Ερωτήσεις και Ασκήσεις κεφαλαίου 6 (μέρος Β)
Ερώτηση: Πότε ένα σύστημα λέγεται ευσταθές και πότε ασταθές;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα σύστημα λέγεται ευσταθές όταν η πραγματική τιμή της ελεγχόμενης μεταβλητής (θερμοκρασία, πίεση, υγρασία κ.λπ.) κυμαίνεται μέσα σε συγκεκριμένα όρια και τελικά προσεγγίζει την επιθυμητή τιμή με μικρό, ελεγχόμενο σφάλμα — είτε μέσω αποσβενόμενων ταλαντώσεων γύρω από αυτή την τιμή, είτε με αργή, σταθερή (ασυμπτωτική) προσέγγιση. Αντίθετα, ένα σύστημα λέγεται ασταθές όταν η μεταβλητή δεν καταφέρνει να σταθεροποιηθεί κοντά στην επιθυμητή τιμή — συνεχίζει να ταλαντεύεται χωρίς απόσβεση, ή αποκλίνει, συχνά συμπεριφερόμενη σαν σύστημα ON-OFF (μετακίνηση μόνο ανάμεσα σε ακραίες θέσεις) αντί να λειτουργεί ομαλά ως διαμορφωτικός έλεγχος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε ένα σύστημα έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδειχτεί ασταθές;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα σύστημα έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδειχτεί ασταθές όταν λειτουργεί στα ακραία όρια της περιοχής ρύθμισής του, αντί στην κανονική, μεσαία περιοχή λειτουργίας του. Τυπικό παράδειγμα: μια βάνα σχεδιασμένη να λειτουργεί ομαλά ανάμεσα στο 25% και το 75% της πλήρους διαδρομής της, αν επιλεγεί μεγαλύτερη από την κανονικά απαιτούμενη (υπερδιαστασιολογημένη) και αναγκάζεται να λειτουργεί μόνο στο 5-20% της διαδρομής της (δηλαδή σχεδόν κλειστή συνέχεια), θα συμπεριφέρεται πολύ πιο ευαίσθητα/απότομα σε κάθε μικρή εντολή, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο αστάθειας. Άλλες αιτίες: πολύ μεγάλο αναλογικό κέρδος Kp (πολύ μικρό PB), ή γενικά κακή διαστασιολόγηση/ρύθμιση εξοπλισμού σε σχέση με το πραγματικό φορτίο της εγκατάστασης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Μπορεί στο ευσταθές σύστημα να έχουμε συνεχώς μετακίνηση των ενεργοποιητών από τη μία ακραία θέση στην άλλη;
Απάντηση:
Σύνοψη: Όχι. Σε ένα ευσταθές σύστημα διαμορφωτικού ελέγχου, το σφάλμα παραμένει μικρό και η μεταβλητή κινείται κοντά στο σημείο ελέγχου, χωρίς οι ενεργοποιητές να χρειάζεται να μετακινούνται συνεχώς ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις. Η συνεχής μετακίνηση ενεργοποιητών ανάμεσα σε ακραίες θέσεις είναι χαρακτηριστικό των συστημάτων δύο θέσεων (ON-OFF) ή των ασταθών συστημάτων διαμορφωτικού ελέγχου — όχι ενός σωστά ρυθμισμένου, ευσταθούς συστήματος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σας παραδίδουν ένα σύστημα στο οποίο αναλαμβάνετε συντηρητής. Διαπιστώνετε ότι οι ενεργοποιητές μετακινούνται από τη μία θέση στην άλλη, χωρίς να παίρνουν ποτέ κάποια ενδιάμεση θέση. Τι θα πρέπει να υποθέσετε; Σε ποιες ενέργειες θα πείτε στον εργοδότη σας ότι θα πρέπει να προβεί;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αυτή η συμπεριφορά (μετακίνηση μόνο σε ακραίες θέσεις, ποτέ ενδιάμεσες) είναι το χαρακτηριστικό σύμπτωμα ενός ασταθούς συστήματος διαμορφωτικού ελέγχου — συμπεριφέρεται σαν σύστημα ON-OFF ενώ θα έπρεπε να είναι αναλογικό/PI/PID. Θα πρέπει να υποθέσω ότι κάτι δεν έχει ρυθμιστεί σωστά: είτε ο ελεγκτής έχει πολύ μεγάλο αναλογικό κέρδος Kp (πολύ μικρό PB), είτε η βάνα/το τάμπερ είναι υπερδιαστασιολογημένα και αναγκάζονται να λειτουργούν στα ακραία όρια της διαδρομής τους (π.χ. 5-20% αντί για το κανονικό 25-75%). Θα πρότεινα στον εργοδότη μου: 1) να ελεγχθεί/επανα-ρυθμιστεί το αναλογικό κέρδος (Kp/PB) του ελεγκτή, 2) να ελεγχθεί αν η βάνα/το τάμπερ έχει σωστό μέγεθος για την εφαρμογή (πιθανή ανάγκη αντικατάστασης με μικρότερη/κατάλληλη διάσταση), 3) να καλέσουμε ειδικό τεχνικό ρύθμισης αυτοματισμών αν το πρόβλημα δεν λύνεται με απλή επαναρρύθμιση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε σταθερά χρόνου και τι νεκρό χρόνο;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σταθερά χρόνου είναι ο χρόνος που χρειάζεται η ελεγχόμενη μεταβλητή για να φτάσει στο 63,2% της τελικής (τελικής σταθεροποιημένης) τιμής της, μετά από μια εντολή του ελεγκτή. Νεκρός χρόνος είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που ο ελεγκτής δίνει την εντολή μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να γίνεται αισθητή οποιαδήποτε μεταβολή της ελεγχόμενης μεταβλητής (δηλαδή η «καθυστέρηση αντίδρασης» πριν καν αρχίσει η μεταβολή).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς θα αντιληφθείτε αν το σύστημα μπορεί να εξυπηρετηθεί με έναν ελεγκτή τύπου Ρ ή ΡΙ ή PID; Υπάρχει περίπτωση να μην είναι ούτε ο ελεγκτής PID κατάλληλος;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η καταλληλότητα του τύπου ελεγκτή κρίνεται από τον λόγο TR/TD (χρόνος ανύψωσης προς χρόνο καθυστέρησης) του συστήματος: όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο λόγος (δηλαδή όσο πιο «αργά» αντιδρά το σύστημα σε σχέση με τη διάρκεια της μεταβολής του), τόσο απλούστερος ελεγκτής αρκεί — σε πολύ μεγάλες τιμές αρκεί P, σε μικρότερες αλλά πάνω από περίπου 7,4 αρκεί PI, σε ακόμη μικρότερες χρειάζεται PID. Ναι, υπάρχει περίπτωση να μην επαρκεί ούτε ο PID: σε τιμές του λόγου TR/TD μικρότερες του περίπου 3,3, ακόμη και ο πιο σύνθετος ελεγκτής PID μπορεί να είναι ανεπαρκής, οπότε χρειάζονται ειδικές διατάξεις ελέγχου πέρα από τους τυπικούς P/PI/PID.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε υπερύψωση; Παρουσιάζουν όλα τα συστήματα αυτοματισμού υπερύψωση;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Υπερύψωση (overshoot), VH, ονομάζεται η διαφορά της μέγιστης τιμής της μεταβλητής από το σημείο ελέγχου, δηλαδή VH = Vmax − V1. Εμφανίζεται όταν η ελεγχόμενη μεταβλητή, κατά την προσέγγισή της προς την τελική (επιθυμητή) τιμή, ξεπερνά προσωρινά αυτή την τιμή, πριν επιστρέψει και σταθεροποιηθεί κοντά της — αντιστοιχεί στην πρώτη περίπτωση προσέγγισης (ταλαντωτική, με αποσβενόμενες ταλαντώσεις γύρω από την τελική τιμή). Όχι, δεν παρουσιάζουν όλα τα συστήματα υπερύψωση: υπάρχει και ο δεύτερος τρόπος προσέγγισης, όπου η μεταβλητή αυξάνεται αργά αλλά σταθερά και πλησιάζει ασυμπτωτικά την επιθυμητή τιμή χωρίς ποτέ να τη ξεπερνά (χωρίς υπερύψωση) — αυτός ο δεύτερος τύπος συστήματος είναι πολύ πιο δύσκολο να αποδειχτεί ασταθής, ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζει τέτοιες ταλαντώσεις/υπερύψωση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα είδη των τάμπερ και ποια των βαλβίδων (ή των βανών);
Απάντηση:
Σύνοψη: Τάμπερ: (α) με πτερύγια που κινούνται παράλληλα μεταξύ τους, (β) με πτερύγια που κινούνται αντίστροφα το ένα ως προς το άλλο, και (γ) ειδικά τάμπερ σχεδιασμένα για ακριβή μέτρηση της παροχής αέρα. Βάνες: (α) δίοδες — ρυθμίζουν την ποσότητα ροής μεταβάλλοντας την αντίστασή τους (π.χ. θερμοστατική εκτονωτική βαλβίδα, ηλεκτροβάνες), (β) τρίοδες — ρυθμίζουν είτε τη θερμοκρασία (ανάμειξη προσαγωγής-επιστροφής) είτε την παροχή, (γ) τετράοδες — ρυθμίζουν μόνο τη θερμοκρασία (όπως ο πρώτος τρόπος των τριόδων), με πιο περιορισμένη χρήση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά και ποια η ομοιότητα στη λειτουργία μεταξύ τρίοδης και τετράοδης βάνας; Πού πλεονεκτεί η τετράοδη βάνα; Ποια χρησιμοποιείται περισσότερο και γιατί;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ομοιότητα: η τετράοδη βάνα λειτουργεί όπως ο πρώτος τρόπος λειτουργίας της τρίοδης, δηλαδή ρυθμίζει τη θερμοκρασία του ρευστού (με ανάμειξη του ρεύματος προσαγωγής με το ρεύμα της επιστροφής), χωρίς να μεταβάλλει σημαντικά την παροχή του. Διαφορά: η τρίοδη βάνα μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους (ρύθμιση θερμοκρασίας ή μεταβολή παροχής), ενώ η τετράοδη μόνο με τον πρώτο. Πού πλεονεκτεί η τετράοδη: δεν υπάρχει κίνδυνος αντίθετης ροής στον κλάδο επιστροφής όταν ο κάθε κλάδος έχει τη δική του αντλία (πρόβλημα που παρουσιάζει η τρίοδη)· επίσης, ακόμη και όταν υπάρχει κεντρική αντλία, δεν υπάρχει τρόπος να επηρεάσει το ένα κύκλωμα το άλλο. Ποια χρησιμοποιείται περισσότερο: η τρίοδη, επειδή τα πλεονεκτήματα της τετράοδης δεν είναι πάντοτε σημαντικά για τη σωστή λειτουργία μίας εγκατάστασης· συνολικά, περισσότερο χρησιμοποιούνται οι δίοδες, μετά οι τρίοδες, ενώ οι τετράοδες σχετικά σπάνια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι πλεονέκτημα βλέπετε να υπάρχει αν χρησιμοποιήσετε τρίοδη βάνα για τη μεταβολή της παροχής αντί για τη δίοδη;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όταν χρησιμοποιείται μια τρίοδη βάνα σε μέθοδο διανομής/παράκαμψης (bypass) για τη μεταβολή της παροχής προς τον καταναλωτή, το βασικό πλεονέκτημά της έναντι της δίοδης είναι ότι διατηρεί σταθερή τη συνολική παροχή/πίεση στο κύριο δίκτυο (η αντλία «βλέπει» πάντα την ίδια συνολική αντίσταση, αφού η παροχή απλώς ανακατευθύνεται ανάμεσα στον καταναλωτή και την παράκαμψη, αντί να «κλείνει» σαν τη δίοδη) — αυτό αποφεύγει τις διακυμάνσεις πίεσης στο δίκτυο που θα προκαλούσε η μεταβολή της αντίστασης μιας δίοδης βάνας, ιδίως σε δίκτυα με πολλούς παράλληλους καταναλωτές.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα τρία τυπικά είδη χαρακτηριστικών λειτουργίας των βανών και των τάμπερ;
Απάντηση:
Σύνοψη: Τα τρία τυπικά είδη χαρακτηριστικών καμπυλών λειτουργίας βανών και τάμπερ είναι: α) Ταχείας αποκατάστασης της ροής — μικρή αρχική κίνηση προκαλεί μεγάλη μεταβολή της παροχής. β) Αναλογικής λειτουργίας — η μεταβολή παροχής είναι περίπου ανάλογη με το ποσοστό της κίνησης (γραμμική σχέση). γ) Ίσων ποσοστών — ίσες (ποσοστιαίες) μετακινήσεις προκαλούν ίσες ποσοστιαίες μεταβολές της παροχής (καμπύλη εκθετικού τύπου).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Οι χαρακτηριστικές καμπύλες των βανών και των τάμπερ μεταβάλλονται ή είναι σταθερές; Πότε και με ποιον τρόπο γίνεται αυτή η μεταβολή;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι χαρακτηριστικές καμπύλες δεν είναι απόλυτα σταθερές — μεταβάλλονται (παραμορφώνονται) ανάλογα με τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας του δικτύου, και συγκεκριμένα ανάλογα με τον συντελεστή πτώσης πίεσης: β = Δpmin/Δpmax για τις βάνες, ή α = Δpmax/Δpmin για τα τάμπερ (λόγος της ελάχιστης προς τη μέγιστη πτώση πίεσης στη διάταξη, ανάλογα με τις υπόλοιπες αντιστάσεις του δικτύου). Καθώς αλλάζει αυτός ο λόγος, η πραγματική (εγκατεστημένη) καμπύλη της βάνας/τάμπερ αποκλίνει από την ονομαστική (εργαστηριακή) καμπύλη της — π.χ. μια βάνα ίσων ποσοστών με β≈0,1 μπορεί να συμπεριφέρεται σχεδόν αναλογικά στην πραγματική εγκατάσταση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιο από τα τρία τυπικά είδη χαρακτηριστικών καμπυλών είναι κατά τη γνώμη σας το πιο χρήσιμο;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι βάνες/τάμπερ ίσων ποσοστών θεωρούνται γενικά οι πιο χρήσιμες στην πράξη, γιατί σε πραγματικές εγκαταστάσεις (όπου υπάρχει πάντα κάποια πτώση πίεσης σε άλλα εξαρτήματα του δικτύου, όχι μόνο στη βάνα) η καμπύλη τους «παραμορφώνεται» προς μια πιο κοντινή στην επιθυμητή αναλογική συμπεριφορά — ενώ μια βάνα κατασκευασμένη εξαρχής με «αναλογική» ονομαστική καμπύλη, όταν εγκατασταθεί σε πραγματικό δίκτυο, συχνά παραμορφώνεται προς τη μη επιθυμητή κατεύθυνση (γίνεται πιο κοντά σε ταχείας αποκατάστασης). Έτσι, οι βάνες ίσων ποσοστών προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία και προβλεψιμότητα σε ένα ευρύτερο φάσμα πραγματικών συνθηκών λειτουργίας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Αν θέλετε μία βάνα με μία συγκεκριμένη χαρακτηριστική και διαπιστώνετε ότι αυτή δεν υπάρχει στο εμπόριο, τι μπορείτε να κάνετε;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αν δεν υπάρχει στο εμπόριο βάνα με ακριβώς την επιθυμητή χαρακτηριστική καμπύλη, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη χαρακτηριστική καμπύλη του ενεργοποιητή για να «διορθώσουμε» το αποτέλεσμα: πολλοί ενεργοποιητές (σερβοκινητήρες) διαθέτουν δικό τους ρυθμιστή (π.χ. ποτενσιόμετρο διαβαθμισμένο σε αριθμούς), που τους επιτρέπει να μετακινούνται με μη γραμμικό τρόπο ανάλογα με το σήμα εντολής. Επιλέγοντας κατάλληλα τη ρύθμιση του ενεργοποιητή, η συνολική καμπύλη του συστήματος [ενεργοποιητής]+[βάνα] (η οποία προκύπτει από τον συνδυασμό των δύο επιμέρους καμπυλών) μπορεί να προσεγγίσει την επιθυμητή συνολική συμπεριφορά, ακόμη κι αν καμία από τις δύο μεμονωμένες συσκευές δεν έχει ακριβώς αυτή τη χαρακτηριστική.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Η χαρακτηριστική λειτουργίας ενός ενεργοποιητή μπορεί να είναι μία συγκεκριμένη και σταθερή καμπύλη; Τι πρόβλημα μπορεί ενδεχομένως να υπάρξει;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι απαραίτητα — πολλοί ενεργοποιητές μπορούν να ρυθμιστούν ώστε να ακολουθούν διαφορετικές (μη γραμμικές) χαρακτηριστικές καμπύλες, ανάλογα με τις ανάγκες της εφαρμογής, μέσω ενός εσωτερικού ρυθμιστή. Το πρόβλημα που μπορεί να προκύψει είναι ότι, αν ο ενεργοποιητής δεν ρυθμιστεί σωστά (ή αν χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογή, με τη «σταθερή» εργοστασιακή του καμπύλη), η συνολική καμπύλη του συστήματος ενεργοποιητής+βάνα μπορεί να αποκλίνει σημαντικά από την επιθυμητή συμπεριφορά (π.χ. να συμπεριφέρεται σαν ταχείας αποκατάστασης ενώ επιθυμούμε αναλογική), οδηγώντας σε κακό έλεγχο ή και αστάθεια του συστήματος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι η εξισορρόπηση και πώς πραγματοποιείται;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Εξισορρόπηση ενός υδραυλικού (ή αερισμού) δικτύου είναι η διαδικασία με την οποία εξασφαλίζεται ότι κάθε κλάδος του δικτύου διαρρέεται από τη σωστή, προκαθορισμένη μέγιστη παροχή (σχεδιασμού), ανεξάρτητα από τις διαφορετικές αποστάσεις/αντιστάσεις κάθε κλάδου. Πραγματοποιείται συνήθως με ειδικές βάνες εξισορρόπησης (διαφορετικές από τις βάνες ελέγχου του αυτοματισμού), οι οποίες ρυθμίζονται μία φορά (κατά την πρώτη λειτουργία/παράδοση της εγκατάστασης) ώστε να «περιορίσουν» την υπερβολική παροχή σε κλάδους με μικρότερη αντίσταση, μέχρι όλοι οι κλάδοι να παίρνουν τη σωστή αναλογία παροχής.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Γιατί κατά τη γνώμη σας είναι προϋπόθεση το δίκτυο να είναι σωστά εξισορροπημένο για να λειτουργήσει σωστά και το σύστημα αυτοματισμού;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύστημα αυτοματισμού δεν αντικαθιστά την εξισορρόπηση — απλώς ρυθμίζει περαιτέρω, προς τα κάτω, την παροχή που έχει ήδη οριστεί από την εξισορρόπηση ως η μέγιστη δυνατή τιμή για κάθε κλάδο. Αν το δίκτυο δεν είναι σωστά εξισορροπημένο, οι κλάδοι με μικρότερη αντίσταση θα παίρνουν δυσανάλογα μεγαλύτερη παροχή από την προβλεπόμενη, και ο αυτοματισμός (που μπορεί μόνο να μειώσει την παροχή σε σχέση με αυτό το «ανώτατο όριο», όχι να τη διορθώσει προς τα πάνω σε υποτροφοδοτούμενους κλάδους) δεν θα μπορεί ποτέ να επιτύχει τη σωστή κατανομή/απόδοση σε ολόκληρη την εγκατάσταση, όσο καλά κι αν είναι ρυθμισμένος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Αν το σύστημα αυτοματισμού δεν μπορεί να ρυθμιστεί σωστά, τι θα πρέπει να σκεφτείτε ότι είναι πιθανόν να μην έχει γίνει στην εγκατάσταση ή τουλάχιστον να μην έχει γίνει σωστά;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αν το σύστημα αυτοματισμού δεν μπορεί να ρυθμιστεί σωστά (παρουσιάζει αστάθεια, μη αναμενόμενη συμπεριφορά κ.λπ.), θα πρέπει να εξετάσω κατά σειρά: 1) την εξισορρόπηση του δικτύου (μήπως δεν έχει γίνει καθόλου, ή έχει γίνει λανθασμένα — κάποιοι κλάδοι να παίρνουν λάθος παροχή), 2) τη διαστασιολόγηση των βανών/τάμπερ (μήπως είναι υπερδιαστασιολογημένα και λειτουργούν στα ακραία όρια της διαδρομής τους, προκαλώντας αστάθεια), και 3) τις ρυθμίσεις του ίδιου του ελεγκτή (μήπως το αναλογικό κέρδος Kp/PB, ή οι παράμετροι Ti/Td, δεν έχουν ρυθμιστεί σωστά για τα δυναμικά χαρακτηριστικά (χρόνους απόκρισης) του συγκεκριμένου συστήματος).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Με ποιον τρόπο γίνεται η ρύθμιση των ελεγκτών; Είναι ιδιαίτερα δύσκολη ως διαδικασία; Τι είναι αυτό που την έχει απλοποιήσει;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ρύθμιση των ελεγκτών γίνεται συνήθως επιτόπου, στην πραγματική εγκατάσταση, ακολουθώντας μια εμπειρική διαδικασία δοκιμής (π.χ.: μηδενισμός ρυθμίσεων → χειροκίνητη λειτουργία στο μέσο της περιοχής ελέγχου → επαναφορά σε αυτόματη λειτουργία → σταδιακή αύξηση του αναλογικού κέρδους Kp μέχρι να εμφανιστεί συνεχής ταλάντωση → υπολογισμός της τελικής ρύθμισης από την τιμή στην οποία εμφανίστηκε αυτή η ταλάντωση). Αν και εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση περίπλοκης διαδικασίας (λόγω της πολυπλοκότητας των συστημάτων αυτοματισμού γενικά), στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, χάρη ακριβώς σε αυτές τις απλοποιημένες εμπειρικές μεθόδους ρύθμισης, που δεν απαιτούν πολύπλοκους θεωρητικούς/μαθηματικούς υπολογισμούς από τον τεχνικό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Φτιάξτε έναν πίνακα με όλες τις δυνατές κατατάξεις των συστημάτων αυτοματισμού. Μην περιοριστείτε μόνο σε όσα αναφέρονται στο κεφάλαιο (6.3).
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένας συγκεντρωτικός πίνακας κατατάξεων: Κατά τον προορισμό (Πίνακας 6.1): (1) ελέγχου συνθηκών χώρου (κυρίως κλιματισμός), (2) λειτουργίας και προστασίας (κυρίως ψύξη), με επιμέρους υποκατηγορίες ελέγχου λειτουργίας, προστασίας και εξοικονόμησης ενέργειας. Κατά τον τρόπο που ασκούν τον έλεγχο: (1) ανοικτού βρόχου, (2) κλειστού βρόχου. Κατά το ρευστό: (1) αέρα, (2) νερού, (3) ψυκτικού ρευστού. Κατά το μέσο λειτουργίας: (1) ηλεκτρικοί/ηλεκτρονικοί, (2) ελεγχόμενοι από το ίδιο το ρευστό (π.χ. Θ.Ε.Β.), (3) πνευματικοί, (4) υδραυλικοί, (5) μεικτοί. Κατά τον τρόπο που επενεργούν (συστήματα κλειστού βρόχου): (1) δύο θέσεων (ON-OFF), (2) πλωτού ελέγχου ή προοδευτικής λειτουργίας, (3) διαμορφωτικού ελέγχου (Ρ, ΡΙ, PID), (4) λογικού ελέγχου (fuzzy logic). Πέρα από όσα κατατάσσει ρητά το κεφάλαιο, θα μπορούσε να προστεθεί και κατάταξη κατά το σήμα εξόδου του ελεγκτή: έξοδος ON-OFF, έξοδος παλμών (προοδευτική λειτουργία), έξοδος τάσης 0-10 V ή 2-10 V (διαμορφωτικός έλεγχος).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σας χάλασε ένα εξάρτημα του δικτύου αυτοματισμού της εγκατάστασης για την οποία είσαστε υπεύθυνος. Δεν το βρίσκετε στο εμπόριο και σας λένε από την αντιπροσωπία ότι έχει καταργηθεί εδώ και πέντε έτη. Τι θα πρέπει κατά τη γνώμη σας να κάνετε;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αφού το ακριβές εξάρτημα έχει καταργηθεί, δεν μπορώ να το βρω ίδιο — σύμφωνα με τον κανόνα του βιβλίου, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει: 1) να αναζητήσω το αντίστοιχο/ισοδύναμο εξάρτημα (ίδιας λειτουργίας/προδιαγραφών) από άλλον κατασκευαστή, 2) να συμβουλευτώ κάποιον ειδικό στους αυτοματισμούς (ή απευθείας την κατασκευάστρια εταιρεία του συστήματος) πριν προχωρήσω στην αντικατάσταση, ώστε να βεβαιωθώ ότι το νέο εξάρτημα θα κάνει ακριβώς την ίδια εργασία με το παλιό, 3) μετά την τοποθέτηση, να ρυθμίσω το νέο εξάρτημα κατάλληλα (οι ρυθμίσεις ενδέχεται να διαφέρουν από το παλιό, ακόμη κι αν το νέο είναι «ισοδύναμο»), αντί να το εγκαταστήσω τυφλά με τις ίδιες ρυθμίσεις.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Έστω ότι είσαστε ο υπεύθυνος συντηρητής σε μία κεντρική εγκατάσταση κλιματισμού ενός πολύ μεγάλου κτηρίου, με περίπλοκα συστήματα αυτοματισμού. Σας φέρνουν έναν καινούριο βοηθό, ο οποίος για να μάθει πώς λειτουργούν τα συστήματα αυτοματισμού, σας ζητάει να τον αφήσετε να πειραματιστεί μαζί τους. Θα του το επιτρέψετε; Αν ναι, θα τον αφήσετε να κάνει ό,τι θέλει ή θα του βάλετε περιορισμούς και στην περίπτωση αυτή σε ποια σημεία θα τον αφήνατε να επέμβει; Τι θα του συνιστούσατε να προσέξει για να μάθει καλύτερα πώς αντιδρούν οι αυτοματισμοί;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι, δεν θα του επέτρεπα να πειραματιστεί με τις ρυθμίσεις. Ο κανόνας του βιβλίου είναι σαφής: σε ένα σύστημα αυτοματισμού που λειτουργεί σωστά ουδέποτε επεμβαίνουμε στις ρυθμίσεις των ελεγκτών και των ενεργοποιητών και δεν πειραματιζόμαστε με αυτά τα εξαρτήματα· με τους αυτοματισμούς δεν επεμβαίνουμε χωρίς λόγο, γιατί η απορρύθμιση είναι πολύ εύκολη, ενώ η εκ νέου ρύθμιση μπορεί να είναι δύσκολη, δαπανηρή και να απαιτεί τεχνικό αυτοματισμών που να γνωρίζει καλά το συγκεκριμένο σύστημα. Αυτό που θα του επέτρεπα είναι να παρατηρεί το σύστημα σε λειτουργία, χωρίς να αλλάζει ρυθμίσεις: να μελετά τα σχέδια του αυτοματισμού, να παρακολουθεί τις ενδείξεις (π.χ. στην οθόνη του κεντρικού συστήματος ελέγχου) και να συμμετέχει μαζί μου στις εργασίες συντήρησης. Θα του συνιστούσα να προσέχει: αν οι ενεργοποιητές παίρνουν ενδιάμεσες θέσεις ή μεταβαίνουν από τη μία ακραία θέση στην άλλη (ένδειξη κακής ρύθμισης ή αστάθειας), πόσος χρόνος μεσολαβεί από μία εντολή μέχρι να φανεί το αποτέλεσμά της (νεκρός χρόνος) και πώς αντιδρά το σύστημα σε μεταβολές του φορτίου (π.χ. αν η μεταβλητή ταλαντώνεται γύρω από το σημείο ελέγχου πριν σταθεροποιηθεί).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ένα σύστημα, ο πρεσοστάτης έχει ρυθμιστεί σε πίεση 420 kPa (=4,2 bar). Ξεκινάμε το σύστημα και βρίσκουμε, με ένα μανόμετρο Bourdon, ότι συναρτήσει του χρόνου η πίεση αυξάνεται σύμφωνα με τον πίνακα: Χρόνος(s): 5,10,12,20,30,40,50,60,65,70,80,90 — Πίεση(kPa): 0,5,45,105,175,280,400,455,475,440,400,435. Να σχεδιαστεί η μεταβολή της πίεσης συναρτήσει του χρόνου. Να βρεθούν ο νεκρός χρόνος, η σταθερά χρόνου, ο χρόνος καθυστέρησης TD και ο χρόνος ανύψωσης TR. Παρουσιάζει το σύστημα υπερύψωση και αν ναι, πόση είναι αυτή; Αν υποτεθεί ότι το είδος της λειτουργίας είναι τέτοιο ώστε να χρειάζεται αυτοματισμός ελέγχου και ρύθμισης, μπορεί να εφαρμοστεί σ' αυτό το σύστημα διάταξη αυτοματισμού διαμορφωτικού ελέγχου (Ρ, ΡΙ ή PID);
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Γράφημα: τα σημεία του πίνακα δίνουν καμπύλη που μένει στο 0 μέχρι τα 5 s, ανεβαίνει αργά στην αρχή (5 kPa στα 10 s) και μετά απότομα, ξεπερνά τα 420 kPa μετά τα 50 s, φτάνει στο μέγιστο 475 kPa στα 65 s και στη συνέχεια ταλαντώνεται (440 → 400 → 435 kPa) γύρω από τα 420 kPa. Νεκρός χρόνος ≈ 5-10 s (στα 5 s η πίεση είναι ακόμη 0 και στα 10 s μόλις 5 kPa, περίπου το 1% της τελικής τιμής). Σταθερά χρόνου (63,2% των 420 kPa ≈ 265 kPa) ≈ 38,6 s. Χρόνος καθυστέρησης TD (210 kPa) ≈ 33,3 s. Χρόνος ανύψωσης TR = 48,2 − 11,9 ≈ 36,3 s (από 42 kPa έως 378 kPa). Υπερύψωση: ναι, VH = Vmax − V1 = 475 − 420 = 55 kPa (περίπου 13% της τιμής ρύθμισης). Διαμορφωτικός έλεγχος: ο λόγος TR/TD ≈ 36,3 / 33,3 ≈ 1,1 είναι πολύ μικρότερος από 3,3. Σύμφωνα με τον πρακτικό κανόνα του βιβλίου, σε τόσο μικρό λόγο ακόμη και ο ελεγκτής PID ενδέχεται να αποδειχτεί ανεπαρκής· ο έλεγχος είναι δύσκολος, οι ελεγκτές Ρ και ΡΙ αποκλείονται, και αν εφαρμοστεί διάταξη διαμορφωτικού ελέγχου θα πρέπει να είναι PID, πιθανότατα με ειδικές διατάξεις αντιστάθμισης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ένα σύστημα κλιματισμού με έλεγχο της εξερχόμενης θερμοκρασίας νερού από το στοιχείο, διαπιστώνεται ότι κατά την εκκίνηση η θερμοκρασία εξόδου του νερού από το στοιχείο, κατά τα 15 πρώτα λεπτά λειτουργίας, ακολουθεί τη μεταβολή του παρακάτω πίνακα. Μετά από 60 λεπτά λειτουργίας, η θερμοκρασία εξόδου σταθεροποιείται στους 45°C. Χρόνος (min): 5 · 0,2 · 0,3 · 0,5 · 1 · 2 · 4 · 6 · 9 · 12 · 15 — Θερμοκρασία: 0 · 20,1 · 27,5 · 34,5 · 36,5 · 38 · 40 · 41 · 41,5 · 42 · 42,5. Να σχεδιαστεί η μεταβολή της θερμοκρασίας συναρτήσει του χρόνου. Να βρεθούν ο νεκρός χρόνος, η σταθερά χρόνου, ο χρόνος καθυστέρησης TD και ο χρόνος ανύψωσης TR. Αν εφαρμόσετε σύστημα διαμορφωτικού ελέγχου, τότε ποιο θα επιλέγατε, το Ρ, το ΡΙ ή το PID;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Γράφημα: η θερμοκρασία ανεβαίνει πολύ απότομα στην αρχή (από 0 σε 34,5°C μέσα στα πρώτα 0,5 min) και μετά πολύ αργά, πλησιάζοντας ασυμπτωτικά τους 45°C (42,5°C στα 15 min, 45°C μετά από 60 min)· δεν υπάρχει υπερύψωση. Νεκρός χρόνος: πρακτικά μηδενικός — η θερμοκρασία αρχίζει να ανεβαίνει αμέσως (ήδη 20,1°C στα 0,2 min), οπότε ο νεκρός χρόνος είναι σίγουρα μικρότερος από 0,2 min και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τον πίνακα. Σταθερά χρόνου (28,4°C): ≈ 0,33 min (περίπου 20 s). Χρόνος καθυστέρησης TD (22,5°C): ≈ 0,23 min (περίπου 14 s). Χρόνος ανύψωσης TR: από 0,045 min (4,5°C) έως 5 min (40,5°C), δηλαδή TR ≈ 4,96 min. Επιλογή ελεγκτή: TR/TD ≈ 4,96 / 0,23 ≈ 21. Η τιμή αυτή είναι μεγαλύτερη από 7,4 αλλά όχι «πολύ μεγάλη» (της τάξης του 50, όπου συνήθως αρκεί ο Ρ)· σύμφωνα με τον πρακτικό κανόνα του βιβλίου θα επιλέγαμε ελεγκτή ΡΙ, ενώ ο PID δεν χρειάζεται.
Κριτήρια αξιολόγησης: