Λύσεις ερωτήσεων ασκήσεων 22-24 (σελ. 125, 133, 139) – ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΗΜΑΤΟΣ Εργαστήριο Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων ασκήσεων 22-24

Πλήρεις λύσεις και των έξι ερωτήσεων των ασκήσεων 22 έως 24 — ο εντοπισμός απώλειας σήματος εικόνας με τον παλμογράφο και η διάκριση σφάλματος εγγραφής από σφάλμα αναπαραγωγής, οι περιπτώσεις χειροκίνητης ρύθμισης της έκθεσης και το τι ακριβώς μεταβάλλει ένα ψηφιακό εφφέ, καθώς και η σύγκριση των δύο τρόπων σύνδεσης για αντιγραφή και η συμπεριφορά του ήχου σε διαφορετική ταχύτητα αναπαραγωγής.


Άσκηση 22η · Ερώτηση 1 — Εντοπισμός απώλειας σήματος εικόνας με τον παλμογράφο

Ερώτηση: 1. Μετά την ενεργοποίηση της CAM 1 διαπιστώνετε ότι το μόνιτορ CAM 1 δεν απεικονίζει την εικόνα, που καλύπτει η CAM 1. Ποιες ενέργειες θα κάνετε για να εντοπίσετε την απώλεια του σήματος εικόνας (VIDEO 0-5ΜΗΖ) χρησιμοποιώντας τον παλμογράφο;

Απάντηση:

  • Η μέθοδος: διαδοχική μέτρηση με τον παλμογράφο σε κάθε κόμβο της αλυσίδας, από την πηγή προς τον προορισμό, ώσπου να βρεθεί το σημείο όπου το σήμα χάνεται.

     ΑΛΥΣΙΔΑ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ (σχ. 21.5.1 / 22.5.1)
    
      ① ΚΑΜΕΡΑ 1 ─► ② RCU ─► ③ ΚΟΝΣΟΛΑ / ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ ΕΦΦΕ
                              ─► ④ VIDEO DISTRIBUTOR ─► ⑤ MONITOR CAM 1
    
      Μετράμε στα ①②③④⑤ διαδοχικά με τον ΠΑΛΜΟΓΡΑΦΟ.
      Όπου υπάρχει σήμα και στο επόμενο σημείο δεν υπάρχει,
      εκεί βρίσκεται η βλάβη.

    Τι πρέπει να δείχνει ο παλμογράφος: το πλήρες σήμα βίντεο 0-5 MHz — παλμό γραμμής περιόδου 64 μs, με παλμό συγχρονισμού πλάτους περίπου 0,3 V και ωφέλιμη πληροφορία έως το 1 Vpp συνολικά, σε γραμμή 75 Ω.

    Τα βήματα κατά σειρά: 1. Ρύθμιση του οργάνου: DC coupling, 1 Vpp περιοχή, χρονική βάση στη συχνότητα γραμμής ή πεδίου, και τερματισμός 75 Ω (αλλιώς η μέτρηση δείχνει διπλάσια στάθμη ή ανακλάσεις). 2. Έξοδος της κάμερας (CAM OUT): αν δεν υπάρχει σήμα εδώ, το πρόβλημα είναι στην κάμερα ή στην τροφοδοσία / RCU της — ελέγχουμε αν έχει ρεύμα, αν το κάλυμμα του φακού είναι ανοιχτό και αν η ίριδα δεν είναι εντελώς κλειστή. 3. Έξοδος του RCU: αν εδώ χάθηκε το σήμα που υπήρχε στην κάμερα, φταίει το RCU ή το καλώδιο κάμερας-RCU. 4. Είσοδος και έξοδος της κονσόλας / γεννήτριας εφφέ: αν το σήμα μπαίνει αλλά δεν βγαίνει, ελέγχουμε τις επιλογές σταυροσύνδεσης (μπορεί απλώς να μην έχει επιλεγεί η CAM 1) και τα εφφέ που ίσως την κρύβουν. 5. Είσοδος και έξοδος του VIDEO DISTRIBUTOR: αν το σήμα σβήνει εδώ, ελέγχουμε τροφοδοσία και έξοδο του διανομέα. 6. Είσοδος του μόνιτορ: αν το σήμα φθάνει σωστά στην είσοδο του μόνιτορ αλλά δεν εμφανίζεται εικόνα, η βλάβη είναι στο ίδιο το μόνιτορ ή στη ρύθμισή του (λάθος είσοδος, κλειστή φωτεινότητα, λάθος τερματισμός 75 Ω / HIGH Z).

    Τι μας λέει η μορφή του σήματος: Καθόλου σήμα — διακοπή καλωδίου ή νεκρή βαθμίδα. Μόνο συγχρονισμοί χωρίς εικόνα — η κάμερα δουλεύει αλλά δεν φωτίζεται ή η ίριδα είναι κλειστή. Σήμα μισής στάθμης — λάθος τερματισμός ή διπλή φόρτιση της γραμμής. Παραμορφωμένο σήμα — κακό καλώδιο ή βραχυκύκλωμα/διακοπή στον συνδετήρα, όπως στους ελέγχους της άσκησης 20 (σελ. 115): να ελέγξετε την ωμική συνέχεια των κεντρικών αγωγών και την ύπαρξη βραχυκυκλώματος ή μη. Η απλή προκαταρκτική δοκιμή: αντικατάσταση του καλωδίου με άλλο δοκιμασμένο ή σύνδεση της CAM 1 σε άλλο μόνιτορ — αν εκεί εμφανίζεται εικόνα, το πρόβλημα είναι μετά την κάμερα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εντοπισμός γίνεται με διαδοχική μέτρηση του σήματος με τον παλμογράφο σε κάθε κόμβο της αλυσίδας, από την πηγή προς τον προορισμό, ώσπου να βρεθεί το σημείο όπου το σήμα χάνεται. Πρώτα ρυθμίζουμε το όργανο σε συνεχή σύζευξη, περιοχή ενός volt από κορυφή σε κορυφή, χρονική βάση στη συχνότητα γραμμής ή πεδίου και τερματισμό εβδομήντα πέντε ohm, ώστε η μέτρηση να είναι σωστή. Στη συνέχεια μετράμε στην έξοδο της κάμερας: αν δεν υπάρχει σήμα, το πρόβλημα βρίσκεται στην κάμερα ή στην τροφοδοσία και τη μονάδα απομακρυσμένου ελέγχου της, οπότε ελέγχουμε ρεύμα, κάλυμμα φακού και ίριδα. Έπειτα μετράμε στην έξοδο της μονάδας ελέγχου, στην είσοδο και στην έξοδο της κονσόλας με τη γεννήτρια εφφέ, όπου ελέγχουμε και μήπως απλώς δεν έχει επιλεγεί η συγκεκριμένη κάμερα ή κάποιο εφφέ την καλύπτει, στη συνέχεια στην είσοδο και στην έξοδο του διανομέα εικόνας και τέλος στην είσοδο του μόνιτορ. Αν το σήμα φτάνει σωστά στο μόνιτορ αλλά δεν εμφανίζεται εικόνα, η βλάβη είναι στο ίδιο το μόνιτορ ή στις ρυθμίσεις του, δηλαδή σε λάθος επιλογή εισόδου, κλειστή φωτεινότητα ή λάθος τερματισμό. Η μορφή του σήματος δίνει πρόσθετες πληροφορίες: πλήρης απουσία σημαίνει διακοπή καλωδίου ή νεκρή βαθμίδα, μόνο παλμοί συγχρονισμού χωρίς εικόνα σημαίνουν ότι η κάμερα λειτουργεί αλλά δεν φωτίζεται ή έχει κλειστή ίριδα, μισή στάθμη σημαίνει λάθος τερματισμό και παραμορφωμένο σήμα κακό καλώδιο ή ελαττωματικό συνδετήρα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Άσκηση 22η · Ερώτηση 2 — Διάκριση σφάλματος εγγραφής από σφάλμα αναπαραγωγής

Ερώτηση: 2. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής της βιντεοταινίας από το VCR 1 διαπιστώνετε ότι το μόνιτορ VCR1 δεν απεικονίζει την εικόνα, που είχε καταγραφεί. Ποιες ενέργειες θα κάνετε για να διαπιστώσετε, αν το πρόβλημα προέρχεται από σφάλμα κατά τη διάρκεια της εγγραφής ή κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής;

Απάντηση:

  • Η λογική: απομονώνουμε τη μία μεταβλητή τη φορά — δοκιμάζουμε την ίδια ταινία σε άλλη συσκευή και άλλη, γνωστά καλή, ταινία στην ίδια συσκευή.

                ΤΑΙΝΙΑ ΜΑΣ            ΤΑΙΝΙΑ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΛΗ
     VCR1         ✘  ?                      ?
     ΑΛΛΟ VCR      ?                        ✔ (αναφορά)
    
      ταινία ✘ παντού  →  ΣΦΑΛΜΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ
      ταινία ✔ αλλού, ✘ στο VCR1  →  ΣΦΑΛΜΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (ή tracking)

    Τα βήματα: 1. Δοκιμή της ίδιας ταινίας σε άλλη συσκευή (π.χ. στο VCR2 ή στο EDITING VCR του σχ. 22.5.1). Αν η εικόνα εμφανίζεται κανονικά εκεί, η εγγραφή είναι σωστή και το πρόβλημα βρίσκεται στην αναπαραγωγή του VCR1. 2. Δοκιμή γνωστά καλής, εργοστασιακής ταινίας στο VCR1. Αν ούτε αυτή παίζει, το VCR1 έχει βλάβη αναπαραγωγής· αν παίζει κανονικά, η δική μας ταινία είναι κακογραμμένη. 3. Ρύθμιση του TRACKING. Πριν από κάθε συμπέρασμα δοκιμάζουμε το TRACKING ADJUST (άσκηση 19, σελ. 111), γιατί ταινία γραμμένη σε άλλο μηχάνημα μπορεί να θέλει διαφορετική ρύθμιση: αν με τη ρύθμιση καθαρίζει η εικόνα, δεν υπήρχε καθόλου σφάλμα. 4. Παρατήρηση του είδους της εικόνας: Κενή, μπλε ή μόνο θόρυβος («χιόνι») σε όλη την ταινία → πιθανότατα δεν έγινε καθόλου εγγραφή (π.χ. δεν επιλέχθηκε η σωστή είσοδος, ή η ταινία είχε σπασμένη τη γλωττίδα προστασίας). Λωρίδες θορύβου ή διακεκομμένη εικόνα → πρόβλημα tracking, βρώμικων κεφαλών ή φθαρμένης ταινίας. Εικόνα χωρίς ήχο ή ήχος χωρίς εικόνα → σφάλμα σε μία μόνο διαδρομή σήματος, άρα σφάλμα σύνδεσης κατά την εγγραφή. 5. Έλεγχος με τον παλμογράφο στην έξοδο του VCR1: αν υπάρχει σωστό σήμα βίντεο αλλά το μόνιτορ δεν δείχνει, το πρόβλημα δεν είναι ούτε στην εγγραφή ούτε στην αναπαραγωγή αλλά στη σύνδεση με το μόνιτορ — όπως ακριβώς στην προηγούμενη ερώτηση. 6. Έλεγχος συντήρησης: καθαρισμός των κεφαλών και του συστήματος οδήγησης (άσκηση 12, σελ. 70-71) και σωστό τέντωμα της ταινίας (άσκηση 19, σελ. 107): εάν η ταινία είναι χαλαρή ή περισσότερο τεντωμένη από το κανονικό, παρουσιάζεται αστάθεια στην εικόνα. Η προληπτική πρακτική: κατά την εγγραφή, παρακολούθηση του PROGRAM MONITOR και, αν το μηχάνημα διαθέτει τρεις κεφαλές, άμεσος έλεγχος της εγγραφής — το πλεονέκτημα της άμεσης αναπαραγωγής της εγγραφόμενης πληροφορίας (σελ. 66).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Για να διακρίνουμε αν το σφάλμα έγινε κατά την εγγραφή ή κατά την αναπαραγωγή, απομονώνουμε μία μεταβλητή τη φορά. Πρώτα δοκιμάζουμε την ίδια ταινία σε άλλη συσκευή του στούντιο· αν εκεί η εικόνα εμφανίζεται κανονικά, η εγγραφή είναι σωστή και το πρόβλημα βρίσκεται στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου μαγνητοσκοπίου. Έπειτα δοκιμάζουμε στο ίδιο μαγνητοσκόπιο μια γνωστά καλή, εργοστασιακή ταινία· αν ούτε αυτή παίζει, η συσκευή έχει βλάβη αναπαραγωγής, ενώ αν παίζει κανονικά, η δική μας ταινία είναι κακογραμμένη. Πριν από κάθε συμπέρασμα δοκιμάζουμε τη ρύθμιση του tracking, γιατί ταινία γραμμένη σε άλλο μηχάνημα μπορεί να απαιτεί διαφορετική ρύθμιση, οπότε αν η εικόνα καθαρίσει δεν υπήρχε καθόλου σφάλμα. Βοηθά και η μορφή του προβλήματος: εντελώς κενή εικόνα ή μόνο θόρυβος σε ολόκληρη την ταινία δείχνει ότι δεν έγινε καθόλου εγγραφή, λωρίδες θορύβου δείχνουν πρόβλημα tracking, βρώμικων κεφαλών ή φθαρμένης ταινίας, ενώ εικόνα χωρίς ήχο ή ήχος χωρίς εικόνα δείχνει σφάλμα σύνδεσης μιας μόνο διαδρομής κατά την εγγραφή. Χρήσιμος είναι επίσης ο έλεγχος με τον παλμογράφο στην έξοδο του μαγνητοσκοπίου: αν εκεί υπάρχει σωστό σήμα βίντεο, το πρόβλημα δεν είναι ούτε στην εγγραφή ούτε στην αναπαραγωγή αλλά στη σύνδεση με το μόνιτορ. Τέλος ελέγχουμε τη συντήρηση, δηλαδή καθαριότητα κεφαλών και σωστό τέντωμα ταινίας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Άσκηση 23η · Ερώτηση 1 — Πότε ρυθμίζουμε την έκθεση χειροκίνητα

Ερώτηση: 1. Σε ποιες περιπτώσεις ρυθμίζουμε την έκθεση χειροκίνητα. Αιτιολογεί- Ερωτήσεις στε την απάντηση σας

Απάντηση:

  • Ο κανόνας: χειροκίνητη έκθεση χρησιμοποιούμε όποτε η μέση φωτεινότητα του κάδρου δεν αντιπροσωπεύει τη φωτεινότητα του θέματος.

    Η αιτιολόγηση (σελ. 94-95): το αυτόματο σύστημα ρυθμίζει με βάση τη μέση φωτεινότητα της εικόνας, η οποία υπολογίζεται από το κύκλωμα της αυτόματης ίριδος. Όταν το φόντο κυριαρχεί στο κάδρο, η μέση αυτή τιμή παραπλανά το σύστημα.

    Περίπτωση Τι κάνει το αυτόματο Γιατί
    Κόντρα φως (φωτισμός πίσω από το θέμα) υποέκθεση του θέματος η αυτόματη ίριδα λόγω της μεγάλης ποσότητας φωτός, που λαμβάνει, κλείνει περισσότερο το άνοιγμα του διαφράγματος, με αποτέλεσμα η εικόνα του αντικειμένου να εμφανίζεται σκοτεινή (σελ. 95)
    Θέμα στη σκιά με φωτεινό φόντο υποέκθεση ίδια αιτία — δοκιμή της άσκησης 16 (σελ. 96)
    Θέμα με πολύ σκούρο φόντο υπερέκθεση η ίριδα ανοίγει για να «φωτίσει» το σκοτεινό φόντο και καίει το θέμα (σελ. 96)
    Χιόνι, άμμος, θάλασσα, λευκοί τοίχοι υποέκθεση το πολύ φωτεινό περιβάλλον ανεβάζει τη μέση τιμή
    Σκηνή με μεγάλες εναλλαγές φωτεινότητας (π.χ. προβολείς) συνεχείς αυξομειώσεις η ίριδα «κυνηγά» τις μεταβολές και η στάθμη ταλαντεύεται
    Καλλιτεχνική πρόθεση (σιλουέτα, χαμηλός φωτισμός) «διορθώνει» ό,τι θέλουμε το αυτόματο σύστημα επιδιώκει πάντα μέση έκθεση

    Πώς γίνεται στην ψηφιακή κάμερα (σελ. 128): τοποθετείστε το διακόπτη AUTO LOCK στο κέντρο, ενώ η βιντεοκάμερα βρίσκεται σε θέση αναμονής. Πατήστε EXPOSURE. Η ένδειξη της έκθεσης εμφανίζεται στην οθόνη ή στο σκόπευτρο. Περιστρέψτε τον επιλογέα και ρυθμίστε την έκθεση. Για να επιστρέψουμε στην αυτόματη ρύθμιση, τοποθετούμε το διακόπτη AUTO LOCK στη θέση AUTO LOCK. Το πλεονέκτημα της χειροκίνητης: η έκθεση παραμένει σταθερή σε όλο το πλάνο, οπότε δεν υπάρχουν ανεπιθύμητες μεταβολές φωτεινότητας κατά τη διάρκεια της λήψης — κρίσιμο όταν το πλάνο θα μονταριστεί μαζί με άλλα. Το τίμημα (σελ. 93): οι αυτόματες ρυθμίσεις μας απαλλάσσουν από τις χειροκίνητες, που απαιτούν τεχνικές γνώσεις και εμπειρία και μας δίνουν τη δυνατότητα να συγκεντρωθούμε στη θεματολογία και στη σύνδεση των πλάνων — άρα η χειροκίνητη ρύθμιση χρησιμοποιείται επιλεκτικά, εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται. Η σχετική δοκιμή της άσκησης 17 (σελ. 100): πραγματοποιείστε λήψεις στατικών και κινούμενων θεμάτων με χαμηλή και υψηλή ταχύτητα διαφράγματος. Σημειώστε τις διαφορές — η ταχύτητα διαφράγματος είναι το δεύτερο μέγεθος που καθορίζει την έκθεση, ρυθμιζόμενο επίσης χειροκίνητα (σελ. 128: π.χ. από 1/4 έως 1/1000).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Χειροκίνητη ρύθμιση της έκθεσης χρησιμοποιούμε όποτε η μέση φωτεινότητα του κάδρου δεν αντιπροσωπεύει τη φωτεινότητα του θέματος, γιατί το αυτόματο σύστημα ρυθμίζει ακριβώς με βάση τη μέση φωτεινότητα της εικόνας, όπως αυτή υπολογίζεται από το κύκλωμα της αυτόματης ίριδας. Τέτοιες περιπτώσεις είναι το κόντρα φως, δηλαδή όταν ο φωτισμός έρχεται πίσω από το θέμα, όπου η ίριδα κλείνει και το θέμα βγαίνει σκοτεινό, καθώς και το θέμα στη σκιά με φωτεινό φόντο, όπου συμβαίνει το ίδιο. Αντίστροφα, όταν το φόντο είναι πολύ σκούρο, η ίριδα ανοίγει και το θέμα υπερεκτίθεται. Χειροκίνητη ρύθμιση χρειάζεται επίσης σε πολύ φωτεινά περιβάλλοντα, όπως χιόνι, άμμος ή λευκοί τοίχοι, σε σκηνές με μεγάλες εναλλαγές φωτεινότητας, όπου η ίριδα κυνηγά τις μεταβολές και η στάθμη ταλαντεύεται, καθώς και όταν υπάρχει καλλιτεχνική πρόθεση, για παράδειγμα σιλουέτα ή σκόπιμα χαμηλός φωτισμός, που το αυτόματο σύστημα θα διόρθωνε. Στην ψηφιακή κάμερα η ρύθμιση γίνεται με τον διακόπτη κλειδώματος στο κέντρο, πάτημα του πλήκτρου έκθεσης και περιστροφή του επιλογέα. Το πλεονέκτημα είναι ότι η έκθεση παραμένει σταθερή σε όλο το πλάνο, χωρίς ανεπιθύμητες μεταβολές φωτεινότητας, κάτι κρίσιμο όταν το πλάνο θα μονταριστεί με άλλα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Άσκηση 23η · Ερώτηση 2 — Τι μεταβάλλει ένα ψηφιακό εφφέ

Ερώτηση: 2. Όταν εφαρμόζουμε ένα ψηφιακό εφφέ μεταβάλλεται : Μόνο η εικόνα ή μόνο ο ήχος ή και τα δύο; Αιτιολογείστε την απάντησή σας

Απάντηση:

  • Η απάντηση: μόνο η εικόνα.

    Η αιτιολόγηση: όλα τα εφφέ που απαριθμεί η άσκηση χαρακτηρίζονται ρητά ως εφφέ εικόνας (σελ. 129: Λειτουργία εφφέ εικόνας. Οι ψηφιακές κάμερες διαθέτουν διάφορα εφφέ εικόνας, όπως:) και επεμβαίνουν αποκλειστικά σε χρώμα, φωτεινότητα ή γεωμετρία του οπτικού σήματος:

    Εφφέ (σελ. 129) Τι αλλάζει
    NEG. ART τα χρώματα της εικόνας αντιστρέφονται
    SEPIA τα χρώματα λαμβάνουν λαδί - καφέ αποχρώσεις
    B&W η εικόνα γίνεται ασπρόμαυρη
    SOLARIZE η εικόνα γίνεται πιο φωτεινή, σαν εικονογράφημα
    SLIM η εικόνα εκτείνεται κατακόρυφα
    STRETCH η εικόνα εκτείνεται οριζόντια
      ΗΧΟΣ  ──── ανεπηρέαστη διαδρομή ────────────────► εγγραφή ήχου
    
      ΕΙΚΟΝΑ ──► ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΗΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΕΦΦΕ ─────────► εγγραφή εικόνας

    Γιατί δομικά είναι έτσι: στην ψηφιακή κάμερα ο ήχος και η εικόνα ακολουθούν χωριστές διαδρομές επεξεργασίας — ο ήχος περνά από τα κυκλώματα του μικροφώνου και της ηχητικής βαθμίδας, ενώ τα εφφέ εφαρμόζονται στη βαθμίδα επεξεργασίας εικόνας. Το ίδιο ισχύει και στο στούντιο: η γεννήτρια ειδικών εφφέ (σελ. 121) βρίσκεται στη διαδρομή του βίντεο, ενώ ο ήχος περνά από δική του κονσόλα.

    Η αντίστοιχη διάκριση στην άσκηση 22 (σελ. 124): όλα τα εφφέ του στούντιο — υπέρθεση (SUPERIMPOSITION), CHROMA KEY, αντιστροφή πολικότητας (POLARITY REVERSAL), εφφέ μωσαϊκού, γεννήτρια τίτλων (τιτλέζα KEY) — αφορούν αποκλειστικά την εικόνα· ο ήχος ρυθμίζεται ξεχωριστά (ρύθμιση ήχου, σελ. 123).

    Οι μοναδικές εξαιρέσεις — τα ηχητικά εφφέ: υπάρχουν βεβαίως εφφέ που αφορούν μόνο τον ήχο, αλλά αυτά είναι άλλη κατηγορία και εφαρμόζονται σε άλλες συσκευές — π.χ. τα ηχητικά εφφέ της άσκησης 7 (σελ. 47-50) και τα εφφέ των προγραμμάτων επεξεργασίας ήχου της άσκησης 15 (σελ. 87): Αύξηση έντασης ήχου (Fade in), Μείωση έντασης ήχου (Fade out), Ηχώ (Εchο). Επίσης, στη λειτουργία αργής ή γρήγορης αναπαραγωγής του ψηφιακού βίντεο η ταχύτητα επηρεάζει και τα δύο σήματα — αλλά αυτό δεν είναι εφφέ, είναι τρόπος αναπαραγωγής. Πρακτική συνέπεια: αν θέλουμε ταυτόχρονη αλλαγή εικόνας και ήχου (π.χ. σε ένα fade out τέλους), πρέπει να εφαρμόσουμε δύο ξεχωριστά εφφέ — ένα στην εικόνα και ένα στον ήχο — και να τα συγχρονίσουμε.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Όταν εφαρμόζουμε ψηφιακό εφφέ μεταβάλλεται μόνο η εικόνα. Η αιτιολόγηση προκύπτει από την ίδια την ονομασία και το περιεχόμενο των εφφέ που απαριθμεί η άσκηση, τα οποία χαρακτηρίζονται ρητά ως εφφέ εικόνας και επεμβαίνουν αποκλειστικά στο χρώμα, στη φωτεινότητα ή στη γεωμετρία του οπτικού σήματος: η αντιστροφή αντιστρέφει τα χρώματα, το sepia δίνει λαδί καφέ αποχρώσεις, το ασπρόμαυρο αφαιρεί το χρώμα, το solarize κάνει την εικόνα πιο φωτεινή σαν εικονογράφημα, ενώ τα slim και stretch εκτείνουν την εικόνα κατακόρυφα και οριζόντια αντίστοιχα. Δομικά, στην ψηφιακή κάμερα ο ήχος και η εικόνα ακολουθούν χωριστές διαδρομές επεξεργασίας, με τα εφφέ να εφαρμόζονται μόνο στη βαθμίδα επεξεργασίας εικόνας. Το ίδιο ισχύει και στο τηλεοπτικό στούντιο, όπου η γεννήτρια ειδικών εφφέ βρίσκεται στη διαδρομή του βίντεο, ενώ ο ήχος ρυθμίζεται ξεχωριστά· και εκεί η υπέρθεση, το chroma key, η αντιστροφή πολικότητας, το μωσαϊκό και οι τίτλοι αφορούν αποκλειστικά την εικόνα. Υπάρχουν βεβαίως και ηχητικά εφφέ, όπως η σταδιακή αύξηση και μείωση της έντασης και η ηχώ, αλλά αυτά αποτελούν άλλη κατηγορία και εφαρμόζονται στη διαδρομή του ήχου. Επομένως, αν θέλουμε ταυτόχρονη αλλαγή εικόνας και ήχου, πρέπει να εφαρμόσουμε δύο ξεχωριστά εφφέ και να τα συγχρονίσουμε.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Άσκηση 24η · Ερώτηση 1 — Ποιος τρόπος σύνδεσης δίνει καλύτερη ποιότητα εικόνας

Ερώτηση: 1. Ποιος τρόπος σύνδεσης μας προσφέρει καλύτερη ποιότητας εικόνας Ερωτήσεις για την εγγραφή κασέτας από άλλο βίντεο ο [a] ή [b] του σχήματος 24.2; Αιτιολογείστε την απάντησή σας

Απάντηση:

  • Η απάντηση: ο τρόπος [a], δηλαδή η σύνδεση S VIDEO.

     ΣΧΗΜΑ 24.2
    
      [a]  VCR: S VIDEO OUT ──────────────► S VIDEO  βιντεοκάμερας
                χωριστά:  Y (φωτεινότητα) + C (χρώμα)
    
      [b]  VCR: AUDIO/VIDEO OUT ─RCA×3───► AUDIO/VIDEO βιντεοκάμερας
                σύνθετο (composite): Y και C ΜΑΖΙ σε έναν αγωγό + ήχος

    Η αιτιολόγηση: στη σύνθετη σύνδεση [b] το σήμα φωτεινότητας (Y) και το σήμα χρώματος (C) ταξιδεύουν ενωμένα σε έναν αγωγό — το χρώμα μεταφέρεται ως υποφέρουσα μέσα στη ζώνη της φωτεινότητας. Στον δέκτη πρέπει να ξεχωριστούν με φίλτρα, και ο διαχωρισμός δεν είναι ποτέ τέλειος, οπότε εμφανίζονται: Cross-colour — λεπτές λεπτομέρειες της εικόνας (ρίγες, καρό) ερμηνεύονται ως χρώμα και δημιουργούν ψευδείς έγχρωμες ιριδίσεις. Cross-luminance («κουκκίδες κροσσών») — το σήμα χρώματος αφήνει κινούμενες κουκκίδες στις ακμές. Απώλεια ευκρίνειας, γιατί το φίλτρο περιορίζει το εύρος ζώνης της φωτεινότητας για να χωρέσει το χρώμα.

    Στη σύνδεση [a] τα δύο σήματα δεν αναμειγνύονται ποτέ, οπότε δεν χρειάζεται διαχωρισμός και κανένα από τα παραπάνω σφάλματα δεν εμφανίζεται — η οριζόντια ανάλυση διατηρείται και τα χρώματα είναι καθαρότερα.

    Γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ: πρόκειται για αντιγραφή (dubbing), δηλαδή το σήμα θα ξαναγραφεί. Κάθε αλλοίωση της πρώτης γενιάς πολλαπλασιάζεται στις επόμενες, γι' αυτό επιλέγουμε πάντα τη λιγότερο απωλεστική διαδρομή. Άλλωστε το ίδιο το βιβλίο αναφέρει (σελ. 135) ότι τα ψηφιακά βίντεο προσφέρουν Αναλογικές και Ψηφιακές εισόδους - εξόδους, ακριβώς για να επιλέγεται η καλύτερη κατά περίπτωση.

    Η υποσημείωση για τον ήχο: το καλώδιο [a] μεταφέρει μόνο εικόνα, οπότε χρειάζεται και σύνδεση ήχου — στο σχήμα οι υποδοχές AUDIO του AUDIO/VIDEO OUT χρησιμοποιούνται παράλληλα. Η ιδανικότερη λύση, όταν υπάρχει: ψηφιακή σύνδεση (DV), όπου το σήμα αντιγράφεται χωρίς καμία μετατροπή — αλλά αυτή απαιτεί ψηφιακή και την πηγή, ενώ η ερώτηση αφορά εγγραφή κασέτας από άλλο βίντεο, δηλαδή από αναλογική πηγή. Η γενική αρχή που εφαρμόζεται (άσκηση 20, σελ. 113): η επιλογή του σωστού τύπου καλωδίου και συνδετήρα για κάθε είδος σήματος είναι μέρος της τεχνικής επάρκειας — να μπορούν να αναγνωρίζουν τα καλώδια εγκατάστασης εικόνας τόσο σε επίπεδο υψηλής συχνότητας RF, όσο και σε βίντεο.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Καλύτερη ποιότητα εικόνας προσφέρει ο τρόπος σύνδεσης με S-Video, δηλαδή ο πρώτος. Ο λόγος είναι ότι στη σύνθετη σύνδεση, δηλαδή στον δεύτερο τρόπο, το σήμα φωτεινότητας και το σήμα χρώματος ταξιδεύουν ενωμένα σε έναν αγωγό, με το χρώμα να μεταφέρεται ως υποφέρουσα μέσα στη ζώνη της φωτεινότητας, οπότε στον δέκτη πρέπει να διαχωριστούν με φίλτρα. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι ποτέ τέλειος και προκαλεί ψευδή χρώματα σε λεπτές λεπτομέρειες, όπως ρίγες και καρό, κινούμενες κουκκίδες στις ακμές των έγχρωμων περιοχών, καθώς και απώλεια ευκρίνειας, αφού το φίλτρο περιορίζει το εύρος ζώνης της φωτεινότητας. Αντίθετα, στη σύνδεση S-Video τα δύο σήματα μεταφέρονται χωριστά και δεν αναμειγνύονται ποτέ, οπότε δεν χρειάζεται διαχωρισμός και κανένα από τα σφάλματα αυτά δεν εμφανίζεται· έτσι διατηρείται η οριζόντια ανάλυση και τα χρώματα είναι καθαρότερα. Η επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, γιατί πρόκειται για αντιγραφή, δηλαδή το σήμα θα ξαναγραφεί, και κάθε αλλοίωση της πρώτης γενιάς πολλαπλασιάζεται στις επόμενες. Σημειώνεται ότι το καλώδιο S-Video μεταφέρει μόνο εικόνα, οπότε χρειάζεται παράλληλα και σύνδεση ήχου, ενώ, όταν υπάρχει η δυνατότητα, η ιδανικότερη λύση είναι η ψηφιακή σύνδεση, που αντιγράφει το σήμα χωρίς καμία μετατροπή.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Άσκηση 24η · Ερώτηση 2 — Αναπαραγωγή ήχου σε διαφορετική ταχύτητα

Ερώτηση: 2. Όταν αναπαράγουμε κασέτα σε διαφορετική ταχύτητα από την κανονική ο ήχος αναπαράγεται ή όχι; Αιτιολογείστε την απάντησή σας

Απάντηση:

  • Η απάντηση: όχι — ο ήχος δεν αναπαράγεται· η αναπαραγωγή σε αργή, διπλάσια ή ανά πλαίσιο ταχύτητα γίνεται σιωπηλά.

    Η αιτιολόγηση: στο βίντεο ο ήχος καταγράφεται είτε σε διαμήκη διαδρομή από σταθερή κεφαλή είτε, στα ψηφιακά, ως ψηφιακά δεδομένα μέσα στα λοξά ίχνη. Και στις δύο περιπτώσεις η σωστή ανάγνωση προϋποθέτει την κανονική ταχύτητα της ταινίας.

      ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ:  λ σταθερό  →  f = v/λ σωστές συχνότητες  →  σωστός ήχος
    
      ΑΡΓΗ (1/3):   v μικρότερη  →  όλες οι συχνότητες ×1/3
      ΔΙΠΛΗ (x2):   v διπλάσια   →  όλες οι συχνότητες ×2
      ΑΝΑ ΠΛΑΙΣΙΟ:  v = 0        →  καμία ροή δεδομένων ήχου
    
      ⇒ Το κύκλωμα ήχου ΣΙΓΑ (mute) αντί να αποδώσει αλλοιωμένο ήχο.

    Οι τρεις λόγοι: 1. Αλλοίωση του τονικού ύψους: όπως ορίζει η άσκηση 6 (σελ. 43), αν η ταινία παίζεται γρηγορότερα ή βραδύτερα από ότι γράφτηκε, τότε η πληροφορία του ήχου ακούγεται παραμορφωμένη. Στα 1/3 ή ×2 η παραμόρφωση θα ήταν ακραία και άχρηστη. 2. Αδυναμία ανάγνωσης του ψηφιακού ήχου: στο ψηφιακό βίντεο ο ήχος είναι ψηφιακά δεδομένα μέσα στα λοξά ίχνη. Με λάθος ταχύτητα ταινίας οι κεφαλές δεν διατρέχουν ολόκληρα ίχνη, οπότε τα δεδομένα φθάνουν αποσπασματικά και ο αποκωδικοποιητής δεν μπορεί να ανασυνθέσει συνεχή ροή. 3. Ακίνητη ταινία: στην αναπαραγωγή ανά πλαίσιο (σελ. 136: πρέπει να πατήσουμε το πλήκτρο προσωρινής παύσης, στη συνέχεια το πλήκτρο FRAME) η ταινία είναι πρακτικά σταματημένη, οπότε καμία χρονική ροή ήχου δεν υπάρχει.

    Γιατί η εικόνα εξακολουθεί να φαίνεται: η εικόνα είναι εγγεγραμμένη ως διαδοχικά πλαίσια σε λοξά ίχνη και οι κεφαλές του περιστρεφόμενου τυμπάνου συνεχίζουν να τα διαβάζουν ακόμη και με ακίνητη ταινία — γι' αυτό υπάρχουν οι λειτουργίες SLOW, ×2 και FRAME, που έχουν νόημα αποκλειστικά για την εικόνα, π.χ. για την ανεύρεση (εντοπισμό) εικόνας (σελ. 136).

    Πού βασίζεται η λύση όταν θέλουμε και ήχο: στη συμπίεση ή διαστολή χρόνου (άσκηση 6, σελ. 43) — η συμπίεση και η διαστολή του χρόνου μας δίνει τη δυνατότητα να εγγράψουμε ή να παίξουμε την ηχητική πληροφορία γρηγορότερα ή βραδύτερα χωρίς μεταβολή του τονικού ύψους του σήματος. Αυτό όμως απαιτεί ειδικό επεξεργαστή, τον οποίο τα ερασιτεχνικά βίντεο δεν διαθέτουν. Η επιβεβαίωση από τη σύγκριση που ζητά η άσκηση (σελ. 138): πραγματοποιείστε αναπαραγωγή στο 1/3 της κανονικής ταχύτητας. Σημειώστε, αν υπάρχει παρόμοια λειτουργία στο αναλογικό βίντεο — και στα δύο συστήματα η παρατήρηση είναι η ίδια: εικόνα ναι, ήχος όχι.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι, ο ήχος δεν αναπαράγεται· η αναπαραγωγή σε αργή, σε διπλάσια ταχύτητα ή ανά πλαίσιο γίνεται σιωπηλά. Ο λόγος είναι ότι ο ήχος καταγράφεται είτε σε διαμήκη διαδρομή από σταθερή κεφαλή είτε, στα ψηφιακά βίντεο, ως ψηφιακά δεδομένα μέσα στα λοξά ίχνη, και σε κάθε περίπτωση η σωστή ανάγνωσή του προϋποθέτει την κανονική ταχύτητα της ταινίας. Αν η ταινία παίζεται γρηγορότερα ή βραδύτερα, η ηχητική πληροφορία ακούγεται παραμορφωμένη, όπως ορίζει και η άσκηση της συμπίεσης χρόνου, ενώ στο ένα τρίτο ή στη διπλάσια ταχύτητα η παραμόρφωση θα ήταν ακραία και άχρηστη. Στα ψηφιακά συστήματα υπάρχει και δεύτερος λόγος: με λάθος ταχύτητα οι κεφαλές δεν διατρέχουν ολόκληρα ίχνη, οπότε τα δεδομένα του ήχου φτάνουν αποσπασματικά και ο αποκωδικοποιητής δεν μπορεί να ανασυνθέσει συνεχή ροή. Στην αναπαραγωγή ανά πλαίσιο, τέλος, η ταινία είναι πρακτικά ακίνητη και δεν υπάρχει καμία χρονική ροή ήχου. Η εικόνα αντίθετα εξακολουθεί να φαίνεται, γιατί είναι εγγεγραμμένη ως διαδοχικά πλαίσια σε λοξά ίχνη και οι κεφαλές του περιστρεφόμενου τυμπάνου συνεχίζουν να τα διαβάζουν ακόμη και με σταματημένη ταινία· γι' αυτό οι λειτουργίες αυτές έχουν νόημα αποκλειστικά για την εικόνα, για παράδειγμα για τον εντοπισμό συγκεκριμένου σημείου. Διατήρηση του ήχου σε διαφορετική ταχύτητα θα απαιτούσε συμπιεστή ή διαστολέα χρόνου, τον οποίο τα ερασιτεχνικά βίντεο δεν διαθέτουν.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ