Λύσεις στις 42 ερωτήσεις του κεφαλαίου: συμβατικό επαγωγικό σύστημα ανάφλεξης, πολλαπλασιαστής, διανομέας, σπινθηριστές, προπορεία ανάφλεξης (dwell, αβάνς), ηλεκτρονικά συστήματα ανάφλεξης (TCI, Hall, CDI, προγραμματισμένη ανάφλεξη), προανάφλεξη/αυτανάφλεξη/πειράκια, έλεγχοι του συστήματος ανάφλεξης και του παλμογράφου, προθέρμανση πετρελαιοκινητήρων.
Ερώτηση: Ποιο σκοπό εξυπηρετεί το σύστημα ανάφλεξης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύστημα ανάφλεξης εξασφαλίζει τον «σωστό» σπινθήρα που χρειάζεται ο βενζινοκινητήρας για να λειτουργήσει σωστά — έναν σπινθήρα δοσμένο στο σωστό χρόνο, σε σχέση με τη θέση του εμβόλου, με την αναγκαία υψηλή τάση (σε KV) και τη σωστή χρονική διάρκεια. Ο σπινθήρας αυτός εμφανίζεται στις ακίδες των σπινθηριστών (μπουζί) και προκαλεί την ανάφλεξη του συμπιεσμένου μείγματος αέρα-καυσίμου στον κάθε κύλινδρο, την κατάλληλη στιγμή, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες λειτουργίας του κινητήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε πρέπει να εμφανίζεται ο σπινθήρας στο χώρο καύσης, ώστε να έχουμε σωστή ανάφλεξη του μείγματος καυσίμου;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο σπινθήρας πρέπει να εμφανίζεται σε κάθε κύλινδρο, όταν το έμβολο βρίσκεται σε ορισμένη απόσταση πριν από το Άνω Νεκρό Σημείο (Α.Ν.Σ.), κατά τη φάση της συμπίεσης — απόσταση που εκφράζεται ως γωνία προπορείας (αβάνς) του στροφαλοφόρου άξονα. Στο ρελαντί, η ανάφλεξη γίνεται μόλις πριν το έμβολο φτάσει στο Α.Ν.Σ., ώστε να υπάρχει χρόνος για την εκτόνωση του μείγματος και την ώθηση του εμβόλου προς τα κάτω. Όσο αυξάνονται οι στροφές, τόσο νωρίτερα (μεγαλύτερη προπορεία) πρέπει να γίνεται η ανάφλεξη, ώστε να προλαβαίνει η καύση να ολοκληρωθεί. Αν ο σπινθήρας εμφανιστεί πολύ νωρίς, το ανερχόμενο έμβολο δέχεται ισχυρό χτύπημα· αν πολύ αργά, η ανάφλεξη ξεκινά ενώ το έμβολο κατεβαίνει ήδη — και στις δύο περιπτώσεις η ισχύς είναι μικρή και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής του κινητήρα από υπερθέρμανση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η συγκρότηση (κύρια μέρη) ενός συμβατικού συστήματος ανάφλεξης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο βασικός σχεδιασμός ενός συμβατικού συστήματος ανάφλεξης περιλαμβάνει: το συσσωρευτή (μπαταρία), του οποίου ο ένας πόλος (συνήθως ο αρνητικός) συνδέεται στο σασί του αυτοκινήτου· το διακόπτη ανάφλεξης, που συνδέει ή αποσυνδέει τον πολλαπλασιαστή με το συσσωρευτή και λειτουργεί με το κλειδί του κινητήρα· τον πολλαπλασιαστή, τη διάταξη αποθήκευσης της ενέργειας ανάφλεξης, ο οποίος μετατρέπει το ρεύμα χαμηλής τάσης σε ρεύμα υψηλής τάσης (έως 30.000V)· τις πλατίνες, τις ηλεκτρικές επαφές που ελέγχουν το χρονισμό της ανάφλεξης, ανοιγοκλείνοντας το πρωτεύον κύκλωμα· τον πυκνωτή του διανομέα, που αποσβαίνει το τόξο στις πλατίνες· το διανομέα (ντιστριμπιτέρ), που διανέμει στους σπινθηριστές την υψηλή τάση, την κατάλληλη στιγμή, με προκαθορισμένη σειρά (συναντιέται μόνο στους πολυκύλινδρους κινητήρες) και περιλαμβάνει το φυγοκεντρικό ρυθμιστή και το ρυθμιστή κενού· και τους σπινθηριστές (μπουζί), στα ηλεκτρόδια των οποίων δημιουργείται ο σπινθήρας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ορίζουμε ως γωνία επαφής (dwell);
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Γωνία επαφής ή γωνία (ντουέλ) dwell ονομάζεται η γωνία που διαγράφει ο κονδυλοφόρος (άξονας του διανομέα), από τη στιγμή που οι πλατίνες κλείνουν -λόγω της πίεσης του ελατηρίου τους- μέχρι τη στιγμή που ανοίγουν ξανά. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των κυλίνδρων του κινητήρα, τόσο η γωνία επαφής πρέπει να μικραίνει, γιατί πρέπει να γίνονται περισσότερα ανοιγοκλεισίματα σε κάθε περιστροφή του κονδυλοφόρου άξονα — ενδεικτικά, είναι περίπου 50° στους 4κύλινδρους, 38° στους 6κύλινδρους και 33° στους 8κύλινδρους κινητήρες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι εξυπηρετεί η αυτόματη ρύθμιση της προπορείας;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αυτόματη ρύθμιση της προπορείας εξυπηρετεί την ανάγκη η ανάφλεξη του μείγματος να γίνεται πάντα την κατάλληλη χρονική στιγμή, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες λειτουργίας του κινητήρα, ώστε να επιτυγχάνεται καλή καύση, οικονομία βενζίνης και να αποδίδεται η μέγιστη ωφέλιμη ισχύς, χωρίς κρουστική καύση ή υπερθέρμανση. Επειδή η προπορεία δεν πρέπει να έχει σταθερή τιμή αλλά να μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις στροφές και το φορτίο του κινητήρα, χρησιμοποιείται ένας αυτόματος μηχανισμός εγκατεστημένος στο διανομέα, που αποτελείται από το φυγοκεντρικό ρυθμιστή (ρυθμίζει την προπορεία σύμφωνα με τις στροφές) και το ρυθμιστή κενού ή υποπίεσης (ρυθμίζει την προπορεία σύμφωνα με το φορτίο).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιο σκοπό εξυπηρετεί ο διανομέας Υ.Τ. και ποιες μονάδες περιλαμβάνει;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο διανομέας (ντιστριμπιτέρ) εξυπηρετεί τρεις βασικούς σκοπούς: ανοίγει και κλείνει το πρωτεύον κύκλωμα του πολλαπλασιαστή, διανέμει το ρεύμα υψηλής τάσης του πολλαπλασιαστή στους σπινθηριστές με προκαθορισμένη σειρά διαδοχής, και ρυθμίζει την προπορεία ανάφλεξης, σύμφωνα με τις στροφές (μέσω του φυγοκεντρικού ρυθμιστή) και το φορτίο (μέσω του ρυθμιστή κενού) του κινητήρα. Τα κύρια μέρη του διανομέα είναι: ο άξονας (κονδυλοφόρος), το καπάκι (από βακελίτη, με υποδοχή για το κεντρικό καλώδιο Υ.Τ. και τρύπες εξαερισμού), το ράουλο (διανέμει την υψηλή τάση στους περιφερειακούς ακροδέκτες), ο κορμός (μεταλλικός κύλινδρος-βάση) που περιλαμβάνει το μηχανισμό του διακόπτη σφύρας (πλατίνες), το φυγοκεντρικό ρυθμιστή προπορείας και το ρυθμιστή κενού.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι εννοούμε με τον όρο "προπορεία ανάφλεξης";
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Προπορεία ανάφλεξης ή απλώς προπορεία (αβάνς) ονομάζεται η απόσταση του εμβόλου από το Άνω Νεκρό Σημείο (Α.Ν.Σ.), μετρούμενη σε γωνία περιστροφής (φ) του στροφαλοφόρου άξονα, κατά τη φάση της συμπίεσης, κατά την οποία πρέπει να δοθεί ο σπινθήρας ανάφλεξης. Η γωνία αυτή είναι σταθερή στις στροφές του ρελαντί, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την ταχύτητα και το φορτίο του κινητήρα, κυμαινόμενη γενικά από 10° έως 50° πριν από το Α.Ν.Σ.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ένα συμβατικό σύστημα ανάφλεξης, ποια μεγέθη επηρεάζουν τη γωνία προπορείας και μέσω ποιων διατάξεων επιτυγχάνεται αυτό;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα δύο βασικά μεγέθη που επηρεάζουν τη γωνία προπορείας είναι οι στροφές και το φορτίο του κινητήρα (ρόλο παίζουν επίσης η κατασκευή του κινητήρα, το χρησιμοποιούμενο καύσιμο, ο σχεδιασμός και το μέγεθος του θαλάμου καύσης και η σύνθεση του μείγματος). Η ρύθμιση σε σχέση με τις στροφές επιτυγχάνεται μέσω του φυγοκεντρικού ρυθμιστή, ο οποίος αποτελείται από δύο αντίβαρα που, καθώς αυξάνονται οι στροφές, απομακρύνονται λόγω της φυγόκεντρης δύναμης και μετακινούν το έκκεντρο, ώστε οι πλατίνες να ανοίγουν νωρίτερα, αυξάνοντας την προπορεία. Η ρύθμιση σε σχέση με το φορτίο επιτυγχάνεται μέσω του ρυθμιστή κενού (υποπίεσης), ο οποίος λειτουργεί με τη μερική υποπίεση της πολλαπλής εισαγωγής (μέγιστη όταν η πεταλούδα είναι μισάνοικτη)· η υποπίεση επιδρά σε ένα διάφραγμα, που μετακινεί μέσω βραχίονα την πλατινοφόρο πλάκα αντίθετα προς τη φορά περιστροφής του κονδυλοφόρου άξονα. Όταν αυξηθεί το φορτίο, η προπορεία μέσω του ρυθμιστή κενού ελαττώνεται.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ως προς ποια στοιχεία διαφοροποιούνται μεταξύ τους οι σπινθηριστές;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι σπινθηριστές διαφοροποιούνται κυρίως ως προς τη θερμική τους κλίμακα (θερμοί, ψυχροί ή ενδιάμεσοι, ανάλογα με το μήκος της πορσελάνης εκτεθειμένης στο χώρο καύσης -όσο μεγαλύτερο το μήκος, τόσο θερμότερος ο σπινθηριστής), το μήκος και τη διάμετρο του σπειρώματός τους (μακρύ ή κοντό σπείρωμα, ανάλογα με το πάχος της κυλινδροκεφαλής), το σχήμα και τη διαμόρφωση της έδρασής τους στην κυλινδροκεφαλή (επίπεδη έδραση με δακτυλίδι ή κωνική έδραση χωρίς δακτυλίδι), το υλικό του ζεύγους των ακροδεκτών/ηλεκτροδίων τους, και τον τρόπο συναρμογής τους. Η κωδική κατάταξη δίπλα στο όνομα του κατασκευαστή περιλαμβάνει όλα αυτά τα στοιχεία, γι' αυτό δεν είναι δυνατόν ένας και μόνο τύπος σπινθηριστή να λειτουργεί ικανοποιητικά σε όλους τους κινητήρες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποια συμπεράσματα καταλήγετε, βλέποντας ότι ένας σπινθηριστής είναι λαδωμένος;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αν βγάζοντας ένα σπινθηριστή τον δούμε «λαδωμένο», δηλαδή μαύρο και υγρό από λάδι (και όχι από βενζίνη), αυτό σημαίνει ότι ο κινητήρας «ρετάρει» και δεν επιταχύνει κανονικά. Το πιθανότερο είναι ο κινητήρας να έχει φθαρμένα ή σπασμένα ελατήρια εμβόλου ή φθορά στους οδηγούς των βαλβίδων, με αποτέλεσμα λάδι από το στροφαλοθάλαμο να περνά στο θάλαμο καύσης και να λερώνει το κεντρικό/πλευρικό ηλεκτρόδιο του σπινθηριστή, εμποδίζοντας τη σωστή δημιουργία σπινθήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε έχουμε προανάφλεξη και πότε αυτανάφλεξη σε ένα βενζινοκινητήρα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Έχουμε προανάφλεξη όταν, κατά τη λειτουργία του κινητήρα, αποθέσεις-κατάλοιπα καύσης που μαζεύονται στο θάλαμο καύσης και στους σπινθηριστές υπερθερμαίνονται και αναφλέγουν το μείγμα πολύ γρήγορα, πριν ακόμα εκδηλωθεί ο ηλεκτρικός σπινθήρας στα μπουζί — προκαλεί ένα κτύπημα με μεταλλικό ήχο και μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα έμβολα (το 90% οφείλεται σε ελαττωματικούς ή ακατάλληλους σπινθηριστές). Έχουμε αυτανάφλεξη όταν ο κινητήρας εξακολουθεί να λειτουργεί, παρ' όλο που ο διακόπτης ανάφλεξης βρίσκεται στη θέση OFF (ο κινητήρας «παίρνει ανάποδες στροφές») — κάθε μείγμα βενζίνης έχει ένα όριο αντοχής σε πίεση και θερμοκρασία πέρα από το οποίο εκρήγνυται χωρίς τη βοήθεια σπινθήρα, όριο που επηρεάζεται από τον αριθμό οκτανίων του καυσίμου· αίτια είναι η σκληρή οδήγηση και το καύσιμο χαμηλού αριθμού οκτανίων. Η αυτανάφλεξη διαφέρει από την προανάφλεξη στο ότι δεν παρουσιάζει συμπτώματα όσο λειτουργεί κανονικά ο κινητήρας — το πρόβλημα εμφανίζεται μόνο μετά το κλείσιμο του διακόπτη ανάφλεξης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Από τι προκαλείται η κρουστική καύση (πειράκια);
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα «πειράκια» ή κρουστική καύση προκαλούνται όταν, κατά την κανονική εκκίνηση της καύσης από το σπινθήρα του σπινθηριστή, δημιουργείται ένα κρουστικό κύμα που σπρώχνει και συμπιέζει, όλο και σε μικρότερο χώρο, το άκαυστο μείγμα καυσίμου — η μικρή αυτή ποσότητα άκαυστου μείγματος μπορεί να ξεπεράσει το όριο αντοχής του και, αντί να αναφλεγεί κανονικά, να εκραγεί ξαφνικά, δημιουργώντας τον χαρακτηριστικό διαπεραστικό θόρυβο. Οι κύριες αιτίες που επηρεάζουν αυτή την τάση για έκρηξη είναι: ο αριθμός οκτανίων του καυσίμου, ο βαθμός συμπίεσης του κινητήρα, ο χρόνος ανάφλεξης, οι στροφές του κινητήρα και η σχεδίαση του χώρου καύσης. Το φαινόμενο εμφανίζεται συνήθως όταν ανεβαίνουμε ανηφόρα χρησιμοποιώντας μεγάλες σχέσεις μετάδοσης (π.χ. 3η ή 4η ταχύτητα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα των ηλεκτρονικών αναφλέξεων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα κυριότερα πλεονεκτήματα των ηλεκτρονικών αναφλέξεων είναι: εργάζονται χωρίς αδράνεια και με αξιοπιστία για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να χρειάζονται συντήρηση για 50.000-60.000 χλμ, και παρατείνουν τη ζωή των σπινθηριστών κατά 50%· κάνουν πιο ακριβή τον έλεγχο της ανάφλεξης μέσω ψηφιακής επεξεργασίας σημάτων, γεγονός που καθιστά ανεκτό ένα πιο φτωχό μείγμα βενζίνης-αέρα με αποτέλεσμα οικονομία καυσίμου· δίνουν εύκολα ξεκινήματα τα κρύα πρωινά· λαμβάνουν υπόψη περισσότερες παραμέτρους για το σωστότερο χρονισμό σε όλες τις συνθήκες λειτουργίας· και διατηρούν σταθερή την τάση δευτερεύοντος σε όλες τις συνθήκες. Το κυριότερο μειονέκτημά τους είναι ότι δεν μπορούν να εργαστούν σε υψηλές θερμοκρασίες — πρέπει να εγκαθίστανται σε θέσεις καλά αεριζόμενες και μακριά από πηγές θερμότητας, όπως προς την πλευρά της πολλαπλής εξόδου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι βασικές κατηγορίες ηλεκτρονικών αναφλέξεων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κυριότεροι τύποι ηλεκτρονικών αναφλέξεων είναι τρεις: (α) με τρανζίστορ και πολλαπλασιαστή ελεγχόμενο με επαφές (πλατίνες) — σύστημα TCI, όπου το τρανζίστορ αναλαμβάνει τη διακοπή του ισχυρού ρεύματος του πρωτεύοντος, ενώ οι πλατίνες διαρρέονται μόνο από ασθενές ρεύμα ελέγχου και αποκτούν έτσι πολλαπλάσια διάρκεια ζωής· (β) με τρανζίστορ και πολλαπλασιαστή ελεγχόμενο χωρίς επαφές, όπου τη θέση των πλατινών παίρνει ένα σύστημα σκανδαλισμού (γεννήτρια παλμών επαγωγικού τύπου, διακόπτης φαινομένου Hall ή επαγωγικός αισθητήρας κοντά στο σφόνδυλο)· και (γ) με κεντρική μονάδα ελέγχου (προγραμματισμένη ανάφλεξη), όπου η προπορεία επιλέγεται από τη μνήμη της μονάδας με βάση τις στροφές και το φορτίο, και η οποία μπορεί να λειτουργεί και χωρίς διανομέα. Το βιβλίο περιγράφει επίσης τη χωρητική ηλεκτρονική ανάφλεξη CDI, όπου η ενέργεια ανάφλεξης αποθηκεύεται στο ηλεκτρικό πεδίο ενός πυκνωτή αντί στο μαγνητικό πεδίο ενός πηνίου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι εξυπηρετεί το σύστημα σκανδαλισμού σε μια ηλεκτρονική ανάφλεξη; Να αναφέρετε γνωστές διατάξεις, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ο σκανδαλισμός.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύστημα σκανδαλισμού σε μια ηλεκτρονική ανάφλεξη χωρίς επαφές αντικαθιστά το ρόλο των πλατινών: παράγει το σήμα που καθορίζει την ακριβή χρονική στιγμή (θέση των κυλίνδρων) στην οποία πρέπει να ανοίξει ή να κλείσει το πρωτεύον κύκλωμα του πολλαπλασιαστή μέσω του τρανζίστορ, ώστε να παραχθεί η υψηλή τάση την κατάλληλη στιγμή. Ανάλογα με την κατασκευή και την αρχή λειτουργίας τους, οι διατάξεις σκανδαλισμού μπορεί να είναι: μία γεννήτρια παλμών επαγωγικού ή μαγνητικού τύπου (αποτελείται από αισθητήριο τύλιγμα, μόνιμο μαγνήτη και περιστρεφόμενο τροχό σκανδαλισμού, που παράγει παλμό τάσης κάθε φορά που περνά ένα δόντι μπροστά από το πηνίο)· ένας διακόπτης φαινομένου Hall (παλμογεννήτρια Hall), ο οποίος στηρίζεται σε ένα ημιαγώγιμο πλακίδιο που παράγει τάση ανάλογα με την παρουσία μαγνητικού πεδίου, δίνοντας σήμα ψηφιακού τύπου ανεξάρτητο της ταχύτητας περιστροφής· ή ένας επαγωγικός αισθητήρας εγκατεστημένος κοντά στο σφόνδυλο, με οδοντωτή στεφάνη στροφαλοφόρου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια πλεονεκτήματα παρουσιάζει η προγραμματιζόμενη ανάφλεξη;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η προγραμματιζόμενη ανάφλεξη λαμβάνει υπόψη περισσότερες παραμέτρους (στροφές, φορτίο, θερμοκρασία κινητήρα και αέρα εισαγωγής, κατανάλωση καυσίμου, συνθήκες οδήγησης, τάση συσσωρευτή κ.ά.) για τον καλύτερο δυνατό χρονισμό του κινητήρα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες λειτουργίας, αντικαθιστώντας τις λιγότερο αξιόπιστες μηχανικές διατάξεις (φυγοκεντρικό ρυθμιστή, ρυθμιστή κενού). Η επεξεργασία των στοιχείων γίνεται ψηφιακά, με υψηλή ακρίβεια — γεγονός που σημαίνει καλύτερη λειτουργία του κινητήρα και μεγάλη αξιοπιστία, με αποτέλεσμα να έχει επικρατήσει στα σύγχρονα αυτοκίνητα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι οι "τρισδιάστατοι χάρτες" ή τα "πεδία ανάφλεξης";
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι «τρισδιάστατοι χάρτες» ή «πεδία ανάφλεξης» είναι η απεικόνιση, σε μορφή τρισδιάστατου διαγράμματος, όλων των τριάδων στοιχείων στροφές-φορτίο-αβάνς που έχουν προσδιοριστεί εργαστηριακά ως οι βέλτιστες τιμές προπορείας για κάθε συνδυασμό στροφών και φορτίου του κινητήρα, ώστε αυτός να αποδίδει περισσότερο, με μεγαλύτερη οικονομία και λιγότερους ρύπους. Το σύνολο της επιφάνειας ενός τέτοιου χάρτη μπορεί να περιέχει από 1.000 έως 4.000 ξεχωριστά σημεία ανάφλεξης, αποθηκευμένα στη μνήμη της ηλεκτρονικής μονάδας ανάφλεξης. Ο μικροϋπολογιστής μπορεί να υπολογίζει, μέχρι και 16.000 φορές το λεπτό, το κατάλληλο σημείο ανάφλεξης και τη γωνία dwell, ώστε ανά πάσα στιγμή να επιτυγχάνεται η βέλτιστη λειτουργία του κινητήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια βήματα περιλαμβάνει ο γενικός έλεγχος του συστήματος ανάφλεξης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο γενικός έλεγχος του συστήματος ανάφλεξης ξεκινά θέτοντας εκτός λειτουργίας τα φώτα και όλους τους βοηθητικούς μηχανισμούς. Αν, για παράδειγμα, ο κινητήρας ξεκινά κανονικά στη θέση START αλλά σβήνει μόλις ο διακόπτης έρθει στην κανονική θέση λειτουργίας (ΟΝ), ακολουθούμε μια σειρά διαδοχικών βημάτων: πρώτα ελέγχουμε όλες τις συνδέσεις πρωτεύοντος και δευτερεύοντος κυκλώματος· έπειτα αφαιρούμε το κεντρικό καλώδιο από το καπάκι του διανομέα, το πλησιάζουμε περίπου 10mm από το σώμα του κινητήρα και λειτουργούμε τη μίζα, ελέγχοντας αν παράγεται ισχυρός σπινθήρας ή όχι· στη συνέχεια συνδέουμε διαδοχικά ένα βολτόμετρο σε συγκεκριμένα σημεία του κυκλώματος (θέσεις V-1 έως V-4) με το διακόπτη ανάφλεξης στη θέση ΟΝ και τις πλατίνες ανοιχτές ή κλειστές ανάλογα με το βήμα, συγκρίνοντας κάθε φορά την ένδειξη με συγκεκριμένα αποδεκτά όρια τάσης (π.χ. έως 1V, 5-7V, έως 0,2V, έως 0,7V). Αν αυτοί οι έλεγχοι δεν οδηγήσουν σε λύση του προβλήματος, αφαιρούμε τον πολλαπλασιαστή, το διανομέα και την αντίσταση και τους ελέγχουμε ξεχωριστά, ενώ ελέγχουμε ξανά όλες τις συνδέσεις.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να ονομάσετε τους ελέγχους που γίνονται στον πολλαπλασιαστή.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στον πολλαπλασιαστή γίνονται οι εξής έλεγχοι: (α) έλεγχος αντίστασης πρωτεύοντος, με ωμόμετρο στους ακροδέκτες του πολλαπλασιαστή (παραδεκτές τιμές 1,3-1,6 Ω)· (β) έλεγχος αντίστασης δευτερεύοντος, με ωμόμετρο μεταξύ του (+) και του ακροδέκτη υψηλής τάσης (τιμή κοντά σε αυτή του κατασκευαστή, συνήθως 10-15 kΩ)· (γ) έλεγχος της εξωτερικής αντίστασης (προαντίστασης), με παραδεκτή τιμή 1,3-1,5 Ω· (δ) έλεγχος της μόνωσης, με ωμόμετρο μεταξύ ενός άκρου και του περιβλήματος, όπου η ένδειξη πρέπει να είναι άπειρη (∞)· (ε) πρακτικός έλεγχος του πρωτεύοντος τυλίγματος, με δοκιμαστική λάμπα 12V στο (+) και στο (-) του πολλαπλασιαστή προς τη γείωση, με τις πλατίνες ανοιχτές και το διακόπτη σε ΟΝ (η λάμπα πρέπει να ανάβει και στις δύο δοκιμές)· (στ) πρακτικός έλεγχος του δευτερεύοντος τυλίγματος, πλησιάζοντας το κεντρικό καλώδιο σε απόσταση 10mm από το σώμα του κινητήρα και λειτουργώντας τη μίζα (πρέπει να παράγεται σπινθήρας)· και (ζ) έλεγχος για υπερθέρμανση, που αναγνωρίζεται από τον αδύνατο σπινθήρα και την πτώση ισχύος του κινητήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Με ποιο τρόπο ανιχνεύεται η διαρροή ρεύματος στα καλώδια υψηλής τάσης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Για να διαπιστώσουμε διαρροή ρεύματος στα καλώδια υψηλής τάσης, αφήνουμε τον κινητήρα να λειτουργεί σε ένα σκοτεινό μέρος και παρακολουθούμε τις άκρες των καλωδίων, για να δούμε αν υπάρχει μπλε τόξο τόσο στο μπουζί όσο και στο καπάκι του διανομέα. Αν το τόξο δεν είναι ορατό, μπορούμε να ψεκάσουμε νερό στα σημεία των ενώσεων· το νερό είναι αγώγιμο και έτσι δημιουργείται εντονότερο τόξο. Ένας άλλος τρόπος είναι η ανίχνευση με ένα καλά μονωμένο καλώδιο: γειώνουμε τη μία άκρη του και μετακινούμε την άλλη δίπλα στο καλώδιο υψηλής τάσης, σε όλο του το μήκος· αν υπάρχει διαρροή, θα δημιουργηθεί σπινθήρας μεταξύ του αγωγού Υ.Τ. και του μονωμένου καλωδίου. Η διαρροή στα καλώδια Υ.Τ. προκαλεί αδύναμο σπινθήρα και διαλείψεις στη λειτουργία του κινητήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να αναφέρετε τρία εξαρτήματα του συστήματος ανάφλεξης στα οποία ελέγχουμε την ωμική τους αντίσταση και αποφαινόμαστε για την κατάστασή τους, μετά από σύγκριση με την προδιαγραφόμενη τιμή.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τρία τέτοια εξαρτήματα είναι: (α) ο πολλαπλασιαστής, στον οποίο μετράμε την αντίσταση του πρωτεύοντος (παραδεκτές τιμές 1,3-1,6 Ω) και την αντίσταση του δευτερεύοντος (τιμή κοντά σε αυτή του κατασκευαστή, συνήθως 10-15 kΩ)· (β) η εξωτερική αντίσταση (προαντίσταση), με παραδεκτή τιμή 1,3-1,5 Ω· και (γ) τα καλώδια υψηλής τάσης (μπουζοκαλώδια), των οποίων η αντίσταση μετριέται με ωμόμετρο — αν διαφέρει από την προτεινόμενη από τον κατασκευαστή, το καλώδιο αντικαθίσταται (μετράμε επίσης την αντίσταση μεταξύ μπουζοκαλωδίων και καπακιού του διανομέα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη διαδικασία ελέγχου του φυγοκεντρικού ρυθμιστή του διανομέα.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στον έλεγχο του φυγοκεντρικού ρυθμιστή ελέγχουμε κατά πόσο ο ρυθμιστής λειτουργεί ελεύθερα. Στρέφουμε τον άξονα του διανομέα κατά 5-7° σύμφωνα με τη φορά περιστροφής του. Στη συνέχεια αφήνουμε τον άξονα ελεύθερο και ελέγχουμε αν επιστρέφει γρήγορα και ελεύθερα στην αρχική του θέση. Ακολούθως, επιχειρούμε να τον στρέψουμε αντίθετα. Αν δεν μπορέσουμε να τον στρέψουμε αντίθετα και αν προηγουμένως είχε επιστρέψει στη θέση του κανονικά, τότε δεν χρειάζεται καμία επέμβαση τεχνικού.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη διαδικασία ελέγχου του ρυθμιστή κενού του διανομέα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Για να ελέγξουμε το ρυθμιστή κενού, περιστρέφουμε την πλατινοφόρο πλάκα κατά φορά αντίθετη της κανονικής φοράς περιστροφής του άξονα· η πλατινοφόρος πλάκα πρέπει να επιστρέφει γρήγορα και ομαλά στην αρχική της θέση, μόλις την αφήσουμε. Ένας άλλος τρόπος ελέγχου προβλέπει την αποσύνδεση του σωληνίσκου υποπίεσης, την περιστροφή της πλατινοφόρου πλάκας όσο είναι δυνατό και το κλείσιμο του στομίου υποπίεσης με το δάχτυλο. Όταν αφήσουμε την πλατινοφόρο πλάκα, δεν πρέπει να επιστρέφει στην αρχική της θέση όσο κρατάμε κλειστό το στόμιο, ως ένδειξη καλής στεγανότητας του διαφράγματος· όταν απομακρύνουμε το δάχτυλο, η πλάκα πρέπει να γυρίσει πίσω ομαλά. Ο ίδιος έλεγχος μπορεί να γίνει και με χρήση υποπιεσόμετρου (σχήμα 11.64).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Γιατί κρίνετε απαραίτητο να λιπαίνεται ο άξονας του διανομέα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο άξονας του διανομέα (κονδυλοφόρος άξονας) παίρνει κίνηση από τον κινητήρα και περιστρέφεται συνεχώς, κινώντας το έκκεντρο των πλατινών, το ράουλο και το φυγοκεντρικό ρυθμιστή. Για να περιστρέφεται ελεύθερα και να μη φθείρεται, σε κάθε προγραμματισμένη συντήρηση των 10.000-15.000 km λιπαίνουμε το ρουλεμάν του άξονα: αφαιρούμε το ράουλο, ρίχνουμε μερικές σταγόνες λιπαντικού στο εσωτερικό του άξονα και επανατοποθετούμε το ράουλο και το καπάκι στη σωστή θέση, για να μη χαλάσει ο εξωτερικός χρονισμός του κινητήρα. Η λίπανση κρίνεται απαραίτητη γιατί η φθορά του άξονα οδηγεί σε υπερβολικές ανοχές στον άξονα του διανομέα, οι οποίες αναφέρονται στις αιτίες ανώμαλου ρελαντί και λειτουργίας του κινητήρα με διακοπές (πίνακας 2), αφού ο άξονας με τζόγο δεν ανοιγοκλείνει τις πλατίνες και δεν διανέμει την υψηλή τάση με ακρίβεια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς γίνεται ο έλεγχος για ελαττωματικό καπάκι και ράουλο διανομέα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αντικανονική λειτουργία του καπακιού και του ράουλου αναγνωρίζεται από τον αδύνατο σπινθήρα των αναφλεκτήρων και, σε ακραίες περιπτώσεις, από τη διακοπή της υψηλής τάσης. Για να εντοπίσουμε το πρόβλημα, πρώτα ελέγχουμε τον παραγόμενο από τον πολλαπλασιαστή σπινθήρα, αφαιρώντας το κεντρικό μπουζοκαλώδιο και πλησιάζοντάς το σε απόσταση 10mm από το σώμα του κινητήρα. Στη συνέχεια επανατοποθετούμε το κεντρικό μπουζοκαλώδιο, αφαιρούμε το μπουζοκαλώδιο ενός κυλίνδρου και το πλησιάζουμε επίσης σε απόσταση 10mm από το σώμα του κινητήρα, συγκρίνοντας την ένταση του σπινθήρα. Αν ο σπινθήρας από το κεντρικό μπουζοκαλώδιο είναι ισχυρός και ο σπινθήρας από το καλώδιο του κυλίνδρου αδύνατος, υπάρχει πρόβλημα στο καπάκι ή στο ράουλο του διανομέα. Στο καπάκι ελέγχουμε για φθορά του κεντρικού ηλεκτροδίου (καρβουνάκι), ράγισμα ή σπάσιμο, βραχυκυκλώματα από επικαθίσεις άνθρακα, σκόνη και υγρασία, διάβρωση των πλευρικών ηλεκτροδίων και καταστροφή της μόνωσης· στο ράουλο ελέγχουμε για διάβρωση, σπασίματα ή ρωγμές και εξασθένηση του ελατηρίου του, ενώ τη μόνωσή του με τον άξονα την ελέγχουμε με ωμόμετρο, που πρέπει να δείξει άπειρο (∞).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη διαδικασία ελέγχου και ρύθμισης του διάκενου των πλατινών.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά τον έλεγχο του διάκενου ελέγχεται αν το διάκενο μεταξύ των πλατινών είναι αυτό που ορίζει ο κατασκευαστής, τη στιγμή που το έκκεντρο σπρώχνει την κινητή πλατίνα στη μεγαλύτερη απόκλισή της. Τοποθετούμε στο κιβώτιο ταχυτήτων 4η ή 5η ταχύτητα και κινούμε το όχημα εμπρός-πίσω, μέχρι το έκκεντρο του κονδυλοφόρου άξονα να ανοίξει πλήρως τις επιφάνειες επαφής. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός φίλερ, πάχους ανάλογου προς το επιθυμητό διάκενο, και ενός κατσαβιδιού ρυθμίζουμε, μέσω του έκκεντρου κοχλία ρύθμισης, το διάκενο έτσι, ώστε το φίλερ να εισέρχεται και να εξέρχεται με μια μικρή δυσκολία. Μετά σφίγγουμε καλά τη βίδα συγκράτησης των πλατινών και επανελέγχουμε το διάκενο. Οι επαφές πρέπει να είναι παράλληλες και καθαρές και να εφάπτονται σε όλη την επιφάνειά τους, γιατί ακαθαρσίες, παραμορφώσεις ή επικαθίσεις υλικού οδηγούν σε λάθος μέτρηση του διάκενου. Μετά από κάθε αλλαγή πλατινών ελέγχεται και ρυθμίζεται η γωνία Dwell και στο τέλος η γωνία προπορείας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η διαδικασία ελέγχου του πυκνωτή και ποιες βλάβες παρουσιάζει;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κύριες αιτίες αντικανονικής λειτουργίας του πυκνωτή είναι το βραχυκύκλωμά του ή η αντικανονική χωρητικότητά του. Η ελαττωματική λειτουργία του αναγνωρίζεται από την πρόωρη φθορά των πλατινών, τον ανίσχυρο σπινθήρα και τις αυταναφλέξεις του άκαυστου μείγματος στην εξάτμιση. Για τον έλεγχο του πυκνωτή τον αφαιρούμε και συνδέουμε στα δύο άκρα του (μεταλλικό περίβλημα - μονωμένο καλώδιο) τους ακροδέκτες του ωμόμετρου· έχοντας επιλέξει τη μέγιστη κλίμακα των Ohms, το όργανο πρέπει να δείξει κάποια ένδειξη και μετά από λίγο άπειρο (∞). Η αντικανονική χωρητικότητα αναγνωρίζεται από το «ψώριασμα» και τον τρόπο αφαίρεσης του υλικού από τις πλατίνες· η τιμή της χωρητικότητας κυμαίνεται μεταξύ 0,18 και 0,5 μF και μετριέται με ειδικό όργανο (καπασιτόμετρο).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες βλάβες του συστήματος ανάφλεξης μπορούν να διαγνωστούν με τη χρήση παλμογράφου;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με τη βοήθεια του παλμογράφου μπορούν να εντοπιστούν τα εξής σφάλματα: εσωτερικά βραχυκυκλώματα του πρωτεύοντος ή του δευτερεύοντος κυκλώματος του πολλαπλασιαστή (π.χ. από καμένη μόνωση μεταξύ των σπειρών)· διακοπή στο δευτερεύον πηνίο του πολλαπλασιαστή· ακαθαρσίες ή καμένες πλατίνες· αναπηδήσεις των πλατινών στις υψηλές στροφές· κατεστραμμένος πυκνωτής· διακοπές στο δευτερεύον κύκλωμα· διαρροές στο δευτερεύον κύκλωμα· καταστροφή των αντιπαρασιτικών αντιστάσεων· διαφορές στις τάσεις ανάφλεξης μεταξύ των μπουζί· κατεστραμμένα μπουζί· και αδυναμία ανάφλεξης του καυσίμου μείγματος. Καθένα από αυτά διαγιγνώσκεται με προσεκτική παρατήρηση της κυματομορφής του πρωτεύοντος ή του δευτερεύοντος κυκλώματος, λαμβάνοντας υπόψη τις οδηγίες χρήσης των κατασκευαστών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τους ελέγχους και τη διαδικασία ελέγχων των αγωγών υψηλής τάσης.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο έλεγχος των καλωδίων υψηλής τάσης περιλαμβάνει τον έλεγχο διαρροής και τον έλεγχο ωμικής αντίστασης. Για τη διαρροή, αφήνουμε τον κινητήρα να λειτουργεί σε σκοτεινό μέρος και παρακολουθούμε τις άκρες των καλωδίων για μπλε τόξο, στο μπουζί και στο καπάκι του διανομέα· αν το τόξο δεν είναι ορατό, ψεκάζουμε νερό στα σημεία των ενώσεων. Άλλος τρόπος είναι η ανίχνευση με ένα καλά μονωμένο καλώδιο, με γειωμένη τη μία άκρη, που μετακινείται κατά μήκος του καλωδίου Υ.Τ.· αν δημιουργηθεί σπινθήρας, υπάρχει διαρροή. Η διαρροή προκαλεί αδύναμο σπινθήρα και διαλείψεις στη λειτουργία του κινητήρα. Ο έλεγχος της συνέχειας και της αντίστασης του μπουζοκαλωδίου γίνεται με ωμόμετρο· αν η ένδειξη διαφέρει από την προτεινόμενη από τον κατασκευαστή, αντικαθιστούμε το καλώδιο. Συνήθως μετράμε και την αντίσταση μεταξύ των μπουζοκαλωδίων και του καπακιού του διανομέα· αν είναι αντικανονική, αντικαθίσταται το καπάκι ή το καλώδιο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες αιτίες καταστροφής των αναφλεκτήρων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι αναφλεκτήρες καταστρέφονται κυρίως από τρεις βασικές αιτίες: (α) από μηχανική καταπόνηση των μερών τους, όπου το πιο ευαίσθητο σημείο είναι η πορσελάνη της μόνωσης του κεντρικού ηλεκτροδίου· (β) από φυσιολογική ή όχι φθορά των ηλεκτροδίων τους, για την οποία υπεύθυνα είναι η υπερθέρμανση και τα διαβρωτικά οξέα που παράγονται στην καύση· και (γ) από βραχυκύκλωμα, για το οποίο υπεύθυνα είναι η υγρασία, το ράγισμα της μόνωσης, οι επικαθίσεις των κατάλοιπων της καύσης και οι ακαθαρσίες στο τμήμα της μόνωσης, που γειώνουν το κεντρικό ηλεκτρόδιο, οπότε δεν προκαλείται ο απαιτούμενος σπινθηρισμός.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τον τρόπο σύνδεσης του παλμογράφου σε ένα όχημα.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο παλμογράφος συνδέεται σύμφωνα με το εγχειρίδιο λειτουργίας του· οι συνήθεις συνδέσεις (πίνακας 3, σχήμα 11.75) είναι: το κόκκινο κροκοδειλάκι στο (+) και το μαύρο κροκοδειλάκι στο (-) του συσσωρευτή, για την τροφοδοσία του παλμογράφου και τη μέτρηση της τάσης της μπαταρίας και της κυματομορφής του εναλλακτήρα· το πράσινο κροκοδειλάκι στον (-) ή (CB) ακροδέκτη του πολλαπλασιαστή, για τη μέτρηση της γωνίας Dwell, της αντίστασης του διανομέα, το σήμα στροφών του κινητήρα και το σήμα εισόδου στον παλμογράφο· ο κόκκινος λήπτης σήματος συγχρονισμού στο μπουζοκαλώδιο του 1ου κυλίνδρου, κοντά στο διανομέα, για το σήμα αναγνώρισης κυλίνδρου για τη λυχνία χρονισμού και τη λειτουργία του παλμογράφου· και ο επιχρωμιωμένος σηματολήπτης δευτερεύοντος στο κεντρικό μπουζοκαλώδιο του πολλαπλασιαστή, για τη μέτρηση των τάσεων του δευτερεύοντος και της χρονικής διάρκειάς τους.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε μία κυματομορφή δευτερεύοντος κυκλώματος, να περιγράψετε τα τμήματά της.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η κυματομορφή δευτερεύοντος (σχήμα 11.76) χωρίζεται σε τρία βασικά τμήματα. Τμήμα 1 — διάρκεια του σπινθηρισμού: οι πλατίνες ανοίγουν και το μαγνητικό πεδίο του πολλαπλασιαστή επάγει στο δευτερεύον μια υψηλή τάση, την «τάση ανάφλεξης» (κατακόρυφη γραμμή), μέχρι να εκδηλωθεί σπινθήρας στο μπουζί· όταν γίνει ο σπινθήρας, η τάση που απαιτείται για τη διατήρησή του μειώνεται στο ύψος της «τάσης καύσης», και το μήκος της γραμμής της τάσης καύσης καθορίζει το χρόνο ύπαρξης του σπινθήρα. Τμήμα 2 — ενδιάμεσο ελαττούμενων ταλαντώσεων: όταν σβήσει ο σπινθήρας, η μαγνητική ενέργεια που δεν χρησιμοποιήθηκε για το σπινθήρα δίνει φθίνουσες ταλαντώσεις (αποθηκεύεται στον πυκνωτή), ενώ οι πλατίνες παραμένουν ανοικτές· στο τέλος του χρόνου αυτού οι πλατίνες κλείνουν. Τμήμα 3 — περίοδος ή χρόνος Dwell: με το κλείσιμο των πλατινών, το μαγνητικό πεδίο που δημιουργείται στο πρωτεύον επάγει στο δευτερεύον μια τάση που αποσβήνεται σιγά-σιγά με φθίνουσες ταλαντώσεις και μηδενίζεται όταν σταθεροποιηθεί το πεδίο· το τμήμα αυτό διαρκεί όσο οι πλατίνες μένουν κλειστές.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Κατά την εξέταση μιας κυματομορφής, διαπιστώνεται υπέρταση σε έναν κύλινδρο. Σε ποιες αιτίες μπορεί να οφείλεται;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σύμφωνα με τον πίνακα 4 του βιβλίου, υψηλή τάση ανάφλεξης σε έναν (ή περισσότερους) κυλίνδρους μπορεί να οφείλεται σε κομμένο μπουζοκαλώδιο, σε μεγάλο διάκενο στα μπουζί, σε μεγάλο διάκενο στο ράουλο ή σε ελαττωματικό καπάκι διανομέα. Αν η υψηλή γραμμή τάσης ανάφλεξης εμφανίζεται στιγμιαία σε κάποιο κύλινδρο, προκαλείται από διαρροή στο δευτερεύον κύκλωμα, με συνηθέστερες αιτίες το σπασμένο καπάκι του διανομέα ή το κατεστραμμένο ράουλο. Για να ελέγξουμε το διάκενο μεταξύ ράουλου και καπακιού, γειώνουμε το μπουζοκαλώδιο του κυλίνδρου αυτού στο καπάκι του διανομέα: αν η πτώση της τάσης είναι μέχρι 7-8 kV, το διάκενο είναι κανονικό, ενώ αν είναι μεγαλύτερη από 8 kV, υπάρχει φθορά μεταξύ ράουλου και καπακιού.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Κατά την εξέταση μιας κυματομορφής διαπιστώνεται υψηλή τάση σε όλους τους κυλίνδρους. Σε ποιες αιτίες μπορεί να οφείλεται;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σύμφωνα με τον πίνακα 4 του βιβλίου, υψηλή τάση ανάφλεξης σε όλους τους κυλίνδρους μπορεί να οφείλεται σε φτωχό μείγμα, σε διαρροή αέρα στο καρμπιρατέρ ή σε φθαρμένα μπουζί (των οποίων το διάκενο έχει μεγαλώσει, οπότε αυξάνεται η απαιτούμενη τάση σπινθηρισμού).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Κατά την εξέταση μιας κυματομορφής διαπιστώνεται χαμηλή τάση σε όλους τους κυλίνδρους. Σε ποιες αιτίες μπορεί να οφείλεται;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σύμφωνα με τον πίνακα 4 του βιβλίου, χαμηλή τάση ανάφλεξης σε όλους τους κυλίνδρους οφείλεται σε πλούσιο μείγμα καυσίμου. (Για σύγκριση, χαμηλή τάση σε έναν ή περισσότερους κυλίνδρους οφείλεται σε καπνισμένα μπουζί, βραχυκυκλωμένο μπουζοκαλώδιο, χαμηλή συμπίεση ή μεγάλη προπορεία.)
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Με ποιους τρόπους επιτυγχάνουμε την προθέρμανση των πετρελαιοκινητήρων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όταν ο πετρελαιοκινητήρας είναι ψυχρός, κυρίως τα χειμωνιάτικα πρωινά, τα ψυχρά τοιχώματα των κυλίνδρων δεν αφήνουν τη θερμοκρασία του συμπιεζόμενου αέρα να φτάσει ψηλά, ώστε να προκληθεί η αυτανάφλεξη του πετρελαίου, και ο κινητήρας δεν ξεκινά ή ξεκινά δύσκολα. Το πρόβλημα λύνεται με την προθέρμανση είτε του προθαλάμου καύσης είτε του αέρα που αναρροφά ο κινητήρας. Αυτό επιτυγχάνεται αντίστοιχα με τους προθερμαντήρες προθαλάμου καύσης (βιδώνονται στην κυλινδροκεφαλή, ένας ανά κύλινδρο, σε κινητήρες με προθάλαμο) και με τους προθερμαντήρες αέρα (τοποθετούνται στην πολλαπλή εισαγωγής, σε κινητήρες άμεσου ψεκασμού).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιοι είναι οι κυριότεροι τύποι χρησιμοποιούμενων προθερμαντήρων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κυριότεροι τύποι προθερμαντήρων που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι: (α) ο συμβατικός τύπος, που περιλαμβάνει στο κέλυφός του ένα θερμικό πηνίο, το οποίο θερμαίνει ένα σωλήνα μεγάλης επιφάνειας· (β) ο τύπος αυτοελεγχόμενης θερμοκρασίας, με θερμικό πηνίο που αποτελείται από τρία πηνία σε σειρά (ορμής, ισορροπίας, διακοπής)· και (γ) ο τύπος χαμηλής τάσης για συμβατικά συστήματα υπερπυράκτωσης, ίδιος με τον αυτοελεγχόμενο, με έναν επιπλέον ειδικό αντιστάτη στη συνδεσμολογία, που ελαττώνει την τάση στους προθερμαντήρες όταν απαιτείται. Ανάλογα με τον τρόπο σύνδεσής τους, οι προθερμαντήρες διακρίνονται επίσης σε προθερμαντήρες σύνδεσης σειράς και παράλληλης σύνδεσης, ενώ για κινητήρες άμεσου ψεκασμού χρησιμοποιούνται προθερμαντήρες αέρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη λειτουργία του προθερμαντήρα αυτοελεγχόμενης θερμοκρασίας.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο προθερμαντήρας αυτοελεγχόμενης θερμοκρασίας διαθέτει ένα θερμικό πηνίο, το οποίο αποτελείται ουσιαστικά από τρία πηνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά, τοποθετημένα σε σειρά: το πηνίο ορμής, το πηνίο ισορροπίας και το πηνίο διακοπής. Όταν τροφοδοτείται με ρεύμα ο προθερμαντήρας, η θερμοκρασία του πηνίου ορμής αυξάνεται και αναγκάζει το άκρο του προθερμαντήρα να πυρακτωθεί. Η αύξηση αυτή της θερμοκρασίας αυξάνει την ηλεκτρική αντίσταση των πηνίων ισορροπίας και διακοπής, με αποτέλεσμα να μειώνεται σταδιακά το ρεύμα που περνά στο πηνίο ορμής. Έτσι ο προθερμαντήρας αυτοελέγχει τη θερμοκρασία του.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα χρησιμοποιούμενα συστήματα προθέρμανσης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα χρησιμοποιούμενα συστήματα προθέρμανσης είναι: (α) τύπου σταθερής καθυστέρησης, όπου ο χρονοδιακόπτης προθέρμανσης ελέγχει την ενδεικτική λυχνία, η οποία ανάβει για σταθερό χρόνο· όταν σβήσει, ο κινητήρας είναι έτοιμος να ξεκινήσει· (β) τύπου ρυθμιστή προθερμαντήρων, όπου ο ρυθμιστής προθέρμανσης έχει μια αντίσταση που κοκκινίζει στον ίδιο χρόνο με τους προθερμαντήρες και τότε διακόπτει την τροφοδοσία τους· (γ) τύπου μεταβλητής καθυστέρησης, όπου ο χρονοδιακόπτης λειτουργεί σύμφωνα με τη θερμοκρασία του ψυκτικού μέσου και την τάση του εναλλακτήρα, οπότε ο χρόνος προθέρμανσης μεταβάλλεται· (δ) τύπου συμβατικής υπερπυράκτωσης, με μικρό χρόνο προθέρμανσης, προστασία των προθερμαντήρων από υπερθέρμανση και δυνατότητα συνέχισης της προθέρμανσης σε κρύο καιρό για μείωση του άσπρου καπνού και του κρότου Diesel· και (ε) νέου τύπου υπερπυράκτωσης, που τελειώνει γρήγορα την προθέρμανση και εκτελεί και μεταπυράκτωση μετά το ξεκίνημα του κινητήρα σε κρύο καιρό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να ονομάσετε τους ελέγχους της εγκατάστασης προθέρμανσης.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο συνηθισμένος έλεγχος της εγκατάστασης προθέρμανσης, που γίνεται συνήθως όταν ο κινητήρας περιστρέφεται κανονικά αλλά δεν μπορεί να ξεκινήσει, περιλαμβάνει: (α) έλεγχο της διάρκειας ανάμματος της ενδεικτικής λυχνίας προθέρμανσης, χρονομετρώντας το χρόνο προθέρμανσης και συγκρίνοντάς τον με την τιμή του κατασκευαστή· (β) έλεγχο του ρελέ του προθερμαντήρα, ακούγοντας ή αισθανόμενοι το χαρακτηριστικό κτύπημα, ή με έλεγχο συνέχειας με ωμόμετρο και έλεγχο του οπλισμού με ξεχωριστή πηγή· και (γ) έλεγχο των προθερμαντήρων, με βασικό τον έλεγχο συνέχειας με ωμόμετρο μεταξύ ακροδέκτη και γείωσης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι θα συμβεί εάν, σε ένα κύκλωμα προθερμαντήρων σειράς, καεί ένας προθερμαντήρας;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σε μια εγκατάσταση προθερμαντήρων σε σύνδεση σειράς, αν καεί η αντίσταση σε έναν προθερμαντήρα, διακόπτεται το κύκλωμα και δεν λειτουργεί κανένας προθερμαντήρας, ενώ και η ενδεικτική λυχνία του πίνακα οργάνων δεν ανάβει. Ο κινητήρας, επομένως, ξεκινά δύσκολα ή δεν ξεκινά όταν είναι ψυχρός.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη διαδικασία εντοπισμού ενός καμένου προθερμαντήρα με χρήση ενδεικτικής λυχνίας.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εντοπισμός καμένων προθερμαντήρων μπορεί να γίνει εύκολα με μια ενδεικτική λυχνία 12V (σχήμα 11.91). Συνδέουμε το ένα άκρο της λυχνίας στο σώμα του κινητήρα και το άλλο, διαδοχικά, στην έξοδο του πρώτου προθερμαντήρα, του δεύτερου κ.ο.κ. Η λυχνία φωτοβολεί μέχρι τον καμένο προθερμαντήρα και, μετά από αυτόν, δεν ανάβει. Εναλλακτικά, βραχυκυκλώνουμε διαδοχικά τον έναν προθερμαντήρα μετά τον άλλο: η διακοπή βρίσκεται σε εκείνον που, όταν τον βραχυκυκλώσουμε, ανάβει η ενδεικτική λυχνία. Τον καμένο προθερμαντήρα τον αντικαθιστούμε με άλλον ίδιου χρόνου λειτουργίας και ίδιας αντίστασης ή τους αντικαθιστούμε όλους, ώστε να πυρακτώνονται όλοι το ίδιο.
Κριτήρια αξιολόγησης: