής αβλεψία της σύνταξης· απαντούμε καλύπτοντας και τις δύο εγκαταστάσεις. Οι γραμμές είναι έξι ειδών. Πρώτον, η τροφοδοσία των διακοσίων τριάντα volt με καλώδιο ισχύος δύο επί ενάμισι τετραγωνικών χιλιοστών, η οποία δεν πρέπει να διακόπτεται από τον γενικό διακόπτη. Δεύτερον, οι γραμμές των ζωνών προς τα αισθητήρια, με λεπτό καλώδιο ασθενών ρευμάτων, όπως το δύο επί μισό τετραγωνικού χιλιοστού του σχεδίου, με τερματική αντίσταση. Τρίτον, η τροφοδοσία των ενεργών αισθητηρίων, που απαιτεί δύο επιπλέον αγωγούς, οπότε συνήθως χρησιμοποιείται τετραπολικό καλώδιο συναγερμού. Τέταρτον, οι γραμμές σειρήνας και φλας, με μεγαλύτερη διατομή και με αγωγούς σαμποτάζ. Πέμπτον, η τηλεφωνική γραμμή. Έκτον, η γείωση, με ξεχωριστό καλώδιο για την τροφοδοσία και ξεχωριστό για την τηλεφωνική γραμμή, όπως ρητά απαιτεί το βιβλίο, ενώ πρέπει να αποφεύγεται η γείωση σε σωλήνες νερού, γιατί συνήθως είναι από πλαστικό. Ιδιαίτερες απαιτήσεις είναι η κρυφή όδευση των καλωδίων, ώστε να μην μπορούν να κοπούν, η τερματική αντίσταση σε κάθε ζώνη ώστε να ανιχνεύεται κοπή ή βραχυκύκλωση, η πυραντοχή των γραμμών των σειρήνων στην πυρανίχνευση και η τήρηση της σειράς εργασιών, δηλαδή πρώτα όλες οι συνδέσεις, έπειτα η τροφοδοσία και τελευταία η μπαταρία.
Κριτήρια αξιολόγησης: