Λύσεις στις 11 ερωτήσεις του §4.10: ποσοστά απωλειών θερμότητας, κατηγορίες συστημάτων ψύξης (υδρόψυκτα/αερόψυκτα, ανοικτά/κλειστά) και η θέση των εξωλέμβιων μηχανών σε αυτές, κύρια μέρη υδρόψυκτου συστήματος, χαρακτηριστικά και αναλογία αντιψυκτικού υγρού, ροή του ψυκτικού υγρού με τον θερμοστάτη κλειστό, διαφορά σωληνωτού και κυψελωτού ψυγείου, μηχανικός έναντι ηλεκτρικού ανεμιστήρα, θέση της αντλίας νερού, και προβληματισμός για το μέλλον της ψύξης με αέρα.
Ερώτηση: Ποια είναι τα ποσοστά απωλειών θερμότητας από μία μηχανή εσωτερικής καύσης;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Από τη συνολική θερμότητα που παράγεται σε μια μηχανή εσωτερικής καύσης κατά τη λειτουργία της, μόνο ένα μέρος μετατρέπεται σε χρήσιμο έργο, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά χάνονται με διάφορους μηχανισμούς. Συγκεκριμένα, το 29-36% της παραγόμενης θερμότητας εξέρχεται με τα καυσαέρια από την εξάτμιση, το 24-32% μετατρέπεται σε παραγωγή έργου στον κινητήρα (η ωφέλιμη ισχύς), και το 7% απάγεται με ακτινοβολία από τις θερμές εξωτερικές επιφάνειες του κινητήρα. Το υπόλοιπο ποσοστό, δηλαδή το 32%-33% της συνολικής θερμότητας, απάγεται από το ίδιο το σύστημα ψύξης της μηχανής — είτε αυτό είναι υδρόψυκτο είτε αερόψυκτο. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το σύστημα ψύξης δεν είναι ένα δευτερεύον, βοηθητικό εξάρτημα, αλλά υποχρεούται να απάγει περίπου το ένα τρίτο της συνολικής θερμικής ενέργειας που παράγεται στον κινητήρα, ώστε αυτός να μη υπερθερμαίνεται και να «κολλήσει».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Οι εξωλέμβιες μηχανές, από πλευράς συστήματος ψύξης, σε ποια κατηγορία ανήκουν;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα συστήματα ψύξης ταξινομούνται σε δύο κύριες κατηγορίες, ανάλογα με το αν το ψυκτικό υγρό επανακυκλοφορεί ή όχι μετά τη θέρμανσή του από τον κινητήρα: αν επανακυκλοφορεί, το σύστημα ονομάζεται «κλειστό», ενώ αν απομακρύνεται οριστικά χωρίς να επανακυκλοφορεί, ονομάζεται «ανοικτό». Οι εξωλέμβιες μηχανές θαλάσσης ανήκουν ρητά στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στα ανοικτά συστήματα ψύξης: αναρροφούν θαλασσινό νερό απευθείας από τη θάλασσα, το χρησιμοποιούν για να ψύξουν τον κινητήρα και, στη συνέχεια, το επιστρέφουν πάλι στη θάλασσα (συνήθως μέσω της εξάτμισης), χωρίς αυτό να ξαναχρησιμοποιείται μέσα σε κλειστό κύκλωμα. Αυτό είναι δυνατό επειδή η ίδια η θάλασσα προσφέρει πρακτικά ανεξάντλητη ποσότητα «φρέσκου» ψυκτικού μέσου, σε αντίθεση με τα κλειστά υδρόψυκτα συστήματα των συνηθισμένων αυτοκινήτων, όπου η ίδια, περιορισμένη ποσότητα ψυκτικού υγρού πρέπει να ψύχεται στο ψυγείο και να επανακυκλοφορεί συνεχώς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να αναφέρετε τα κύρια μέρη ενός υδρόψυκτου συστήματος ψύξης.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα υδρόψυκτο σύστημα ψύξης αποτελείται από επτά κύρια μέρη, όπως φαίνονται και στο σχετικό σχήμα του βιβλίου (Σχήμα 4.109). Πρώτον, την αντλία νερού, φυγοκεντρικού τύπου, που κινείται με ιμάντα από το στροφαλοφόρο άξονα και αναρροφά το ψυχρό ψυκτικό υγρό από το ψυγείο, προωθώντάς το στα υδροχιτώνια. Δεύτερον, την έξοδο νερού, το σημείο από όπου το θερμό ψυκτικό υγρό βγαίνει από τα υδροχιτώνια του κινητήρα προς το θερμοστάτη. Τρίτον, τον θερμοστάτη, που ελέγχει αν το ψυκτικό υγρό θα κυκλοφορεί μόνο μέσα στα υδροχιτώνια ή και μέσα από το ψυγείο, ανάλογα με τη θερμοκρασία του. Τέταρτον, το ψυγείο νερού, το εξάρτημα που παραλαμβάνει τη θερμότητα του θερμού νερού και την αποδίδει στην ατμόσφαιρα. Πέμπτον, το δοχείο ψυκτικού υγρού (δοχείο διαστολής), που δέχεται το πλεονάζον υγρό όταν διαστέλλεται και το αποδίδει πίσω στο ψυγείο όταν το σύστημα κρυώνει. Έκτον, τον ανεμιστήρα ψυγείου, που επιταχύνει την κυκλοφορία του αέρα γύρω από τα πτερύγια του ψυγείου. Και έβδομον, το ψυγείο λαδιού, όταν διατίθεται, που συμβάλλει επικουρικά στην ψύξη του λαδιού λίπανσης του κινητήρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ένα καλό αντιψυκτικό υγρό για την προστασία του κινητήρα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα καλό αντιψυκτικό υγρό, σύμφωνα με όσα αναφέρει η θεωρία, πρέπει πρώτα από όλα να μειώνει σημαντικά το σημείο πήξης του ψυκτικού μίγματος κάτω από τους 0°C, ώστε να αποφεύγεται το πάγωμα του νερού και η καταστροφική διαστολή του όγκου του, που θα προκαλούσε σοβαρές ζημιές στον κινητήρα· η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται άμεσα από την αναλογία ανάμιξης με το νερό (π.χ. αναλογία 2:1 νερού-αντιπηκτικού δίνει σημείο πήξης -18°C, ενώ αναλογία 1:1 δίνει -38°C). Δεύτερον, πρέπει να έχει αρκετά υψηλό σημείο βρασμού, ώστε να μη χάνεται εύκολα με εξαέρωση σε υψηλές θερμοκρασίες λειτουργίας — για αυτό ακριβώς αποφεύγεται η χρήση οινοπνεύματος ως αντιπηκτικού, παρότι έχει καλές αντιπηκτικές ιδιότητες, γιατί βράζει ήδη στους 78,9°C. Τρίτον, πρέπει να διαθέτει αντιδιαβρωτικές ικανότητες, ώστε να προστατεύει τα μεταλλικά μέρη του συστήματος ψύξης (ψυγείο, υδροχιτώνια, αντλία) από εκτεταμένες οξειδώσεις και σκουριά, αφού το απλό νερό, σε επαφή με οξυγόνο, διαβρώνει τα μέταλλα. Η ουσία που χρησιμοποιείται συνήθως ως αντιπηκτικό υγρό είναι η αιθυλαινογλυκόλη μαζί με τα παράγωγά της, ενώ έτοιμο προς χρήση διάλυμα με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά κυκλοφορεί στο εμπόριο με την ονομασία «παραφλού» (paraflu).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Με αναλογία 1:1 (ψυκτικού υγρού προς νερό), ποια θερμοκρασία κατά του παγώματος του μίγματος επιτυγχάνεται;
Απάντηση:
Σύνοψη: Το βιβλίο δίνει ρητά την τιμή αυτή στην ενότητα των πρόσθετων στα ψυκτικά υγρά (§4.10.4). Όταν χρησιμοποιείται διάλυμα με αναλογία 2 μερών νερού προς 1 μέρος αντιπηκτικού, η θερμοκρασία πήξης μειώνεται στους -18°C. Με αναλογία 1:1, δηλαδή όταν η μισή ποσότητα του ολικού ψυκτικού υγρού είναι νερό και η άλλη μισή αντιπηκτικό, η θερμοκρασία πήξης του μίγματος μειώνεται περαιτέρω και επιτυγχάνεται στους -38°C. Αυτή η ρητή αριθμητική τιμή είναι η απάντηση που ζητά η ερώτηση: με αναλογία 1:1 ψυκτικού υγρού (αντιπηκτικού) προς νερό, το μίγμα δεν παγώνει πλέον στους 0°C, όπως το καθαρό νερό, αλλά μόνο σε πολύ χαμηλότερη θερμοκρασία, στους -38°C, γεγονός που προστατεύει αποτελεσματικά τον κινητήρα από παγετό σε πολύ ψυχρές συνθήκες περιβάλλοντος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Περιγράψτε τη ροή του ψυκτικού υγρού σ' έναν υδρόψυκτο κινητήρα με τον θερμοστάτη κλειστό.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όταν ο κινητήρας βρίσκεται σε ψυχρή κατάσταση (το ψυκτικό υγρό έχει θερμοκρασία περιβάλλοντος), ο θερμοστάτης είναι κλειστός, γιατί το πτητικό υλικό μέσα στον κύλινδρό του βρίσκεται σε κατάσταση συστολής και δεν πιέζει το έμβολό του — έτσι, η βαλβίδα του θερμοστάτη παραμένει κλειστή με τη βοήθεια του ελατηρίου επαναφοράς της. Στην κατάσταση αυτή, η αντλία νερού συνεχίζει μεν να λειτουργεί (κινούμενη με ιμάντα από το στροφαλοφόρο άξονα), αλλά η κυκλοφορία του ψυκτικού υγρού περιορίζεται αποκλειστικά μέσα στα υδροχιτώνια του κινητήρα, δηλαδή στον κενό χώρο ανάμεσα στους κυλίνδρους και στο κύριο σώμα του κορμού και του καπακιού της κυλινδροκεφαλής — το υγρό δεν φτάνει καθόλου στο ψυγείο, αφού η βαλβίδα του θερμοστάτη, που βρίσκεται στην έξοδο του ψυκτικού υγρού από τα υδροχιτώνια, το εμποδίζει να προχωρήσει προς τα εκεί. Αυτή η «κλειστή» διαδρομή, τοπικά μέσα στον κινητήρα, επιτρέπει στη θερμοκρασία του ψυκτικού υγρού (και άρα του ίδιου του κινητήρα) να ανέβει όσο το δυνατόν γρηγορότερα μετά την ψυχρή εκκίνηση, χωρίς να «χάνεται» θερμότητα προς το ψυγείο και την ατμόσφαιρα, μέχρι να φτάσει σε μια ορισμένη θερμοκρασία λειτουργίας — μόλις αυτή επιτευχθεί, η βαλβίδα του θερμοστάτη ανοίγει και η κυκλοφορία επεκτείνεται πλέον και μέσα από το ψυγείο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια η διαφορά μεταξύ ενός κυψελωτού και ενός σωληνωτού ψυγείου νερού;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Και τα δύο είδη ψυγείου νερού —σωληνωτό και κυψελωτό— βρίσκονται ανάμεσα στον άνω και τον κάτω υδροθάλαμο του ψυγείου και επιτελούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη μεταφορά της θερμότητας του θερμού ψυκτικού υγρού στον ατμοσφαιρικό αέρα, διαφέρουν όμως ως προς την κατασκευή και τη φορά της ροής υγρού-αέρα. Το σωληνωτό ψυγείο αποτελείται από πολλούς σωλήνες μικρής διαμέτρου, με λεπτά τοιχώματα, που φέρουν εξωτερικά πτερύγια για να αυξήσουν την επιφάνεια διασκορπισμού της θερμότητας· το ψυκτικό υγρό κυκλοφορεί μέσα στο εσωτερικό αυτών των σωλήνων, ενώ τα πτερύγια (και οι σωλήνες) ψύχονται από τον ατμοσφαιρικό αέρα που τα διαπερνά εξωτερικά, απάγοντας έτσι τη θερμότητα στο περιβάλλον. Το κυψελωτό ψυγείο, αντίθετα, αποτελείται από ένα πλέγμα λεπτών μεταλλικών ταινιών που σχηματίζουν εξάγωνες οπές, όμοιες με τις κυψέλες των μελισσών· εδώ η κατάσταση αντιστρέφεται σε σχέση με το σωληνωτό, αφού το ψυκτικό υγρό κυκλοφορεί γύρω από αυτές τις εξάγωνες οπές (δηλαδή στο πλέγμα των ταινιών), ενώ ο ατμοσφαιρικός αέρας περνά διαμέσου του εσωτερικού των οπών, απορροφώντας τη θερμότητα που έχει μεταφερθεί από το υγρό στο μεταλλικό πλέγμα. Η ουσιαστική διαφορά, λοιπόν, είναι ότι στο σωληνωτό το υγρό βρίσκεται «μέσα» και ο αέρας «έξω», ενώ στο κυψελωτό συμβαίνει το αντίστροφο: το υγρό περιβάλλει τις οπές «απ' έξω» και ο αέρας διαπερνά «μέσα» από αυτές.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια τα μειονεκτήματα του ανεμιστήρα μηχανικού τύπου, έναντι του αντίστοιχου ηλεκτρικού;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο ανεμιστήρας μηχανικού τύπου παίρνει κίνηση με ιμάντα απευθείας από το στροφαλοφόρο άξονα, μαζί με την αντλία νερού, γεγονός που σημαίνει ότι λειτουργεί συνεχώς και ασταμάτητα, όσο ο κινητήρας βρίσκεται σε λειτουργία, χωρίς κανέναν ανεξάρτητο έλεγχο ανάλογα με την πραγματική ανάγκη ψύξης τη δεδομένη στιγμή. Αυτό δημιουργεί τρία βασικά μειονεκτήματα σε σχέση με τον ηλεκτρικού τύπου ανεμιστήρα. Πρώτον, καταναλώνει συνεχώς ένα μέρος της ισχύος του κινητήρα για την περιστροφή του, ανεξάρτητα από το αν χρειάζεται πράγματι ψύξη —π.χ. ακόμη και όταν το όχημα κινείται με μεγάλη ταχύτητα και το ρεύμα αέρα που δημιουργείται είναι ήδη αρκετό για την ψύξη του νερού, ο μηχανικός ανεμιστήρας συνεχίζει να γυρίζει και να απορροφά ισχύ, χωρίς αυτό να προσφέρει κανένα πρόσθετο όφελος. Δεύτερον, προκαλεί συνεχή, αδιάκοπο θόρυβο λειτουργίας, αφού η ταχύτητά του συνδέεται άμεσα με τις στροφές του κινητήρα. Τρίτον, μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω ανώφελη ψύξη του κινητήρα σε καταστάσεις όπου αυτή δεν χρειάζεται, αντίθετα με τον ηλεκτρικό ανεμιστήρα, ο οποίος, ελεγχόμενος από θερμοστατική βαλβίδα, ενεργοποιείται μόνο όταν η θερμοκρασία του ψυκτικού υγρού υπερβεί ένα καθορισμένο όριο και σταματά αυτόματα όταν αυτό δεν είναι πλέον απαραίτητο — προσφέροντας έτσι εξοικονόμηση ενέργειας, μειωμένο θόρυβο και αποφυγή της ανώφελης υπερψύξης, πλεονεκτήματα που ο μηχανικός τύπος, λόγω της μόνιμης μηχανικής σύνδεσής του με τον κινητήρα, αδυνατεί εξ ορισμού να προσφέρει.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποια σημεία τοποθετείται συνήθως η αντλία νερού;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αντλία νερού τοποθετείται συνήθως στο εμπρόσθιο τμήμα του κινητήρα, στο σημείο που στο βιβλίο αναφέρεται χαρακτηριστικά ως «καθρέφτης» του κινητήρα, δηλαδή στην ίδια πλευρά όπου βρίσκονται και άλλα εξαρτήματα που παίρνουν κίνηση με ιμάντα από το στροφαλοφόρο άξονα (όπως συχνά και ο ανεμιστήρας μηχανικού τύπου). Είναι φυγοκεντρικού τύπου και παίρνει κίνηση από το στροφαλοφόρο άξονα με τη βοήθεια ιμάντα, ο οποίος περιστρέφει τον άξονα της αντλίας και, μέσω αυτού, τη φτερωτή της. Η θέση της είναι τέτοια ώστε να μπορεί να αναρροφά εύκολα το ψυχρό ψυκτικό υγρό από τον κάτω υδροθάλαμο του ψυγείου —μέσω του ελαστικού σωλήνα (κολάρου) που τους συνδέει— και να το αποστέλλει, υπό πίεση, στα υδροχιτώνια του κινητήρα. Ως προς την κατασκευαστική της ενσωμάτωση, σε πολλούς κινητήρες η αντλία τοποθετείται απευθείας μέσα στον κορμό (μπλοκ) του κινητήρα, χωρίς να χρειάζεται δικό της ξεχωριστό καπάκι, αφού το ίδιο το σώμα του κορμού λειτουργεί και ως περίβλημα-καπάκι για το κλείσιμό της.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Υπάρχει μέλλον, κατά την άποψή σας, για ευρύτερη χρήση των συστημάτων ψύξης με αέρα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με βάση όσα αναφέρει η θεωρία για τη σύγκριση των δύο συστημάτων ψύξης, δεν φαίνεται να υπάρχει προοπτική ευρύτερης χρήσης της ψύξης με αέρα, τουλάχιστον στα συνηθισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, όπου το ίδιο το βιβλίο σημειώνει ρητά ότι έχουν πλέον επικρατήσει σχεδόν αποκλειστικά οι υδρόψυκτοι κινητήρες και πολύ λίγοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν ακόμα αερόψυκτα συστήματα. Ο λόγος είναι ότι τα πλεονεκτήματα του υδρόψυκτου συστήματος (ανεξαρτησία από τη θερμοκρασία περιβάλλοντος, μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής στις πολλές εναλλαγές φάσεων λειτουργίας ενός σύγχρονου κινητήρα, και μειωμένος θόρυβος) υπερκαλύπτουν τα μειονεκτήματά του (κόστος, ανάγκη συντήρησης λόγω διαρροών), ενώ αντίθετα τα μειονεκτήματα του αερόψυκτου συστήματος —περισσότερος θόρυβος από τη συνεχή λειτουργία του ανεμιστήρα και μειωμένη απόδοση ψύξης στις θερμές μέρες με τον κινητήρα στο ρελαντί— είναι δυσανεκτά ειδικά σε μικρά επιβατικά αυτοκίνητα. Ωστόσο, η ψύξη με αέρα δεν είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί εντελώς: παραμένει και θα συνεχίσει, πιθανότατα, να παραμένει σύνηθης λύση εκεί όπου η απλότητα του συστήματος, το χαμηλότερο κόστος κατασκευής/συντήρησης και το μικρότερο βάρος μετρούν περισσότερο από τη σταθερότητα θερμοκρασίας υπό όλες τις συνθήκες — κυρίως σε δίκυκλα μικρού κυβισμού και σε μικρούς κινητήρες γενικής χρήσης, όπου η υψηλή σχετική ταχύτητα του αέρα γύρω από τους κυλίνδρους αντισταθμίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη μικρότερη ειδική θερμότητα του αέρα σε σχέση με το νερό. Συνολικά, λοιπόν, δεν αναμένεται ουσιαστική επέκταση της ψύξης με αέρα σε μεγαλύτερα ή επιβατικά οχήματα, αλλά ρεαλιστική διατήρηση της χρήσης της σε συγκεκριμένες, μικρού κυβισμού εφαρμογές.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Το δίκυκλό σας, εάν ανήκε στην κατηγορία των 125 cc, θα προτιμούσατε να ήταν αερόψυκτο ή υδρόψυκτο και για ποιο λόγο;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η θεωρία αναφέρει ρητά ότι στα δίκυκλα, κατά κανόνα, το σύστημα ψύξης είναι με αέρα, με αυτή τη λύση να είναι περισσότερο σύνηθης ειδικά στα μικρού κυβισμού δίκυκλα (όπου κατατάσσεται και ένα 125 cc), ενώ στα μεγαλύτερου κυβισμού δίκυκλα εμφανίζονται ολοένα και περισσότερα υδρόψυκτα μοντέλα. Με βάση αυτή τη διαπίστωση και τα γενικά πλεονεκτήματα/μειονεκτήματα κάθε συστήματος, μια τεκμηριωμένη προτίμηση για ένα δίκυκλο 125 cc θα ήταν προς το αερόψυκτο σύστημα, για τους ακόλουθους λόγους: πρόκειται για απλούστερο σύστημα ψύξης, χωρίς ψυγείο, σωληνώσεις, αντλία νερού και ψυκτικό υγρό, άρα με μικρότερο κόστος κατασκευής, λιγότερα εξαρτήματα που μπορούν να παρουσιάσουν βλάβη ή διαρροή, μικρότερο βάρος (σημαντικό πλεονέκτημα σε ένα ελαφρό δίκυκλο μικρού κυβισμού) και απλούστερη συντήρηση. Επιπλέον, σε ένα δίκυκλο 125 cc η σχετικά χαμηλή παραγόμενη θερμότητα και η υψηλή σχετική ταχύτητα του αέρα γύρω από τους εκτεθειμένους κυλίνδρους (λόγω της κίνησης του οχήματος) καλύπτουν επαρκώς τις ψυκτικές ανάγκες, χωρίς να χρειάζεται η μεγαλύτερη σταθερότητα θερμοκρασίας που προσφέρει το υδρόψυκτο σύστημα σε βαρύτερα φορτία λειτουργίας. Θα προτιμούσα, βέβαια, το υδρόψυκτο μόνο σε περίπτωση έντονης, συνεχόμενης χρήσης σε υψηλό φορτίο (π.χ. αγωνιστική χρήση ή συνεχή οδήγηση σε πολύ ζεστό κλίμα), όπου η μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής του υδρόψυκτου συστήματος στις εναλλαγές φάσεων λειτουργίας και η σταθερότερη θερμοκρασία θα δικαιολογούσαν το πρόσθετο κόστος, βάρος και πολυπλοκότητα. Δεκτή και αντίθετη επιλογή (υδρόψυκτο), αρκεί να τεκμηριώνεται με τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα του υδρόψυκτου συστήματος (σταθερότερη θερμοκρασία, μειωμένος θόρυβος, ανεξαρτησία από τις καιρικές συνθήκες).
Κριτήρια αξιολόγησης: