Λύσεις — Κεφάλαιο 4: Χειμερινά ψυχανθή
Αναλυτικές απαντήσεις στις 30 ερωτήσεις των σελ. 247-248 του βιβλίου «Φυτά Μεγάλης Καλλιέργειας» Γ΄ ΕΠΑΛ.
Πού γίνεται η αζωτοδέσμευση
Ερώτηση: Πού γίνεται η δέσμευση του ατμοσφαιρικού αζώτου από τα ψυχανθή;
Απάντηση:
- Ποιος τη διενεργεί. «Η δέσμευση του ατμοσφαιρικού αζώτου πραγματοποιείται από διάφορες φυλές αζωτοβακτηρίων, τα οποία βρίσκονται στο έδαφος και αναπτύσσουν ένα είδος συμβιωτικής σχέσης με τις ρίζες των ψυχανθών.» Δηλαδή δεν τη διενεργεί το ίδιο το φυτό: τη διενεργούν βακτήρια, μέσα σε συμβίωση.
- Πού βρίσκονται τα βακτήρια. «Βρίσκονται ιδιαίτερα σε περιοχές οι οποίες παραδοσιακά καλλιεργούνται με διάφορα ψυχανθή, όπως στη χώρα μας», και «συμβιώνουν με τις ρίζες των φυτών, για την εξασφάλιση της διατροφής τους».
- Τα τρία βήματα της εγκατάστασης. (α) «Σε πρώτο στάδιο εισέρχονται στα ριζικά τους τριχίδια»· (β) «στη συνέχεια στις νεαρές ρίζες»· (γ) «αφού αναπτυχθούν εκεί, δημιουργούν ολόκληρες αποικίες».
- Το τελικό όργανο — τα φυμάτια. Οι αποικίες «μοιάζουν με μικρούς κόμπους ή όγκους, προσκολλημένους στο εξωτερικό μέρος των ριζών. Οι κόμποι αυτοί έχουν διάφορα σχήματα (σφαιρικά, επιμήκη, διχαλωτά, παλαμοειδή κ.λπ.) και ονομάζονται φυμάτια» (εικ. 4.2).
- Η επιβεβαίωση στην πράξη. Όταν τα βακτήρια λείπουν από το έδαφος, αυτό «φαίνεται και από την απουσία (ή την ελάχιστη παρουσία) φυματίων στις ρίζες των φυτών» (§4.2.6.6) — άρα τα φυμάτια είναι ο ορατός δείκτης ότι η δέσμευση όντως γίνεται.
- Τα φυμάτια δεν είναι μόνιμα. Στη φακή «εμφανίζονται δύο εβδομάδες μετά το φύτρωμα και ο αριθμός τους αυξάνεται μέχρι λίγο πριν από την έναρξη της άνθισης, οπότε αρχίζει η μείωσή τους» (§4.5.3).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δέσμευση του ατμοσφαιρικού αζώτου δεν γίνεται από το ίδιο το φυτό, αλλά στις ρίζες του, από διάφορες φυλές αζωτοβακτηρίων που βρίσκονται στο έδαφος και αναπτύσσουν συμβιωτική σχέση με τις ρίζες των ψυχανθών. Τα βακτήρια εισέρχονται πρώτα στα ριζικά τριχίδια, στη συνέχεια στις νεαρές ρίζες και, αφού αναπτυχθούν εκεί, δημιουργούν ολόκληρες αποικίες που μοιάζουν με μικρούς κόμπους ή όγκους, προσκολλημένους στο εξωτερικό μέρος των ριζών — τα φυμάτια, με σχήματα σφαιρικά, επιμήκη, διχαλωτά ή παλαμοειδή. Τα φυμάτια είναι και ο πρακτικός δείκτης της αζωτοδέσμευσης: η απουσία ή η ελάχιστη παρουσία τους δείχνει ότι λείπουν τα αζωτοδεσμευτικά βακτήρια από το συγκεκριμένο χωράφι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η σχέση είναι αμοιβαία: τα βακτήρια «συμβιώνουν με τις ρίζες των φυτών, για την εξασφάλιση της διατροφής τους».
- Η ικανότητα αυτή είναι, κατά το βιβλίο, «μοναδική στον κόσμο των φυτών» και τη διαθέτουν όλα τα ψυχανθή.
Η πρακτική αξία της αζωτοδέσμευσης
Ερώτηση: Ποια είναι η πρακτική αξία της αζωτοδέσμευσης των ψυχανθών;
Απάντηση:
- Το πλεόνασμα είναι το κλειδί. Τα ψυχανθή «δεσμεύουν πολύ περισσότερο από όσο χρειάζονται τα ίδια για την ολοκλήρωση του βιολογικού τους κύκλου, ώστε ένα μέρος αυτής της δεσμευόμενης ποσότητας να αποδίδεται στο έδαφος, για να χρησιμοποιηθεί από την επόμενη καλλιέργεια που ακολουθεί το ψυχανθές. Γι' αυτό τα ψυχανθή λέγονται και αζωτολόγα φυτά.»
- Πρώτο όφελος — γονιμότητα. «Η μοναδική τους αυτή ιδιότητα συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους.»
- Δεύτερο όφελος — οικονομία. «Εξοικονομεί δαπάνες για αζωτούχο λίπανση»: το μπιζέλι «δεν έχει ανάγκη να λιπαίνεται με άζωτο», τα κουκιά «δεν έχουν ανάγκη από αζωτούχο λίπανση», και στον βίκο «το άζωτο δεν αυξάνει συνήθως τις αποδόσεις».
- Τρίτο όφελος — βιολογική και αειφορική γεωργία. «Αποτελεί και προσφέρει βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της βιολογικής και αειφορικής καλλιέργειας στη γεωργία» — αφού η θρέψη σε άζωτο εξασφαλίζεται χωρίς χημικά λιπάσματα.
- Τέταρτο όφελος — η αμειψισπορά. Τα μπιζέλια «αποτελούν άριστο προηγούμενο για πολλές βασικές καλλιέργειες, επειδή δεσμεύουν σημαντικές ποσότητες αζώτου και τις αφήνουν ως προσφορά στις επόμενες καλλιέργειες»· τα κουκιά «εμπλουτίζουν σε μεγάλο βαθμό το έδαφος με άζωτο» και η φακή «βελτιώνει τη γονιμότητα των σιταγρών με το άζωτο που αφήνει στο έδαφος».
- Το πρακτικό αποκορύφωμα — ο βίκος. Είναι «το καταλληλότερο είδος για την εφαρμογή της απαραίτητης αμειψισποράς, κυρίως σε χωράφια ξηρικά τα οποία έχουν εξαντληθεί από τη συνεχή μονοκαλλιέργεια των σιτηρών».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η πρακτική αξία της αζωτοδέσμευσης βρίσκεται στο ότι τα ψυχανθή δεσμεύουν περισσότερο άζωτο απ' όσο χρειάζονται τα ίδια και αποδίδουν το πλεόνασμα στο έδαφος, για την επόμενη καλλιέργεια — γι' αυτό λέγονται αζωτολόγα φυτά. Έτσι: (α) «συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους»· (β) «εξοικονομεί δαπάνες για αζωτούχο λίπανση», αφού τα ίδια τα ψυχανθή δεν λιπαίνονται με άζωτο· (γ) «αποτελεί … βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της βιολογικής και αειφορικής καλλιέργειας»· και (δ) τα καθιστά άριστο προηγούμενο στην αμειψισπορά, ιδίως των σιτηρών — ο βίκος μάλιστα είναι «το καταλληλότερο είδος» για χωράφια «εξαντλημένα από τη συνεχή μονοκαλλιέργεια των σιτηρών».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το όφελος δεν είναι αυτονόητο: αν λείπουν τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια, το φυτό δεν δεσμεύει και χρειάζεται εμβολιασμός.
- Τα ρεβίθια αποτελούν εξαίρεση: «μολονότι ψυχανθή, δε δεσμεύουν ζωηρά το άζωτο».
Το στάδιο συγκομιδής του αρακά
Ερώτηση: Πώς καθορίζεται το κατάλληλο στάδιο συγκομιδής του αρακά;
Απάντηση:
- Το βασικό κριτήριο είναι οπτικό. «Το στάδιο συγκομιδής του αρακά καθορίζεται κυρίως από την εμφάνιση των λοβών. Οι λοβοί πρέπει να είναι καλογεμισμένοι, με τρυφερούς σπόρους, και το χρώμα τους να έχει αλλάξει από το σκούρο προς το ανοιχτό πράσινο.»
- Γιατί όχι νωρίτερα και γιατί όχι αργότερα. «Σε πρωιμότερο στάδιο ωρίμανσης, οι αποδόσεις είναι μικρότερες. Αντίθετα, σε πιο προχωρημένο στάδιο οι αποδόσεις είναι μεγαλύτερες, αλλά η ποιότητα πολύ κατώτερη.» Υπάρχει δηλαδή αντίστροφη σχέση ποσότητας και ποιότητας.
- Το αντικειμενικό όργανο — ο τρυφερομετρητής. «Από τις περισσότερες βιομηχανίες κονσερβοποιίας και κατάψυξης αρακά, για τον προσδιορισμό της ποιότητας των σπόρων, χρησιμοποιείται ειδικό όργανο, ο τρυφερομετρητής. Υψηλές τιμές του οργάνου δείχνουν χαμηλής ποιότητας (σκληρό) προϊόν και αντίστροφα.»
- Η τιμή αγοράς ακολουθεί το όργανο. «Η τιμή αγοράς του αρακά από το εργοστάσιο διαμορφώνεται ανάλογα με την τιμή του τρυφερομετρητή»· η καλύτερη ποιότητα «προκύπτει, όταν η συγκομιδή γίνεται με ενδείξεις του οργάνου από 90-120 μονάδες σκληρότητας».
- Γιατί χρειάζεται ακρίβεια — μία μόνο φάση. Οι ποικιλίες κατάψυξης ή κονσερβοποίησης «έχουν περιορισμένη διάρκεια άνθισης (6-9 ημέρες) και γι' αυτό συγκομίζονται σε μια φάση («χέρι»), πάντα με χρήση ειδικών μηχανημάτων συγκομιδής» — δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία.
- Το αποτέλεσμα. Οι στρεμματικές αποδόσεις του βιομηχανικού αρακά «κυμαίνονται από 600 μέχρι 1.000 κιλά ανά στρέμμα, σε νωπό σπόρο, ανάλογα με τις συνθήκες περιβάλλοντος και την τρυφερότητα του σπόρου.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το στάδιο συγκομιδής του αρακά καθορίζεται κυρίως από την εμφάνιση των λοβών: πρέπει να είναι καλογεμισμένοι, με τρυφερούς σπόρους, και το χρώμα τους να έχει αλλάξει από το σκούρο προς το ανοιχτό πράσινο. Ο χρόνος είναι κρίσιμος, γιατί πρωιμότερα οι αποδόσεις είναι μικρότερες, ενώ οψιμότερα είναι μεγαλύτερες αλλά η ποιότητα πολύ κατώτερη. Γι' αυτό οι βιομηχανίες χρησιμοποιούν αντικειμενικό όργανο, τον τρυφερομετρητή: υψηλές τιμές σημαίνουν χαμηλής ποιότητας, σκληρό προϊόν και αντίστροφα, ενώ η καλύτερη ποιότητα προκύπτει σε ενδείξεις 90-120 μονάδων σκληρότητας — και η τιμή αγοράς διαμορφώνεται ανάλογα. Επειδή οι βιομηχανικές ποικιλίες έχουν διάρκεια άνθισης μόνο 6-9 ημερών, συγκομίζονται σε μία φάση («χέρι»), με ειδικά μηχανήματα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Για το κτηνοτροφικό μπιζέλι το κριτήριο είναι διαφορετικό: οι σπόροι «λιώνουν στην πίεση των δακτύλων, αλλά δεν είναι υδαρείς» (στάδιο 2/3 των λοβών).
- Ο τρυφερομετρητής μετρά σκληρότητα, άρα αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας — εύκολη παγίδα.
Ο εμβολιασμός του χωραφιού με αζωτοβακτήρια
Ερώτηση: Πώς εμβολιάζεται στην πράξη ένα χωράφι με αζωτοβακτήρια ψυχανθών;
Απάντηση:
- Πότε χρειάζεται. «Σε χωράφια που καλλιεργούνται με μπιζέλι για πρώτη φορά στα τελευταία 15-20 χρόνια, τα φυτά δεν είναι ικανά να δεσμεύσουν το άζωτο, εξαιτίας της απουσίας από το έδαφος των αζωτοδεσμευτικών βακτηρίων.»
- Πώς το διαπιστώνουμε. «Αυτό μάλιστα φαίνεται και από την απουσία (ή την ελάχιστη παρουσία) φυματίων στις ρίζες των φυτών.»
- Η σωστή επιλογή. «Και σ' αυτή όμως την περίπτωση, αντί να λιπάνουμε με άζωτο, είναι προτιμότερο να εμβολιάσουμε το χωράφι μας με τα αζωτοβακτήρια του μπιζελιού.»
- Η τεχνική, βήμα βήμα. «Μεταφέροντας σ' αυτό λίγο χώμα (περί τα 100 κιλά), από κοντινά χωράφια που καλλιεργούνται με μπιζέλια, για κάθε στρέμμα χωραφιού, πριν από τη σπορά.» Δηλαδή: πηγή = γειτονικό χωράφι με το ίδιο ψυχανθές· δόση = 100 κιλά χώμα ανά στρέμμα· χρόνος = πριν από τη σπορά.
- Γιατί «κοντινά χωράφια με το ίδιο είδος». Γιατί οι φυλές των αζωτοβακτηρίων είναι εξειδικευμένες: στα ρεβίθια, «οι φυλές … που αναπτύσσουν καλές συμβιωτικές σχέσεις με τα ρεβίθια δεν είναι κοινές με τις φυλές των άλλων ψυχανθών ειδών», γι' αυτό «συνιστάται εμβολιασμός του εδάφους … με τις κατάλληλες φυλές αζωτοβακτηρίων».
- Ισχύει για όλα τα είδη του κεφαλαίου. Στον βίκο: «στις περιπτώσεις απουσίας των κατάλληλων φυλών αζωτοβακτηρίων … η συμφερότερη λύση είναι ο εμβολιασμός του εδάφους (βλ. μπιζέλι)». Στο λούπινο: «εκτός αν λείπουν τα αζωτοβακτήρια, οπότε συνιστάται να προηγείται εμβολιασμός του εδάφους».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εμβολιασμός γίνεται όταν τα φυτά δεν δεσμεύουν άζωτο, επειδή λείπουν από το έδαφος τα αζωτοδεσμευτικά βακτήρια — π.χ. σε χωράφια που καλλιεργούνται με το είδος αυτό «για πρώτη φορά στα τελευταία 15-20 χρόνια»· η ένδειξη είναι η απουσία ή ελάχιστη παρουσία φυματίων στις ρίζες. Το βιβλίο επισημαίνει ότι «αντί να λιπάνουμε με άζωτο, είναι προτιμότερο να εμβολιάσουμε». Η τεχνική είναι απλή και φθηνή: μεταφέρουμε λίγο χώμα, περί τα 100 κιλά ανά στρέμμα, από κοντινά χωράφια που καλλιεργούνται με το ίδιο ψυχανθές, πριν από τη σπορά. Η προϋπόθεση του «ίδιου ψυχανθούς» είναι ουσιώδης, γιατί οι φυλές των αζωτοβακτηρίων είναι εξειδικευμένες και «δεν είναι κοινές» μεταξύ των ειδών. Η ίδια λύση προτείνεται ρητά και για τον βίκο και για το λούπινο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ο εμβολιασμός είναι μόνιμη λύση (εγκαθιστά τα βακτήρια), ενώ η αζωτούχος λίπανση είναι προσωρινή και δαπανηρή.
- Στα ρεβίθια ο εμβολιασμός είναι ακόμη πιο αναγκαίος, γιατί οι φυλές τους δεν ωφελούνται από την παρουσία άλλων ψυχανθών στο ιστορικό του αγρού.
Οι άφυλλοι τύποι μπιζελιών
Ερώτηση: Τι είναι οι άφυλλοι τύποι μπιζελιών και σε τι υπερτερούν έναντι των συμβατικών τύπων;
Απάντηση:
- Ποιοι τους δημιούργησαν. «Ευρωπαίοι βελτιωτές φυτών, κατά την τελευταία δεκαετία, δημιούργησαν νέες βελτιωμένες ποικιλίες μπιζελιών.»
- Ο ορισμός. Είναι «οι άφυλλοι τύποι ποικιλιών μπιζελιών, οι οποίοι αντί για φύλλα φέρουν μόνο έλικες». Δίπλα τους υπάρχουν και οι «ημιάφυλλοι, οι οποίοι φέρουν μόνο μικρά παράφυλλα και έλικες» (εικ. 4.4 και 4.5).
- Πρώτο πλεονέκτημα — απόδοση. «Αποδείχτηκε ότι αποδίδουν ικανοποιητικά.»
- Δεύτερο και κυριότερο — αντίσταση στο πλάγιασμα. «Κυρίως … παρουσιάζουν σημαντική αντίσταση στο πλάγιασμα, επειδή ο βλαστός τους είναι ελαφρότερος, εξαιτίας της απουσίας φύλλων.»
- Τρίτο — ευκολία συγκομιδής. «Επιπλέον, συγκομίζονται ευκολότερα» — ακριβώς επειδή τα φυτά στέκονται όρθια και δεν πλαγιάζουν.
- Τέταρτο — ποιότητα σπόρου. «Και αποδίδουν καθαρότερο και καλύτερης ποιότητας σπόρο, στον αλωνισμό», αφού μπαίνει λιγότερη φυλλική μάζα στη μηχανή.
- Η πρόσφατη προσθήκη — μη διαρρηγνυόμενοι λοβοί. «Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμά τους, που βελτιώθηκε πρόσφατα, είναι και οι μη διαρρηγνυόμενοι λοβοί. Έτσι περιορίζονται οι απώλειες από το τίναγμα του σπόρου στο έδαφος, πριν ή και κατά τη συγκομιδή.» ⚠️ Η λεζάντα της εικ. 4.5 γράφει «μη διαρηγνυόμενος» με ένα ρ, ενώ το κείμενο της ίδιας σελίδας «μη διαρρηγνυόμενοι» με δύο.
- Πού χρησιμοποιούνται στη χώρα μας. Ανάμεσα στις ξένες βελτιωμένες ποικιλίες που προμηθεύουν οι βιομηχανίες περιλαμβάνονται «και ορισμένες άφυλλες» — ρητά αναφέρεται η Μαράτ (άφυλλη).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι άφυλλοι τύποι είναι νέες βελτιωμένες ποικιλίες μπιζελιών, που δημιουργήθηκαν από Ευρωπαίους βελτιωτές την τελευταία δεκαετία και αντί για φύλλα φέρουν μόνο έλικες (οι ημιάφυλλοι φέρουν μόνο μικρά παράφυλλα και έλικες). Υπερτερούν σε τέσσερα σημεία: αποδίδουν ικανοποιητικά· παρουσιάζουν σημαντική αντίσταση στο πλάγιασμα, «επειδή ο βλαστός τους είναι ελαφρότερος, εξαιτίας της απουσίας φύλλων»· συγκομίζονται ευκολότερα· και αποδίδουν καθαρότερο και καλύτερης ποιότητας σπόρο στον αλωνισμό. Πρόσφατα προστέθηκε και το γνώρισμα των μη διαρρηγνυόμενων λοβών, ώστε «περιορίζονται οι απώλειες από το τίναγμα του σπόρου στο έδαφος, πριν ή και κατά τη συγκομιδή». Η Μαράτ είναι η άφυλλη ποικιλία που αναφέρει ρητά το βιβλίο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η αιτία όλων των πλεονεκτημάτων είναι μία: η απουσία φύλλων και άρα ο ελαφρότερος βλαστός.
- Οι έλικες παραμένουν — γι' αυτό τα φυτά γαντζώνονται μεταξύ τους και στέκονται όρθια.
Ο βρούχος του μπιζελιού
Ερώτηση: Ποιο θεωρείται ως το καταστρεπτικότερο έντομο για το μπιζέλι και τι ζημιές προξενεί;
Απάντηση:
- Η ταυτότητά του. «Ο σοβαρότερος ίσως εχθρός του μπιζελιού είναι ο βρούχος, ένα σκαθάρι που έχει ιδιαίτερη προτίμηση στον καρπό του» (εικ. 4.6). Αλλού το βιβλίο τον χαρακτηρίζει κολεόπτερο «που προσβάλλει όλα τα ψυχανθή».
- Πότε ευνοείται. «Οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν … την ανάπτυξη του βρούχου, που είναι ιδιαίτερα καταστρεπτικό έντομο για τον καρπό του μπιζελιού» — γι' αυτό η καλλιέργεια «πρέπει να αποφεύγεται σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες, από την άνθιση και μετά».
- Η ζημιά στον αγρό. Τα τέλεια έντομα εναποθέτουν τα αυγά τους στον σπόρο· η λεζάντα της εικ. 4.6 δείχνει «σπόρο μπιζελιού με έντονη προσβολή από βρούχο (ορατές οι οπές - στίγματα - μέσω των οποίων τα τέλεια έντομα εναπέθεσαν τα αυγά τους)».
- Η ζημιά συνεχίζεται στην αποθήκη. Η ίδια λεζάντα δείχνει «το ίδιο δείγμα σπόρου, χωρίς απολύμανση, δύο μήνες μετά τη συγκομιδή (ορατές οι οπές εξόδου των τελείων - πλέον - εντόμων)». Δηλαδή οι προνύμφες τρώνε το εσωτερικό του σπόρου και βγαίνουν ως ακμαία, αφήνοντας οπές εξόδου.
- Το αποτέλεσμα. Ο σπόρος τρυπιέται και κατατρώγεται εσωτερικά: χάνει βάρος, βλαστική ικανότητα και εμπορική αξία. Στα ρεβίθια το βιβλίο τον ονομάζει «ο σοβαρότερος … εχθρός του σπόρου … τόσο στον αγρό όσο και στην αποθήκη».
- Η αντιμετώπιση — διπλή. (α) Στον αγρό: «με εφαρμογή ψεκασμών … με κατάλληλα εντομοκτόνα»· (β) στις αποθήκες: «όπου αποθηκεύεται ο σπόρος, με υποκαπνιστικά εντομοκτόνα».
- Μέτρα προστασίας της αποθήκης. «Τοποθέτηση δικτυωτών πλεγμάτων στα παράθυρα των αποθηκών ή η ενσάκκιση των σπόρων σε πάνινα τσουβάλια με πυκνή ύφανση (κάμποτ) και όχι σε τσουβάλια αραιής ύφανσης, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος των ακμαίων εντόμων.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το καταστρεπτικότερο έντομο για το μπιζέλι είναι ο βρούχος, «ένα σκαθάρι (κολεόπτερο) που έχει ιδιαίτερη προτίμηση στον καρπό του» και ευνοείται από τις υψηλές θερμοκρασίες. Οι ζημιές του είναι διπλές, στον αγρό και στην αποθήκη: τα τέλεια έντομα εναποθέτουν τα αυγά τους στον σπόρο, αφήνοντας οπές - στίγματα, και οι προνύμφες κατατρώγουν το εσωτερικό, ώστε δύο μήνες μετά τη συγκομιδή εμφανίζονται και οι οπές εξόδου των τελείων εντόμων. Ο σπόρος έτσι υποβαθμίζεται ποιοτικά και εμπορικά. Αντιμετωπίζεται στον αγρό με ψεκασμούς κατάλληλων εντομοκτόνων και στην αποθήκη με υποκαπνιστικά εντομοκτόνα, ενώ προστατευτικά τοποθετούνται δικτυωτά πλέγματα στα παράθυρα και οι σπόροι ενσακκίζονται σε πάνινα τσουβάλια πυκνής ύφανσης (κάμποτ).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ο βρούχος δεν είναι πρόβλημα μόνο του μπιζελιού: προσβάλλει όλα τα ψυχανθή (ρεβίθια, κουκιά, φακές, βίκο).
- Η απολύμανση πριν την αποθήκευση εξοντώνει τις προνύμφες που βρίσκονται ήδη μέσα στους σπόρους.
Οι χρήσεις των ρεβιθιών
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες χρήσεις των ρεβιθιών;
Απάντηση:
- Το πλαίσιο. «Η τεχνολογική σημασία του ρεβιθιού συνδέεται άμεσα με τις διάφορες χρήσεις του, παραδοσιακές και σύγχρονες.»
- 1. Ως όσπριο. «Η κατανάλωσή του ως οσπρίου με τη μορφή της παραδοσιακής σούπας.» Είναι η κύρια χρήση στη χώρα μας: καλλιεργείται «σχεδόν αποκλειστικά για ανθρώπινη κατανάλωση».
- 2. Σε κονσέρβα. «Η κατανάλωση βρασμένων ρεβιθιών σε κονσέρβα (Η.Π.Α., Καναδάς, Βέλγιο).»
- 3. Ως στραγάλι. «Η κατανάλωσή τους ως ξηρός καρπός - στραγάλι.»
- 4. Ως φάβα. «Η κατανάλωση με τη μορφή φάβας (χώρες Μ. Ανατολής).»
- 5. Ως υποκατάστατο καφέ. «Η χρήση του στην παρασκευή είδους καφέ.»
- 6. Βιομηχανική - χημική χρήση. «Η εξαγωγή μηλικού και οξαλικού οξέος από τα τριχίδια των φύλλων του» — η μόνη μη διατροφική χρήση.
- 7. Ως ζωοτροφή. «Ο σπόρος μερικών ποικιλιών ρεβιθιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή, επειδή περιέχει 20-28 % πρωτεΐνη, που είναι ισάξια του μπιζελιού, ώστε να υποκαταστήσει δαπανηρές εισαγόμενες τροφές, όπως η σόγια.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο απαριθμεί επτά χρήσεις, παραδοσιακές και σύγχρονες: (1) ως όσπριο, με τη μορφή της παραδοσιακής σούπας· (2) βρασμένα σε κονσέρβα (Η.Π.Α., Καναδάς, Βέλγιο)· (3) ως ξηρός καρπός - στραγάλι· (4) ως φάβα (χώρες Μ. Ανατολής)· (5) στην παρασκευή είδους καφέ· (6) για την εξαγωγή μηλικού και οξαλικού οξέος από τα τριχίδια των φύλλων του — η μόνη μη διατροφική χρήση· και (7) ως ζωοτροφή, αφού ο σπόρος ορισμένων ποικιλιών «περιέχει 20-28 % πρωτεΐνη, που είναι ισάξια του μπιζελιού», ώστε να υποκαταστήσει τη σόγια. Στην Ελλάδα το ρεβίθι καλλιεργείται «σχεδόν αποκλειστικά για ανθρώπινη κατανάλωση».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η 6η χρήση αξιοποιεί το φύλλο, όχι τον καρπό: τα τριχίδια των φύλλων δίνουν μηλικό και οξαλικό οξύ.
- Το «διεθνές εμπόριο ρεβιθιών … είναι μικρό, επειδή ο κύριος όγκος της παραγωγής απορροφάται τοπικά».
Γιατί ανοιξιάτικη σπορά στα ρεβίθια
Ερώτηση: Γιατί στα ρεβίθια προτιμάται η ανοιξιάτικη σπορά;
Απάντηση:
- Η αφετηρία είναι παράδοξη. «Αν και τα ρεβίθια είναι φθινοπωρινή καλλιέργεια, εντούτοις η σπορά στη χώρα μας, καθώς και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες, γίνεται νωρίς την άνοιξη, δηλαδή από τα μέσα του Φεβρουαρίου ως τις αρχές Μαρτίου.»
- Ο κύριος λόγος — οι ασθένειες. «Η φθινοπωρινή σπορά δε συνιστάται στη χώρα μας, γιατί οι περισσότερες ποικιλίες προσβάλλονται, σχεδόν πάντα και έντονα, από τις ασθένειες ασκοχύτωση και σκληρωτίνια, η αντιμετώπιση των οποίων δεν είναι αποτελεσματική.»
- Η επιβεβαίωση. Στην §4.3.8 το βιβλίο επαναλαμβάνει ότι ο «αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης [της ασκοχύτωσης] είναι η χρήση ανθεκτικών ποικιλιών και η ανοιξιάτικη σπορά» — και ότι ανθεκτικές ποικιλίες δεν υπάρχουν στους μεγαλόσπερμους τύπους, «που είναι και οι πιο επιζητούμενοι».
- Δεύτερος λόγος — η εδαφική υγρασία. «Τότε, και καλή εκμετάλλευση της εδαφικής υγρασίας γίνεται και τα φυτά διευκολύνονται για να συμπληρώσουν το βιολογικό τους κύκλο ως τις αρχές με μέσα Ιουλίου.»
- Το τίμημα. «Ωστόσο όμως, με ανοιξιάτικη σπορά οι αποδόσεις των ρεβιθιών υπολείπονται πολύ από τις πραγματικές δυνατότητές τους, γιατί η άνθιση και η καρποφορία τους συμπίπτουν σε εποχή με δυσμενείς συνθήκες εδαφικής υγρασίας και θερμοκρασίας περιβάλλοντος.» ⚠️ Το βιβλίο δηλαδή παρουσιάζει και τις δύο εποχές ως μειονεκτικές: επιλέγεται η λιγότερο ζημιογόνα.
- Η αντιστάθμιση. Το κενό της άνοιξης καλύπτεται με άρδευση: «ένα ή δύο ποτίσματα κατά τη διάρκεια της καρποφορίας, δηλαδή μέσα στον Ιούνιο, αυξάνουν σημαντικά τις αποδόσεις καρπού.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ανοιξιάτικη σπορά (μέσα Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου) προτιμάται όχι γιατί είναι η ιδανική, αλλά γιατί είναι η ασφαλέστερη: «η φθινοπωρινή σπορά δε συνιστάται στη χώρα μας, γιατί οι περισσότερες ποικιλίες προσβάλλονται, σχεδόν πάντα και έντονα, από τις ασθένειες ασκοχύτωση και σκληρωτίνια, η αντιμετώπιση των οποίων δεν είναι αποτελεσματική». Επιπλέον, με την άνοιξη «καλή εκμετάλλευση της εδαφικής υγρασίας γίνεται» και τα φυτά προλαβαίνουν να συμπληρώσουν τον κύκλο τους ως τις αρχές με μέσα Ιουλίου. Το τίμημα είναι ρητό: οι αποδόσεις υπολείπονται πολύ από τις πραγματικές δυνατότητες, γιατί άνθιση και καρποφορία συμπίπτουν με δυσμενή εδαφική υγρασία και θερμοκρασία — γι' αυτό συνιστώνται ένα ή δύο ποτίσματα μέσα στον Ιούνιο, που «αυξάνουν σημαντικά τις αποδόσεις».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το ίδιο το βιβλίο ξεκινά την παράγραφο με το «αν και τα ρεβίθια είναι φθινοπωρινή καλλιέργεια» — η άνοιξη είναι επιβεβλημένη, όχι φυσική.
- Ο αντίστροφος κανόνας ισχύει στη φακή: εκεί η φθινοπωρινή σπορά δίνει και μεγαλύτερες αποδόσεις και «διαφυγή ασθενειών».
Τα ρεβίθια ως προηγούμενο αμειψισποράς
Ερώτηση: Γιατί τα ρεβίθια δε φημίζονται ως πολύ καλό προηγούμενο αμειψισποράς, στη χώρα μας;
Απάντηση:
- Η βασική διαπίστωση. «Τα ρεβίθια, μολονότι ψυχανθή, δε δεσμεύουν ζωηρά το άζωτο της ατμόσφαιρας. Γι' αυτό και δε φημίζονται στη χώρα μας ως πολύ καλό προηγούμενο στην αμειψισπορά.»
- Η αιτία — η εξειδίκευση των φυλών. «Αυτό βασικά συμβαίνει επειδή οι φυλές των αζωτοβακτηρίων, που αναπτύσσουν καλές συμβιωτικές σχέσεις με τα ρεβίθια, δεν είναι κοινές με τις φυλές των άλλων ψυχανθών ειδών.»
- Η συνέπεια στο χωράφι. «Κι αυτό μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες ύπαρξης αυτών των φυλών στον αγρό, κυρίως όταν καλλιεργείται για πρώτη φορά με ρεβίθια.» Με άλλα λόγια: ένα χωράφι μπορεί να έχει ιστορικό ψυχανθών και παρ' όλα αυτά να μην έχει τα σωστά βακτήρια για το ρεβίθι.
- Η αντιμετώπιση. «Στις περιπτώσεις αυτές συνιστάται εμβολιασμός του εδάφους των αγρών αυτών με τις κατάλληλες φυλές αζωτοβακτηρίων.»
- Η έμμεση απόδειξη. Σε αντίθεση με το μπιζέλι και τα κουκιά, που δεν λιπαίνονται με άζωτο, στα ρεβίθια «σε φτωχά εδάφη μπορεί να προστεθεί κατά τη σπορά μικρή ποσότητα αζώτου (3-5 λιπαντικές μονάδες)» — αναγνώριση ότι η αυτοτροφοδότηση σε άζωτο δεν επαρκεί.
- Το όριο του αζώτου. «Όχι όμως περισσότερο, γιατί όταν στο έδαφος υπάρχουν πολλά νιτρικά, δε σχηματίζονται φυμάτια στις ρίζες» — η υπερλίπανση θα χειροτέρευε το πρόβλημα.
- Η αντίθεση με τα υπόλοιπα είδη. Τα μπιζέλια είναι «άριστο προηγούμενο για πολλές βασικές καλλιέργειες», τα κουκιά «εμπλουτίζουν σε μεγάλο βαθμό το έδαφος με άζωτο» και είναι «άριστο προηγούμενο … κυρίως των σιτηρών», η φακή «βελτιώνει τη γονιμότητα των σιταγρών με το άζωτο που αφήνει στο έδαφος».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Επειδή τα ρεβίθια, «μολονότι ψυχανθή, δε δεσμεύουν ζωηρά το άζωτο της ατμόσφαιρας». Η αιτία είναι ότι «οι φυλές των αζωτοβακτηρίων που αναπτύσσουν καλές συμβιωτικές σχέσεις με τα ρεβίθια δεν είναι κοινές με τις φυλές των άλλων ψυχανθών ειδών», πράγμα που «μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες ύπαρξης αυτών των φυλών στον αγρό, κυρίως όταν καλλιεργείται για πρώτη φορά με ρεβίθια». Έτσι το ρεβίθι αφήνει λίγο άζωτο στο έδαφος για την επόμενη καλλιέργεια — σε αντίθεση με το μπιζέλι, τα κουκιά και τη φακή, που χαρακτηρίζονται άριστο προηγούμενο. Η λύση που προτείνει το βιβλίο είναι ο εμβολιασμός του εδάφους με τις κατάλληλες φυλές αζωτοβακτηρίων, ενώ σε φτωχά εδάφη επιτρέπεται και μικρή προσθήκη 3-5 λιπαντικών μονάδων αζώτου — «όχι όμως περισσότερο, γιατί όταν υπάρχουν πολλά νιτρικά, δε σχηματίζονται φυμάτια στις ρίζες».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η αδυναμία δεν οφείλεται στο φυτό, αλλά στην έλλειψη των σωστών φυλών βακτηρίων στα ελληνικά χωράφια.
- Παρ' όλα αυτά το ρεβίθι καλλιεργείται σε αμειψισπορά με το σιτάρι — για άλλους λόγους (διακοπή του κύκλου εχθρών και ασθενειών, ξηρικά χωράφια).
Η άρδευση των ρεβιθιών
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την άρδευση των ρεβιθιών;
Απάντηση:
- Ο κανόνας. «Τα ρεβίθια, συνήθως, καλλιεργούνται σε ξηρικά χωράφια.» Το φυτό είναι άλλωστε «πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και γι' αυτό ευδοκιμεί ακόμη και σε περιοχές με λίγες βροχοπτώσεις».
- Γιατί όμως χρειάζεται νερό. «Επειδή ο βιολογικός τους κύκλος στη χώρα μας ολοκληρώνεται μέσα στον Ιούλιο, εποχή που η φυσική υγρασία του εδάφους έχει προ πολλού εξαντληθεί.» Το πρόβλημα δηλαδή είναι συγχρονισμού: η ανοιξιάτικη σπορά μετατοπίζει την καρποφορία στο πιο ξηρό μέρος του χρόνου.
- Η σύσταση. «Αν υπάρχει δυνατότητα άρδευσης, ένα ή δύο ποτίσματα κατά τη διάρκεια της καρποφορίας τους, δηλαδή μέσα στον Ιούνιο, αυξάνουν σημαντικά τις αποδόσεις καρπού.»
- Η επανάληψη στο κλίμα. Η ίδια σύσταση έχει δοθεί και στην §4.3.5.1: «όταν υπάρχει δυνατότητα για 1-2 ποτίσματα κατά την άνθιση και την καρποφορία των φυτών, οι αποδόσεις του αυξάνουν σημαντικά».
- Ο περιορισμός. Δεν πρέπει να υπερβάλλει κανείς: «τα ρεβίθια είναι ευαίσθητα στην υπερβολική υγρασία» και τα εδάφη πρέπει «να μη νεροκρατούν».
- Ο κρυφός κίνδυνος. «Συχνές βροχοπτώσεις κατά την άνοιξη ευνοούν την ανάπτυξη προσβολών από την ασθένεια ασκοχύτωση, που είναι πολύ σοβαρή και μπορεί και να μηδενίσει την απόδοση» — άρα το νερό είναι ωφέλιμο μόνο ελεγχόμενο και στη σωστή φάση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα ρεβίθια «συνήθως καλλιεργούνται σε ξηρικά χωράφια» και είναι «πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία». Όμως, «επειδή ο βιολογικός τους κύκλος … ολοκληρώνεται μέσα στον Ιούλιο, εποχή που η φυσική υγρασία του εδάφους έχει προ πολλού εξαντληθεί», αν υπάρχει δυνατότητα άρδευσης «ένα ή δύο ποτίσματα κατά τη διάρκεια της καρποφορίας τους, δηλαδή μέσα στον Ιούνιο, αυξάνουν σημαντικά τις αποδόσεις καρπού» — το ίδιο ισχύει και για 1-2 ποτίσματα κατά την άνθιση και την καρποφορία. Η άρδευση πρέπει να είναι περιορισμένη και ελεγχόμενη, γιατί τα ρεβίθια «είναι ευαίσθητα στην υπερβολική υγρασία», τα εδάφη πρέπει «να μη νεροκρατούν», και η πολλή υγρασία την άνοιξη ευνοεί την ασκοχύτωση, «που … μπορεί και να μηδενίσει την απόδοση».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η άρδευση δεν αλλάζει τον χαρακτήρα της καλλιέργειας: παραμένει ξηρική, με συμπληρωματικά ποτίσματα.
- Η κρίσιμη φάση είναι η καρποφορία (Ιούνιος), όχι το φύτρωμα.
Οι κατηγορίες ρεβιθιών κατά μέγεθος σπόρου
Ερώτηση: Ν' αναφέρετε τις κατηγορίες των ρεβιθιών, ανάλογα με το μέγεθος του σπόρου τους.
Απάντηση:
-
Οι τρεις κατηγορίες. «Οι ποικιλίες των ρεβιθιών διακρίνονται σε μικρόσπερμες, μεσόσπερμες και μεγαλόσπερμες» (§4.3.7).
-
Το κριτήριο είναι το βάρος 1.000 σπόρων, όπως δίνεται στην §4.3.6.3: μικρόσπερμες = «βάρος 1.000 σπόρων μέχρι 350 γραμμάρια»· μεσόσπερμες = «351-450 γραμμάρια»· μεγαλόσπερμες = «πάνω από 450 γραμμάρια».
-
Κάθε κατηγορία έχει δική της πυκνότητα και ποσότητα σπόρου:
| Κατηγορία |
Βάρος 1.000 σπόρων |
Κιλά/στρέμμα |
Άριστη πυκνότητα |
| Μικρόσπερμες |
μέχρι 350 γρ. |
10-20 |
~60.000 φυτά/στρ. |
| Μεσόσπερμες |
351-450 γρ. |
17-22 |
~50.000 φυτά/στρ. |
| Μεγαλόσπερμες |
πάνω από 450 γρ. |
18-22 |
~41.000 φυτά/στρ. |
-
Η λογική του πίνακα: όσο μεγαλύτερος ο σπόρος, τόσο λιγότερα φυτά χωρούν στο στρέμμα, αλλά τόσο περισσότερα κιλά σπόρου χρειάζονται για να τα πετύχεις.
-
Ποιες προτιμά η αγορά. «Στη χώρα μας, οι προτιμήσεις των καταναλωτών στρέφονται προς τους τύπους μεγάλου ή μέτριου μεγέθους σπόρων, χρώματος λευκού ή μπεζ ανοιχτού.»
-
Παραδείγματα ποικιλιών ανά κατηγορία. Μικρόσπερμες: Έβρος, Σκύρος, Λέρος, Άνδρος, Κάσος, Σέριφος, Μήλος. Μεσόσπερμες: Αμοργός, Κύθνος, Σίφνος, Τήλος. Μεγαλόσπερμες: Θήβα, Γραβιά.
-
⚠️ Το πρόβλημα των μεγαλόσπερμων. Είναι «οι πιο επιζητούμενοι», αλλά ανθεκτικές στην ασκοχύτωση ποικιλίες δεν υπάρχουν σε αυτούς: «Ελπίζεται ότι σύντομα θα υπάρξουν και σ' αυτούς.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ποικιλίες των ρεβιθιών διακρίνονται, με κριτήριο το βάρος 1.000 σπόρων, σε τρεις κατηγορίες: μικρόσπερμες (βάρος 1.000 σπόρων μέχρι 350 γραμμάρια — σπορά 10-20 κιλά/στρέμμα, άριστη πυκνότητα περί τις 60.000 φυτά/στρέμμα), μεσόσπερμες (351-450 γραμμάρια — 17-22 κιλά/στρέμμα, ~50.000 φυτά) και μεγαλόσπερμες (πάνω από 450 γραμμάρια — 18-22 κιλά/στρέμμα, ~41.000 φυτά). Ελληνικά παραδείγματα: μικρόσπερμες οι Έβρος, Σκύρος, Λέρος, Άνδρος, Κάσος, Σέριφος και Μήλος· μεσόσπερμες οι Αμοργός, Κύθνος, Σίφνος και Τήλος· μεγαλόσπερμες οι Θήβα και Γραβιά. Η αγορά προτιμά τους «τύπους μεγάλου ή μέτριου μεγέθους σπόρων, χρώματος λευκού ή μπεζ ανοιχτού», όμως στους μεγαλόσπερμους δεν υπάρχουν ακόμη ανθεκτικές στην ασκοχύτωση ποικιλίες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Προσοχή στη διάκριση: τα ρεβίθια είναι μικρόσπερμα/μεσόσπερμα/μεγαλόσπερμα, ενώ η φακή λεπτόσπερμη/πλατύσπερμη.
- Μεγαλύτερος σπόρος → λιγότερα φυτά ανά στρέμμα, αλλά περισσότερα κιλά σπόρου.
Οι ελληνικές ποικιλίες ρεβιθιών
Ερώτηση: Ν' αναφέρετε τις σπουδαιότερες ελληνικές ποικιλίες ρεβιθιών;
Απάντηση:
- Το κριτήριο επιλογής. «Οι ελληνικές ποικιλίες που ξεχωρίζουν για τις καλές τους αποδόσεις στη χώρα μας» — δηλαδή πρόκειται για ποικιλίες δοκιμασμένες στις ελληνικές συνθήκες.
- Μικρόσπερμες: Έβρος, Σκύρος, Λέρος, Άνδρος, Κάσος, Σέριφος και Μήλος — επτά ποικιλίες.
- Μεσόσπερμες: Αμοργός, Κύθνος, Σίφνος και Τήλος — τέσσερις ποικιλίες.
- Μεγαλόσπερμες: Θήβα και Γραβιά — δύο ποικιλίες.
- Ποιες ξεχωρίζουν στη βραστικότητα. «Από τις ποικιλίες ρεβιθιών που αναφέρθηκαν, η Θήβα και η Σίφνος είναι βραστερές» (§4.3.9) — δηλαδή μία μεγαλόσπερμη και μία μεσόσπερμη.
- Το κενό. Οι μεγαλόσπερμες είναι οι πιο επιζητούμενες από την αγορά, αλλά «ανθεκτικές ποικιλίες [στην ασκοχύτωση] υπάρχουν, αλλά όχι στους μεγαλόσπερμους τύπους».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ελληνικές ποικιλίες που ξεχωρίζουν για τις καλές τους αποδόσεις είναι, κατά κατηγορία μεγέθους σπόρου: μικρόσπερμες οι Έβρος, Σκύρος, Λέρος, Άνδρος, Κάσος, Σέριφος και Μήλος· μεσόσπερμες οι Αμοργός, Κύθνος, Σίφνος και Τήλος· μεγαλόσπερμες οι Θήβα και Γραβιά. Από αυτές, η Θήβα και η Σίφνος χαρακτηρίζονται ρητά βραστερές, ιδιότητα που το βιβλίο θεωρεί καθοριστική για την εμπορική αξία του οσπρίου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τα ονόματα των ελληνικών ποικιλιών ρεβιθιού είναι τοπωνύμια — κυρίως νησιά.
- Μην τις συγχέεις με τις ποικιλίες φακής (Δήμητρα, Σάμος, Αρκαδία, Θεσσαλία, Ικαρία, Πανδώρα, Λήμνος) ούτε με τις ποικιλίες βίκου (Μίνως, Τέμπη, Αλέξανδρος, Ζέφυρος, Αχιλλέας, Εύηνος).
Οι καρποί των κτηνοτροφικών κουκιών
Ερώτηση: Ποια είναι η δυνατότητα χρήσης των καρπών των κτηνοτροφικών κουκιών στη σημερινή κτηνοτροφία και πώς αυτή δικαιολογείται;
Απάντηση:
- Η δυνατότητα. Τα κουκιά «μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καλή πηγή πρωτεΐνης στην παρασκευή ζωοτροφών και να υποκαταστήσουν σε σημαντικό ποσοστό άλλους εισαγόμενους, για το σκοπό αυτό, καρπούς, όπως η σόγια, συμβάλλοντας έτσι στην εξοικονόμηση τεραστίων ποσών σε συνάλλαγμα».
- Πρώτο επιχείρημα — η πρωτεΐνη. «Αποδίδουν καρπούς υψηλής περιεκτικότητας (25-34 %) σε πρωτεΐνη (λεύκωμα), που είναι πολύτιμο συστατικό για τη διατροφή ανθρώπων και ζώων.» Οι αναλύσεις των ελληνικών ποικιλιών το επιβεβαιώνουν: Πολυκάρπη 25,50 %, Τανάγρα 25,90 %.
- Δεύτερο — η απόδοση. «Οι αποδόσεις τους σε καρπό είναι υψηλότερες από όλα τα άλλα ετήσια ξηρικά ψυχανθή» — μέχρι 500 κιλά/στρέμμα στις κτηνοτροφικές ποικιλίες χειμερινού τύπου.
- Τρίτο — η μηχανοποίηση. «Ως καλλιέργεια είναι πλήρως μηχανοποιημένη, χάρη στην όρθια στάση και ανάπτυξη των φυτών» — ο θεριζαλωνισμός γίνεται απευθείας, όπως στα σιτηρά.
- Τέταρτο — το κόστος. «Έχει χαμηλό κόστος παραγωγής, αφού αναπτύσσεται σε ξηρική και πλήρως μηχανοποιημένη καλλιέργεια.»
- Πέμπτο — η εξειδίκευση. «Ο καρπός των μικρόσπερμων [ποικιλιών], που είναι πιο παραγωγικές, [χρησιμοποιείται] σχεδόν αποκλειστικά στην κτηνοτροφία» — υπάρχει δηλαδή ειδικό γενετικό υλικό για τον σκοπό αυτό.
- Το εθνικό-οικονομικό σκέλος. Η υποκατάσταση της εισαγόμενης σόγιας αποτιμάται από το βιβλίο ως εξοικονόμηση συναλλάγματος — άρα το επιχείρημα δεν είναι μόνο ζωοτεχνικό αλλά και οικονομικό.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι καρποί των κτηνοτροφικών κουκιών «μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καλή πηγή πρωτεΐνης στην παρασκευή ζωοτροφών» και «να υποκαταστήσουν σε σημαντικό ποσοστό άλλους εισαγόμενους … καρπούς, όπως η σόγια, συμβάλλοντας … στην εξοικονόμηση τεραστίων ποσών σε συνάλλαγμα». Η δυνατότητα αυτή δικαιολογείται από τέσσερα δεδομένα: (1) η υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, 25-34 % (Πολυκάρπη 25,50 %, Τανάγρα 25,90 %)· (2) οι αποδόσεις σε καρπό είναι υψηλότερες από όλα τα άλλα ετήσια ξηρικά ψυχανθή (έως 500 κιλά/στρέμμα)· (3) η καλλιέργεια είναι πλήρως μηχανοποιημένη, «χάρη στην όρθια στάση και ανάπτυξη των φυτών»· και (4) το χαμηλό κόστος παραγωγής, αφού πρόκειται για ξηρική καλλιέργεια. Επιπλέον, οι μικρόσπερμες (κτηνοτροφικές) ποικιλίες, «που είναι πιο παραγωγικές», προορίζονται «σχεδόν αποκλειστικά στην κτηνοτροφία».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η ίδια δυνατότητα αναγνωρίζεται και στα ρεβίθια (20-28 % πρωτεΐνη) και, ακόμη ισχυρότερα, στα λούπινα (28-40 %).
- ⚠️ Η αξιοποίηση έχει όριο: όπως όλα τα κτηνοτροφικά ψυχανθή, ο καρπός περιέχει αντιθρεπτικούς παράγοντες (ταννίνες κ.ά.).
Οι νέοι βελτιωμένοι τύποι κουκιών
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τους νέους βελτιωμένους τύπους κουκιών, με λιγότερες διακλαδώσεις βλαστού, με καθορισμένη άνθιση και καρποφορία κ.λπ.;
Απάντηση:
- Πότε και πώς δημιουργήθηκαν. «Κατά την τελευταία 20ετία, νεότεροι ερευνητές, ύστερα από συστηματική μελέτη διαφόρων χαρακτηριστικών των κουκιών που επηρεάζουν σημαντικά την απόδοση, όπως ο αριθμός στελεχών ανά φυτό και η συνεχής άνθιση, κατάφεραν και δημιούργησαν νέους βελτιωμένους τύπους φυτών.»
- Οι δύο τύποι. «Τους λεγόμενους μονοστέλεχους και τους τύπους καθορισμένης άνθισης και καρποφορίας» (εικ. 4.10, 4.11).
- Γιατί χρειάστηκαν. «Ειδικότερα στα κουκιά, τόσο ο μεγάλος αριθμός στελεχών ανά φυτό, όσο και η συνεχής άνθιση είναι συχνά αρνητικοί χαρακτήρες για πολλούς τύπους περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα μειωμένη και ανομοιογενή παραγωγή καρπών.»
- Τι αλλάζει στην άνθιση. Κανονικά «η εμφάνιση των ανθέων είναι κλιμακωτή, από τη βάση προς την κορυφή» και «διαρκεί 2-3 εβδομάδες. Όμως, στις σύγχρονες βελτιωμένες ποικιλίες καθορισμένης άνθισης και καρποφορίας, τα άνθη βγαίνουν όλα στην κορυφή του βλαστού και η άνθιση διαρκεί λιγότερο χρονικό διάστημα.»
- Το πρακτικό όφελος. Η άνθιση συγκεντρώνεται → ομοιόμορφη ωρίμανση → μία μόνο φάση συγκομιδής και μηχανική συγκομιδή. Το ίδιο σκεπτικό επαναλαμβάνεται στο λούπινο: οι νέοι τύποι έχουν «ανθοφορία και καρποφορία σε καθορισμένη θέση, στην κορυφή των φυτών, για τους ίδιους με τα κουκιά λόγους βελτίωσης της απόδοσης και της ποιότητας παραγωγής, καθώς και της διευκόλυνσης της μηχανικής συγκομιδής».
- Οι βελτιώσεις συνεχίζονται. «Στους νέους αυτούς τύπους ποικιλιών, οι ερευνητές καταφέρνουν κάθε τόσο όλο και νέες βελτιώσεις που αφορούν κυρίως στην ποιότητα και στην αντοχή σε ασθένειες και την υδατική καταπόνηση (ξηρασία).»
- Στην Ελλάδα. Για βρώσιμους καρπούς «χρησιμοποιούνται συνήθως «ντόπιοι» πληθυσμοί ή οικότυποι — δεν υπάρχουν δυστυχώς ντόπιες ποικιλίες»· για κτηνοτροφικά, το Ι.Κ.Φ.Β. δημιούργησε «πρώτα τις ποικιλίες (φούλια) Πολυκάρπη και Τανάγρα και στη συνέχεια πέντε νεότερες, ανθεκτικές στην ασθένεια σκληρωτίνια».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά την τελευταία 20ετία, ύστερα από συστηματική μελέτη των χαρακτηριστικών που επηρεάζουν την απόδοση — ιδίως του αριθμού στελεχών ανά φυτό και της συνεχούς άνθισης — δημιουργήθηκαν οι μονοστέλεχοι τύποι και οι τύποι καθορισμένης άνθισης και καρποφορίας. Χρειάστηκαν επειδή «τόσο ο μεγάλος αριθμός στελεχών ανά φυτό, όσο και η συνεχής άνθιση είναι συχνά αρνητικοί χαρακτήρες … με αποτέλεσμα μειωμένη και ανομοιογενή παραγωγή καρπών». Στους νέους τύπους «τα άνθη βγαίνουν όλα στην κορυφή του βλαστού και η άνθιση διαρκεί λιγότερο χρονικό διάστημα», αντί για την κλιμακωτή άνθιση 2-3 εβδομάδων — οπότε η ωρίμανση γίνεται ομοιόμορφη και διευκολύνεται η μηχανική συγκομιδή. Οι βελτιώσεις συνεχίζονται και αφορούν «κυρίως στην ποιότητα και στην αντοχή σε ασθένειες και την υδατική καταπόνηση (ξηρασία)». Το Ι.Κ.Φ.Β. έδωσε τα φούλια Πολυκάρπη και Τανάγρα και πέντε νεότερες ποικιλίες ανθεκτικές στη σκληρωτίνια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η ίδια βελτιωτική λογική εφαρμόστηκε και στο λούπινο (καθορισμένη ανθοφορία στην κορυφή) και στο μπιζέλι (άφυλλοι τύποι).
- ⚠️ Στα βρώσιμα κουκιά «δεν υπάρχουν ντόπιες ποικιλίες» — μόνο οικότυποι.
Η συγκομιδή των κτηνοτροφικών κουκιών
Ερώτηση: Πώς γίνεται η συγκομιδή των κτηνοτροφικών κουκιών;
Απάντηση:
- Τα μηχανήματα. «Η συγκομιδή … των κουκιών, που προορίζονται για παραγωγή ξερών σπερμάτων, γίνεται με τις κοινές θεριζαλωνιστικές μηχανές των σιτηρών, ύστερα από κατάλληλη ρύθμιση.»
- Το χαρακτηριστικό πλεονέκτημα. «Ο θεριζαλωνισμός, σε αντίθεση με άλλα ψυχανθή, γίνεται απευθείας, όπως στα σιτηρά, και δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα.» (Αντίθετα, στον βίκο «απευθείας θεριζαλωνισμός δεν είναι δυνατός», και στη φακή απαιτούνται θερισμός, αποξήρανση, αλωνισμός.)
- Γιατί είναι δυνατό. Επειδή «ο βλαστός τους έχει όρθια στάση και ανάπτυξη» και η καλλιέργεια είναι «πλήρως μηχανοποιημένη, χάρη στην όρθια στάση … των φυτών».
- Το κριτήριο του σταδίου. «Ο καθορισμός του σταδίου της πλήρους ωρίμανσής τους είναι εύκολος από το χαρακτηριστικό καστανό χρώμα που παίρνουν τότε οι λοβοί, καθώς και τα στελέχη των φυτών, ενώ τα φύλλα έχουν πέσει σχεδόν όλα.»
- Ο χρόνος. «Το στάδιο αυτό, για τις πρώιμες χειμερινού τύπου ποικιλίες και τις συνθήκες της χώρας μας, συμπίπτει με τα μέσα Ιουνίου, μετά την ωρίμανση του βίκου.»
- ⚠️ Ο κίνδυνος της καθυστέρησης. «Αν η συγκομιδή καθυστερήσει, μπορεί να υπάρξουν απώλειες από τινάγματα σπόρων στο έδαφος, λόγω διάρρηξης των λοβών» — αν και «στις περισσότερες ποικιλίες των κτηνοτροφικών κουκιών σπάνια παρατηρούνται ανοίγματα (διαρρήξεις) λοβών».
- ⚠️ Ο κίνδυνος της κακής ρύθμισης. «Κακή ρύθμιση της αλωνιστικής μηχανής μπορεί να έχει ως συνέπεια μεγάλες απώλειες σπόρου στο χωράφι, κατά τον αλωνισμό.»
- Η διαφορά με τα βρώσιμα. «Η συγκομιδή των χλωρών λοβών στα βρώσιμα κουκιά γίνεται με το χέρι και σε πολλές φάσεις («χέρια»), ανάλογα με την ωριμότητα των λοβών, αφού η άνθιση και η ωρίμανση στα κουκιά είναι κλιμακωτή.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η συγκομιδή των κτηνοτροφικών κουκιών, που προορίζονται για ξερά σπέρματα, γίνεται «με τις κοινές θεριζαλωνιστικές μηχανές των σιτηρών, ύστερα από κατάλληλη ρύθμιση», και μάλιστα «ο θεριζαλωνισμός, σε αντίθεση με άλλα ψυχανθή, γίνεται απευθείας, όπως στα σιτηρά, και δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα» — χάρη στην όρθια στάση και ανάπτυξη των φυτών. Το στάδιο αναγνωρίζεται εύκολα «από το χαρακτηριστικό καστανό χρώμα που παίρνουν τότε οι λοβοί, καθώς και τα στελέχη, ενώ τα φύλλα έχουν πέσει σχεδόν όλα», και συμπίπτει, για τις πρώιμες χειμερινού τύπου ποικιλίες, με τα μέσα Ιουνίου, μετά την ωρίμανση του βίκου. Πρέπει να αποφεύγονται η καθυστέρηση (απώλειες από τινάγματα σπόρων λόγω διάρρηξης των λοβών) και η κακή ρύθμιση της αλωνιστικής μηχανής, που δίνει «μεγάλες απώλειες σπόρου στο χωράφι». Αντίθετα, τα βρώσιμα κουκιά συγκομίζονται χλωρά, με το χέρι, σε πολλά «χέρια», λόγω της κλιμακωτής άνθισης και ωρίμανσης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τα κουκιά και τα λούπινα είναι τα μόνα ψυχανθή του κεφαλαίου που δέχονται απευθείας θεριζαλωνισμό.
- Η αστάθεια αποδόσεων των κουκιών αποδίδεται ακριβώς σε αυτούς τους παράγοντες συγκομιδής, μαζί με το κλίμα και τα ζιζάνια.
Η κυάμωση
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την κυάμωση;
Απάντηση:
- Η προέλευση του προβλήματος. «Κατά τα τελευταία χρόνια, από ξένους ερευνητές απομονώθηκαν ορισμένες ουσίες των κουκιών οι οποίες θεωρούνται αντιθρεπτικοί και αιμολυτικοί παράγοντες.»
- Ο ορισμός. «Οι ουσίες αυτές, στον οργανισμό ορισμένων ανθρώπων, προκαλούν τη σοβαρή ασθένεια κυάμωση ή κυαμισμό, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της τη σοβαρή αιμόλυση στα άτομα αυτά.»
- Δεν αφορά όλους. Το βιβλίο τονίζει το «ορισμένων ανθρώπων» — πρόκειται για ατομική ευαισθησία, όχι για γενική τοξικότητα του τροφίμου.
- Η γεωγραφική κατανομή. «Το ποσοστό των ατόμων αυτών είναι πολύ υψηλό στους παραμεσόγειους λαούς (σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας φτάνει το 27 %, ενώ στη Σαρδηνία αγγίζει το 50 %, σύμφωνα με έρευνες ειδικών επιστημόνων).»
- Τα ζώα δεν κινδυνεύουν. «Ωστόσο, για τα ζώα που τρέφονται με κουκιά, πρέπει να λεχθεί ότι δεν αναφέρθηκαν ποτέ ανάλογες βαριάς μορφής επιπτώσεις στην υγεία τους.»
- Η προοπτική. «Οι βελτιωτικές προσπάθειες των ερευνητών συνεχίζονται και θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα κυκλοφορούν στο εμπόριο ποικιλίες εντελώς απαλλαγμένες από τους προαναφερθέντες κύριους αντιθρεπτικούς παράγοντες, καθώς επίσης και από άλλους ηπιότερους, όπως η ταννίνη.»
- Πού αλλού εμφανίζονται ταννίνες. «Τα έγχρωμα άνθη δίνουν έγχρωμα σπέρματα, που στο περισπέρμιό τους (φλοιό) περιέχουν ταννίνες, όπως και στο μπιζέλι» (§4.4.3).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η κυάμωση (ή κυαμισμός) είναι, κατά το βιβλίο, «σοβαρή ασθένεια» που προκαλείται στον οργανισμό ορισμένων ανθρώπων από ουσίες των κουκιών, οι οποίες «θεωρούνται αντιθρεπτικοί και αιμολυτικοί παράγοντες» και απομονώθηκαν από ξένους ερευνητές. Έχει «ως κύριο χαρακτηριστικό της τη σοβαρή αιμόλυση στα άτομα αυτά». Δεν αφορά όλο τον πληθυσμό, αλλά η ευαισθησία είναι πολύ διαδεδομένη στους παραμεσόγειους λαούς: «σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας φτάνει το 27 %, ενώ στη Σαρδηνία αγγίζει το 50 %». Για τα ζώα που τρέφονται με κουκιά «δεν αναφέρθηκαν ποτέ ανάλογες βαριάς μορφής επιπτώσεις». Οι βελτιωτικές προσπάθειες συνεχίζονται και θεωρείται «μάλλον βέβαιο» ότι σύντομα θα υπάρξουν «ποικιλίες εντελώς απαλλαγμένες» από τους κύριους αντιθρεπτικούς παράγοντες και από ηπιότερους, όπως η ταννίνη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η κυάμωση είναι θέμα ανθρώπινης υγείας, όχι φυτοπαθολογίας — γι' αυτό μπαίνει στα «Ειδικά θέματα».
- Μην τη συγχέεις με τη λαθυρίαση του λαθουριού, που αφορά κυρίως μόνοπλα θηλαστικά και εκδηλώνεται με δυσκινησία και τρόμο.
Η πλημμελής τυποποίηση της φακής
Ερώτηση: Ποιες συνέπειες έχει η πλημμελής τυποποίηση της φακής στη χώρα μας;
Απάντηση:
- Το ζητούμενο της αγοράς. «Οι σύγχρονοι καταναλωτές απαιτούν καλή τυποποίηση με ομοιομορφία μεγέθους και χρώματος σπόρων, καθαρότητα, βραστικότητα και προπαντός σταθερότητα ποιότητας.»
- Η κύρια συνέπεια — οι εισαγωγές. «Ένας από τους βασικότερους λόγους των εισαγωγών οσπρίων φακής είναι η έλλειψη καλής τυποποίησης και εμπορίας των ελληνικών ποικιλιών φακής.»
- Το μέγεθος του ελλείμματος. «Στην Ελλάδα καλλιεργούνται σε περιορισμένη έκταση (περί τις 25.000-30.000 στρέμματα) και η παραγόμενη ποσότητα δεν επαρκεί για την κάλυψη των εσωτερικών μας αναγκών, οι οποίες συμπληρώνονται με εισαγωγές.»
- Δεν είναι πρόβλημα ποικιλιών. «Όλες τους [οι ελληνικές ποικιλίες] είναι πολύ βραστερές και αποδοτικές, με μέση απόδοση από 220 μέχρι 280 κιλά ανά στρέμμα» — το πρόβλημα είναι στο στάδιο μετά τη συγκομιδή.
- Η ίδια διαπίστωση στα ρεβίθια. «Η έλλειψη καλής τυποποίησης της εντόπιας παραγωγής οδηγεί τους εμπόρους σε εισαγωγές ρεβιθιών» (§4.3.6.7) — άρα πρόκειται για διαρθρωτικό πρόβλημα όλων των οσπρίων.
- Τι πρέπει να γίνει. Στα ρεβίθια το βιβλίο περιγράφει τη σωστή αλυσίδα: «επιμελημένος καθαρισμός από οποιοδήποτε ξένο σώμα ή μικρούς, ατροφικούς και άλλου χρωματισμού σπόρους και τέλος η εμπορικά σωστή τυποποίηση και η καλόγουστη συσκευασία».
- Η αιτία σε εθνικό επίπεδο. Η ΠΕΡΙΛΗΨΗ το αποδίδει στην «κακή οργάνωση των συνεταιρισμών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καλή τυποποίηση και σωστή διάθεση των προϊόντων τους, σύμφωνα με τις επιταγές των καιρών μας, για εμπορία, βιομηχανική επεξεργασία, μεταποίηση».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η πλημμελής τυποποίηση στοιχίζει στη χώρα την ίδια της την αγορά: «ένας από τους βασικότερους λόγους των εισαγωγών οσπρίων φακής είναι η έλλειψη καλής τυποποίησης και εμπορίας των ελληνικών ποικιλιών φακής». Οι σύγχρονοι καταναλωτές «απαιτούν καλή τυποποίηση με ομοιομορφία μεγέθους και χρώματος σπόρων, καθαρότητα, βραστικότητα και προπαντός σταθερότητα ποιότητας», και όταν αυτά δεν εξασφαλίζονται, στρέφονται στο εισαγόμενο προϊόν. Έτσι η ήδη περιορισμένη ελληνική παραγωγή (25.000-30.000 στρέμματα) «δεν επαρκεί» και οι ανάγκες «συμπληρώνονται με εισαγωγές». Το πρόβλημα δεν είναι γενετικό: οι ελληνικές ποικιλίες είναι «πολύ βραστερές και αποδοτικές, με μέση απόδοση 220-280 κιλά ανά στρέμμα». Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στα ρεβίθια, ενώ η ΠΕΡΙΛΗΨΗ αποδίδει το φαινόμενο στην «κακή οργάνωση των συνεταιρισμών».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η τυποποίηση αφορά και τα τέσσερα: μέγεθος, χρώμα, καθαρότητα, βραστικότητα — και πάνω απ' όλα τη σταθερότητα.
- Πρόκειται για απώλεια προστιθέμενης αξίας: το προϊόν υπάρχει, αλλά χάνει την αγορά στο τελευταίο στάδιο.
Τύποι φακής κατά μέγεθος σπόρου
Ερώτηση: Τύποι φακής ανάλογα με το μέγεθος του σπόρου της.
Απάντηση:
-
Η βασική διάκριση. «Η βρώσιμη φακή κατατάσσεται σε δύο κύριους τύπους» (εικ. 4.13): λεπτόσπερμη και πλατύσπερμη.
-
Λεπτόσπερμη φακή. «Η οποία εκτιμάται περισσότερο ως όσπριο, με φυτά χαμηλά (ύψους 20-40 εκατοστών) και σπόρους διαμέτρου 4-5 χιλιοστά και με βάρος 1.000 σπόρων μέχρι 50 γραμμαρίων. Εδώ περιλαμβάνονται ποικιλίες πρώιμες, που μπορούν να συμπληρώσουν το βιολογικό τους κύκλο σε 65-70 ημέρες.»
-
Πλατύσπερμη φακή. «Με φυτά ψηλά (ύψους μέχρι 70 εκατοστά) και σπόρους διαμέτρου 5-8 χιλιοστών και με βάρος 1.000 σπόρων μεγαλύτερο από 50 γραμμάρια. Εδώ περιλαμβάνονται ποικιλίες μεγάλου βιολογικού κύκλου (πάνω από 95 ημέρες).»
-
Μια τρίτη ενδιάμεση κατηγορία στη σπορά. Στην §4.5.6.4 το βιβλίο προσθέτει και μεσόσπερμες φακές:
| Τύπος |
Βάρος 1.000 σπόρων |
Άριστη πυκνότητα |
Κιλά/στρέμμα |
| Λεπτόσπερμες |
30-49 γρ. |
170.000 φυτά/στρ. |
5-8 |
| Μεσόσπερμες |
50-60 |
160.000 φυτά/στρ. |
8-9 |
| Πλατύσπερμες |
άνω των 60 γρ. |
150.000 φυτά/στρ. |
9-12 |
-
Η προσαρμοστικότητα. «Ιδιαίτερα ανθεκτική είναι η λεπτόσπερμη φακή, που καλλιεργείται περισσότερο στις χώρες της Μέσης Ανατολής.»
-
Οι ελληνικές ποικιλίες ανά τύπο. «Λεπτόσπερμες: Δήμητρα, Σάμος και Αρκαδία. Πλατύσπερμες: Θεσσαλία, Ικαρία, Πανδώρα και Λήμνος» — όλες δημιουργίες του Ι.Κ.Φ.Β.
Σύνοψη: (ενδεικτική) «Η βρώσιμη φακή κατατάσσεται σε δύο κύριους τύπους»: (α) λεπτόσπερμη, «η οποία εκτιμάται περισσότερο ως όσπριο», με φυτά χαμηλά (20-40 εκατοστά), σπόρους διαμέτρου 4-5 χιλιοστών, βάρος 1.000 σπόρων μέχρι 50 γραμμάρια και πρώιμες ποικιλίες που συμπληρώνουν τον κύκλο τους σε 65-70 ημέρες· και (β) πλατύσπερμη, με φυτά ψηλά (μέχρι 70 εκατοστά), σπόρους 5-8 χιλιοστών, βάρος 1.000 σπόρων μεγαλύτερο από 50 γραμμάρια και ποικιλίες μεγάλου βιολογικού κύκλου (πάνω από 95 ημέρες). Στη σπορά προστίθεται και μια ενδιάμεση, οι μεσόσπερμες (βάρος 1.000 σπόρων 50-60). Η λεπτόσπερμη είναι ιδιαίτερα ανθεκτική και καλλιεργείται περισσότερο στη Μέση Ανατολή. Ελληνικές λεπτόσπερμες: Δήμητρα, Σάμος, Αρκαδία· πλατύσπερμες: Θεσσαλία, Ικαρία, Πανδώρα, Λήμνος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το μέγεθος συνδέεται με τον κύκλο: η λεπτόσπερμη είναι πρώιμη (65-70 ημέρες), η πλατύσπερμη όψιμη (πάνω από 95).
- Όσο μεγαλύτερος ο σπόρος, τόσο λιγότερα φυτά ανά στρέμμα αλλά περισσότερα κιλά σπόρου.
Εποχή σποράς και συγκομιδή της φακής
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την εποχή σποράς και τη συγκομιδή της φακής;
Απάντηση:
- Η καλύτερη εποχή σποράς. «Η καλύτερη εποχή σποράς της φακής είναι η φθινοπωρινή και συγκεκριμένα από το δεύτερο 10ήμερο του Νοεμβρίου και μετά, για τη βόρεια Ελλάδα, και από το τρίτο και μετά, για την κεντρική και νότια. Όταν το φθινόπωρο είναι ζεστό, η σπορά μπορεί να γίνει και λίγο αργότερα.»
- Τα δύο κέρδη. «Με τη σπορά σ' αυτή την εποχή, οι αποδόσεις της φακής είναι μεγαλύτερες, σε σύγκριση με τις ανοιξιάτικες και επιπρόσθετα παρατηρήθηκε και «διαφυγή ασθενειών» από φουζάρια και σκληρωτίνιες, που μολύσματά τους υπάρχουν στο έδαφος.»
- Η εξαίρεση. «Σε πολύ ψυχρές περιοχές, όπως η Πτολεμαΐδα, η σπορά πρέπει να γίνεται νωρίτερα το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη.»
- Τα τεχνικά της σποράς. «Σε γραμμές ανά 25-30 εκατοστά, σε βάθος 2-3 εκατοστών, με κοινές σπαρτικές μηχανές των σιτηρών», με ποσότητες 5-8 / 8-9 / 9-12 κιλά ανά στρέμμα για λεπτόσπερμες / μεσόσπερμες / πλατύσπερμες.
- Η συγκομιδή — τρία βήματα. «Η συγκομιδή της φακής γίνεται μηχανικά και ακολουθείται η εξής σειρά: Θερισμός … Αποξήρανση των φυτών … Αλωνισμός των αποξηραμένων φυτών, με κοινές θεριζαλωνιστικές μηχανές.»
- Ο θερισμός. «Γίνεται αμέσως μόλις κιτρινίσουν τα φυτά, γιατί αν ξεραθούν εντελώς και μετά θεριστούν, επισυμβαίνουν μεγάλες απώλειες καρπού από τινάγματα λοβών και σπόρων στο έδαφος. Μάλιστα, ο θερισμός είναι καλύτερα να γίνεται πρωινές ώρες, που τα φυτά είναι πιο μαλακά από τη νυχτερινή δροσιά και οι απώλειες είναι μικρότερες.»
- Η αποξήρανση. «Τα θερισμένα φυτά συγκεντρώνονται σε γραμμές και αφήνονται για φυσική αποξήρανση επί 1-3 ημέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.»
- Η σύγχρονη εξέλιξη. «Κατά τα τελευταία χρόνια, με τις σύγχρονες μηχανές γίνεται με επιτυχία απευθείας θεριζαλωνισμός της φακής, σε στάδιο ελαφρά οψιμότερο.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σπορά: «η καλύτερη εποχή … είναι η φθινοπωρινή» — «από το δεύτερο 10ήμερο του Νοεμβρίου και μετά, για τη βόρεια Ελλάδα, και από το τρίτο και μετά, για την κεντρική και νότια», ή και λίγο αργότερα σε ζεστό φθινόπωρο. Τα κέρδη είναι δύο: «οι αποδόσεις … είναι μεγαλύτερες, σε σύγκριση με τις ανοιξιάτικες», και «παρατηρήθηκε και «διαφυγή ασθενειών» από φουζάρια και σκληρωτίνιες». Εξαίρεση οι πολύ ψυχρές περιοχές, όπως η Πτολεμαΐδα, όπου σπέρνεται νωρίτερα το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη. Η σπορά γίνεται σε γραμμές ανά 25-30 εκ., σε βάθος 2-3 εκ., με κοινές σπαρτικές μηχανές σιτηρών. Συγκομιδή: γίνεται μηχανικά, σε τρία βήματα — (1) θερισμός «αμέσως μόλις κιτρινίσουν τα φυτά» και κατά προτίμηση πρωινές ώρες, ώστε να αποφευχθούν «μεγάλες απώλειες καρπού από τινάγματα λοβών και σπόρων»· (2) αποξήρανση των θερισμένων φυτών σε γραμμές, επί 1-3 ημέρες· (3) αλωνισμός με κοινές θεριζαλωνιστικές μηχανές. Σήμερα, με σύγχρονες μηχανές, γίνεται και απευθείας θεριζαλωνισμός, «σε στάδιο ελαφρά οψιμότερο».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η φακή είναι αντίθετη από τα ρεβίθια: εκεί προτιμάται η άνοιξη, εδώ το φθινόπωρο — και για τον ίδιο λόγο, τις ασθένειες.
- Το «κιτρίνισμα» είναι το σήμα κατατεθέν του θερισμού της φακής, όχι το καστανό χρώμα των κουκιών.
Η βραστικότητα ρεβιθιών και φακής
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τη βραστικότητα ρεβιθιών και φακής;
Απάντηση:
- Ο ορισμός. «Ως «βραστικότητα» ονομάζουμε τη διάρκεια του χρόνου βρασμού των σπόρων, για την παρασκευή σούπας.»
- Ο κύριος παράγοντας. «Από μελέτες βρέθηκε ότι αυτή εξαρτάται κυρίως από τη χρησιμοποιούμενη ποικιλία.»
- Ο δευτερεύων παράγοντας. «Και δευτερευόντως από τον τύπο του εδάφους, ο οποίος επηρεάζει αρνητικά τη βραστικότητα μόνο, όταν η ποικιλία δεν είναι βραστερή.»
- Η αλληλεπίδραση. «Όταν η ποικιλία είναι βραστερή, εξουδετερώνει σχεδόν την πιθανή αρνητική επίδραση του εδάφους» — δηλαδή η σωστή ποικιλία υπερισχύει του εδάφους.
- Στα ρεβίθια. «Από τις ποικιλίες ρεβιθιών που αναφέρθηκαν, η Θήβα και η Σίφνος είναι βραστερές.»
- Στη φακή. Η §4.5.9 είναι ρητή: «Βραστικότητα της φακής: ισχύουν τα ίδια που αναφέρονται για τα ρεβίθια.» Και στην §4.5.7: «Όλες τους [οι ελληνικές ποικιλίες φακής] είναι πολύ βραστερές και αποδοτικές.»
- Γιατί έχει σημασία. «Οι σύγχρονοι καταναλωτές απαιτούν … καθαρότητα, βραστικότητα και προπαντός σταθερότητα ποιότητας» — η βραστικότητα είναι εμπορικό κριτήριο. Σε άλλες χώρες οι σπόροι της φακής «βράζονται αποφλοιωμένοι, για την αύξηση της πεπτικότητας και τη μείωση του χρόνου βρασμού».
Σύνοψη: (ενδεικτική) «Ως βραστικότητα ονομάζουμε τη διάρκεια του χρόνου βρασμού των σπόρων, για την παρασκευή σούπας.» «Από μελέτες βρέθηκε ότι αυτή εξαρτάται κυρίως από τη χρησιμοποιούμενη ποικιλία και δευτερευόντως από τον τύπο του εδάφους, ο οποίος επηρεάζει αρνητικά τη βραστικότητα μόνο όταν η ποικιλία δεν είναι βραστερή»· αντίθετα, «όταν η ποικιλία είναι βραστερή, εξουδετερώνει σχεδόν την πιθανή αρνητική επίδραση του εδάφους». Στα ρεβίθια βραστερές είναι η Θήβα και η Σίφνος. Για τη φακή το βιβλίο δηλώνει ρητά ότι «ισχύουν τα ίδια που αναφέρονται για τα ρεβίθια», ενώ όλες οι ελληνικές ποικιλίες φακής του Ι.Κ.Φ.Β. είναι «πολύ βραστερές και αποδοτικές». Η βραστικότητα είναι εμπορικό κριτήριο: οι σύγχρονοι καταναλωτές την απαιτούν μαζί με την καθαρότητα και τη σταθερότητα ποιότητας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το συμπέρασμα για τον παραγωγό είναι πρακτικό: η επιλογή της ποικιλίας λύνει το πρόβλημα, όχι η επιλογή του χωραφιού.
- Σε άλλες χώρες ο χρόνος βρασμού μειώνεται και τεχνολογικά, με αποφλοίωση των σπόρων.
Οι χρήσεις του βίκου
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες χρήσεις του βίκου;
Απάντηση:
- Η κύρια κατεύθυνση. «Είναι φυτό κυρίως σανοδοτικό και κατά δεύτερο λόγο καρποδοτικό και αποτελεί άριστη ζωοτροφή, από άποψη ποιότητας.»
- Οι υπόλοιπες χρήσεις. «Ακόμη, χρησιμοποιείται για βόσκηση καθώς και για ενσίρωση … Τέλος, χρησιμοποιείται συχνά για χλωρή λίπανση.»
- Η κατανομή των εκτάσεων το επιβεβαιώνει. Από τα 450.000-500.000 στρέμματα, «τα περισσότερα καλλιεργούνται για παραγωγή σανού, περί τις 100.000 στρέμματα για παραγωγή καρπού (σπόρου) και περί τις 40.000 στρέμματα για βόσκηση, με ταυτόχρονη συγκομιδή και μικρής ποσότητας καρπού πολλές φορές».
- Η ποιότητα της ζωοτροφής. «Τόσο το χόρτο όσο και ο καρπός του βίκου είναι πολύ πλούσιες ζωοτροφές»· ο σανός είναι «πλούσιος σε υδατάνθρακες» με θρεπτική αξία παρόμοια με τη μηδική και το τριφύλλι.
- ⚠️ Ο περιορισμός του καρπού. «Ο καρπός με τη φυσική του μορφή πρέπει να καταναλώνεται σε περιορισμένες ποσότητες από τα μεγάλα ζώα, επειδή περιέχει και κάποιες πικρές ουσίες (αλκαλοειδή, όπως ο κυανογόνος γλυκοζίτης «βικιανίνη»), οι οποίες προκαλούν προβλήματα στη θρέψη τους. Είναι όμως πολύ καλή τροφή για τα πτηνά.»
- ⚠️ Ο περιορισμός της βόσκησης. «Μπορεί να γίνει μόνο με μικρόσωμα ζώα (π.χ. αιγοπρόβατα), για την αποφυγή ζημιών από το πάτημα των φυτών και με σχετικά γρήγορο πέρασμα των ζώων, στις αρχές της άνοιξης και οπωσδήποτε πολύ πριν από την άνθιση των φυτών.»
- Η ενσίρωση. «Για ενσίρωση, αλλά και μερικές φορές για σανό ή και καρπό, ο βίκος χρησιμοποιείται σε συγκαλλιέργεια με ένα μικρό κτηνοτροφικό σιτηρό, όπως είναι το κριθάρι ή η βρώμη.»
- Η χλωρή λίπανση. «Ενσωμάτωση - παράχωμα της χλωρής ποώδους βλάστησης στο έδαφος», που «αποβλέπει στη συντήρηση ή και την επαύξηση της γονιμότητας του εδάφους και στον εφοδιασμό του με οργανική ουσία».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο βίκος «είναι φυτό κυρίως σανοδοτικό και κατά δεύτερο λόγο καρποδοτικό και αποτελεί άριστη ζωοτροφή, από άποψη ποιότητας»· επιπλέον «χρησιμοποιείται για βόσκηση καθώς και για ενσίρωση» και «συχνά για χλωρή λίπανση». Η κατανομή των εκτάσεων το επιβεβαιώνει: τα περισσότερα από τα 450.000-500.000 στρέμματα πηγαίνουν σε σανό, ~100.000 σε καρπό και ~40.000 σε βόσκηση. Ο καρπός όμως «με τη φυσική του μορφή πρέπει να καταναλώνεται σε περιορισμένες ποσότητες από τα μεγάλα ζώα», επειδή περιέχει πικρές ουσίες — αλκαλοειδή, όπως ο κυανογόνος γλυκοζίτης «βικιανίνη» — ενώ «είναι πολύ καλή τροφή για τα πτηνά». Η βόσκηση επιτρέπεται «μόνο με μικρόσωμα ζώα (π.χ. αιγοπρόβατα)», με γρήγορο πέρασμα, «στις αρχές της άνοιξης και οπωσδήποτε πολύ πριν από την άνθιση». Για ενσίρωση συγκαλλιεργείται με κριθάρι ή βρώμη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Οι περιορισμοί είναι εξίσου εξεταστέοι με τις χρήσεις: μεγάλα ζώα → περιορισμένη ποσότητα καρπού, βόσκηση → μόνο μικρόσωμα ζώα, πριν την άνθιση.
- Η χλωρή λίπανση είναι χρήση για το έδαφος, όχι για τα ζώα.
Η συγκαλλιέργεια βίκου με κριθάρι ή βρώμη
Ερώτηση: Ποια η σκοπιμότητα της συγκαλλιέργειας του βίκου με κριθάρι ή βρώμη;
Απάντηση:
- Το πλαίσιο. «Για ενσίρωση, αλλά και μερικές φορές για σανό ή και καρπό, ο βίκος χρησιμοποιείται σε συγκαλλιέργεια με ένα μικρό κτηνοτροφικό σιτηρό, όπως είναι το κριθάρι ή η βρώμη. Η συγκαλλιέργεια εξυπηρετεί κυρίως τις ακόλουθες δύο σκοπιμότητες.»
- Πρώτη σκοπιμότητα — το πλάγιασμα. «Πρώτα, αντιμετωπίζεται ως ένα σημαντικό βαθμό το μειονέκτημα του πλαγιάσματος των φυτών του βίκου, όταν καλλιεργείται αμιγής.»
- Οι ζημιές του πλαγιάσματος. «Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διάφορες ευρωτιάσεις και σήψεις σε μέρος της βλάστησής του, το οποίο έρχεται σε επαφή με το υγρό έδαφος, αλλά και ορισμένες σημαντικές απώλειες χόρτου κατά τη συγκομιδή του με τα θεριστικά μηχανήματα.»
- Ο μηχανισμός της λύσης. «Αντίθετα, σε συγκαλλιέργεια με φυτά που στέκονται όρθια, ο βίκος στηρίζεται σ' αυτά με τις έλικές του, δεν πλαγιάζει κι επομένως μειώνονται οι απώλειες και διευκολύνεται η συγκομιδή του.» Το ανατομικό υπόβαθρο: τα φύλλα του «καταλήγουν σε μια διακλαδιζόμενη έλικα» και ο βλαστός «αναρριχάται, αν βρει στήριγμα».
- Δεύτερη σκοπιμότητα — η ενσίρωση. «Ύστερα, με τη συγκαλλιέργεια με σιτηρό, εξασφαλίζονται οι απαραίτητες ποσότητες υδατανθράκων που χρειάζονται για την καλή πορεία της ενσίρωσης.»
- Και ένα τρίτο, ποσοτικό όφελος. «Αλλά και η συνολική ποσότητα χλωρού χόρτου που παράγεται είναι μεγαλύτερη.»
- Η ίδια πρακτική στο μπιζέλι. «Το κτηνοτροφικό μπιζέλι χρησιμοποιείται … σε συγκαλλιέργεια με κριθάρι ή βρώμη. Το χλωρό χόρτο του μίγματος των δύο ειδών συγκομίζεται για παρασκευή ενσιρώματος, που είναι σχετικά νέα μορφή ζωοτροφής, για τη διατροφή κυρίως αγελάδων γαλακτοπαραγωγής.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η συγκαλλιέργεια «εξυπηρετεί κυρίως δύο σκοπιμότητες». Πρώτον, αντιμετωπίζει το πλάγιασμα: όταν ο βίκος καλλιεργείται αμιγής πλαγιάζει, με αποτέλεσμα «διάφορες ευρωτιάσεις και σήψεις σε μέρος της βλάστησής του, το οποίο έρχεται σε επαφή με το υγρό έδαφος», αλλά και «σημαντικές απώλειες χόρτου κατά τη συγκομιδή του με τα θεριστικά μηχανήματα»· αντίθετα, «σε συγκαλλιέργεια με φυτά που στέκονται όρθια, ο βίκος στηρίζεται σ' αυτά με τις έλικές του, δεν πλαγιάζει κι επομένως μειώνονται οι απώλειες και διευκολύνεται η συγκομιδή του». Δεύτερον, εξασφαλίζει τους υδατάνθρακες της ενσίρωσης: «εξασφαλίζονται οι απαραίτητες ποσότητες υδατανθράκων που χρειάζονται για την καλή πορεία της ενσίρωσης». Επιπλέον, «η συνολική ποσότητα χλωρού χόρτου που παράγεται είναι μεγαλύτερη». Το ίδιο σχήμα εφαρμόζεται και στο κτηνοτροφικό μπιζέλι, για ενσίρωμα προς αγελάδες γαλακτοπαραγωγής.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ο βίκος δεν στηρίζεται τυχαία: έχει έλικες και «αναρριχάται, αν βρει στήριγμα».
- Ο βίκος δίνει την πρωτεΐνη και το σιτηρό τους υδατάνθρακες — γι' αυτό το μίγμα ενσιρώνεται καλά.
Ελληνικές ποικιλίες βίκου
Ερώτηση: Να αναφέρετε μερικές ελληνικές ποικιλίες βίκου.
Απάντηση:
- Η πηγή τους. «Το Ι.Κ.Φ.Β. [Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών Λάρισας] δημιούργησε και διέδωσε για καλλιέργεια στη χώρα μας αξιόλογες ποικιλίες βίκου.»
- Ο κατάλογος. «Όπως τις Μίνως, Τέμπη, Αλέξανδρος, Ζέφυρος, Αχιλλέας και Εύηνος» — έξι ποικιλίες.
- Αντοχή στη βοτρύτιδα. «Οι ελληνικές ποικιλίες βίκου Ζέφυρος και Αχιλλέας χαρακτηρίζονται από καλή αντοχή στη βοτρύτιδα.»
- Αντοχή στον περονόσπορο. «Ενώ οι Αλέξανδρος και Εύηνος [χαρακτηρίζονται από καλή αντοχή] στον περονόσπορο.»
- Γιατί η αντοχή έχει σημασία. «Σπουδαιότερες από τις ασθένειες είναι η βοτρύτιδα, ο περονόσπορος, το ωίδιο και η σκωρίαση, οι οποίες προσβάλλουν και τα μπιζέλια, τα ρεβίθια, τα κουκιά και τις φακές.»
- Η ποσότητα σπόρου που συνιστούν. «Για τις ελληνικές ποικιλίες, που το βάρος 1.000 σπόρων τους κυμαίνεται από 45-75 γραμμάρια, βρέθηκε ότι η ποσότητα των 14 κιλών σπόρου στο στρέμμα είναι αρκετή για την παραγωγή χόρτου, ενώ η ποσότητα των 12 κιλών … για την παραγωγή καρπού.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το Ι.Κ.Φ.Β. «δημιούργησε και διέδωσε για καλλιέργεια στη χώρα μας αξιόλογες ποικιλίες βίκου, όπως τις Μίνως, Τέμπη, Αλέξανδρος, Ζέφυρος, Αχιλλέας και Εύηνος». Από αυτές, οι Ζέφυρος και Αχιλλέας «χαρακτηρίζονται από καλή αντοχή στη βοτρύτιδα», ενώ οι Αλέξανδρος και Εύηνος «στον περονόσπορο» — δύο από τις σπουδαιότερες ασθένειες του είδους. Το βάρος 1.000 σπόρων των ελληνικών ποικιλιών κυμαίνεται από 45-75 γραμμάρια, οπότε συνιστώνται 14 κιλά σπόρου ανά στρέμμα για χόρτο και 12 κιλά για καρπό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τα ονόματα των ποικιλιών βίκου είναι μυθολογικά και γεωγραφικά (Μίνως, Αχιλλέας, Τέμπη, Εύηνος).
- Η αντοχή είναι εξειδικευμένη ανά ασθένεια: καμία ποικιλία δεν είναι ανθεκτική σε όλες.
Η θρεπτική αξία του χόρτου του βίκου
Ερώτηση: Πώς αξιολογείτε τη θρεπτική αξία του χόρτου του βίκου, ως ζωοτροφής;
Απάντηση:
- Η συνολική αποτίμηση. «Ο βίκος, ως ζωοτροφή, αποτελεί μια πολύ καλή πηγή πρωτεΐνης, ενέργειας και φωσφόρου.»
- Τα αριθμητικά δεδομένα (Πίνακας 4.4). Ο σανός περιέχει 15-21 % πρωτεΐνες (λευκώματα), 51-54 % ολικούς υδατάνθρακες, 1,4-3,1 % λιπαρές ουσίες, 19-23 % ακατέργαστες ίνες και 4,5-7 % τέφρα.
- Η ποιοτική σύγκριση. «Ειδικότερα, ο σανός του βίκου είναι πλούσιος σε υδατάνθρακες. Η θρεπτική του αξία είναι παρόμοια με εκείνη της μηδικής και του τριφυλλιού» — δηλαδή με τις κορυφαίες χονδροειδείς ζωοτροφές.
- ⚠️ Το μοναδικό μειονέκτημα. «Μοναδικό μειονέκτημα, από άποψη περιεκτικότητας σε επιθυμητά στοιχεία, αλλά που αντιμετωπίζεται εύκολα και με μικρό κόστος, είναι ίσως η χαμηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο.»
- Η μεταβλητότητα. «Η περιεκτικότητα του σανού σε πρωτεΐνη ποικίλλει, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή κοπής, καθώς και το είδος των χειρισμών μας κατά την κοπή και την αποξήρανση. Σανός με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη είναι υψηλής θρεπτικής αξίας.»
- Ο ρόλος της ποικιλίας. «Τέλος, η σύνθεση σανού και καρπού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τη χρησιμοποιούμενη ποικιλία.»
- Πώς εξασφαλίζεται η ποιότητα στην πράξη. Με σωστό στάδιο θερισμού (2/3 του φυσικού μεγέθους των λοβών), όταν «το χόρτο διατηρεί όλα τα φύλλα του και τα στελέχη του δεν έχουν ακόμη ξυλοποιηθεί. Επομένως, η ποιότητά του είναι πολύ καλή». Αν ο θερισμός γίνει προς την ωρίμανση, «η ποιότητα του σανού … θα είναι κακή, λόγω προχωρημένης ξυλοποίησης των στελεχών».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το χόρτο του βίκου αξιολογείται ως πολύ υψηλής θρεπτικής αξίας: «ο βίκος, ως ζωοτροφή, αποτελεί μια πολύ καλή πηγή πρωτεΐνης, ενέργειας και φωσφόρου», και ο σανός του «είναι πλούσιος σε υδατάνθρακες», με θρεπτική αξία παρόμοια με εκείνη της μηδικής και του τριφυλλιού. Αριθμητικά (Πίνακας 4.4), ο σανός δίνει 15-21 % πρωτεΐνες, 51-54 % ολικούς υδατάνθρακες, 1,4-3,1 % λιπαρές ουσίες, 19-23 % ακατέργαστες ίνες και 4,5-7 % τέφρα. Μοναδικό μειονέκτημα είναι «η χαμηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο», που όμως «αντιμετωπίζεται εύκολα και με μικρό κόστος». Η ποιότητα δεν είναι σταθερή: εξαρτάται «από το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή κοπής», από «το είδος των χειρισμών μας κατά την κοπή και την αποξήρανση» και από τη χρησιμοποιούμενη ποικιλία — με τον σωστό θερισμό στα 2/3 του μεγέθους των λοβών, «το χόρτο διατηρεί όλα τα φύλλα του και τα στελέχη δεν έχουν ξυλοποιηθεί».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η σύγκριση με τη μηδική και το τριφύλλι είναι το ισχυρότερο επιχείρημα: αυτές είναι οι αναφορές ποιότητας στα χονδροειδή.
- Η χαμηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο εμφανίζεται και στο κτηνοτροφικό μπιζέλι — και εκεί «διορθώνεται εύκολα».
Μπιζέλια, κουκιά και βίκος ως φυτά χλωρής λίπανσης
Ερώτηση: Ποια είναι η αξία των μπιζελιών, των κουκιών και του βίκου, ως φυτών χλωρής λίπανσης;
Απάντηση:
- Ο ορισμός της χλωρής λίπανσης. «Ενσωμάτωση - παράχωμα της χλωρής ποώδους βλάστησης στο έδαφος», που «αποβλέπει στη συντήρηση ή και την επαύξηση της γονιμότητας του εδάφους και στον εφοδιασμό του με οργανική ουσία» (§4.6.2).
- Τι κερδίζει το έδαφος διπλά. Και άζωτο (από την αζωτοδέσμευση των ψυχανθών) και οργανική ουσία (από την ίδια τη φυτική μάζα που παραχώνεται).
- Το μπιζέλι. «Η καλλιέργεια του μπιζελιού για χλωρή μάζα, που ενσωματώνεται με όργωμα στο έδαφος πριν από την ωρίμανσή της (χλωρή λίπανση), αποτελεί άριστο προηγούμενο για τις επόμενες καλλιέργειες» (§4.2.6.1). Προσέξτε τον χρόνο: πριν από την ωρίμανση.
- Τα κουκιά. «Επειδή έχει δειχθεί επίσης ως ένα από τα καλύτερα φυτά χλωρής λίπανσης, αποτελεί άριστο προηγούμενο στην αμειψισπορά, κυρίως των σιτηρών» (§4.4.6.1)· και «καλλιεργούνται κυρίως για παραγωγή καρπού και σπανιότερα για χλωρή λίπανση».
- Ο βίκος. «Τέλος, χρησιμοποιείται συχνά για χλωρή λίπανση» (§4.6.2) — και είναι, κατά το βιβλίο, «το καταλληλότερο είδος για την εφαρμογή της απαραίτητης αμειψισποράς, κυρίως σε χωράφια ξηρικά τα οποία έχουν εξαντληθεί από τη συνεχή μονοκαλλιέργεια των σιτηρών».
- Το κοινό υπόβαθρο. Και τα τρία είναι αζωτολόγα: δεσμεύουν «πολύ περισσότερο [άζωτο] από όσο χρειάζονται τα ίδια», ώστε το πλεόνασμα «να αποδίδεται στο έδαφος». Τα μπιζέλια επιπλέον «δεν αφήνουν χοντρές ρίζες μέσα στο χωράφι».
- Η γενικότερη σημασία. Η ιδιότητα αυτή «συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους και εξοικονομεί δαπάνες για αζωτούχο λίπανση, ενώ … αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της βιολογικής και αειφορικής καλλιέργειας στη γεωργία».
- Και ένα τέταρτο είδος. «Επίσης, το λούπινο μπορεί να καλλιεργηθεί και για χλωρή λίπανση στα όξινα εδάφη, όπου προσαρμόζεται» (§4.9.2).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η χλωρή λίπανση ορίζεται ως «ενσωμάτωση - παράχωμα της χλωρής ποώδους βλάστησης στο έδαφος» και «αποβλέπει στη συντήρηση ή και την επαύξηση της γονιμότητας του εδάφους και στον εφοδιασμό του με οργανική ουσία». Τα τρία αυτά ψυχανθή έχουν διπλή αξία ως φυτά χλωρής λίπανσης: προσθέτουν οργανική ουσία με τη μάζα τους και άζωτο με την αζωτοδέσμευση. Ειδικότερα: η καλλιέργεια μπιζελιού για χλωρή μάζα, «που ενσωματώνεται με όργωμα στο έδαφος πριν από την ωρίμανσή της, αποτελεί άριστο προηγούμενο για τις επόμενες καλλιέργειες»· τα κουκιά «έχει δειχθεί … [ότι είναι] ένα από τα καλύτερα φυτά χλωρής λίπανσης» και «αποτελούν άριστο προηγούμενο στην αμειψισπορά, κυρίως των σιτηρών»· και ο βίκος «χρησιμοποιείται συχνά για χλωρή λίπανση», ενώ είναι το «καταλληλότερο είδος» για αμειψισπορά σε χωράφια εξαντλημένα από μονοκαλλιέργεια σιτηρών. Έτσι και τα τρία διατηρούν τη γονιμότητα, εξοικονομούν αζωτούχο λίπανση και στηρίζουν τη βιολογική και αειφορική καλλιέργεια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ο χρόνος είναι καθοριστικός: η ενσωμάτωση γίνεται πριν από την ωρίμανση, όσο η μάζα είναι χλωρή και τρυφερή.
- Ως φυτό χλωρής λίπανσης αναφέρεται και το λούπινο, ειδικά για τα όξινα εδάφη.
Ασφαλής αποθήκευση των ξερών σπόρων
Ερώτηση: Ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις της ασφαλούς αποθήκευσης των ξερών σπόρων των χειμερινών ψυχανθών ρεβιθιού, κουκιών, φακής, βίκου κ.ά.
Απάντηση:
- Πρώτη προϋπόθεση — η υγρασία. «Για την ασφαλή αποθήκευση των ρεβιθιών, είναι ανάγκη η υγρασία των σπόρων να μην ξεπερνά το 13 %.» Στα κουκιά: «ο αερισμός του, ώστε η σχετική υγρασία του να περιοριστεί γύρω στο 14 %». Για τα δέματα σανού βίκου: «εφόσον η υγρασία τους είναι κάτω από 20 %».
- Δεύτερη — η καθαρότητα. «Και να είναι αυτοί απαλλαγμένοι από ξένες ύλες» (ρεβίθια)· στα κουκιά, «πρέπει να φροντίσουμε για τον επιμελημένο καθαρισμό του, τον αερισμό του» — και μάλιστα «αμέσως μετά τη συγκομιδή».
- Τρίτη — η απολύμανση του σπόρου. «Πριν από την αποθήκευση, πρέπει να γίνει απολύμανση των σπόρων με ένα υποκαπνιστικό φωσφινούχο εντομοκτόνο, για την εξόντωση των προνυμφών του βρούχου που θα βρίσκονται μέσα στους σπόρους.»
- Τέταρτη — η απολύμανση της αποθήκης. «Καθώς και της αποθήκης με το ίδιο εντομοκτόνο.»
- Πέμπτη — οι συνθήκες του χώρου. «Η αποθήκη πρέπει να διατηρείται ξερή και δροσερή.»
- Έκτη — ο αποκλεισμός των εντόμων. «Και στα παράθυρά της να φέρει προστατευτικά πλέγματα, ώστε να είναι αδύνατη η είσοδος επιβλαβών εντόμων και κυρίως του βρούχου.» Και στη συσκευασία: «η ενσάκκιση των σπόρων σε πάνινα τσουβάλια με πυκνή ύφανση (κάμποτ) και όχι σε τσουβάλια αραιής ύφανσης, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος των ακμαίων εντόμων».
- Η γενίκευση. Στη φακή: «Ισχύουν όσα ακριβώς αναφέρθηκαν για τα ρεβίθια.» Στα κουκιά: «για την απαλλαγή του από εχθρούς που κατατρώγουν το εσωτερικό του (βλ. ρεβίθια)». Στον βίκο: «Για την αποθήκευση του καρπού (σπόρου) … ισχύουν τα ίδια με τον ξερό σπόρο των κουκιών.»
- Και μετά την αποθήκευση. «Για την εμπορία … είναι απαραίτητος ο επιμελημένος καθαρισμός από οποιοδήποτε ξένο σώμα ή μικρούς, ατροφικούς και άλλου χρωματισμού σπόρους και τέλος η εμπορικά σωστή τυποποίηση και η καλόγουστη συσκευασία.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι βασικές προϋποθέσεις είναι έξι και ισχύουν, με τη ρητή παραπομπή του βιβλίου, για όλα τα είδη: (1) χαμηλή υγρασία σπόρων — «να μην ξεπερνά το 13 %» στα ρεβίθια (και τη φακή, όπου «ισχύουν όσα ακριβώς αναφέρθηκαν για τα ρεβίθια»), «γύρω στο 14 %» στα κουκιά (και στον καρπό του βίκου)· (2) καθαρότητα — οι σπόροι «απαλλαγμένοι από ξένες ύλες», μετά από επιμελημένο καθαρισμό και αερισμό, αμέσως μετά τη συγκομιδή· (3) απολύμανση των σπόρων «με ένα υποκαπνιστικό φωσφινούχο εντομοκτόνο, για την εξόντωση των προνυμφών του βρούχου που θα βρίσκονται μέσα στους σπόρους»· (4) απολύμανση και της αποθήκης «με το ίδιο εντομοκτόνο»· (5) κατάλληλος χώρος — η αποθήκη «να διατηρείται ξερή και δροσερή»· και (6) αποκλεισμός των εντόμων — «προστατευτικά πλέγματα στα παράθυρα» και ενσάκκιση σε πάνινα τσουβάλια πυκνής ύφανσης (κάμποτ), όχι αραιής.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ο κοινός εχθρός όλων των ψυχανθών στην αποθήκη είναι ο βρούχος — γι' αυτό όλα τα μέτρα στρέφονται εναντίον του.
- ⚠️ Μην μπερδεύεις τα όρια υγρασίας: 13 % (ρεβίθια/φακή), 14 % (κουκιά/σπόρος βίκου), κάτω από 20 % (δέματα σανού βίκου).
Οι χρήσεις του λαθουριού
Ερώτηση: Ποιες είναι οι γνωστότερες χρήσεις του λαθουριού;
Απάντηση:
- Η φάβα. «Οι σπόροι του βρώσιμου λαθουριού, αποφλοιωμένοι και χοντροαλεσμένοι, χρησιμοποιούνται για την παρασκευή της γνωστής «φάβας», ύστερα από βρασμό.»
- Η «φάβα Σαντορίνης». «Οι σπόροι αυτού του είδους [του ήμερου λαθουριού] και ιδιαίτερα οι λευκού χρώματος χρησιμοποιούνται στην παρασκευή της γνωστής «φάβας Σαντορίνης»» (εικ. 4.15). Και από το ωχρό: «Και του είδους αυτού οι σπόροι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φάβας.»
- Η νωπή σαλάτα. «Επίσης, οι τρυφερές κορυφές ενός από τα βρώσιμα είδη, κόβονται και χρησιμοποιούνται για πράσινη νωπή σαλάτα» — «οι κορυφές των φυτών [του ωχρού], όταν κόβονται πριν από την άνθιση τρυφερές … οι γνωστές «παππούλες» των Κρητικών».
- Η κτηνοτροφική χρήση. «Από το κτηνοτροφικό λαθούρι, χρησιμοποιείται τόσο το χόρτο του (κυρίως γίνεται σανός), όσο και ο καρπός του, στη διατροφή ορισμένης κατηγορίας ζώων.» Το κτηνοτροφικό είδος χαρακτηρίζεται «πολύτιμο κτηνοτροφικό φυτό, καλλιεργούμενο τόσο για το χόρτο όσο και για τον καρπό του».
- Η βοσκή. Από τα 30.000 στρέμματα του λαθουριού, «8.000 για παραγωγή βρώσιμου λαθουριού, 10.000 για παραγωγή ζωοτροφών (σανού και καρπού) και 12.000 για βοσκή» — η βοσκή είναι, αριθμητικά, η μεγαλύτερη χρήση.
- ⚠️ Ο περιορισμός στον κτηνοτροφικό καρπό. Περιέχει «ένα επικίνδυνο αλκαλοειδές, τη λαθυρίνη»· πρέπει να χορηγείται «με κάποια περίσκεψη και σε μικρές ποσότητες, ιδιαίτερα στα μόνοπλα θηλαστικά», γιατί προκαλεί τη λαθυρίαση.
- Τι είναι ασφαλές. «Η περιεκτικότητα του σανού σε λαθυρίνη είναι μηδαμινή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτός άφοβα και με ασφάλεια ως ζωοτροφή», αρκεί ο θερισμός να έγινε «πριν από το πήξιμο του καρπού»· και στα βρώσιμα είδη η περιεκτικότητα «είναι τόσο μικρή που με το συνηθισμένο βρασμό εξουδετερώνεται εντελώς».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι γνωστότερες χρήσεις του λαθουριού είναι: (α) η φάβα — «οι σπόροι του βρώσιμου λαθουριού, αποφλοιωμένοι και χοντροαλεσμένοι, … για την παρασκευή της γνωστής φάβας, ύστερα από βρασμό», με τους λευκούς σπόρους του ήμερου είδους να δίνουν τη «φάβα Σαντορίνης» και τους σπόρους του ωχρού επίσης φάβα· (β) η πράσινη νωπή σαλάτα από τις τρυφερές κορυφές, κομμένες πριν από την άνθιση — «οι γνωστές παππούλες των Κρητικών»· και (γ) η κτηνοτροφική χρήση, όπου «χρησιμοποιείται τόσο το χόρτο του (κυρίως γίνεται σανός), όσο και ο καρπός του, στη διατροφή ορισμένης κατηγορίας ζώων», καθώς και η βοσκή (12.000 από τα 30.000 στρέμματα). Ο κτηνοτροφικός καρπός όμως πρέπει να δίνεται «με κάποια περίσκεψη και σε μικρές ποσότητες, ιδιαίτερα στα μόνοπλα θηλαστικά», λόγω της λαθυρίνης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το ήμερο και το ωχρό λαθούρι είναι βρώσιμα· μόνο το κτηνοτροφικό έχει επικίνδυνη περιεκτικότητα σε λαθυρίνη.
- Στο λαθούρι αξιοποιούνται και ο σπόρος και οι κορυφές — σπάνιο στα ψυχανθή του κεφαλαίου.
Τα ψυχανθή που υποκαθιστούν τη σόγια
Ερώτηση: Ποια είναι τα ψυχανθή, που ο καρπός τους μπορεί να υποκαταστήσει τον καρπό της εισαγόμενης σόγιας, για κτηνοτροφική χρήση και γιατί;
Απάντηση:
- Το κοινό κριτήριο. Η υποκατάσταση στηρίζεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη του καρπού, στην υψηλή απόδοση και στο χαμηλό κόστος της ξηρικής, μηχανοποιημένης καλλιέργειας.
- Πρώτο — τα κουκιά. «Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καλή πηγή πρωτεΐνης στην παρασκευή ζωοτροφών και να υποκαταστήσει σε σημαντικό ποσοστό άλλους εισαγόμενους, για το σκοπό αυτό, καρπούς, όπως η σόγια, συμβάλλοντας έτσι στην εξοικονόμηση τεραστίων ποσών σε συνάλλαγμα.» Γιατί: πρωτεΐνη 25-34 %, «αποδόσεις … υψηλότερες από όλα τα άλλα ετήσια ξηρικά ψυχανθή», καλλιέργεια «πλήρως μηχανοποιημένη» και χαμηλού κόστους.
- Δεύτερο — τα ρεβίθια. «Ο σπόρος μερικών ποικιλιών ρεβιθιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή, επειδή περιέχει 20-28 % πρωτεΐνη, που είναι ισάξια του μπιζελιού, ώστε να υποκαταστήσει δαπανηρές εισαγόμενες τροφές, όπως η σόγια.»
- Τρίτο — τα λούπινα. «Σε πολλές χώρες χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων, κυρίως χοίρων και πτηνών, σε αντικατάσταση άλλων ζωοτροφών και ιδιαίτερα της σόγιας.» Γιατί: «τα σπέρματά τους περιέχουν πρωτεΐνη σε υψηλό ποσοστό (28-40 %), υψηλότερο και από τα κτηνοτροφικά κουκιά», είναι «πλούσια σε ενέργεια, επειδή περιέχουν και λιπαρές ουσίες σε μεγάλα ποσοστά (5-14 %), ενώ η βιολογική τους αξία είναι καλή».
- Η επιβεβαίωση από την ΠΕΡΙΛΗΨΗ. «Μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες έχουν οι καρποί του λούπινου, μετά των κουκιών και ακολούθως των μπιζελιών, της φακής, των ρεβιθιών και του βίκου» — και η περιεκτικότητα αυτή είναι «2-3 φορές μεγαλύτερη και υψηλότερης βιολογικής αξίας από εκείνη των καρπών των σιτηρών».
- ⚠️ Ο κοινός περιορισμός. Ο καρπός των κτηνοτροφικών ψυχανθών «περιέχει κάποιες τοξικές ουσίες (αλκαλοειδή, παρεμποδιστές πρωτεϊνών κ.λπ.) και γι' αυτό υπάρχουν περιορισμοί στις ποσότητες που χορηγούνται για διατροφή των ζώων» (κτηνοτροφικό μπιζέλι), ενώ στα λούπινα οι πικρές ουσίες κάνουν τα ζώα απρόθυμα — γι' αυτό δημιουργήθηκαν οι γλυκές ποικιλίες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα ψυχανθή που το βιβλίο αναφέρει ρητά ως υποκατάστατα της εισαγόμενης σόγιας είναι τα κουκιά, τα ρεβίθια και τα λούπινα. Τα κουκιά, γιατί δίνουν καρπούς «υψηλής περιεκτικότητας (25-34 %) σε πρωτεΐνη», με «αποδόσεις … υψηλότερες από όλα τα άλλα ετήσια ξηρικά ψυχανθή», σε καλλιέργεια «πλήρως μηχανοποιημένη» και χαμηλού κόστους — «συμβάλλοντας έτσι στην εξοικονόμηση τεραστίων ποσών σε συνάλλαγμα». Τα ρεβίθια, γιατί ο σπόρος μερικών ποικιλιών «περιέχει 20-28 % πρωτεΐνη, που είναι ισάξια του μπιζελιού». Και τα λούπινα, που χρησιμοποιούνται «κυρίως χοίρων και πτηνών, σε αντικατάσταση άλλων ζωοτροφών και ιδιαίτερα της σόγιας», γιατί έχουν «πρωτεΐνη σε υψηλό ποσοστό (28-40 %), υψηλότερο και από τα κτηνοτροφικά κουκιά» και είναι πλούσια σε ενέργεια (5-14 % λιπαρές ουσίες). Η κατάταξη της ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ επιβεβαιώνει: λούπινο → κουκιά → μπιζέλια → φακή → ρεβίθια → βίκος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το βιβλίο βλέπει την υποκατάσταση και ως εθνικό οικονομικό ζήτημα: εξοικονόμηση συναλλάγματος.
- ⚠️ Η υποκατάσταση δεν είναι απεριόριστη: οι αντιθρεπτικοί παράγοντες επιβάλλουν όρια στις ποσότητες.
Οι απαιτήσεις των λούπινων
Ερώτηση: Ποιες είναι οι ιδιαίτερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις των λούπινων και υπό ποιες προϋποθέσεις αυτά θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν ευρύτερα στη χώρα μας;
Απάντηση:
- Α. Οι κλιματικές απαιτήσεις. «Γενικά τα λούπινα είναι φυτά μεγάλης διάρκειας ημέρας και έχουν απαιτήσεις σε ψύχος (εαρινοποίηση) και στη συνέχεια, κατά την άνθιση, σε δροσερές συνθήκες.» «Κατά την ανάπτυξη απαιτούν μέτριες θερμοκρασίες.»
- Πού καλλιεργούνται ανάλογα με το κλίμα. «Καλλιεργούνται ως ανοιξιάτικα στα ψυχρά εύκρατα κλίματα της Β. Ευρώπης και της Ν. Ζηλανδίας και ως χειμερινά στα υποτροπικά κλίματα … και, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες, στις ορεινές περιοχές.»
- Β. Οι εδαφικές απαιτήσεις. «Μπορούν να προσαρμοστούν στα ξηρά και φτωχά εδάφη καλύτερα από τα άλλα ψυχανθή. Προτιμούν τα αργιλλοαμμώδη ή τα ιλυοαμμώδη, βαθιά, διαπερατά, καλοστραγγιζόμενα και όξινα έως ουδέτερα εδάφη (το pH δεν πρέπει να ξεπερνάει το 6,5 - 7). Τα ελαφρά κοκκινοχώματα είναι επίσης από τα καλύτερα εδάφη.»
- Γ. Η ασβεστοφοβία. «Τα λούπινα χαρακτηρίζονται γενικά ως ασβεστόφοβα φυτά (ασβέστιο πάνω από 4 % δεν γίνεται ανεκτό από τα περισσότερα είδη λούπινου).» Εξαίρεση το λευκό, «το ανθεκτικότερο στο ασβέστιο του εδάφους (5-10 %)», ενώ το κίτρινο «δεν ανέχεται το ασβέστιο».
- Το εμπόδιο που δεν είναι περιβαλλοντικό. «Τα σπέρματα … περιέχουν και μερικές πικρές ουσίες αλκαλοειδών, που είναι υπεύθυνες για την απροθυμία που δείχνουν τα ζώα στη βρώση τους.»
- Πρώτη προϋπόθεση — οι γλυκές ποικιλίες. «Έχουν δημιουργηθεί ήδη ποικιλίες γλυκές, χωρίς ή με πολύ μικρή περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή, πρώιμες, ανθεκτικές στο ψύχος και μερικές ασθένειες.» Άρα: «στη χώρα μας θα μπορούσε να επεκταθεί η καλλιέργεια βελτιωμένων γλυκών ποικιλιών».
- Δεύτερη προϋπόθεση — η αποπίκρανση. «Ή ακόμη και πικρών, εφόσον βρεθούν απλοί, εύκολοι και ολιγοδάπανοι τρόποι αποπίκρανσής τους, για παραγωγή κυρίως του πλούσιου καρπού τους, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς στη σύγχρονη διατροφή των αγροτικών ζώων.»
- Τρίτη προϋπόθεση — τα κατάλληλα εδάφη. Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ, «τις ιδιαίτερες αυτές απαιτήσεις για την καλλιέργεια του λούπινου ικανοποιεί μικρή κατηγορία κυρίως ορεινών και ημιορεινών όξινων εδαφών της χώρας μας» — δηλαδή το γεωγραφικό περιθώριο είναι εξ ορισμού περιορισμένο.
- Και μια εναλλακτική κατεύθυνση. «Επίσης, το λούπινο μπορεί να καλλιεργηθεί και για χλωρή λίπανση στα όξινα εδάφη, όπου προσαρμόζεται.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις είναι κλιματικές και εδαφικές. Κλιματικά, «τα λούπινα είναι φυτά μεγάλης διάρκειας ημέρας και έχουν απαιτήσεις σε ψύχος (εαρινοποίηση) και στη συνέχεια, κατά την άνθιση, σε δροσερές συνθήκες», ενώ «κατά την ανάπτυξη απαιτούν μέτριες θερμοκρασίες». Εδαφικά, προσαρμόζονται «στα ξηρά και φτωχά εδάφη καλύτερα από τα άλλα ψυχανθή» και προτιμούν «τα αργιλλοαμμώδη ή τα ιλυοαμμώδη, βαθιά, διαπερατά, καλοστραγγιζόμενα και όξινα έως ουδέτερα εδάφη (το pH δεν πρέπει να ξεπερνάει το 6,5 - 7)», καθώς και «τα ελαφρά κοκκινοχώματα»· είναι ασβεστόφοβα, αφού «ασβέστιο πάνω από 4 % δεν γίνεται ανεκτό από τα περισσότερα είδη». Οι προϋποθέσεις επέκτασης είναι δύο: «θα μπορούσε να επεκταθεί η καλλιέργεια βελτιωμένων γλυκών ποικιλιών» — αυτών που έχουν «χωρίς ή με πολύ μικρή περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή» — «ή ακόμη και πικρών, εφόσον βρεθούν απλοί, εύκολοι και ολιγοδάπανοι τρόποι αποπίκρανσής τους». Και γεωγραφικά, τις απαιτήσεις αυτές «ικανοποιεί μικρή κατηγορία κυρίως ορεινών και ημιορεινών όξινων εδαφών της χώρας μας».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Το λούπινο είναι το μόνο ψυχανθές του κεφαλαίου που απαιτεί όξινα εδάφη — όλα τα άλλα προτιμούν ασβεστούχα ή ουδέτερα.
- Το φυτό «τείνει να εξαφανιστεί» στη χώρα μας, αν και παλιότερα οι εκτάσεις «έφταναν τα 50.000 στρέμματα».
Ιδιαιτερότητες περιβάλλοντος ανά είδος
Ερώτηση: Να αναφέρετε ιδιαιτερότητες συνθηκών περιβάλλοντος που απαιτεί καθένα από τα είδη χειμερινών ψυχανθών που γνωρίσατε.
Απάντηση:
-
Η συγκεντρωτική εικόνα της ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ (σελ. 245-246):
| Είδος |
Ιδιαιτερότητα κατά το βιβλίο |
| Κουκιά, βίκος |
«Έχουν τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στο οικολογικό περιβάλλον της χώρας μας και … δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις.» |
| Μπιζέλι |
«Ευδοκιμεί καλύτερα σε δροσερά περιβάλλοντα, με αρκετή εδαφική υγρασία, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας.» |
| Ρεβίθι |
«Έχει αυξημένες απαιτήσεις σε υψηλές θερμοκρασίες.» |
| Φακή, λαθούρι, ρόβη |
Το ίδιο, αλλά «παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία». |
| Λούπινο |
«Απαιτεί μεγάλη διάρκεια ημέρας, ψύχος κατά το χειμώνα (για λόγους εαρινοποίησης) και κυρίως όξινα εδάφη, χωρίς παρουσία ασβεστίου.» |
-
Μπιζέλι — η λεπτομέρεια. «Η ανάγκη δροσερού περιβάλλοντος, ιδίως κατά την περίοδο της άνθισης»· φυτρώνει στους 3-5 °C (βρώσιμο) ή 1-2 °C (κτηνοτροφικό, που αντέχει -12 έως -16 °C)· εδάφη «γόνιμα αργιλλοπηλώδη, πλούσια σε ασβέστιο … pH 5,6-7,5».
-
Ρεβίθι. «Φυτό θερμών κλιμάτων», πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία, βλάστηση 2-5 °C, νεαρά φυτά μέχρι -10 °C· εδάφη μέτριας έως βαριάς σύστασης, «αρκεί να μη νεροκρατούν», με μικρή αντοχή σε αλκαλικότητα και αλατότητα.
-
Κουκιά. Φύτρωμα 3-4 °C, νεαρά -4 έως -6 °C, ώριμα μέχρι -10 °C, χειμωνιάτικοι τύποι όχι κάτω από -15 °C· εδάφη «σχετικά βαριά πηλώδη ασβεστούχα», pH 6,8-7,2, με πολύ καλή αποστράγγιση· ομαλή κατανομή βροχών από το φθινόπωρο ως την άνοιξη.
-
Φακή. «Από τα πιο απαιτητικά σε θερμοκρασία και τα πιο ανθεκτικά στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία»· φύτρωμα 3-6 °C, αντοχή μέχρι -11 °C· κρίσιμοι μήνες Απρίλιος - Μάιος· εδάφη ελαφράς έως μέτριας σύστασης, πλούσια σε ασβέστιο, χωρίς αλατότητα.
-
Βίκος. «Από όλα τα χειμερινά ψυχανθή … την καλύτερη προσαρμοστικότητα και αποδοτικότητα στη χώρα μας»· βλάστηση 2-5 °C, αντοχή μέχρι -10 °C, καταστροφή στους -17 °C· τουλάχιστον 450 χιλιοστά βροχής· μικρές εδαφικές απαιτήσεις, με αντοχή στην οξύτητα.
-
Λαθούρι. «Μεγάλη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία» — «σε χρονιές μεγάλης ξηρασίας ξεπερνά σε απόδοση τόσο τον βίκο, όσο και το μπιζέλι και τη φακή»· ⚠️ «δεν αντέχει στην υπερβολική υγρασία» και στην άνθιση -1 έως -3 °C προκαλούν σημαντικές ζημιές.
-
Ρόβη. «Μεγάλη αντοχή στην ξηρασία και ελάχιστες απαιτήσεις σε έδαφος»· προτιμά «ασβεστούχα, ελαφρά, μέτριας γονιμότητας»· «ίδιες απαιτήσεις σε θερμοκρασία με τα μπιζέλια, αλλά μικρότερες σε υγρασία και γονιμότητα» — γι' αυτό είναι κατάλληλη «για τις ψυχρές ορεινές άγονες και ξηρές περιοχές … όπου ο βίκος και το μπιζέλι δεν αποδίδουν».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ του κεφαλαίου: τα κουκιά και ο βίκος «έχουν τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στο οικολογικό περιβάλλον της χώρας μας και … δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις» — ο βίκος μάλιστα έχει «την καλύτερη προσαρμοστικότητα και αποδοτικότητα», αρκεί να έχει τουλάχιστον 450 χιλιοστά βροχής με ομαλή κατανομή. Το μπιζέλι «ευδοκιμεί καλύτερα σε δροσερά περιβάλλοντα, με αρκετή εδαφική υγρασία, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας». Το ρεβίθι «έχει αυξημένες απαιτήσεις σε υψηλές θερμοκρασίες», είναι φυτό θερμών κλιμάτων και δεν αντέχει τη νεροκράτηση. Η φακή, το λαθούρι και η ρόβη έχουν κι αυτά αυξημένες θερμικές απαιτήσεις, αλλά «παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία» — το λαθούρι μάλιστα «σε χρονιές μεγάλης ξηρασίας ξεπερνά σε απόδοση τόσο τον βίκο, όσο και το μπιζέλι και τη φακή», ενώ η ρόβη είναι κατάλληλη «για τις ψυχρές ορεινές άγονες και ξηρές περιοχές … όπου ο βίκος και το μπιζέλι δεν αποδίδουν». Τέλος, το λούπινο «απαιτεί μεγάλη διάρκεια ημέρας, ψύχος κατά το χειμώνα (για λόγους εαρινοποίησης) και κυρίως όξινα εδάφη, χωρίς παρουσία ασβεστίου», απαιτήσεις που ικανοποιεί «μικρή κατηγορία κυρίως ορεινών και ημιορεινών όξινων εδαφών».
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Οι δύο ακραίες περιπτώσεις είναι το λούπινο (μόνο όξινα, χωρίς ασβέστιο) και τα κουκιά/βίκος (χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις).
- ⚠️ Το λαθούρι αντέχει την ξηρασία αλλά όχι τους ανοιξιάτικους παγετούς στην άνθιση (-1 έως -3 °C).