Λύσεις — Κεφάλαιο 6: Χορτοδοτικά φυτά (σελ. 333-334) – ΦΥΤΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 6: Χορτοδοτικά φυτά

Αναλυτικές απαντήσεις στις 26 ερωτήσεις των σελ. 333-334 του βιβλίου «Φυτά Μεγάλης Καλλιέργειας» Γ΄ ΕΠΑΛ.


Οικονομική σημασία της μηδικής

Ερώτηση: Να αιτιολογήσετε τη μεγάλη οικονομική σημασία της μηδικής.

Απάντηση:

  • Η θέση της. «Η μηδική είναι ένα σπουδαιότατο κτηνοτροφικό ψυχανθές και κατέχει αναντίρρητα την πρώτη θέση ανάμεσα σ' όλα τα χορτοδοτικά
  • Ο πρώτος λόγος — η ποιότητα του χόρτου. «Γιατί το χόρτο της, πλούσιο σε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ανόργανα άλατα και βιταμίνες, αποτελεί μια κτηνοτροφή υψηλής θρεπτικής αξίας, πολύ εύγευστη και ελκυστική για τα ζώα.» Και αλλού: «Απ' όλα τα πολυετή χορτοδοτικά φυτά, το χόρτο της μηδικής υπερέχει σε θρεπτική αξία και ελκυστικότητα για τα αγροτικά ζώα.»
  • Ο δεύτερος λόγος — η δυναμική της καλλιέργειας. «Επιπρόσθετα, είναι μια πολύ δυναμική πολυετής καλλιέργεια, πλήρως μηχανοποιημένη, που αποδίδει μεγάλες και οικονομικά συμφέρουσες αποδόσεις.» Η μέση στρεμματική απόδοση της ποτιστικής «ξεπερνά τα 1.000 κιλά σανού και τα 70 κιλά σπόρου ετησίως», με 5-7 κοπές τον χρόνο.
  • Ο τρίτος λόγος — η έκταση. Καλλιεργείται «ευρύτατα (330 εκατομμύρια στρέμματα) σ' όλο τον κόσμο», και στην Ελλάδα «είναι η πιο διαδεδομένη χορτοδοτική καλλιέργεια και καταλαμβάνει έκταση περί το 1,5 εκατομμύριο στρέμματα».
  • Ο τέταρτος λόγος — η αγρονομική αξία. «Χρησιμοποιείται ευρύτατα ως φυτό αμειψισποράς, επειδή βελτιώνει σημαντικά τη φυσική κατάσταση και τη γονιμότητα των χωραφιών»: δεσμεύει πάνω από 22 κιλά αζώτου/στρέμμα τον χρόνο, αφήνει 3-4 τόνους φυτικών υπολειμμάτων/στρέμμα και «συντελεί στη μείωση των χημικών λιπασμάτων».
  • Ο πέμπτος λόγος — η βιομηχανική αξιοποίηση. Το χόρτο της είναι πρώτη ύλη για μηδικάλευρο και σύμπηκτα (pellets), αλλά και για χλωροφύλλη (αποσμητικά, σαπούνια, οδοντόκρεμες) και φαρμακευτικά συστατικά.
  • Η συνολική αποτίμηση. «Η μηδική έχει χαρακτηριστεί από πολλούς η βασίλισσα των χορτοδοτικών φυτών» — και η ΠΕΡΙΛΗΨΗ προσθέτει ότι είναι «μοναδική σε ποιότητα και ποσότητα απόδοσης χόρτου».
  • ⚠️ Το ανεκμετάλλευτο περιθώριο. «Παρά την εντυπωσιακή επέκταση της καλλιέργειάς της κατά τα τελευταία χρόνια, υπολείπεται ακόμη πολύ από τη θέση που της ανήκει στην ελληνική γεωργία» — και μάλιστα «το 1975 η έκτασή της ήταν περίπου 2,5 εκατομμύρια στρέμματα», δηλαδή μεγαλύτερη από τη σημερινή.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η μεγάλη οικονομική σημασία της μηδικής στηρίζεται σε πέντε λόγους. Πρώτον, η ποιότητα του χόρτου: «το χόρτο της, πλούσιο σε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ανόργανα άλατα και βιταμίνες, αποτελεί μια κτηνοτροφή υψηλής θρεπτικής αξίας, πολύ εύγευστη και ελκυστική για τα ζώα». Δεύτερον, η δυναμική της καλλιέργειας: «είναι μια πολύ δυναμική πολυετής καλλιέργεια, πλήρως μηχανοποιημένη, που αποδίδει μεγάλες και οικονομικά συμφέρουσες αποδόσεις» — πάνω από 1.000 κιλά σανού και 70 κιλά σπόρου ανά στρέμμα, με 5-7 κοπές. Τρίτον, η έκταση: 330 εκατ. στρέμματα παγκοσμίως και ~1,5 εκατ. στην Ελλάδα, «η πιο διαδεδομένη χορτοδοτική καλλιέργεια». Τέταρτον, η αγρονομική αξία ως φυτού αμειψισποράς, που δεσμεύει πάνω από 22 κιλά αζώτου/στρέμμα και μειώνει τα χημικά λιπάσματα. Πέμπτον, η βιομηχανική αξιοποίηση σε μηδικάλευρο, σύμπηκτα, χλωροφύλλη και φαρμακευτικά συστατικά. Γι' αυτό χαρακτηρίζεται «βασίλισσα των χορτοδοτικών φυτών» και «κατέχει αναντίρρητα την πρώτη θέση».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η σημασία της είναι τετραπλή: ζωοτεχνική, αγρονομική, οικονομική και βιομηχανική.
  • Παρά την επέκταση, «υπολείπεται ακόμη πολύ από τη θέση που της ανήκει».

Οι χρήσεις της μηδικής

Ερώτηση: Ποιες είναι οι χρήσεις της μηδικής;

Απάντηση:

  • Ο μοναδικός σκοπός της καλλιέργειας. «Η μηδική καλλιεργείται αποκλειστικά και μόνο για το χόρτο της
  • 1) Σανός (η κύρια μορφή). «Χρησιμοποιείται στη διατροφή των ζώων, ως επί το πλείστον, με τη μορφή σανού ύστερα από φυσική ξήρανση (παραδοσιακή χονδροειδής ζωοτροφή).»
  • 2) Χλωρό ή ενσιρωμένο. «Μπορεί όμως να χορηγηθεί στα ζώα χλωρό ή ενσιρωμένο
  • 3) Βόσκηση. «Ή ακόμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μείγματα με άλλα φυτικά είδη για βόσκηση» — «η μηδική, μόνη της ή σε συγκαλλιέργεια με αγροστώδη, αποτελεί εξαιρετική βοσκή για παχυνόμενα αρνιά».
  • 4) Μηδικάλευρο και σύμπηκτα (βιομηχανική χρήση). «Χρησιμοποιείται ευρύτατα για την παρασκευή μηδικάλευρου, που χορηγείται σε ορισμένα ζώα υπό μορφή συμπήκτων (pellets), ή ως κύριο συστατικό φυραμάτων ζωοτροφών (βιομηχανική χρήση).» Αυτά «είναι ιδιαίτερα πλούσια σε πρωτεΐνες, καροτίνη, ασβέστιο και σίδηρο» και προορίζονται για «ζώα που δεν έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν την κυτταρίνη …, όπως τα πτηνά και οι χοίροι».
  • 5) Άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Χλωροφύλλη «που χρησιμοποιείται σε διάφορα αποσμητικά, σαπούνια, οδοντόκρεμες», συστατικά που «βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα φαρμάκων εναντίον της δερματίτιδας και της αρθρίτιδας», και μικρές ποσότητες «σε ορισμένους τύπους κέικ, μπισκότων, ντόνατς».
  • 6) Φυτό αμειψισποράς. «Χρησιμοποιείται ευρύτατα ως φυτό αμειψισποράς» και «θεωρείται άριστο προηγούμενο για τις καλλιέργειες που την ακολουθούν».
  • Η γενική αποτίμηση. «Το χόρτο της μηδικής, με οποιαδήποτε μορφή και αν χορηγείται στα ζώα, ως χονδροειδής τροφή συμπληρώνει κατά τρόπο άριστο το συμπυκνωμένο σιτηρέσιό τους. Είναι δε κατάλληλη τροφή για όλα τα είδη των αγροτικών ζώων, πάχυνσης, γαλακτοπαραγωγής και εργασίας

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Η μηδική καλλιεργείται αποκλειστικά και μόνο για το χόρτο της», το οποίο χορηγείται ως σανός μετά από φυσική ξήρανση (η κύρια μορφή), χλωρό ή ενσιρωμένο, ή «σε μείγματα με άλλα φυτικά είδη για βόσκηση» — και «αποτελεί εξαιρετική βοσκή για παχυνόμενα αρνιά». Χρησιμοποιείται επίσης «ευρύτατα για την παρασκευή μηδικάλευρου, που χορηγείται … υπό μορφή συμπήκτων (pellets), ή ως κύριο συστατικό φυραμάτων ζωοτροφών», ιδίως για πτηνά και χοίρους, «που δεν έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν την κυτταρίνη». Από αυτό εξάγονται ακόμη χλωροφύλλη για αποσμητικά, σαπούνια και οδοντόκρεμες, φαρμακευτικά συστατικά και μικρές ποσότητες για κέικ, μπισκότα και ντόνατς. Τέλος είναι άριστο φυτό αμειψισποράς. Συνολικά «είναι κατάλληλη τροφή για όλα τα είδη των αγροτικών ζώων, πάχυνσης, γαλακτοπαραγωγής και εργασίας».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Μία καλλιέργεια, έξι διαφορετικές χρήσεις — από τον στάβλο ως την οδοντόκρεμα.
  • Το μηδικάλευρο λύνει το πρόβλημα των ζώων που δεν χωνεύουν κυτταρίνη.

Η κεφαλή ή στέμμα της μηδικής

Ερώτηση: Τι ονομάζουμε κεφαλή ή στέμμα στη μηδική;

Απάντηση:

  • Ο ορισμός. «Μετά το θερισμό τους, από τα τμήματα των βλαστών που μένουν, βγαίνουν άλλοι βλαστοί και τελικά σχηματίζεται κοντά στο έδαφος ένα σύνολο βλαστών και οφθαλμών, που ονομάζεται κεφαλή ή στέμμα της μηδικής
  • Πώς προκύπτει. Οι πρώτοι βλαστοί εκφύονται «από τους οφθαλμούς, που βρίσκονται στις μασχάλες των νεαρών φύλλων, λίγο πιο πάνω από την επιφάνεια του εδάφους»· οι διαδοχικοί θερισμοί και οι νέες εκβλαστήσεις συσσωρεύουν αυτό το σύστημα στη βάση του φυτού.
  • Γιατί είναι ζωτικής σημασίας. «Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το υπέργειο τμήμα της μηδικής καταστρέφεται από το ψύχος και η αναβλάστηση κατά την επόμενη άνοιξη προέρχεται από τους οφθαλμούς της κεφαλής.» Η κεφαλή είναι δηλαδή το μόνιμο, πολυετές μέρος του φυτού.
  • Η πρακτική συνέπεια στο ύψος κοπής. «Το χόρτο της μηδικής πρέπει να θερίζεται σε ύψος 5 εκατοστών περίπου από το έδαφος … Κοπή σε μικρότερο ύψος μπορεί να επιφέρει σοβαρές ζημιές στις κεφαλές των φυτών, από τις οποίες γίνεται η αναβλάστηση
  • Η σύνδεση με την εποχή σποράς. Στη φθινοπωρινή σπορά, η σπορά πρέπει να γίνει «ώστε τα φυτά να έχουν εγκατασταθεί καλά στο έδαφος και να αναπτύξουν την κεφαλή τους, πριν έλθουν οι παγωνιές του χειμώνα».
  • Και στα κριτήρια του θερισμού. Οι καλοκαιρινοί θερισμοί γίνονται «εφόσον … δεν έχει ακόμη ξεκινήσει νέα αναβλάστηση από τις κεφαλές των φυτών στη βάση τους».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κεφαλή ή στέμμα ονομάζεται, κατά το βιβλίο, το εξής: «Μετά το θερισμό τους, από τα τμήματα των βλαστών που μένουν, βγαίνουν άλλοι βλαστοί και τελικά σχηματίζεται κοντά στο έδαφος ένα σύνολο βλαστών και οφθαλμών, που ονομάζεται κεφαλή ή στέμμα της μηδικής». Είναι το μόνιμο μέρος του πολυετούς φυτού και έχει καθοριστική σημασία, γιατί «κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το υπέργειο τμήμα καταστρέφεται από το ψύχος και η αναβλάστηση κατά την επόμενη άνοιξη προέρχεται από τους οφθαλμούς της κεφαλής». Γι' αυτό ο θερισμός γίνεται σε ύψος 5 εκατοστών — «κοπή σε μικρότερο ύψος μπορεί να επιφέρει σοβαρές ζημιές στις κεφαλές» — και γι' αυτό η φθινοπωρινή σπορά πρέπει να γίνει έγκαιρα, ώστε τα φυτά «να αναπτύξουν την κεφαλή τους, πριν έλθουν οι παγωνιές».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η κεφαλή είναι ο «τράπεζα» του φυτού: εκεί ξαναρχίζει η ζωή κάθε άνοιξη και μετά από κάθε κοπή.
  • Τα 5 cm ύψους κοπής υπάρχουν ακριβώς για να μη ζημιωθεί η κεφαλή.

Η ανάγκη κατάλληλης σποροκλίνης

Ερώτηση: Σύντομος σχολιασμός και αιτιολόγηση της ανάγκης για δημιουργία κατάλληλης σποροκλίνης για τη σπορά της μηδικής.

Απάντηση:

  • Τι είναι η κατάλληλη σποροκλίνη. «Ως κατάλληλη σποροκλίνη για τη σπορά της μηδικής χαρακτηρίζεται ένα άριστα ψιλοχωματισμένο επιφανειακά έδαφος, καλά ισοπεδωμένο, χαλαρό, πλούσιο σε οργανική ουσία, κατά το δυνατό, που διατηρεί την υγρασία του (ρώγος) και τον αερισμό του και είναι απαλλαγμένο από ζιζάνια
  • Ο πρώτος λόγος — ο μικρός σπόρος. «Η ανάγκη καλής σποροκλίνης είναι επιτακτική στη μηδική, γιατί έχει πολύ μικρό σπόρο που πρέπει να σπαρθεί σε πολύ ψιλοχωματισμένο και υγρό έδαφος, για να φυτρώσει καλά.» Πράγματι, «το βάρος των 1.000 σπόρων κυμαίνεται από 1,8-3,0 γραμμάρια» και το βάθος σποράς είναι μόλις 2 cm στα βαριά και 3-4 cm στα ελαφρά εδάφη.
  • Ο δεύτερος λόγος — τα ζιζάνια. «Καθώς επίσης και γιατί τα νεαρά φυτά της είναι πολύ ευαίσθητα στον ανταγωνισμό των ζιζανίων
  • Ο τρίτος λόγος — η διάρκεια της επένδυσης. «Η καλή προετοιμασία του χωραφιού πριν από τη σπορά … έχει μεγάλη σπουδαιότητα, για να είναι πετυχημένη η καλλιέργεια σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του μηδικεώνα (περί τα 5 χρόνια)» — ένα λάθος στη σποροκλίνη πληρώνεται για πέντε χρόνια.
  • Πώς επιτυγχάνεται. Οι απαραίτητες εργασίες «εξαρτώνται από την προηγούμενη καλλιέργεια, την κατάσταση του χωραφιού (ύπαρξη πολυετών ζιζανίων, αδιαπέρατο στρώμα κ.λπ.), την εποχή σποράς, τη δυνατότητα άρδευσης ή μη». Αν υπάρχουν πολυετή ζιζάνια ή αδιαπέρατο στρώμα, «προηγείται απαραιτήτως ένα βαθύ καλοκαιρινό όργωμα», ενώ πριν τη σπορά γίνονται δευτερεύουσες εργασίες με δισκοσβάρνα, καλλιεργητή, φρέζα, κύλινδρο.
  • Η προειδοποίηση. «Πάντοτε όμως, πρέπει να αποφεύγονται άσκοπα οργώματα και σβαρνίσματα που εξαντλούν την εδαφική υγρασία, κοντά στη σπορά, ιδιαίτερα στις ξηρικές καλλιέργειες.»
  • Και οι προηγούμενες καλλιέργειες μετρούν. Πρέπει «να αφήνουν το χωράφι καθαρό από ζιζάνια και να μην εγκαταλείπουν χοντρές ρίζες που δύσκολα σαπίζουν (όπως το σόργο, το βαμβάκι, ο αραβόσιτος), ιδιαίτερα στα βαριά αργιλώδη εδάφη, γιατί είναι πολύ δύσκολο να πετύχει το φύτρωμα των λεπτών σπόρων της μηδικής σε τέτοια χωράφια».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η κατάλληλη σποροκλίνη είναι «ένα άριστα ψιλοχωματισμένο επιφανειακά έδαφος, καλά ισοπεδωμένο, χαλαρό, πλούσιο σε οργανική ουσία, … που διατηρεί την υγρασία του (ρώγος) και τον αερισμό του και είναι απαλλαγμένο από ζιζάνια». Η ανάγκη της είναι επιτακτική για δύο λόγους που δίνει ρητά το βιβλίο: «γιατί έχει πολύ μικρό σπόρο που πρέπει να σπαρθεί σε πολύ ψιλοχωματισμένο και υγρό έδαφος, για να φυτρώσει καλά» — τα 1.000 σπόρια ζυγίζουν μόλις 1,8-3 γραμμάρια και σπέρνονται σε βάθος 2-4 cm — «καθώς επίσης και γιατί τα νεαρά φυτά της είναι πολύ ευαίσθητα στον ανταγωνισμό των ζιζανίων». Προστίθεται και ένας τρίτος λόγος: η καλή προετοιμασία «έχει μεγάλη σπουδαιότητα, για να είναι πετυχημένη η καλλιέργεια σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του μηδικεώνα (περί τα 5 χρόνια)».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ένας μικρός σπόρος δεν συγχωρεί χοντρό χώμα — δεν έχει αποθέματα για βαθιά ανάδυση.
  • Η σποροκλίνη είναι πενταετής επένδυση, όχι εργασία μιας ημέρας.

Η αζωτοδέσμευση της μηδικής

Ερώτηση: Σύντομος σχολιασμός της ποσότητας ατμοσφαιρικού αζώτου που δεσμεύει στις ρίζες της η μηδική.

Απάντηση:

  • Το μέγεθος. «Υπολογίζεται ότι δεσμεύει περισσότερο από 22 κιλά ατμοσφαιρικού αζώτου ανά στρέμμα, το χρόνο, με τη βοήθεια των αζωτοβακτηρίων
  • Πόσο μεγάλο είναι αυτό. Για σύγκριση, ο αραβόσιτος χρειάζεται 20-30 μονάδες αζώτου/στρέμμα ετησίως — δηλαδή η μηδική παράγει μόνη της ποσότητα συγκρίσιμη με τη συνολική ετήσια αζωτούχο λίπανση ενός απαιτητικού σιτηρού.
  • Πού γίνεται. Στα φυμάτια: «σχηματίζονται στα ριζίδια της μηδικής σχεδόν ταυτόχρονα με το σχηματισμό των πρώτων φύλλων στα νεαρά φυτά».
  • Από τι εξαρτάται. «Ο αριθμός των φυματίων στις ρίζες … επηρεάζεται από τη γονιμότητα του εδάφους και τη διάρκεια της φωτοπεριόδου, ενώ η δράση των αζωτοβακτηρίων σ' αυτά επηρεάζεται από τη φωτοσύνθεση, τη φυλλική επιφάνεια και τις μέγιστες και ελάχιστες θερμοκρασίες περιβάλλοντος.» «Μεγαλύτερος αριθμός φυματίων παρατηρείται σε γόνιμα εδάφη και σε περιβάλλοντα με μακρά φωτοπερίοδο
  • Η άμεση συνέπεια στη λίπανση. «Η προσθήκη αζώτου δεν ασκεί καμιά επίδραση στην απόδοση της μηδικής, εκτός από τα χωράφια που καλλιεργούνται για πρώτη φορά με μηδική» — και ακόμη και τότε «ο εμβολιασμός του εδάφους με τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια είναι η οικονομικότερη λύση».
  • Η συνέπεια για την επόμενη καλλιέργεια. «Ως αζωτοδεσμευτικό, συντελεί στη μείωση των χημικών λιπασμάτων σ' αυτά, δηλαδή η καλλιέργειά της συμβάλλει στη μείωση της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος»· επιπλέον αφήνει «περί τους 3-4 τόνους φυτικών υπολειμμάτων (ρίζες, φύλλα, στελέχη), ανά στρέμμα, τα οποία μετατρέπονται σε οργανική ουσία».
  • Και για το περιβάλλον γενικά. Τα ψυχανθή αυτά, «που δεν έχουν ανάγκη αζωτούχων λιπασμάτων, συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην επέκταση και διάδοση της βιολογικής και αειφορικής γεωργίας».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Υπολογίζεται ότι [η μηδική] δεσμεύει περισσότερο από 22 κιλά ατμοσφαιρικού αζώτου ανά στρέμμα, το χρόνο, με τη βοήθεια των αζωτοβακτηρίων» — ποσότητα συγκρίσιμη με ολόκληρη την ετήσια αζωτούχο λίπανση ενός απαιτητικού σιτηρού. Η δέσμευση γίνεται στα φυμάτια, που «σχηματίζονται στα ριζίδια … σχεδόν ταυτόχρονα με το σχηματισμό των πρώτων φύλλων»· ο αριθμός τους «επηρεάζεται από τη γονιμότητα του εδάφους και τη διάρκεια της φωτοπεριόδου» και «μεγαλύτερος αριθμός παρατηρείται σε γόνιμα εδάφη και σε περιβάλλοντα με μακρά φωτοπερίοδο». Πρακτικά, γι' αυτό «η προσθήκη αζώτου δεν ασκεί καμιά επίδραση στην απόδοση της μηδικής», η καλλιέργεια «συντελεί στη μείωση των χημικών λιπασμάτων» και «συμβάλλει στη μείωση της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος», αφήνοντας επιπλέον 3-4 τόνους φυτικών υπολειμμάτων ανά στρέμμα.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • 22 κιλά/στρέμμα/χρόνο είναι αυτοδύναμη λίπανση — γι' αυτό η μηδική δεν λιπαίνεται με άζωτο.
  • Η δέσμευση είναι συνεργασία: το φυτό δίνει υδατάνθρακες, τα αζωτοβακτήρια δίνουν άζωτο.

Οι εποχές σποράς της μηδικής

Ερώτηση: Αναφορά στις κύριες εποχές σποράς της μηδικής και πού πλεονεκτεί καθεμιά.

Απάντηση:

  • Οι δύο κύριες εποχές. «Υπό τις συνθήκες της χώρας μας, η μηδική σπέρνεται συνήθως νωρίς την άνοιξη, αλλά μπορεί να σπαρθεί με επιτυχία και νωρίς το φθινόπωρο.» (Η σπορά στην αρχή του καλοκαιριού είναι δυνατή αλλά προβληματική, «εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών, που αποξηραίνουν γρήγορα το έδαφος», και των ασθενειών των νεαρών φυτών.)
  • Φθινοπωρινή — πότε. «Αρχίζει το Σεπτέμβριο και πρέπει να τελειώνει στο τέλος του ίδιου μήνα στις βορειότερες και ψυχρότερες περιοχές. Στις νοτιότερες και θερμότερες περιοχές αρχίζει στις 15-20 Οκτωβρίου», ώστε τα φυτά «να έχουν εγκατασταθεί καλά στο έδαφος και να αναπτύξουν την κεφαλή τους, πριν έλθουν οι παγωνιές του χειμώνα».
  • Φθινοπωρινή — πλεονέκτημα. «Η πλήρης σχεδόν παραγωγή κατά την πρώτη χρονιά της εγκατάστασης του φυτού.»
  • Φθινοπωρινή — μειονεκτήματα. «Η ανάγκη ποτισμάτων για το φύτρωμα, ο κίνδυνος καταστροφής των νεαρών φυταρίων από πρώιμους παγετούς και ο κίνδυνος έντονου ανταγωνισμού των νεαρών φυτών από τα ζιζάνια, τα οποία είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο χειμωνιάτικο ψύχος, κι έτσι η μηδική δεν καταφέρνει ν' αναπτυχθεί πυκνά
  • Ανοιξιάτικη — πότε. «Αρχίζει από το Φεβρουάριο στις νοτιότερες περιοχές και τελειώνει μέσα στο πρώτο 15νθήμερο του Απριλίου στις βορειότερες, αφού το φύτρωμα … γίνεται άνετα, όταν η θερμοκρασία του εδάφους σταθεροποιηθεί γύρω στους 7 °C.» Αν γίνει αργότερα, «το φύτρωμα είναι δύσκολο, ακόμη κι όταν ποτίζεται με τεχνητή βροχή».
  • Ανοιξιάτικη — πλεονεκτήματα. «Το φύτρωμα του σπόρου χωρίς πότισμα συνήθως, η απουσία κινδύνων από παγετούς, ο μικρότερος ανταγωνισμός από ζιζάνια (γιατί τα φυτά της μηδικής αναπτύσσονται τότε ταχύτερα) και οι λιγότερες προσβολές των νεαρών φυταρίων από ασθένειες. Επομένως, η εγκατάσταση του μηδικεώνα είναι πιο σίγουρη και η φυτεία γίνεται πιο πυκνή
  • Ανοιξιάτικη — μειονέκτημα. «Η μικρότερη παραγωγή, σε σύγκριση με τη φθινοπωρινή σπορά, κατά το πρώτο έτος της εγκατάστασης. Όσο πιο όψιμα γίνεται η ανοιξιάτικη σπορά, τόσο η διαφορά αυτή αυξάνει, ενώ ταυτόχρονα μειώνονται ορισμένα από τα πλεονεκτήματα

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κύριες εποχές είναι η ανοιξιάτικη (η συνηθέστερη) και η φθινοπωρινή. Η φθινοπωρινή «αρχίζει το Σεπτέμβριο» στις βορειότερες περιοχές και «στις νοτιότερες … στις 15-20 Οκτωβρίου», ώστε τα φυτά να αναπτύξουν την κεφαλή τους πριν τις παγωνιές· πλεονεκτεί στο ότι δίνει «πλήρη σχεδόν παραγωγή κατά την πρώτη χρονιά», αλλά μειονεκτεί σε ανάγκη ποτισμάτων, κίνδυνο πρώιμων παγετών και έντονο ανταγωνισμό ζιζανίων «καλύτερα προσαρμοσμένων στο χειμωνιάτικο ψύχος». Η ανοιξιάτικη αρχίζει «από το Φεβρουάριο στις νοτιότερες» και τελειώνει «μέσα στο πρώτο 15νθήμερο του Απριλίου στις βορειότερες», με έδαφος γύρω στους 7 °C· πλεονεκτεί σε φύτρωμα χωρίς πότισμα, απουσία παγετών, μικρότερο ανταγωνισμό ζιζανίων και λιγότερες ασθένειες, ώστε «η εγκατάσταση … είναι πιο σίγουρη και η φυτεία γίνεται πιο πυκνή», αλλά δίνει μικρότερη παραγωγή το πρώτο έτος.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το δίλημμα είναι σαφές: παραγωγή τον πρώτο χρόνο (φθινόπωρο) ή σίγουρη, πυκνή εγκατάσταση (άνοιξη).
  • Η σπορά στην αρχή του καλοκαιριού είναι εφικτή αλλά προβληματική (υγρασία, ασθένειες).

Ανώτατα όρια νερού άρδευσης

Ερώτηση: Να αναφέρετε τα ανώτατα όρια σε νερό άρδευσης για τη μηδική και να αιτιολογήσετε το ύψος τους.

Απάντηση:

  • Τα όρια. «Πρέπει με κάθε πότισμα να χορηγούνται από 75 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα, στα ελαφρά και μέχρι 180 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα, στα βαριά εδάφη.» Το ανώτατο όριο είναι επομένως τα 180 m³/στρέμμα (στα βαριά εδάφη).
  • Η πρώτη αιτιολόγηση — το βάθος του ριζοστρώματος. «Η μηδική έχει πολύ μεγάλες ανάγκες σε νερό και πρέπει σ' όλο το βάθος του ριζοστρώματος (περί τα 80 εκατοστά), να υπάρχει διαθέσιμη υγρασία.» Δηλαδή το πότισμα πρέπει να διαβρέξει 80 εκατοστά εδάφους, όχι μόνο την επιφάνεια.
  • Ο υπολογισμός. Ένα στρέμμα είναι 1.000 m²· διαβροχή σε βάθος 0,80 m αντιστοιχεί σε 800 m³ εδάφους ανά στρέμμα. Για να καλυφθεί η διαθέσιμη υδατοϊκανότητα αυτού του όγκου απαιτούνται δεκάδες κυβικά νερού — εξ ου το εύρος 75-180 m³.
  • Η δεύτερη αιτιολόγηση — η υφή του εδάφους. Τα βαριά εδάφη συγκρατούν περισσότερο νερό ανά μονάδα όγκου από τα ελαφρά, άρα χρειάζονται μεγαλύτερη δόση για να κορεστεί το ίδιο βάθος — γι' αυτό 180 m³ στα βαριά και 75 m³ στα ελαφρά.
  • Γιατί δεν επιτρέπεται υπέρβαση. «Η μηδική δεν αντέχει καθόλου στην κατάκλυση με νερό, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, και μπορεί να πάθει ασφυξία.» Επίσης, σε εδάφη με μεταβαλλόμενη υπόγεια στάθμη «κάθε φορά που ένα μέρος του ριζικού συστήματος κατακλύζεται, θα σαπίζει».
  • Και γιατί δεν επιτρέπεται έλλειψη. «Υπό τις ελληνικές συνθήκες, η άρδευση όχι μόνο είναι αναγκαία, αλλά πολλές φορές αναπόφευκτη», και η ποτιστική μηδική δίνει 5-7 κοπές έναντι 2-3 της ξηρικής.
  • Το κρίσιμο χρονικό σημείο. «Η μηδική έχει αυξημένες απαιτήσεις σε νερό 4-6 ημέρες πριν από την άνθιση

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το ανώτατο όριο είναι 180 m³ νερού ανά στρέμμα σε κάθε πότισμα: «πρέπει με κάθε πότισμα να χορηγούνται από 75 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα, στα ελαφρά και μέχρι 180 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα, στα βαριά εδάφη». Το ύψος αυτό δικαιολογείται γιατί «η μηδική έχει πολύ μεγάλες ανάγκες σε νερό και πρέπει σ' όλο το βάθος του ριζοστρώματος (περί τα 80 εκατοστά) να υπάρχει διαθέσιμη υγρασία» — δηλαδή κάθε πότισμα πρέπει να διαβρέξει 80 cm εδάφους, όγκο 800 m³ ανά στρέμμα. Η διαφορά μεταξύ 75 και 180 m³ οφείλεται στην υφή: τα βαριά εδάφη συγκρατούν περισσότερο νερό και απαιτούν μεγαλύτερη δόση από τα ελαφρά. Πάνω από αυτά τα όρια υπάρχει κίνδυνος, γιατί «η μηδική δεν αντέχει καθόλου στην κατάκλυση με νερό, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, και μπορεί να πάθει ασφυξία».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το μεγάλο ύψος δεν είναι σπατάλη: το φυτό πρέπει να βρίσκει νερό σε όλα τα 80 cm.
  • Περισσότερο νερό στα βαριά, λιγότερο στα ελαφρά — το αντίθετο από την πρώτη εντύπωση.

Η τακτική των καλλιεργητών στο πότισμα

Ερώτηση: Ποια τακτική ακολουθούν στην πράξη οι καλλιεργητές μηδικής, κατά την εφαρμογή του ποτίσματος;

Απάντηση:

  • Η πρακτική δόση. «Στις περισσότερες περιπτώσεις στην πράξη, χορηγούνται από 60 μέχρι 120 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα
  • Η συχνότητα. «… και γίνονται 1 έως 2 ποτίσματα από κοπή σε κοπή. Στα πολύ ελαφριά εδάφη μερικές φορές γίνονται και 3 ποτίσματα
  • Η απόκλιση από τη θεωρία. Η θεωρητικά αναγκαία δόση είναι 75-180 m³, ενώ στην πράξη δίνονται 60-120 m³ — δηλαδή οι καλλιεργητές ποτίζουν λιγότερο και συχνότερα από ό,τι θα απαιτούσε η πλήρης διαβροχή των 80 εκατοστών του ριζοστρώματος.
  • Ο τρόπος. «Για το πότισμα των μηδικεώνων σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί παλιότεροι τρόποι (κατάκλυση, υπόγειο πότισμα κ.λπ.) κι έχει διαδοθεί και επικρατήσει η τεχνητή βροχή, περισσότερο με ράμπες και καρούλια
  • Η πάγια συνήθεια μετά τη συγκομιδή. «Μετά τη συγκομιδή του χόρτου από το έδαφος, συνιστάται να γίνεται αμέσως πότισμα, για να βοηθηθεί η γρήγορη αναβλάστηση των φυτών.»
  • Η εξαίρεση των σποροπαραγωγικών. Εκεί «το πότισμα πρέπει να γίνεται κατά την έναρξη του σχηματισμού των ταξιανθιών (στάδιο μούρου) και ποτέ κατά την άνθιση», ενώ τα επόμενα ποτίσματα «πρέπει να γίνονται με φειδώ … και να είναι ελαφρά, γιατί αλλιώς θα υπάρξουν αναβλαστήσεις που είναι επιζήμιες».
  • ⚠️ Παρατήρηση: η §6.2.6.6 του βιβλίου επαναλαμβάνει την ίδια πληροφορία δύο φορές («Στα πολύ ελαφριά εδάφη μερικές φορές γίνονται και 3 ποτίσματα» και, δύο παραγράφους πιο κάτω, «Στα πολύ ελαφρά εδάφη, μερικές φορές χρειάζονται και 3 ποτίσματα») — με δύο διαφορετικές ορθογραφίες του «ελαφρά».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στην πράξη «στις περισσότερες περιπτώσεις … χορηγούνται από 60 μέχρι 120 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα και γίνονται 1 έως 2 ποτίσματα από κοπή σε κοπή. Στα πολύ ελαφριά εδάφη μερικές φορές γίνονται και 3 ποτίσματα.» Οι δόσεις αυτές είναι μικρότερες από τις θεωρητικά αναγκαίες (75-180 m³), δηλαδή οι καλλιεργητές ποτίζουν λιγότερο αλλά συχνότερα. Ως προς τη μέθοδο, «έχουν εγκαταλειφθεί παλιότεροι τρόποι (κατάκλυση, υπόγειο πότισμα κ.λπ.) κι έχει διαδοθεί και επικρατήσει η τεχνητή βροχή, περισσότερο με ράμπες και καρούλια». Πάγια τακτική είναι επίσης το άμεσο πότισμα μετά τη συγκομιδή, «για να βοηθηθεί η γρήγορη αναβλάστηση». Στις σποροπαραγωγικές καλλιέργειες ισχύει διαφορετικός κανόνας: πότισμα «κατά την έναρξη του σχηματισμού των ταξιανθιών (στάδιο μούρου) και ποτέ κατά την άνθιση».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η πράξη υπολείπεται της θεωρίας: 60-120 έναντι 75-180 m³.
  • Στη σποροπαραγωγή το πολύ νερό είναι εχθρός: προκαλεί επιζήμιες αναβλαστήσεις.

Στάδιο κοπής και ποιότητα χόρτου

Ερώτηση: Να αναφέρετε τις επιπτώσεις που έχουν στην ποιότητα του χόρτου της μηδικής, το προηγούμενο και το επόμενο της αρχής της άνθισης στάδιο κοπής της. Εξηγήστε.

Απάντηση:

  • Κοπή ΠΡΙΝ την έναρξη της άνθισης. «Οι κοπές σε πρωιμότερα από την έναρξη της άνθισης στάδια, δίνουν χόρτο ανώτερης ποιότητας, αλλά μειωμένης ποσότητας, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την ευρωστία των φυτών, με τελικό αποτέλεσμα τη μικρότερη διάρκεια ζωής του μηδικεώνα

  • Γιατί μειώνεται η ευρωστία. Επειδή τα φυτά δεν προλαβαίνουν να αποθηκεύσουν υδατάνθρακες στις ρίζες: στο στάδιο 40-45% της άνθισης «οι ποσότητες υδατανθράκων που έχουν αποθηκευθεί στις ρίζες είναι αρκετές, ώστε η ευρωστία των φυτών να είναι υψηλού βαθμού». Και «έχει βρεθεί ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας των αποθησαυριστικών ουσιών στις ρίζες … και της αντοχής της στο ψύχος, καθώς και της παραγωγικότητάς της κατά το επόμενο έτος».

  • Κοπή ΜΕΤΑ την πλήρη άνθιση. «Οι κοπές σε οψιμότερα από την πλήρη άνθιση στάδια, δίνουν χόρτο κατώτερης ποιότητας, λόγω απώλειας των κατώτερων φύλλων και συγχρόνως λόγω ξυλοποίησης των στελεχών των φυτών, με αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας του χόρτου σε κυτταρίνες, σε βάρος των πρωτεϊνών και αυξημένη περιεκτικότητα σε μη πεπτά συστατικά

  • Η αριθμητική απόδειξη — Πίνακας 6.1.

    Συστατικό Στάδιο μπουμπουκιού Στάδιο 50% άνθισης
    Πρωτεΐνες 25 % 21 %
    Κυτταρίνη 14 % 19 %

    Δηλαδή, όσο προχωρά η άνθιση, οι πρωτεΐνες πέφτουν και η κυτταρίνη ανεβαίνει — ακριβώς όπως λέει το κείμενο.

  • Γιατί μετρούν τα φύλλα. «Τα φύλλα … υπερέχουν ποιοτικά των στελεχών» και «πρέπει να αποτελούν το 50% περίπου του σανού, γιατί περιέχουν το 75% περίπου της συνολικής πρωτεΐνης και το μεγαλύτερο ποσοστό των βιταμινών του».

  • Το συμπέρασμα — ο συμβιβασμός. Γι' αυτό ο στόχος είναι «η παραγωγή χόρτου ή καρπών να συνδυάζει την καλύτερη δυνατή ποσότητα και ποιότητα, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη κοπή, αλλά για το σύνολο των κοπών, σ' όλη τη διάρκεια ζωής του μηδικεώνα» — εξ ου το 40-45% άνθισης για την πρώτη κοπή και η έναρξη της άνθισης για τις επόμενες.

  • ⚠️ Σημείωση: στον Πίνακα 6.1 η λέξη τυπώνεται «Κυπαρίνη» αντί «Κυτταρίνη», και τα κύρια συστατικά του σταδίου 50% άνθισης αθροίζουν 111%.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κοπή πριν την έναρξη της άνθισης: «δίνουν χόρτο ανώτερης ποιότητας, αλλά μειωμένης ποσότητας, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την ευρωστία των φυτών, με τελικό αποτέλεσμα τη μικρότερη διάρκεια ζωής του μηδικεώνα» — γιατί τα φυτά δεν προλαβαίνουν να αποθηκεύσουν υδατάνθρακες στις ρίζες, και «έχει βρεθεί ισχυρή συσχέτιση» των αποθεμάτων αυτών «με την αντοχή στο ψύχος … καθώς και της παραγωγικότητάς της κατά το επόμενο έτος». Κοπή μετά την πλήρη άνθιση: «δίνουν χόρτο κατώτερης ποιότητας, λόγω απώλειας των κατώτερων φύλλων και … ξυλοποίησης των στελεχών, με αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας του χόρτου σε κυτταρίνες, σε βάρος των πρωτεϊνών». Ο Πίνακας 6.1 το επιβεβαιώνει: από το μπουμπούκι στο 50% άνθισης οι πρωτεΐνες πέφτουν από 25% σε 21% και η κυτταρίνη ανεβαίνει από 14% σε 19%. Γι' αυτό η πρώτη ανοιξιάτικη κοπή γίνεται στο 40-45% της άνθισης και οι επόμενες στην έναρξη της άνθισης — σημείο που συνδυάζει ποιότητα, ποσότητα και μακροβιότητα.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Νωρίς = καλή ποιότητα, κακή μακροβιότητα· αργά = κακή ποιότητα, καλή ποσότητα.
  • Η βέλτιστη λύση κρίνεται «για το σύνολο των κοπών», όχι για τη μία.

Η αξία των φύλλων στον σανό

Ερώτηση: Ποια είναι η αξία της παρουσίας πολλών φύλλων στο σανό μηδικής και γιατί;

Απάντηση:

  • Ο κανόνας. «Τα φύλλα πρέπει να αποτελούν το 50% περίπου του σανού
  • Ο λόγος — η θρεπτική συγκέντρωση. «Γιατί περιέχουν το 75% περίπου της συνολικής πρωτεΐνης και το μεγαλύτερο ποσοστό των βιταμινών του.»
  • Η σύγκριση με τα στελέχη. Τα φύλλα «υπερέχουν ποιοτικά των στελεχών» — ενώ τα στελέχη, καθώς το φυτό ωριμάζει, ξυλοποιούνται και αυξάνουν την κυτταρίνη και τα μη πεπτά συστατικά.
  • Τι συμβαίνει όταν χάνονται. «Αν η αποξήρανση καθυστερήσει πολύ, χάνονται τα φύλλα …, καθώς και το πράσινο χρώμα του χόρτου και μαζί του πολλές βιταμίνες και άλλες ελκυστικές ουσίες, με τελικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας και τη μείωση της θρεπτικής του αξίας.» Το ίδιο και στις όψιμες κοπές, «λόγω απώλειας των κατώτερων φύλλων».
  • Τα μέτρα προστασίας τους. α) «Η αποξήρανση δεν πρέπει να είναι υπερβολική» και «καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια για τη διατήρηση όσο το δυνατό περισσότερων φύλλων στο σανό». β) «Το αναποδογύρισμα του χόρτου πρέπει να γίνονται τις πρωινές ώρες, που δεν τρίβονται τα πολύτιμα φύλλα, λόγω της ατμοσφαιρικής υγρασίας και έτσι περιορίζονται οι απώλειες.» γ) Η ξήρανση πάνω σε στηρίγματα (τρίποδες, σύρματα) «αποφεύγεται το αναποδογύρισμα … και περιορίζονται οι απώλειες των φύλλων».
  • Το συμπέρασμα του βιβλίου. «Κατά την αποξήρανση του χόρτου για σανό, έχει πολύ μεγάλη αξία η γρήγορη αποξήρανση και το σώσιμο των φύλλων
  • Η σύνδεση με το φυτό. Δεν είναι τυχαίο: η κοινή μηδική περιγράφεται ως φυτό «με λεπτούς όρθιους βλαστούς και πλούσιο φύλλωμα».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Τα φύλλα πρέπει να αποτελούν το 50% περίπου του σανού, γιατί περιέχουν το 75% περίπου της συνολικής πρωτεΐνης και το μεγαλύτερο ποσοστό των βιταμινών του» — δηλαδή τα μισά σε βάρος φέρουν τα τρία τέταρτα της πρωτεΐνης. Τα φύλλα «υπερέχουν ποιοτικά των στελεχών», τα οποία με την ωρίμανση ξυλοποιούνται και αυξάνουν την κυτταρίνη και τα μη πεπτά συστατικά. Αν χαθούν —είτε από καθυστερημένη αποξήρανση είτε από όψιμη κοπή— «χάνονται … καθώς και το πράσινο χρώμα του χόρτου και μαζί του πολλές βιταμίνες και άλλες ελκυστικές ουσίες, με τελικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας και τη μείωση της θρεπτικής του αξίας». Γι' αυτό η αποξήρανση δεν πρέπει να είναι υπερβολική, το αναποδογύρισμα γίνεται τις πρωινές ώρες, «που δεν τρίβονται τα πολύτιμα φύλλα», και συνολικά «έχει πολύ μεγάλη αξία η γρήγορη αποξήρανση και το σώσιμο των φύλλων».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • 50% του βάρους, 75% της πρωτεΐνης — η αναλογία λέει τα πάντα.
  • Ο εχθρός των φύλλων είναι η ξηρή μεσημεριανή ώρα: τρίβονται και θρυμματίζονται.

Η σύγχρονη τεχνητή ξήρανση των κυλινδρικών μπαλών

Ερώτηση: Ποιοι λόγοι επιβάλλουν τη σύγχρονη τεχνητή ξήρανση με θερμό αέρα, των κυλινδρικών μπαλών σανού μηδικής;

Απάντηση:

  • Ο κύριος λόγος — η μούχλα. «Γρήγορα διαπιστώθηκε ότι σ' ένα σημαντικό ποσοστό, από τις κυλινδρικές μπάλες, παρουσιάζεται μούχλα στο εσωτερικό τους κυρίως, όταν το χόρτο συλλέγεται με αυξημένη σχετική υγρασία. Αυτό διαπιστώνεται εύκολα και οπτικά από το χρώμα του.»
  • Γιατί ακριβώς στις κυλινδρικές. Πρόκειται για συμπαγή, ογκώδη δέματα: η υγρασία παγιδεύεται στο εσωτερικό τους και δεν εξατμίζεται, σε αντίθεση με τις μικρές ορθογώνιες μπάλες ή τη συλλογή «χύμα».
  • Το όριο ασφαλούς αποθήκευσης. «Πρέπει [η υγρασία] να πέσει κοντά στο 15%, ώστε ο σανός να αποθηκευθεί σε δέματα, χωρίς κίνδυνο αλλοιώσεων» — ενώ κατά τον θερισμό το χόρτο έχει 70-80%.
  • Ο δεύτερος λόγος — η ποιότητα. Η παρατεταμένη φυσική αποξήρανση κοστίζει ποιότητα: «συμβαίνουν απώλειες πολύτιμων θρεπτικών συστατικών και βιταμινών, σε σημαντικά ποσοστά, με συνέπεια τη μείωση της ποιότητας του σανού», και «αν η αποξήρανση καθυστερήσει πολύ, χάνονται τα φύλλα». Η τεχνητή ξήρανση επιτρέπει συλλογή με υψηλότερη υγρασία και άρα συντομότερη παραμονή στο χωράφι.
  • Πώς γίνεται. «Οι κυλινδρικές μπάλες σανού με μέγιστο ποσοστό υγρασίας 35-40% τακτοποιούνται πάνω σε μια πλατφόρμα που διαθέτει αριθμό οπών ίσο με τον αριθμό των κυλινδρικών μπαλών που έχουν φορτωθεί. Μέσω των οπών διαβιβάζεται θερμό ανοδικό ρεύμα αέρα υπό πίεση, το οποίο ξηραίνει τις μπάλες
  • Το αποτέλεσμα. «Ασφαλώς η θρεπτική αξία του σανού αυτού σε σύγκριση με τον παραδοσιακό, είναι σημαντικά μεγαλύτερη και οι ειδικοί πιστεύουν ότι καλύπτει την οικονομική διαφορά από την τιμή της μηδικής που ξεραίνεται στο χωράφι
  • Ο τρίτος λόγος — ο καιρός. Στις σανοδοτικές καλλιέργειες «δίνεται προτεραιότητα στις μετεωρολογικές προβλέψεις, ώστε να αποφευχθούν βροχές κατά τη φυσική αποξήρανση»· η τεχνητή ξήρανση απελευθερώνει την καλλιέργεια από αυτή την εξάρτηση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο βασικός λόγος είναι η μούχλα: «γρήγορα διαπιστώθηκε ότι σ' ένα σημαντικό ποσοστό, από τις κυλινδρικές μπάλες, παρουσιάζεται μούχλα στο εσωτερικό τους κυρίως, όταν το χόρτο συλλέγεται με αυξημένη σχετική υγρασία». Οι συμπαγείς κυλινδρικές μπάλες παγιδεύουν την υγρασία στο εσωτερικό τους, ενώ ο σανός αποθηκεύεται με ασφάλεια μόνο όταν η υγρασία «πέσει κοντά στο 15%». Δεύτερος λόγος είναι η ποιότητα: η παρατεταμένη φυσική αποξήρανση προκαλεί «απώλειες πολύτιμων θρεπτικών συστατικών και βιταμινών, σε σημαντικά ποσοστά» και απώλεια φύλλων. Τρίτος λόγος είναι η ανεξαρτησία από τον καιρό, αφού στη φυσική ξήρανση πρέπει να «αποφευχθούν βροχές». Η μέθοδος: «οι κυλινδρικές μπάλες με μέγιστο ποσοστό υγρασίας 35-40% τακτοποιούνται πάνω σε μια πλατφόρμα που διαθέτει αριθμό οπών ίσο με τον αριθμό των μπαλών … μέσω των οπών διαβιβάζεται θερμό ανοδικό ρεύμα αέρα υπό πίεση». Το αποτέλεσμα: «η θρεπτική αξία του σανού αυτού … είναι σημαντικά μεγαλύτερη και … καλύπτει την οικονομική διαφορά».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η κυλινδρική μπάλα λύνει το πρόβλημα των εργατικών, αλλά δημιουργεί το πρόβλημα της υγρασίας.
  • Το 35-40% είναι το ανώτατο όριο εισόδου στην τεχνητή ξήρανση — όχι το τελικό.

Παράγοντες της θρεπτικής αξίας του σανού

Ερώτηση: Να αναφέρετε τους παράγοντες που επηρεάζουν τη θρεπτική αξία και την ελκυστικότητα του σανού της μηδικής.

Απάντηση:

  • Η γενική διαπίστωση. «Η θρεπτική αξία του σανού της μηδικής επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από πολλούς και διάφορους παράγοντες
  • Οι δύο σπουδαιότεροι. «Απ' αυτούς, το στάδιο θερισμού και η ταχύτητα αποξήρανσης του χόρτου, σε συνδυασμό με την ορθότητα των χειρισμών, είναι οι σπουδαιότεροι παράγοντες και σ' αυτούς οφείλονται οι περισσότερες διαφορές στην ποιότητα του σανού.»
  • α) Το στάδιο θερισμού. Κοπές πριν την άνθιση → ανώτερη ποιότητα αλλά μικρότερη ποσότητα και ευρωστία· κοπές μετά την πλήρη άνθιση → κατώτερη ποιότητα, με απώλεια φύλλων, ξυλοποίηση στελεχών, αύξηση κυτταρίνης σε βάρος των πρωτεϊνών και μη πεπτά συστατικά. Ο Πίνακας 6.1 δείχνει πρωτεΐνες 25 → 21% και κυτταρίνη 14 → 19%.
  • β) Η ταχύτητα αποξήρανσης. «Αν η αποξήρανση καθυστερήσει πολύ, χάνονται τα φύλλα (που υπερέχουν ποιοτικά των στελεχών), καθώς και το πράσινο χρώμα του χόρτου και μαζί του πολλές βιταμίνες και άλλες ελκυστικές ουσίες.» «Έχει πολύ μεγάλη αξία η γρήγορη αποξήρανση και το σώσιμο των φύλλων
  • γ) Η ορθότητα των χειρισμών. Η αποξήρανση «δεν πρέπει να είναι υπερβολική»· το αναποδογύρισμα γίνεται τις πρωινές ώρες· η δεματοποίηση γίνεται μόνο όταν η υγρασία είναι κοντά στο 15%.
  • δ) Η αναλογία φύλλων. «Τα φύλλα πρέπει να αποτελούν το 50% περίπου του σανού, γιατί περιέχουν το 75% περίπου της συνολικής πρωτεΐνης και το μεγαλύτερο ποσοστό των βιταμινών
  • ε) Ο καιρός. Οι βροχές κατά τη φυσική αποξήρανση «θα υποβάθμιζαν την ποιότητα του σανού πολύ περισσότερο από μια καθυστέρηση 3-4 ημερών».
  • στ) Τα ζιζάνια. Η παρουσία τους προκαλεί «μείωση της θρεπτικής αξίας ή υποβάθμιση της ποιότητας του χόρτου …, με μετάδοση, μερικές φορές, δυσάρεστων οσμών στα ζωικά προϊόντα».
  • Και τι δίνει την ελκυστικότητα. «Είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες, ανόργανα άλατα, βιταμίνες, αλλά και σε άλλες άγνωστες ουσίες που την κάνουν ελκυστική και γευστική για τα ζώα»· ειδικά «οι καροτίνες, ξανθοφύλλες και οι άλλες βιταμίνες … έχουν πολύ ευνοϊκές επιπτώσεις στην ανάπτυξη υγιών ζώων».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Η θρεπτική αξία του σανού της μηδικής επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από πολλούς και διάφορους παράγοντες», αλλά «το στάδιο θερισμού και η ταχύτητα αποξήρανσης του χόρτου, σε συνδυασμό με την ορθότητα των χειρισμών, είναι οι σπουδαιότεροι … και σ' αυτούς οφείλονται οι περισσότερες διαφορές στην ποιότητα». Το στάδιο θερισμού καθορίζει την αναλογία πρωτεϊνών-κυτταρίνης (25→21% και 14→19% από το μπουμπούκι στο 50% άνθισης). Η αργή αποξήρανση χάνει «τα φύλλα …, καθώς και το πράσινο χρώμα … και μαζί του πολλές βιταμίνες και άλλες ελκυστικές ουσίες». Προστίθενται η αναλογία φύλλων (πρέπει να είναι 50% του σανού, με 75% της πρωτεΐνης), ο καιρός κατά την αποξήρανση, και η παρουσία ζιζανίων, που μεταδίδουν «δυσάρεστες οσμές στα ζωικά προϊόντα». Η ελκυστικότητα οφείλεται στο ότι η μηδική είναι «πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες, ανόργανα άλατα, βιταμίνες, αλλά και σε άλλες άγνωστες ουσίες», και ιδίως στις καροτίνες και ξανθοφύλλες.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Δύο παράγοντες εξηγούν σχεδόν τα πάντα: πότε κόβεις και πόσο γρήγορα ξεραίνεις.
  • Το πράσινο χρώμα δεν είναι αισθητικό: δείχνει βιταμίνες και ελκυστικές ουσίες.

Οι τυμπανισμοί από το χλωρό χόρτο

Ερώτηση: Γιατί το χλωρό χόρτο της μηδικής προκαλεί τυμπανισμούς (φουσκώματα) στα ζώα που βόσκουν;

Απάντηση:

  • Η αιτία. «Μειονέκτημα επίσης θεωρείται η παρουσία σαπωνινών στο χλωρό (μόνο) χόρτο της, που είναι υπεύθυνες για τους τυμπανισμούς στα ζώα που βόσκουν
  • Η κρίσιμη λεπτομέρεια. Το βιβλίο τονίζει το «(μόνο)»: οι σαπωνίνες ευθύνονται για τους τυμπανισμούς στο χλωρό χόρτο — δηλαδή το πρόβλημα δεν υπάρχει στον σανό, που καταναλώνεται αποξηραμένος.
  • Το πρακτικό μέτρο — η συγκαλλιέργεια. «Για την περίπτωση της ενσίρωσης, καθώς και της βόσκησης, συνήθως η μηδική συγκαλλιεργείται με κάποιο πολυετές αγροστώδες (δακτυλίδα ή φεστούκα), ώστε να βόσκεται από τα ζώα ή να συγκομίζεται για ενσίρωση χλωρό μείγμα χόρτου μηδικής - αγροστώδους, το οποίο στη μεν βόσκηση έχει μειωμένες πιθανότητες πρόκλησης τυμπανισμού στα ζώα.»
  • Γιατί δουλεύει το μείγμα. Το αγροστώδες αραιώνει την αναλογία της μηδικής στη βοσκή, οπότε μειώνεται η πρόσληψη σαπωνινών ανά γεύμα.
  • Η σύγκριση με τα τριφύλλια. Τα ετήσια τριφύλλια (αλεξανδρινό και περσικό) «χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση, επειδή το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα» — δηλαδή το βιβλίο τα προτείνει ακριβώς ως λύση στο πρόβλημα αυτό.
  • Το γενικό πλαίσιο. Παρά το μειονέκτημα, «η μηδική, μόνη της ή σε συγκαλλιέργεια με αγροστώδη, αποτελεί εξαιρετική βοσκή για παχυνόμενα αρνιά» — άρα η βόσκηση δεν αποκλείεται, απλώς διαχειρίζεται.
  • Το δεύτερο μειονέκτημα, για σύγκριση. «Το μόνο σημείο στο οποίο μειονεκτεί είναι η μικρή περιεκτικότητα σε ορισμένα ανόργανα άλατα, η προσθήκη των οποίων στα σιτηρέσια γίνεται εύκολα και με ελάχιστο κόστος

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το χλωρό χόρτο της μηδικής προκαλεί τυμπανισμούς εξαιτίας των σαπωνινών: «μειονέκτημα … θεωρείται η παρουσία σαπωνινών στο χλωρό (μόνο) χόρτο της, που είναι υπεύθυνες για τους τυμπανισμούς στα ζώα που βόσκουν». Χαρακτηριστικό είναι το «μόνο» του βιβλίου: το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά το χλωρό χόρτο και όχι τον σανό. Γι' αυτό, «για την περίπτωση της ενσίρωσης, καθώς και της βόσκησης, συνήθως η μηδική συγκαλλιεργείται με κάποιο πολυετές αγροστώδες (δακτυλίδα ή φεστούκα)», ώστε το μείγμα «στη μεν βόσκηση έχει μειωμένες πιθανότητες πρόκλησης τυμπανισμού». Εναλλακτικά χρησιμοποιούνται τα ετήσια τριφύλλια (αλεξανδρινό και περσικό), «επειδή το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα». Παρά ταύτα, η μηδική «μόνη της ή σε συγκαλλιέργεια με αγροστώδη, αποτελεί εξαιρετική βοσκή για παχυνόμενα αρνιά».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Σαπωνίνες μόνο στο χλωρό — ο σανός είναι ασφαλής.
  • Η λύση δεν είναι η αποφυγή της μηδικής, αλλά η ανάμειξή της με αγροστώδες.

Προσαρμοστικότητα της μηδικής στην Ελλάδα

Ερώτηση: Σύντομος σχολιασμός της προσαρμοστικότητας της μηδικής στις κλιματολογικές συνθήκες της χώρας μας.

Απάντηση:

  • Η γενική εικόνα. «Από άποψη συνθηκών κλίματος, η μηδική έχει ευρεία προσαρμοστικότητα, όπως αποδεικνύεται και από τη μεγάλη διάδοσή της σ' όλο τον κόσμο
  • Το ιδανικό της κλίμα. «Εντούτοις, αναπτύσσεται καλύτερα σε κλίματα με ήπιους χειμώνες και ζεστά και ξερά καλοκαίρια, εφόσον βέβαια υπάρχει νερό για πότισμα» — περιγραφή που ταιριάζει ακριβώς στο ελληνικό κλίμα.
  • Η θερμοκρασία δεν είναι εμπόδιο. «Η θερμοκρασία, μπορεί να πει κανείς πως δεν αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την εξάπλωση της μηδικής.» Φυτρώνει με 5-6 °C, αναβλασταίνει με 7-9 °C, αναπτύσσεται ταχύτερα στους ~25 °C, και αντέχει μέχρι -10 °C (ευαίσθητες ποικιλίες) ή -15 έως -20 °C (ανθεκτικές).
  • Οι ποικιλίες για την Ελλάδα. «Οι ευαίσθητες ποικιλίες της, που είναι κατάλληλες για την Ελλάδα, αντέχουν μέχρι -10 °C» — δηλαδή στη χώρα μας δεν χρειάζονται οι πιο ανθεκτικές στο ψύχος.
  • Ο περιορισμός — το νερό. «Παρόλο που η μηδική είναι ανθεκτική στην ξηρασία και καταφέρνει να επιβιώνει σε ξηρές περιόδους, έχει πολύ μεγάλες απαιτήσεις σε νερόΞηρική: αποδίδει ικανοποιητικά «σε πολλές περιοχές της χώρας μας, όπου οι φυσικές βροχοπτώσεις είναι αυξημένες ή η στάθμη του υπόγειου νερού είναι κοντά στο ριζόστρωμα», με 2-3 κοπές· ποτιστική: 5-7 κοπές.
  • Η κατανομή στη χώρα. «Η καλλιέργειά της έχει επεκταθεί περισσότερο στη βόρεια, την κεντρική και τη δυτική Ελλάδα και λιγότερο στη νότια και τα νησιά
  • Το συμπέρασμα του βιβλίου. «Ως συμπέρασμα για την προσαρμοστικότητα της μηδικής, θα μπορούσε κανείς να πει πως κανένα ίσως άλλο χορτοδοτικό είδος δε συγκεντρώνει τόσα πολλά πλεονεκτήματα, όσα η μηδική, υπό τις συνθήκες της χώρας μας.» Και η ΠΕΡΙΛΗΨΗ: «η αρδευόμενη καλλιέργεια της μηδικής στην Ελλάδα βρίσκεται σε ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης και απόδοσης
  • Το ανεκμετάλλευτο περιθώριο. Παρά ταύτα, «υπολείπεται ακόμη πολύ από τη θέση που της ανήκει στην ελληνική γεωργία».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Η μηδική έχει ευρεία προσαρμοστικότητα, όπως αποδεικνύεται και από τη μεγάλη διάδοσή της σ' όλο τον κόσμο», και μάλιστα «αναπτύσσεται καλύτερα σε κλίματα με ήπιους χειμώνες και ζεστά και ξερά καλοκαίρια, εφόσον βέβαια υπάρχει νερό για πότισμα» — περιγραφή που ταυτίζεται με το ελληνικό κλίμα. «Η θερμοκρασία … δεν αποτελεί περιοριστικό παράγοντα»: φυτρώνει με 5-6 °C, αναβλασταίνει με 7-9 °C και οι ελληνικές ποικιλίες αντέχουν μέχρι -10 °C. Ο πραγματικός περιορισμός είναι το νερό: «παρόλο που … είναι ανθεκτική στην ξηρασία …, έχει πολύ μεγάλες απαιτήσεις σε νερό», γι' αυτό η ποτιστική δίνει 5-7 κοπές και η ξηρική μόνο 2-3. Η καλλιέργεια έχει επεκταθεί «περισσότερο στη βόρεια, την κεντρική και τη δυτική Ελλάδα». Συμπερασματικά, «κανένα ίσως άλλο χορτοδοτικό είδος δε συγκεντρώνει τόσα πολλά πλεονεκτήματα, όσα η μηδική, υπό τις συνθήκες της χώρας μας», και η αρδευόμενη καλλιέργειά της «βρίσκεται σε ιδανικές συνθήκες».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το ελληνικό κλίμα είναι σχεδόν γραμμένο στα μέτρα της μηδικής — αρκεί να υπάρχει νερό.
  • Το κρίσιμο νούμερο: 5-7 κοπές ποτιστική έναντι 2-3 ξηρική.

Η ασβέστωση του εδάφους

Ερώτηση: Τι είναι και τι προσφέρει στη μηδική η ασβέστωση του εδάφους;

Απάντηση:

  • Πότε γίνεται. «Όσο για την οξύτητα του εδάφους, στην οποία η μηδική είναι πολύ ευαίσθητη, αν η τιμή του pH είναι κοντά στο 6, μπορεί να γίνει διόρθωση της οξύτητας με ασβέστωση του εδάφους.» (Το βιβλίο ορίζει ως απαγορευτικά τα εδάφη με pH κάτω του 6.)
  • Η αναγκαία προεργασία. «…αφού πρώτα γίνει ασβεστομέτρηση, ώστε να προστεθεί η σωστή ποσότητα ασβέστου.» Η ασβέστωση δηλαδή δεν γίνεται στην τύχη.
  • Η δοσολογία και η τεχνική. «Συγκεκριμένα, προστίθενται περί τα 500 κιλά σβησμένης και λειοτριβημένης ασβέστου κατά στρέμμα, ποσότητα η οποία κατανέμεται ομοιόμορφα και παραχώνεται σε βάθος 10 εκατοστών περίπου.»
  • Ο χρόνος εφαρμογής. «…περί τους 6-12 μήνες πριν από την εγκατάσταση του μηδικεώνα» — χρειάζεται χρόνος για να δράσει η άσβεστος στο έδαφος.
  • Τι προσφέρει — τέσσερις λειτουργίες. «Το ασβέστιο, εκτός από ρυθμιστής της εδαφικής οξύτητας και βελτιωτής της υφής του, είναι και θρεπτικό συστατικό για τη μηδική και προσδίδει σ' αυτήν αντοχή σε αντιξοότητες του περιβάλλοντος, καθώς και μακροβιότητα
  • Η επιβεβαίωση από τις εδαφικές απαιτήσεις. Τα καλύτερα εδάφη για τη μηδική είναι «με ουδέτερη αντίδραση και πλούσια σε ασβέστιο», ενώ αποφεύγονται τα «φτωχά σε ασβέστιο».
  • Η θέση του στη λίπανση. «Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στο ασβέστιο, που δεν είναι μόνο ρυθμιστικό της οξύτητας του εδάφους και εδαφοβελτιωτικό, αλλά και στοιχείο που συμμετέχει στη διαδικασία θρέψης της μηδικής, γι' αυτό πρέπει να προστίθεται εκεί που παρουσιάζεται έλλειψη

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ασβέστωση είναι η διόρθωση της οξύτητας του εδάφους με προσθήκη ασβέστου, όταν «η τιμή του pH είναι κοντά στο 6» — και γίνεται «αφού πρώτα γίνει ασβεστομέτρηση, ώστε να προστεθεί η σωστή ποσότητα». Πρακτικά «προστίθενται περί τα 500 κιλά σβησμένης και λειοτριβημένης ασβέστου κατά στρέμμα, ποσότητα η οποία κατανέμεται ομοιόμορφα και παραχώνεται σε βάθος 10 εκατοστών περίπου, περί τους 6-12 μήνες πριν από την εγκατάσταση του μηδικεώνα». Προσφέρει τέσσερα πράγματα: είναι «ρυθμιστής της εδαφικής οξύτητας», «βελτιωτής της υφής» του εδάφους, «θρεπτικό συστατικό για τη μηδική», και «προσδίδει σ' αυτήν αντοχή σε αντιξοότητες του περιβάλλοντος, καθώς και μακροβιότητα». Αυτό συμφωνεί με το ότι τα καλύτερα εδάφη είναι «με ουδέτερη αντίδραση και πλούσια σε ασβέστιο».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η ασβέστωση θέλει ασβεστομέτρηση πρώτα και 6-12 μήνες χρόνου μετά.
  • Το ασβέστιο είναι και λίπασμα, όχι μόνο βελτιωτικό του pH.

Στάδιο θερισμού για μηδικάλευρο

Ερώτηση: Στάδιο θερισμού του χόρτου της μηδικής που προορίζεται για μηδικάλευρο.

Απάντηση:

  • Η απάντηση. «Οι σύγχρονες αυτές βιομηχανικές μονάδες χρησιμοποιούν χόρτο μηδικής που συγκομίζεται σε πρωιμότερο της άνθισης στάδιο, συγκεκριμένα στο στάδιο του μπουμπουκιάσματος ή της έναρξης του μπουμπουκιάσματος των φυτών της μηδικής
  • Η αντίθεση με τη σανοδοτική κοπή. Για σανό η κοπή γίνεται στην έναρξη της άνθισης (και η πρώτη ανοιξιάτικη στο 40-45% της άνθισης)· για μηδικάλευρο γίνεται νωρίτερα, στο μπουμπούκιασμα.
  • Γιατί τόσο νωρίς. Επειδή στο πρωιμότερο στάδιο το χόρτο έχει την ανώτερη ποιότητα: κατά τον Πίνακα 6.1, στο στάδιο μπουμπουκιού οι πρωτεΐνες είναι 25% και η κυτταρίνη 14%, ενώ στο 50% άνθισης 21% και 19% αντίστοιχα.
  • Γιατί δεν ισχύει εδώ το μειονέκτημα της πρώιμης κοπής. Στη σανοδοτική καλλιέργεια η πρώιμη κοπή «μειώνει την ευρωστία των φυτών» και τη διάρκεια ζωής του μηδικεώνα — όμως η βιομηχανική μονάδα προμηθεύεται από συμβασιούχους καλλιεργητές και ο στόχος είναι η μέγιστη συγκέντρωση πρωτεΐνης και καροτίνης ανά κιλό προϊόντος.
  • Τι ακολουθεί αμέσως. «Ο θερισμός γίνεται με αυτοκινούμενες ή ελκόμενες χορτοκοπτικές μηχανές, οι οποίες στη συνέχεια τεμαχίζουν αμέσως το χόρτο σε μικρά τεμάχια, μήκους 2,5 έως 5 εκατοστά και το φορτώνουν σε πλατφόρμες, για τη γρήγορη μεταφορά του στο χώρο της τεχνητής αφυδάτωσης
  • Και η αφυδάτωση. «Το χόρτο … αφυδατώνεται πολύ σύντομα, μέσα σε 5-8 λεπτά της ώρας, τόσο, ώστε η υγρασία του πέφτει στο 4-8%» — έτσι δεν προλαβαίνουν οι απώλειες που συμβαίνουν στη φυσική ξήρανση.
  • Το αποτέλεσμα. Το μηδικάλευρο είναι «ιδιαίτερα πλούσιο σε πρωτεΐνες, καροτίνη, ασβέστιο και σίδηρο» — ακριβώς επειδή το χόρτο κόπηκε πριν την άνθιση και αφυδατώθηκε σε λεπτά.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το χόρτο που προορίζεται για μηδικάλευρο «συγκομίζεται σε πρωιμότερο της άνθισης στάδιο, συγκεκριμένα στο στάδιο του μπουμπουκιάσματος ή της έναρξης του μπουμπουκιάσματος των φυτών της μηδικής» — δηλαδή νωρίτερα από τη σανοδοτική κοπή, που γίνεται στην έναρξη της άνθισης. Ο λόγος φαίνεται στον Πίνακα 6.1: στο στάδιο μπουμπουκιού οι πρωτεΐνες είναι 25% και η κυτταρίνη 14%, ενώ στο 50% άνθισης 21% και 19%. Αμέσως μετά τον θερισμό, οι χορτοκοπτικές «τεμαχίζουν αμέσως το χόρτο σε μικρά τεμάχια, μήκους 2,5 έως 5 εκατοστά» και το μεταφέρουν γρήγορα στην τεχνητή αφυδάτωση, όπου «αφυδατώνεται … μέσα σε 5-8 λεπτά της ώρας, τόσο, ώστε η υγρασία του πέφτει στο 4-8%». Έτσι το προϊόν είναι «ιδιαίτερα πλούσιο σε πρωτεΐνες, καροτίνη, ασβέστιο και σίδηρο».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Για σανό κόβεις στην άνθιση· για μηδικάλευρο στο μπουμπούκι.
  • Η ταχεία αφυδάτωση (5-8 λεπτά) κλειδώνει την ποιότητα που δίνει το πρώιμο στάδιο.

Τα σύμπηκτα (pellets) της μηδικής

Ερώτηση: Τι είναι τα σύμπηκτα (pellets) της μηδικής;

Απάντηση:

  • Ο ορισμός. «Τα σύμπηκτα είναι μικρά κομμάτια συμπιεσμένου μηδικάλευρου, στο οποίο προστίθεται μικρή ποσότητα φυτικών λαδιών, κυλινδρικού σχήματος, διαμέτρου από 0,60-1,30 εκατοστά και μήκους 0,60-2,50 εκατοστών
  • Πώς παράγονται. Μετά την αφυδάτωση «το αφυδατωμένο χόρτο αλέθεται και το άλευρο που προκύπτει ομογενοποιείται, με ειδικούς μείκτες»· ακολουθεί ψύξη και το προϊόν «οδηγείται στο χώρο ενσάκκισης ή σε άλλο χώρο, παρασκευής συμπήκτων, από ειδικές μηχανές εφοδιασμένες με διάτρητους δίσκους, για τη μορφοποίηση σε σύμπηκτα προϊόντα (πελετοποίηση)».
  • Πότε εμφανίστηκαν. «Η παραγωγή συμπήκτων είναι μια τακτική που εφαρμόζεται κατά τα τελευταία χρόνια
  • Τα κύρια πλεονεκτήματα. «Κύρια πλεονεκτήματα της παρασκευής τους είναι η σημαντική ελάττωση του όγκου και της σκόνης των μηδικαλεύρων και οι ευκολότεροι χειρισμοί κατά τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων από αυτά.»
  • Η αριθμητική απόδειξη. «Αφού 1 κυβικό μέτρο μηδικάλευρου ζυγίζει περί τα 314 κιλά, ενώ 1 κυβικό μέτρο συμπήκτων ζυγίζει περί τα 706 κιλά» — δηλαδή η πυκνότητα υπερδιπλασιάζεται (706/314 ≈ 2,25 φορές), άρα ο ίδιος όγκος μεταφέρει πάνω από διπλάσιο βάρος.
  • Η οικονομική δικαιολόγηση. «Το επιπρόσθετο κόστος για την παραγωγή τους, δικαιολογείται από τη μείωση του κόστους συσκευασίας, αποθήκευσης και χειρισμών του μηδικαλεύρου.»
  • Σε ποια ζώα δίνονται. Μηδικάλευρο και σύμπηκτα «είναι ιδιαίτερα πλούσια σε πρωτεΐνες, καροτίνη, ασβέστιο και σίδηρο και χρησιμοποιούνται στη διατροφή ζώων, που δεν έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν την κυτταρίνη (η οποία περιέχεται στο σανό), όπως τα πτηνά και οι χοίροι».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Τα σύμπηκτα είναι μικρά κομμάτια συμπιεσμένου μηδικάλευρου, στο οποίο προστίθεται μικρή ποσότητα φυτικών λαδιών, κυλινδρικού σχήματος, διαμέτρου από 0,60-1,30 εκατοστά και μήκους 0,60-2,50 εκατοστών.» Παράγονται με πελετοποίηση, από «ειδικές μηχανές εφοδιασμένες με διάτρητους δίσκους», αφού το αφυδατωμένο χόρτο αλεστεί και ομογενοποιηθεί. Τα «κύρια πλεονεκτήματα … είναι η σημαντική ελάττωση του όγκου και της σκόνης των μηδικαλεύρων και οι ευκολότεροι χειρισμοί κατά τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων», αφού «1 κυβικό μέτρο μηδικάλευρου ζυγίζει περί τα 314 κιλά, ενώ 1 κυβικό μέτρο συμπήκτων ζυγίζει περί τα 706 κιλά» — υπερδιπλάσια πυκνότητα. «Το επιπρόσθετο κόστος για την παραγωγή τους δικαιολογείται από τη μείωση του κόστους συσκευασίας, αποθήκευσης και χειρισμών.» Χορηγούνται κυρίως σε πτηνά και χοίρους, που «δεν έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν την κυτταρίνη».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • 314 → 706 κιλά/m³: το ίδιο φορτηγό μεταφέρει πάνω από διπλάσια ζωοτροφή.
  • Τα φυτικά λάδια δεν είναι θρεπτικό συμπλήρωμα — βοηθούν στη συμπίεση.

Ιδιότητες αλεξανδρινού και περσικού τριφυλλιού

Ερώτηση: Ποιες σπουδαίες ιδιότητες κατέχουν τα ετήσια τριφύλλια αλεξανδρινό και περσικό;

Απάντηση:

  • 1) Δεν προκαλούν τυμπανισμούς. «Χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση, επειδή το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα» — το ακριβώς αντίθετο του χλωρού χόρτου της μηδικής.
  • 2) Γρήγορη ανάπτυξη και πολλαπλές κοπές. «Είναι φυτά γρήγορης ανάπτυξης, πολλαπλών κοπών (3-5 ετησίως) και αναβλαστάνουν γρήγορα, μετά από κάθε κοπή
  • 3) Η χειμερινή παραγωγή — η σπουδαιότερη ιδιότητα. «Σε περιοχές με σχετικά ήπιους χειμώνες, ιδιαίτερα το πρώτο, μπορεί να αποδώσει χλωρό χόρτο τους χειμερινούς μήνες, που η μηδική βρίσκεται σε νάρκη, κι αυτό αποτελεί σπουδαία ιδιότητα
  • 4) Μικρός βιολογικός κύκλος. «Έχουν μικρό βιολογικό κύκλο (6-8 μήνες) και με φθινοπωρινή σπορά ελευθερώνουν αρκετά νωρίς το χωράφι, για να ακολουθήσει η επόμενη ανοιξιάτικη καλλιέργεια
  • 5) Ευελιξία χρήσεων. «Ακόμη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σανό, ενσίρωση, χλωρή λίπανση και ως φυτά αμειψισποράς σε υποβαθμισμένα χωράφια
  • 6) Δυνατότητα συγκαλλιέργειας. «Για βόσκηση ή ενσίρωση μπορούν να συγκαλλιεργηθούν με ένα σιτηρά ή χορτοδοτικό αγροστώδες
  • Η μεταξύ τους διαφορά. «Από άποψη περιβαλλοντικών απαιτήσεων το δεύτερο [το περσικό] είναι πιο ανθεκτικό στο ψύχος, αλλά οψιμότερο και πιο ευαίσθητο στην ξηρασία και γι' αυτό χρειάζεται οπωσδήποτε πότισμα
  • Το πλαίσιο. Είναι «μικρής οικονομικής σημασίας χορτοδοτικά είδη» που «προσαρμόζονται καλύτερα στη Ν.Δ. Ελλάδα, επειδή δεν έχουν μεγάλη αντοχή στο ψύχος», και η τεχνική καλλιέργειάς τους «είναι σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνη της μηδικής».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα ετήσια τριφύλλια αλεξανδρινό και περσικό έχουν έξι σπουδαίες ιδιότητες. Πρώτον, «το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα», γι' αυτό χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση. Δεύτερον, «είναι φυτά γρήγορης ανάπτυξης, πολλαπλών κοπών (3-5 ετησίως) και αναβλαστάνουν γρήγορα μετά από κάθε κοπή». Τρίτον — και το ίδιο το βιβλίο τη χαρακτηρίζει σπουδαία ιδιότητα — «σε περιοχές με σχετικά ήπιους χειμώνες … μπορεί να αποδώσει χλωρό χόρτο τους χειμερινούς μήνες, που η μηδική βρίσκεται σε νάρκη». Τέταρτον, έχουν «μικρό βιολογικό κύκλο (6-8 μήνες)» και «με φθινοπωρινή σπορά ελευθερώνουν αρκετά νωρίς το χωράφι». Πέμπτον, χρησιμεύουν και «για σανό, ενσίρωση, χλωρή λίπανση και ως φυτά αμειψισποράς σε υποβαθμισμένα χωράφια». Έκτον, «μπορούν να συγκαλλιεργηθούν με ένα σιτηρά ή χορτοδοτικό αγροστώδες». Το περσικό είναι «πιο ανθεκτικό στο ψύχος, αλλά οψιμότερο και πιο ευαίσθητο στην ξηρασία».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η χειμερινή παραγωγή τους καλύπτει ακριβώς το κενό που αφήνει η μηδική σε νάρκη.
  • Είναι τα αντι-τυμπανικά χορτοδοτικά ψυχανθή του κεφαλαίου.

Χρήσεις αλεξανδρινού και περσικού τριφυλλιού

Ερώτηση: Κύριες χρήσεις των ετήσιων τριφυλλιών (αλεξανδρινού-περσικού).

Απάντηση:

  • Η κύρια χρήση — βόσκηση. «Είναι μικρής οικονομικής σημασίας χορτοδοτικά είδη και χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση, επειδή το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα
  • Οι υπόλοιπες χρήσεις. «Ακόμη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σανό, ενσίρωση, χλωρή λίπανση και ως φυτά αμειψισποράς σε υποβαθμισμένα χωράφια
  • Η χειμερινή χλωρή τροφή. «Σε περιοχές με σχετικά ήπιους χειμώνες, ιδιαίτερα το πρώτο, μπορεί να αποδώσει χλωρό χόρτο τους χειμερινούς μήνες, που η μηδική βρίσκεται σε νάρκη» — δηλαδή καλύπτουν το χειμερινό κενό στη χονδροειδή ζωοτροφή.
  • Ο ρόλος στην εναλλαγή καλλιεργειών. «Έχουν μικρό βιολογικό κύκλο (6-8 μήνες) και με φθινοπωρινή σπορά ελευθερώνουν αρκετά νωρίς το χωράφι, για να ακολουθήσει η επόμενη ανοιξιάτικη καλλιέργεια
  • Η συγκαλλιέργεια. «Για βόσκηση ή ενσίρωση μπορούν να συγκαλλιεργηθούν με ένα σιτηρά ή χορτοδοτικό αγροστώδες
  • Το γενικό πλαίσιο των τριφυλλιών. «Όλα τα τριφύλλια καλλιεργούνται για βόσκηση, ενσίρωση (συνήθως σε συγκαλλιέργεια με αγροστώδη) και σπανιότερα για σανό, είτε ως αρδευόμενα είτε ως ξηρικά» — και η ΠΕΡΙΛΗΨΗ επιβεβαιώνει: «το χόρτο τους χρησιμοποιείται κυρίως για βόσκηση ή ενσίρωση και σπανιότερα για παραγωγή σανού».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα ετήσια τριφύλλια «χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση, επειδή το χόρτο τους δεν προκαλεί τυμπανισμούς στα ζώα». «Ακόμη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σανό, ενσίρωση, χλωρή λίπανση και ως φυτά αμειψισποράς σε υποβαθμισμένα χωράφια», ενώ «για βόσκηση ή ενσίρωση μπορούν να συγκαλλιεργηθούν με ένα σιτηρά ή χορτοδοτικό αγροστώδες». Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δυνατότητά τους να δίνουν χλωρό χόρτο τους χειμερινούς μήνες, «που η μηδική βρίσκεται σε νάρκη», και ο ρόλος τους στην εναλλαγή καλλιεργειών, αφού με τον μικρό κύκλο των 6-8 μηνών και φθινοπωρινή σπορά «ελευθερώνουν αρκετά νωρίς το χωράφι για να ακολουθήσει η επόμενη ανοιξιάτικη καλλιέργεια».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Βόσκηση πρώτα — ακριβώς επειδή δεν φουσκώνουν τα ζώα.
  • Ο σύντομος κύκλος τα κάνει χρήσιμα και ως ενδιάμεση καλλιέργεια.

Χρήσεις του πολυετούς λειμώνιου τριφυλλιού

Ερώτηση: Κύριες χρήσεις του πολυετούς λειμώνιου τριφυλλιού.

Απάντηση:

  • Η απαρίθμηση του βιβλίου. «Είναι κι αυτό μικρής οικονομικής σημασίας χορτοδοτικό είδος για τη χώρα μας και χρησιμοποιείται για ενσίρωση, σε συγκαλλιέργεια με χορτοδοτικά αγροστώδη (π.χ. κριθάρι), για βόσκηση, σε τεχνητούς λειμώνες, πάλι σε συγκαλλιέργεια με λειμώνια αγροστώδη

  • Ο σανός — υπό όρους. «Σπανιότερα χρησιμοποιείται και για σανό, γιατί συνήθως λόγω της έντονης φυλλόπτωσης παράγεται σκουρόχρωμος σανός, εκτός αν η κοπή του χόρτου γίνει στην αρχή της άνθισης, οπότε είναι καλής ποιότητας και προτιμάται για μεγαλόσωμα ζώα

  • Πού υπερέχει. «Χάρη στην αντοχή του στις χαμηλές θερμοκρασίες και την ικανότητά του ν' αναπτύσσεται το χειμώνα, μπορεί να συναγωνιστεί τη μηδική, σε ποσότητα απόδοσης εκεί όπου αυτή υποφέρει από υπερβολική υγρασία ή εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή η κατάληψη του χωραφιού για πολλά χρόνια

  • Η αντοχή στη βόσκηση. «Δίνει πολλές κοπές, έχει ικανοποιητική αναβλάστηση και καλή αντοχή στη βόσκηση, ενώ οι αποδόσεις του είναι ικανοποιητικές, όταν το περιβάλλον είναι ευνοϊκό, δηλαδή όταν οι θερμοκρασίες του καλοκαιριού δεν είναι πολύ υψηλές

  • Οι αποδόσεις.

    Έτος Χλωρό χόρτο Σανός Κοπές
    1ο ~3 τόνοι/στρ. 600-650 kg/στρ. 2
    2ο-3ο 6-7 τόνοι/στρ. ~1,5 τόνος/στρ. 3-4
  • Η σύγκριση με τη μηδική. «Η ποιότητα του χόρτου είναι λίγο κατώτερη της μηδικής», και «η τεχνική της καλλιέργειάς του είναι σε γενικές γραμμές όμοια με της μηδικής».

  • Η διάρκεια ζωής. «Είναι φυτό διετές ή τριετές και με ευνοϊκές συνθήκες τετραετές. Τη μεγαλύτερη απόδοσή του τη δίνει όμως στο δεύτερο έτος

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το λειμώνιο (κόκκινο) τριφύλλι «χρησιμοποιείται για ενσίρωση, σε συγκαλλιέργεια με χορτοδοτικά αγροστώδη (π.χ. κριθάρι), για βόσκηση, σε τεχνητούς λειμώνες, πάλι σε συγκαλλιέργεια με λειμώνια αγροστώδη». «Σπανιότερα χρησιμοποιείται και για σανό, γιατί συνήθως λόγω της έντονης φυλλόπτωσης παράγεται σκουρόχρωμος σανός, εκτός αν η κοπή … γίνει στην αρχή της άνθισης, οπότε είναι καλής ποιότητας και προτιμάται για μεγαλόσωμα ζώα». Υπερέχει εκεί όπου η μηδική δυσκολεύεται: «χάρη στην αντοχή του στις χαμηλές θερμοκρασίες και την ικανότητά του ν' αναπτύσσεται το χειμώνα, μπορεί να συναγωνιστεί τη μηδική … εκεί όπου αυτή υποφέρει από υπερβολική υγρασία ή εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή η κατάληψη του χωραφιού για πολλά χρόνια». Δίνει πολλές κοπές και έχει καλή αντοχή στη βόσκηση, με απόδοση 600-650 κιλά σανού το πρώτο έτος και ~1,5 τόνο στο δεύτερο-τρίτο.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ο σανός του γίνεται σκουρόχρωμος — εκτός αν κοπεί στην αρχή της άνθισης.
  • Είναι η λύση για υγρά χωράφια και για μικρή διάρκεια δέσμευσης.

Χρήσεις του λευκού τριφυλλιού

Ερώτηση: Κύριες χρήσεις του λευκού τριφυλλιού.

Απάντηση:

  • Βόσκηση — η κύρια χρήση. «Είναι αξιόλογο είδος, με καλή αντοχή στη βόσκηση των ζώων και αποτελεί ζωοτροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, επειδή έχει πολύ φύλλωμα και οι βλαστοί του δεν ξυλοποιούνται. Συνεπώς, έχει πολύ καλή θρεπτική αξία
  • Τεχνητοί λειμώνες. «Στους τεχνητούς λειμώνες καλλιεργείται, ως επί το πλείστον σε συγκαλλιέργεια με άλλα αγροστώδη χορτοδοτικά φυτά και σπανιότερα ως αμιγής καλλιέργεια
  • Ποιο αγροστώδες ταιριάζει. «Πολύ καλά συνδυάζεται με το πολυετές λόλιο, ενώ η φεστούκα και η δακτυλίδα, που είναι ισχυροί ανταγωνιστές του, το καταπνίγουν κι έτσι πρέπει μάλλον ν' αποφεύγονται
  • Ενσίρωση και σανός. «Το χόρτο της συγκαλλιέργειας είναι πολύ καλό και για ενσίρωση ή ακόμη και για σανό, μόνο που οι αποδόσεις σανού, ενώ είναι πολύ καλής ποιότητας, είναι πολύ μικρές ποσοτικά
  • Φυσικοί λειμώνες. «Πολύ συχνή είναι η παρουσία του λευκού τριφυλλιού και στους φυσικούς λειμώνες (λιβάδια), όπου αυτοφύεται μαζί με αγροστώδη, όπου προσφέρεται για τους ίδιους παραπάνω σκοπούς
  • Διακοσμητική χρήση. «Τέλος, είναι πολύ κατάλληλο είδος και για δημιουργία διακοσμητικών χλοοταπήτων
  • Πού βρίσκεται. «Στην Ασία και στην Ευρώπη είναι αυτοφυές. Στη χώρα μας το βρίσκουμε αυτοφυές στους βοσκότοπους και τα λιβάδια, ιδίως στις ορεινές περιοχές, όπου οι θερμοκρασίες του καλοκαιριού δεν είναι πολύ υψηλές και υπάρχει αρκετή φυσική υγρασία

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το λευκό (έρπον) τριφύλλι χρησιμοποιείται πρωτίστως για βόσκηση: «είναι αξιόλογο είδος, με καλή αντοχή στη βόσκηση των ζώων και αποτελεί ζωοτροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, επειδή έχει πολύ φύλλωμα και οι βλαστοί του δεν ξυλοποιούνται». Καλλιεργείται «στους τεχνητούς λειμώνες …, ως επί το πλείστον σε συγκαλλιέργεια με άλλα αγροστώδη χορτοδοτικά φυτά και σπανιότερα ως αμιγής καλλιέργεια» — «πολύ καλά συνδυάζεται με το πολυετές λόλιο», ενώ φεστούκα και δακτυλίδα «το καταπνίγουν». Το χόρτο της συγκαλλιέργειας «είναι πολύ καλό και για ενσίρωση ή ακόμη και για σανό, μόνο που οι αποδόσεις σανού … είναι πολύ μικρές ποσοτικά». Απαντάται επίσης στους φυσικούς λειμώνες, όπου «αυτοφύεται μαζί με αγροστώδη», και τέλος «είναι πολύ κατάλληλο είδος και για δημιουργία διακοσμητικών χλοοταπήτων».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η μη ξυλοποίηση των βλαστών είναι ο λόγος της υψηλής θρεπτικής αξίας.
  • Ο σανός του είναι άριστος ποιοτικά αλλά ελάχιστος ποσοτικά.

Τύποι φυτών λευκού τριφυλλιού

Ερώτηση: Τύποι φυτών λευκού τριφυλλιού και ιδιότητες κάθε τύπου.

Απάντηση:

  • Ο αριθμός. «Υπάρχουν τρεις τύποι ποικιλιών

  • 1) Ο άγριος τύπος. «Που τα φυτά του είναι νάνα, με πολύ μικρά φύλλα, μικρούς μίσχους και μικρές συμπαγείς ταξιανθίες. Όλες οι ποικιλίες του τύπου αυτού χαρακτηρίζονται από αντοχή στην εντατική βόσκηση και καλύτερη προσαρμοστικότητα στα μικρής γονιμότητας εδάφη

  • 2) Ο Ολλανδικός τύπος. «Που τα φυτά του έχουν φύλλα και άνθη μέτριου μεγέθους και χαρακτηρίζονται από μικρότερη αντοχή στη βόσκηση, αποδίδουν όμως περισσότερο

  • 3) Ο γιγάντιος τύπος (Ladino). «Που τα φυτά του έχουν φύλλα και άνθη μεγάλου μεγέθους, χαρακτηρίζονται από ακόμη μικρότερη αντοχή στη βόσκηση και υπερτερούν όλων σε απόδοση, προσαρμόζονται όμως καλά μόνο σε περιοχές με ήπιους χειμώνες

  • Ο κανόνας που προκύπτει. Υπάρχει αντίστροφη σχέση ανάμεσα στο μέγεθος των φυτών και στην αντοχή στη βόσκηση: όσο μεγαλύτερα τα φύλλα και τα άνθη, τόσο μεγαλύτερη η απόδοση αλλά μικρότερη η αντοχή.

  • Συγκριτικός πίνακας

    Τύπος Μέγεθος φύλλων/ανθέων Αντοχή στη βόσκηση Απόδοση Ιδιαιτερότητα
    Άγριος πολύ μικρά (νάνα φυτά) μεγαλύτερη (εντατική βόσκηση) μικρότερη καλύτερη προσαρμοστικότητα σε εδάφη μικρής γονιμότητας
    Ολλανδικός μέτρια μικρότερη μεγαλύτερη
    Γιγάντιος (Ladino) μεγάλα ακόμη μικρότερη υπερτερεί όλων μόνο σε περιοχές με ήπιους χειμώνες
  • Και οι ποδίσκοι διαφέρουν. Τα άνθη «φέρουν ποδίσκους μικρούς (άγριος τύπος), μέτριους και μεγάλους (τύπος Ladino)» — άρα ο ποδίσκος είναι ακόμη ένα διακριτικό γνώρισμα των τύπων.

  • Σημείωση για την Ελλάδα. «Ελληνικές ποικιλίες δεν έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο αναφέρει τρεις τύπους ποικιλιών λευκού τριφυλλιού. Ο άγριος τύπος έχει φυτά «νάνα, με πολύ μικρά φύλλα, μικρούς μίσχους και μικρές συμπαγείς ταξιανθίες» και «χαρακτηρίζονται από αντοχή στην εντατική βόσκηση και καλύτερη προσαρμοστικότητα στα μικρής γονιμότητας εδάφη». Ο Ολλανδικός τύπος έχει «φύλλα και άνθη μέτριου μεγέθους» και «χαρακτηρίζονται από μικρότερη αντοχή στη βόσκηση, αποδίδουν όμως περισσότερο». Ο γιγάντιος τύπος (Ladino) έχει «φύλλα και άνθη μεγάλου μεγέθους», «ακόμη μικρότερη αντοχή στη βόσκηση» και «υπερτερούν όλων σε απόδοση», αλλά «προσαρμόζονται … καλά μόνο σε περιοχές με ήπιους χειμώνες». Προκύπτει δηλαδή αντίστροφη σχέση μεταξύ μεγέθους/απόδοσης και αντοχής στη βόσκηση. Τέλος, «ελληνικές ποικιλίες δεν έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Όσο μεγαλύτερο το φυτό, τόσο μεγαλύτερη η απόδοση και μικρότερη η αντοχή στη βόσκηση.
  • Ο Ladino θέλει ήπιο χειμώνα — δεν είναι επιλογή για ορεινές περιοχές.

Η συγκαλλιέργεια αγροστωδών με ψυχανθή

Ερώτηση: Τι εξυπηρετεί η συγκαλλιέργεια μιγμάτων χορτοδοτικών αγροστωδών με χορτοδοτικά ψυχανθή;

Απάντηση:

  • Η γενική αιτιολόγηση. «Η ποιοτική αξία όλων [των αγροστωδών] ως ζωοτροφών, είναι κατώτερη εκείνης των χορτοδοτικών ψυχανθών, όμως η χρησιμοποίησή τους για συγκαλλιέργεια σε μείγματα με τα ψυχανθή, εξυπηρετεί την καλύτερη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της γης, καθώς επίσης και διάφορους χειρισμούς και χρήσεις των χόρτων που απαρτίζονται από μείγματα με ψυχανθή.»
  • 1) Μεγαλύτερη απόδοση. «Η αμιγής καλλιέργεια φεστούκας δίνει πολύ μικρότερη απόδοση χόρτου, ακόμη κι αν λιπανθεί πλούσια με άζωτο, απ' ό,τι δίνει η συγκαλλιέργειά της με κάποιο τριφύλλι ή μηδική. Η διαφορά αυτή αυξάνεται, όσο μεγαλώνει η ηλικία της καλλιέργειας
  • 2) Καλύτερη ποιότητα χόρτου. «Η συγκαλλιέργεια με ψυχανθές δίνει πολύ καλύτερης ποιότητας χόρτο
  • 3) Εξοικονόμηση αζωτούχων λιπασμάτων. «Ενώ παράλληλα εξοικονομούνται αζωτούχα λιπάσματα, γιατί μέρος του αναγκαίου για την ανάπτυξή τους άζωτο δεσμεύεται από τα αζωτοβακτήρια του ψυχανθούς
  • 4) Λιγότεροι τυμπανισμοί στη βόσκηση. Το μείγμα μηδικής-αγροστώδους «στη μεν βόσκηση έχει μειωμένες πιθανότητες πρόκλησης τυμπανισμού στα ζώα».
  • 5) Καλύτερη ενσίρωση. «Στη δε ενσίρωση δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την επιτυχία της
  • 6) Ενίσχυση των ίδιων των αγροστωδών. «Η θρεπτικότητα, η γευστικότητα και η μακροβιότητά τους ενισχύονται, όταν συγκαλλιεργούνται με ένα ψυχανθές και λιπαίνονται με άζωτο
  • Πώς ρυθμίζεται η ισορροπία. «Η σχέση αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων … είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες που ρυθμίζουν και την αναλογία αγροστωδών - ψυχανθών στο λειμώνα. Το άζωτο ευνοεί τα αγροστώδη και ο φώσφορος τα ψυχανθή.» Επίσης «ο χρόνος πραγματοποίησης των θερισμών … μπορεί να μετατίθεται λίγο, ανάλογα με την πορεία της συγκαλλιέργειας», και στη σπορά «πρέπει να χρησιμοποιείται λιγότερος σπόρος απ' ό,τι στην αμιγή καλλιέργεια, … ώστε να μην καταπνίγεται το ένα είδος από το άλλο».
  • Παράδειγμα αναλογιών σποράς. «Σ' ένα δροσερό περιβάλλον μπορεί να σπαρθεί η αναλογία 1,5 κιλά σπόρου μηδικής με 0,5 κιλά σπόρου δακτυλίδας, ή 0,8 κιλά σπόρου φεστούκας, ή 0,4 κιλά σπόρου λόλιου ανά στρέμμα.»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η συγκαλλιέργεια «εξυπηρετεί την καλύτερη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της γης, καθώς επίσης και διάφορους χειρισμούς και χρήσεις των χόρτων». Συγκεκριμένα: δίνει μεγαλύτερη απόδοση — «η αμιγής καλλιέργεια φεστούκας δίνει πολύ μικρότερη απόδοση χόρτου, ακόμη κι αν λιπανθεί πλούσια με άζωτο», και «η διαφορά αυτή αυξάνεται όσο μεγαλώνει η ηλικία της καλλιέργειας»· δίνει καλύτερη ποιότητα χόρτου· εξοικονομεί αζωτούχα λιπάσματα, «γιατί μέρος του αναγκαίου … άζωτο δεσμεύεται από τα αζωτοβακτήρια του ψυχανθούς»· στη βόσκηση «έχει μειωμένες πιθανότητες πρόκλησης τυμπανισμού» και στην ενσίρωση «δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την επιτυχία της»· και τέλος «η θρεπτικότητα, η γευστικότητα και η μακροβιότητα» των αγροστωδών ενισχύονται. Η ισορροπία ρυθμίζεται με τη λίπανση, αφού «το άζωτο ευνοεί τα αγροστώδη και ο φώσφορος τα ψυχανθή».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το ψυχανθές δίνει άζωτο και ποιότητα, το αγροστώδες όγκο και σταθερότητα.
  • Η αναλογία δεν είναι σταθερή: τη ρυθμίζεις με Ν/Ρ και με τον χρόνο θερισμού.

Χρήσεις φεστούκας και δακτυλίδας

Ερώτηση: Χρήσεις της φεστούκας και της δακτυλίδας.

Απάντηση:

  • Η απαρίθμηση. «Είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση τεχνητών λειμώνων, για βόσκηση ή παραγωγή σανού, για τη βελτίωση της χλωρίδας των υποβαθμισμένων φυσικών βοσκοτόπων και για την εγκατάσταση διακοσμητικών χλοοταπήτων (γκαζόν).» Για τη δακτυλίδα, το βιβλίο σημειώνει ρητά: «Ισχύουν τα ίδια με τη φεστούκα
  • Πάντα με ψυχανθές. «Στους τεχνητούς λειμώνες σπέρνονται σχεδόν πάντα μαζί με κάποιο ψυχανθές σε συγκαλλιέργεια (π.χ. λειμώνιο τριφύλλι), για βόσκηση, ενσίρωση ή σανό
  • Γιατί. «Η αμιγής καλλιέργεια φεστούκας δίνει πολύ μικρότερη απόδοση χόρτου, ακόμη κι αν λιπανθεί πλούσια με άζωτο, απ' ό,τι δίνει η συγκαλλιέργειά της με κάποιο τριφύλλι ή μηδική», ενώ «δίνει πολύ καλύτερης ποιότητας χόρτο» και «εξοικονομούνται αζωτούχα λιπάσματα».
  • Σποροπαραγωγή. «Προκειμένου για σποροπαραγωγικές καλλιέργειες αμιγούς φεστούκας, η σπορά γίνεται αραιότερα, σε γραμμές ανά 30-60 εκατοστά και με ποσότητα σπόρου 0,3-1 κιλά ανά στρέμμα
  • Οι ειδικές αξίες της φεστούκας. Είναι είδη που «προσαρμόζονται και αξιοποιούν και τα άγονα και ασβεστολιθικά εδάφη των ορεινών και ημιορεινών περιοχών» και «παραμένουν πράσινες σ' όλη τη διάρκεια του έτους» — γι' αυτό και η βελτίωση υποβαθμισμένων βοσκοτόπων.
  • Οι ειδικές αξίες της δακτυλίδας. «Με ποτιστικές συνθήκες θερίζεται 4-5 φορές το χρόνο», έχει «πολύ καλή αναβλάστηση, μετά από κάθε κοπή, ακόμα και με ξηρό καιρό», και «βόσκεται πιο ευχάριστα απ' τα ζώα» λόγω καλύτερης ποιότητας.
  • Ένας περιορισμός για τη δακτυλίδα. Το χόρτο της «πρέπει να κόβεται ή να βόσκεται πριν από την ανθοφορία», γιατί από αυτό εξαρτάται η πεπτικότητά του.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο δίνει την ίδια απαρίθμηση και για τα δύο είδη — για τη δακτυλίδα σημειώνει ρητά «ισχύουν τα ίδια με τη φεστούκα»: «είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση τεχνητών λειμώνων, για βόσκηση ή παραγωγή σανού, για τη βελτίωση της χλωρίδας των υποβαθμισμένων φυσικών βοσκοτόπων και για την εγκατάσταση διακοσμητικών χλοοταπήτων (γκαζόν)». Στους τεχνητούς λειμώνες «σπέρνονται σχεδόν πάντα μαζί με κάποιο ψυχανθές σε συγκαλλιέργεια (π.χ. λειμώνιο τριφύλλι), για βόσκηση, ενσίρωση ή σανό», γιατί η αμιγής καλλιέργεια «δίνει πολύ μικρότερη απόδοση χόρτου, ακόμη κι αν λιπανθεί πλούσια με άζωτο». Υπάρχει και σποροπαραγωγική χρήση, όπου «η σπορά γίνεται αραιότερα, σε γραμμές ανά 30-60 εκατοστά και με 0,3-1 κιλά ανά στρέμμα». Ειδικά η δακτυλίδα «βόσκεται πιο ευχάριστα απ' τα ζώα» και «πρέπει να κόβεται ή να βόσκεται πριν από την ανθοφορία».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Τέσσερις χρήσεις — και η τέταρτη (γκαζόν) δεν είναι κτηνοτροφική.
  • Αμιγής καλλιέργεια μόνο για σποροπαραγωγή· αλλιώς πάντα με ψυχανθές.

Σύγκριση χόρτου φεστούκας και δακτυλίδας

Ερώτηση: Ποιοτική σύγκριση μεταξύ χόρτου φεστούκας και χόρτου δακτυλίδας.

Απάντηση:

  • Η άμεση σύγκριση του βιβλίου. «Σε σύγκριση με τη φεστούκα, η αμιγής καλλιέργεια δακτυλίδας αποδίδει λιγότερο χόρτο, αλλά καλύτερο ποιοτικά και γι' αυτό βόσκεται πιο ευχάριστα απ' τα ζώα

  • Η κατανομή της παραγωγής. «Επίσης, η κατανομή της παραγωγής της κατά τη διάρκεια του έτους είναι καλύτερη από εκείνη της φεστούκας.» Η φεστούκα αντίθετα έχει άνιση κατανομή: «η μεγαλύτερη παραγωγή της παίρνεται από τις ανοιξιάτικες κοπές, ενώ η μικρότερη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες».

  • Η θρεπτική αξία της φεστούκας. Η καλαμοειδής «είναι πιο παραγωγικήόμως, έχει μέτρια θρεπτική αξία, μικρότερη από άλλα αγροστώδη». Μέσα στο γένος, «η λειμώνια έχει καλύτερη ποιότητα χόρτου από την καλαμοειδή, αλλά δεν αντέχει καθόλου στην ξηρασία».

  • Το αδύνατο σημείο της δακτυλίδας. «Το χόρτο της δακτυλίδας είναι σχετικά φτωχό σε διαλυτούς υδατάνθρακες. Βέβαια, η πεπτικότητά του εξαρτάται από το στάδιο κοπής (πρέπει να κόβεται ή να βόσκεται πριν από την ανθοφορία).»

  • Πότε είναι καλύτερη η φεστούκα. «Η ποιότητά τους είναι καλύτερη νωρίς την άνοιξη και χαμηλότερη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού», και επηρεάζεται «από την ηλικία των φύλλων, τη γονιμότητα του εδάφους, την εποχή του έτους, την ποικιλία και το ύψος κοπής».

  • Το κοινό τους μέτρο βελτίωσης. «Η θρεπτικότητα, η γευστικότητα και η μακροβιότητά τους ενισχύονται, όταν συγκαλλιεργούνται με ένα ψυχανθές και λιπαίνονται με άζωτο

  • Συγκριτικός πίνακας

    Φεστούκα (καλαμοειδής) Δακτυλίδα
    Ποσότητα χόρτου περισσότερη λιγότερη
    Ποιότητα μέτρια, μικρότερη από άλλα αγροστώδη καλύτερη
    Ελκυστικότητα μικρότερη βόσκεται πιο ευχάριστα
    Κατανομή παραγωγής άνιση (μέγιστη άνοιξη, ελάχιστη καλοκαίρι) καλύτερη
    Ιδιαίτερο μειονέκτημα φτωχή σε διαλυτούς υδατάνθρακες

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο κάνει ρητή σύγκριση: «σε σύγκριση με τη φεστούκα, η αμιγής καλλιέργεια δακτυλίδας αποδίδει λιγότερο χόρτο, αλλά καλύτερο ποιοτικά και γι' αυτό βόσκεται πιο ευχάριστα απ' τα ζώα. Επίσης, η κατανομή της παραγωγής της κατά τη διάρκεια του έτους είναι καλύτερη από εκείνη της φεστούκας.» Η καλαμοειδής φεστούκα «είναι πιο παραγωγική» αλλά «έχει μέτρια θρεπτική αξία, μικρότερη από άλλα αγροστώδη», με μέγιστη παραγωγή στις ανοιξιάτικες κοπές και ελάχιστη το καλοκαίρι — και η ποιότητά της «είναι καλύτερη νωρίς την άνοιξη και χαμηλότερη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού». Από την άλλη, «το χόρτο της δακτυλίδας είναι σχετικά φτωχό σε διαλυτούς υδατάνθρακες» και «πρέπει να κόβεται ή να βόσκεται πριν από την ανθοφορία». Και για τα δύο, «η θρεπτικότητα, η γευστικότητα και η μακροβιότητά τους ενισχύονται, όταν συγκαλλιεργούνται με ένα ψυχανθές και λιπαίνονται με άζωτο».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Φεστούκα = ποσότητα, δακτυλίδα = ποιότητα — και καλύτερη κατανομή στον χρόνο.
  • Μέσα στη φεστούκα, η λειμώνια υπερέχει ποιοτικά της καλαμοειδούς.

Χρήσεις πολυετούς και ετήσιου λόλιου

Ερώτηση: Χρήσεις του πολυετούς και του ετήσιου λόλιου.

Απάντηση:

  • Η γενική αξία. «Τα σπουδαιότερα για την Ελλάδα είναι το Λόλιο το πολυετές και το Λόλιο το ιταλικό. Το χόρτο τους είναι πολύ καλής ποιότητας, με καλή θρεπτική αξία
  • Πολυετές λόλιο — βόσκηση. «Το πολυετές είναι περισσότερο κατάλληλο για βόσκηση, γιατί αντέχει στην υπερβόσκηση και έχει καλή αναβλάστηση και λιγότερο για κοφτολίβαδα
  • Πολυετές λόλιο — άλλες χρήσεις. «Επίσης, χρησιμοποιείται για σανό ή ενσίρωση, καθώς και για γκαζόν
  • Ιταλικό (ετήσιο) λόλιο — τεχνητοί λειμώνες βραχείας διάρκειας. «Το ιταλικό, που είναι ετήσιο ή διετές, είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για τεχνητούς λειμώνες βραχείας διάρκειας
  • Ιταλικό — και αυτό για ζωοτροφή. «Επίσης, δίνει χόρτο καλής ποιότητας και θρεπτικής αξίας, κατάλληλο για βόσκηση, σανό ή ενσίρωση, σε συγκαλλιέργεια με ένα τριφύλλι
  • Ιταλικό — καλλιέργεια εκτόπισης ζιζανίων. «Χρησιμοποιούνται μερικές φορές, ιδιαίτερα το ιταλικό που είναι ετήσιο, ως προηγούμενη καλλιέργεια από την εγκατάσταση τεχνητού λειμώνα μακράς διάρκειας, για εκτόπιση ορισμένων ζιζανίων» — γιατί και τα δύο, με εξασφαλισμένη υγρασία, «αυξάνονται γρήγορα, δίνουν καλές αποδόσεις, γίνονται επιθετικά και ανταγωνίζονται έντονα τα συγκαλλιεργούμενα είδη, αλλά και τα ζιζάνια».
  • Το λευκό τριφύλλι ως ιδανικός σύντροφος. «Πολύ καλά συνδυάζεται με το πολυετές λόλιο», σε αντίθεση με τη φεστούκα και τη δακτυλίδα που το καταπνίγουν.
  • Οι αποδόσεις. «Το πολυετές για τρία χρόνια και το ιταλικό για ένα χρόνο καλλιέργειας, δίνουν αποδόσεις περίπου ίσες με εκείνες της φεστούκας
  • Το διακριτικό γνώρισμα. «Το ιταλικό λόλιο φέρει άγανα στο στάχυ, ενώ το πολυετές όχι

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Το χόρτο τους είναι πολύ καλής ποιότητας, με καλή θρεπτική αξία.» Το πολυετές λόλιο «είναι περισσότερο κατάλληλο για βόσκηση, γιατί αντέχει στην υπερβόσκηση και έχει καλή αναβλάστηση, και λιγότερο για κοφτολίβαδα»· «επίσης, χρησιμοποιείται για σανό ή ενσίρωση, καθώς και για γκαζόν». Το ιταλικό (ετήσιο ή διετές) «είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για τεχνητούς λειμώνες βραχείας διάρκειας» και «δίνει χόρτο καλής ποιότητας και θρεπτικής αξίας, κατάλληλο για βόσκηση, σανό ή ενσίρωση, σε συγκαλλιέργεια με ένα τριφύλλι». Έχει ακόμη μια ιδιαίτερη χρήση: «ιδιαίτερα το ιταλικό που είναι ετήσιο [χρησιμοποιείται] ως προηγούμενη καλλιέργεια από την εγκατάσταση τεχνητού λειμώνα μακράς διάρκειας, για εκτόπιση ορισμένων ζιζανίων», αφού και τα δύο «γίνονται επιθετικά και ανταγωνίζονται έντονα … και τα ζιζάνια». Οι αποδόσεις τους είναι «περίπου ίσες με εκείνες της φεστούκας».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το ιταλικό είναι ο «καθαριστής» του χωραφιού πριν από έναν μόνιμο λειμώνα.
  • Το πολυετές είναι το μόνο αγροστώδες που συνδυάζεται καλά με το λευκό τριφύλλι.

 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ