Αναλυτικές απαντήσεις στις 20 ερωτήσεις της σελ. 407 του βιβλίου «Φυτά Μεγάλης Καλλιέργειας» Γ΄ ΕΠΑΛ.
Ερώτηση: Σε ποιες χώρες κυρίως καλλιεργείται το λινάρι;
Απάντηση:
Η βασική διάκριση (σελ. 387). «Το λινάρι καλλιεργείται για τις ίνες και το σπόρο του.» Επειδή οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές — δροσερά κλίματα για τις ίνες, θερμότερα για τον σπόρο — το βιβλίο δίνει δύο ξεχωριστούς καταλόγους χωρών.
Για τις ίνες (σελ. 387-388). «Για τις ίνες του καλλιεργείται στη Ρωσία, την Πολωνία, την Τσεχία και Σλοβακία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ολλανδία και η καλλιέργειά του παγκόσμια καταλαμβάνει κάθε χρόνο έκταση περίπου 8 εκατομμύρια στρέμματα.» «Τα τελευταία χρόνια το λινάρι, για την παραγωγή ινών, έχει αρχίσει να καλλιεργείται σε αξιοσημείωτες εκτάσεις στη Γερμανία και κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία.»
Για τον σπόρο (σελ. 388). «Για το σπόρο του καλλιεργείται στη Ρωσία, την Ινδία, τις Η.Π.Α., την Ουρουγουάη, τον Καναδά, την Αργεντινή, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.»
| Σκοπός | Χώρες |
|---|---|
| Ίνες | Ρωσία, Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία (+ Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Ισπανία τα τελευταία χρόνια) |
| Σπόρος | Ρωσία, Ινδία, Η.Π.Α., Ουρουγουάη, Καναδάς, Αργεντινή, Γερμανία, Ην. Βασίλειο |
Μόνη χώρα και στους δύο καταλόγους: η Ρωσία (και, με την πρόσφατη επέκταση, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο).
Εμπόριο και ποιότητα (σελ. 388). «Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει κάθε χρόνο περίπου 500.000 τόνους λιναριού, με κύρια προμηθεύτρια χώρα τον Καναδά.» «Οι ίνες του λιναριού, με την καλύτερη ποιότητα, προέρχονται από το Βέλγιο, τη βόρεια Γαλλία και την Ολλανδία.»
Δύο ακόμη στοιχεία που ζητούνται συχνά. (α) «Το 1/3 περίπου της παγκόσμιας παραγωγής σπόρων λιναριού προέρχεται από τις εκτάσεις που καλλιεργούνται για παραγωγή ινών» — δηλαδή οι ινοπαραγωγικές καλλιέργειες δίνουν και σημαντική ποσότητα σπόρου. (β) «Στην Ελλάδα σήμερα το λινάρι δεν καλλιεργείται.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Για ίνες: Ρωσία, Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία — και τα τελευταία χρόνια Γερμανία, κυρίως Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία· παγκόσμια έκταση περίπου 8 εκατομμύρια στρέμματα. Για σπόρο: Ρωσία, Ινδία, Η.Π.Α., Ουρουγουάη, Καναδάς, Αργεντινή, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ε.Ε. εισάγει περίπου 500.000 τόνους κάθε χρόνο, με κύρια προμηθεύτρια χώρα τον Καναδά, ενώ οι καλύτερης ποιότητας ίνες έρχονται από το Βέλγιο, τη βόρεια Γαλλία και την Ολλανδία. Στην Ελλάδα το λινάρι σήμερα δεν καλλιεργείται.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να αναφερθείτε σε τομείς στους οποίους βρίσκουν εφαρμογές οι ίνες του λιναριού.
Απάντηση:
Ο κύριος τομέας — κλωστοϋφαντουργία (σελ. 388). «Οι ίνες του λιναριού χρησιμοποιούνται κυρίως για την παρασκευή νημάτων και σπάγγων. Με το νήμα παρασκευάζονται πετσέτες, ρούχα, μαντήλια και διάφορα άλλα υφάσματα.»
Οι κοντές ίνες και η βιομάζα (σελ. 388). «Οι κοντές ίνες, που είναι κατώτερης ποιότητας, και γενικότερα η βιομάζα του φυτού χρησιμοποιείται στη βιομηχανία χαρτιού, για παραγέμισμα καναπέδων και ως υλικό συσκευασίας.»
Τεχνικές εφαρμογές (σελ. 388). «Οι ίνες του λιναριού χρησιμοποιούνται ακόμα για την κατασκευή σχοινιών ρυμούλκησης, μονωτικών υλικών και μικρών χαλιών.»
Χαρτιά υψηλής ποιότητας (σελ. 388). «Η βιομάζα του φυτού χρησιμοποιείται επίσης, για να παρασκευαστεί χαρτί περιτυλίγματος για τσιγάρα, χαρτί για παπύρους, χαρτί για νομίσματα και για άλλα χαρτιά υψηλής ποιότητας. Παλαιότερα, τέτοια είδη χαρτιών φτιάχνονταν μόνο από λινάρι.»
Συγκεντρωτικός πίνακας:
| Τομέας | Προϊόντα |
|---|---|
| Κλωστοϋφαντουργία | νήματα, πετσέτες, ρούχα, μαντήλια, υφάσματα |
| Σχοινοποιία | σπάγγοι, σχοινιά ρυμούλκησης |
| Χαρτοβιομηχανία | χαρτί για τσιγάρα, για παπύρους, για νομίσματα, άλλα χαρτιά υψηλής ποιότητας |
| Επιπλοποιία / συσκευασία | παραγέμισμα καναπέδων, υλικό συσκευασίας |
| Δόμηση / διακόσμηση | μονωτικά υλικά, μικρά χαλιά |
Η μεταποιητική βάση (σελ. 389). «Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα στελέχη του λιναριού μεταποιούνται σε ίνες σε 150 βιομηχανίες που βρίσκονται στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Δανία.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ίνες του λιναριού πηγαίνουν κυρίως σε νήματα και σπάγγους, και από το νήμα παράγονται πετσέτες, ρούχα, μαντήλια και άλλα υφάσματα. Οι κοντές ίνες και η βιομάζα πηγαίνουν στη βιομηχανία χαρτιού, στο παραγέμισμα καναπέδων και ως υλικό συσκευασίας, ενώ οι ίνες χρησιμοποιούνται και για σχοινιά ρυμούλκησης, μονωτικά υλικά και μικρά χαλιά. Από τη βιομάζα παρασκευάζονται ακόμη χαρτί περιτυλίγματος για τσιγάρα, χαρτί για παπύρους, χαρτί για νομίσματα και άλλα χαρτιά υψηλής ποιότητας — που παλαιότερα φτιάχνονταν μόνο από λινάρι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται το λινέλαιο;
Απάντηση:
Από πού προέρχεται (σελ. 389). «Το λινέλαιο που εξάγεται από το σπόρο…» Η πρώτη ύλη είναι δηλαδή ο σπόρος του λιναριού, του οποίου «η περιεκτικότητα … σε λάδι είναι 32-44%» στις καλλιεργούμενες ποικιλίες.
Οι δύο μεγάλες κατηγορίες χρήσης (σελ. 389). «χρησιμοποιείται για τη διατροφή του ανθρώπου, αλλά κυρίως ως βιομηχανικό προϊόν». Η έμφαση του βιβλίου είναι σαφής: η βιομηχανική χρήση είναι η κύρια.
Οι βιομηχανικές χρήσεις αναλυτικά (σελ. 389):
| Τομέας | Προϊόν |
|---|---|
| Χρωστικά / βαφές | χρώματα, βερνίκια |
| Σαπωνοποιία | σαπούνια |
| Τυπογραφία | τυπογραφική μελάνη |
| Φαρμακευτική βιομηχανία | παυσίπονα |
Το υποπροϊόν (σελ. 389). «Η πίτα που απομένει, μετά την εξαγωγή του λαδιού, χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων.» Δηλαδή τίποτα δεν πάει χαμένο: λάδι → βιομηχανία και άνθρωπος, πίτα → ζωοτροφή.
Η οικονομική σημασία του λαδιού. Η ίδια η επιλογή ποικιλίας κρίνεται εν μέρει από το λάδι: μεταξύ των «κυριότερων χαρακτηριστικών που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή των ποικιλιών» είναι «η περιεκτικότητα σε λάδι και η ποιότητα του λαδιού» (σελ. 395). Γι' αυτό και η όψιμη συγκομιδή τιμωρείται διπλά: «προκαλεί αλλαγές στη χημική σύνθεση του λαδιού και υποβαθμίζει την ποιότητα και την αξία του» (σελ. 394).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το λινέλαιο εξάγεται από τον σπόρο (περιεκτικότητα 32-44%) και χρησιμοποιείται για τη διατροφή του ανθρώπου, αλλά κυρίως ως βιομηχανικό προϊόν: για την παρασκευή χρωμάτων, βερνικιών, σαπουνιών, τυπογραφικής μελάνης και στη φαρμακευτική βιομηχανία (παυσίπονα). Η πίτα που απομένει μετά την εξαγωγή του λαδιού πηγαίνει στη διατροφή των ζώων.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Έχει σχέση το χρώμα των ανθέων του λιναριού με την ποιότητα των ινών του και με την απόδοση σε σπόρο;
Απάντηση:
Η απάντηση του βιβλίου είναι καταφατική (σελ. 395). «Οι ποικιλίες με μπλε άνθη δίνουν ίνες καλύτερης ποιότητας από τις ποικιλίες με άσπρα άνθη, ενώ οι τελευταίες παράγουν περισσότερο σπόρο.»
Σε πίνακα:
| Χρώμα άνθους | Ποιότητα ινών | Απόδοση σε σπόρο |
|---|---|---|
| Μπλε | καλύτερη | μικρότερη |
| Άσπρο | κατώτερη | μεγαλύτερη |
Γιατί δεν είναι σύμπτωση. Το χρώμα λειτουργεί ως εύκολο μορφολογικό γνώρισμα που συμβαδίζει με τη γενετική ομάδα της ποικιλίας. Το βιβλίο έχει ήδη χωρίσει τις ποικιλίες σε ινοπαραγωγικές («υψηλόσωμες, ύψους 1,00-1,20 μέτρων, με μακριές ίνες και μικρό μέγεθος σπόρων») και σποροπαραγωγικές («χαμηλόσωμες, ύψους 0,30-0,80 μέτρων, με κοντές ίνες και μεγάλους σπόρους») — και το χρώμα του άνθους δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.
Πού φαίνεται στο βιβλίο. Η εικόνα 8.1 (σελ. 391) έχει τίτλο «Ποικιλίες λιναριού με μπλε και άσπρα άνθη», δηλαδή το βιβλίο θεωρεί τη διάκριση αρκετά σημαντική ώστε να τη δείξει και με φωτογραφία.
Προσοχή στο εύρος των χρωμάτων (σελ. 390). Τα πέταλα του λιναριού μπορεί να είναι «μπλε, κυανόχροα, άσπρα ή ωχρορόδινα». Η σύγκριση της σελ. 395 γίνεται μόνο ανάμεσα στα μπλε και τα άσπρα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ναι, έχει σχέση και με τα δύο. Οι ποικιλίες με μπλε άνθη δίνουν ίνες καλύτερης ποιότητας, ενώ οι ποικιλίες με άσπρα άνθη παράγουν περισσότερο σπόρο. Το χρώμα του άνθους λειτουργεί έτσι ως πρακτικό γνώρισμα αναγνώρισης: μπλε → ινοπαραγωγική κατεύθυνση, άσπρο → σποροπαραγωγική κατεύθυνση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για το βιολογικό κύκλο του λιναριού;
Απάντηση:
Τα στάδια (σελ. 390). «Ο βιολογικός κύκλος του φυτού περιλαμβάνει διαδοχικά τα στάδια του φυτρώματος, της βλαστικής ανάπτυξης, της άνθισης και της ωρίμανσης.»
Το είδος της άνθισης. «Η άνθιση είναι ακαθόριστη και συνεχίζεται σ' όλη τη διάρκεια της ανάπτυξης του φυτού.» Αυτό εξηγεί γιατί κατά τη συγκομιδή για ίνες μόνο το 1/3-1/2 των καψών είναι ώριμες (σελ. 394): στο ίδιο φυτό συνυπάρχουν κάψες διαφορετικής ηλικίας.
Η εξάρτηση από τον σκοπό της καλλιέργειας. «Όταν το λινάρι καλλιεργείται για την παραγωγή ινών, ο βιολογικός του κύκλος είναι μικρότερος, ενώ, όταν καλλιεργείται για παραγωγή σπόρου, ο βιολογικός κύκλος είναι μεγαλύτερος.»
Η διάρκεια σε ανοιξιάτικη σπορά:
| Στάδιο | Ημέρες |
|---|---|
| Βλαστική ανάπτυξη | 45-60 |
| Άνθιση | 15-25 |
| Ωρίμανση (γέμισμα του σπόρου) | 30-40 |
«Η διάρκεια ενός τυπικού βιολογικού κύκλου στο λινάρι της ανοιξιάτικης σποράς» είναι επομένως συνολικά περίπου 90-125 ημέρες μετά το φύτρωμα.
Η φθινοπωρινή σπορά. «Σε καλλιέργεια λιναριού φθινοπωρινής σποράς ο βιολογικός κύκλος (και ιδιαίτερα το στάδιο της βλαστικής ανάπτυξης) είναι μεγαλύτερος.» Αυτό είναι αναμενόμενο: το φυτό περνά τον χειμώνα σε βλαστική κατάσταση, με χαμηλές θερμοκρασίες που επιβραδύνουν την ανάπτυξη. Υπενθυμίζεται ότι «στη χώρα μας το φυτό είναι φθινοπωρινής σποράς» (σελ. 392).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο βιολογικός κύκλος του λιναριού περιλαμβάνει διαδοχικά φύτρωμα → βλαστική ανάπτυξη → άνθιση → ωρίμανση. Η άνθιση είναι ακαθόριστη και συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ανάπτυξης. Είναι μικρότερος όταν η καλλιέργεια γίνεται για ίνες και μεγαλύτερος όταν γίνεται για σπόρο. Σε ανοιξιάτικη σπορά ο τυπικός κύκλος είναι 45-60 ημέρες βλαστική ανάπτυξη, 15-25 ημέρες άνθιση και 30-40 ημέρες ωρίμανση, ενώ στη φθινοπωρινή σπορά ο κύκλος — και ιδιαίτερα η βλαστική ανάπτυξη — είναι μεγαλύτερος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα καλύτερα κλίματα για την καλλιέργεια του λιναριού και γιατί;
Απάντηση:
Η γενική αρχή (σελ. 391). «Το φυτό απαιτεί δροσερά κλίματα.»
Το «γιατί» — η αρνητική επίδραση της ζέστης. «Ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες (πάνω από 32 °C) μειώνουν την απόδοση, το μέγεθος των ινών, την περιεκτικότητα και την ποιότητα του λαδιού.» Δηλαδή η ζέστη πλήττει και τα δύο προϊόντα του φυτού: ίνα και λάδι.
Το κλίμα εξαρτάται από τον σκοπό της καλλιέργειας:
| Σκοπός | Κλίμα | Αιτιολογία του βιβλίου |
|---|---|---|
| Ίνες | βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες, «που έχουν άνοιξη υγρή και δροσερή» | «χρειάζεται επαρκής υγρασία για την ανάπτυξη και ξηρός καιρός για τη συγκομιδή και την ξήρανση των στελεχών» |
| Σπόρος | θερμότερα κλίματα | «Η καλλιέργεια για παραγωγή σπόρου ευνοείται στα θερμότερα κλίματα.» |
Η δεύτερη αιτιολογία — γιατί υγρασία στην ανάπτυξη και ξηρασία στη συγκομιδή. Η υγρή και δροσερή άνοιξη επιμηκύνει τη βλαστική ανάπτυξη, που είναι ακριβώς η φάση όπου σχηματίζεται το μακρύ, μονοστέλεχο φυτό από το οποίο θα βγουν οι μακριές ίνες. Ο ξηρός καιρός στη συγκομιδή είναι απαραίτητος, γιατί τα στελέχη πρέπει να ξηρανθούν πριν και μετά την απόβρεξη — διαφορετικά «οι ίνες αρχίζουν να σαπίζουν» (σελ. 394).
Επιβεβαίωση από τη γεωγραφία. Οι χώρες με τις καλύτερης ποιότητας ίνες — «το Βέλγιο, η βόρεια Γαλλία και η Ολλανδία» (σελ. 388) — είναι ακριβώς περιοχές με δροσερή, υγρή άνοιξη, ενώ οι μεγάλες σποροπαραγωγικές χώρες (Ινδία, Αργεντινή, Η.Π.Α.) είναι θερμότερες.
Και η ΠΕΡΙΛΗΨΗ το επαναλαμβάνει (σελ. 406): «Το λινάρι προσαρμόζεται σε περιοχές με άνοιξη υγρή και δροσερή, όταν καλλιεργείται για παραγωγή ινών και σε θερμότερες περιοχές, όταν καλλιεργείται για παραγωγή σπόρου.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα καλύτερα κλίματα είναι τα δροσερά. Για παραγωγή ινών η καλλιέργεια ευνοείται στις βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες, που έχουν άνοιξη υγρή και δροσερή, γιατί χρειάζεται επαρκής υγρασία για την ανάπτυξη και ξηρός καιρός για τη συγκομιδή και την ξήρανση των στελεχών. Για παραγωγή σπόρου ευνοείται στα θερμότερα κλίματα. Αντίθετα, η ξηρασία και οι θερμοκρασίες πάνω από 32 °C μειώνουν την απόδοση, το μέγεθος των ινών, την περιεκτικότητα και την ποιότητα του λαδιού.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Είναι απαραίτητη η ένταξη του λιναριού σε σύστημα αμειψισποράς; Αν ναι γιατί;
Απάντηση:
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι, και το βιβλίο δίνει δύο λόγους (σελ. 392).
Πρώτος λόγος — εξάντληση του εδάφους. «Είναι φυτό που εξαντλεί το έδαφος.» Συνεπώς δεν μπορεί να καλλιεργείται συνεχώς στο ίδιο χωράφι χωρίς να ανακτηθεί η γονιμότητα.
Δεύτερος λόγος — ασθένειες. «Εξαιτίας της ευπάθειάς του σε διάφορες ασθένειες, δεν πρέπει να επανέρχεται στο ίδιο χωράφι πριν περάσουν 5 χρόνια.» Ο κανόνας των 5 ετών είναι το πιο συγκεκριμένο στοιχείο της απάντησης. Οι ασθένειες αυτές είναι, σύμφωνα με τη σελ. 395, «οι αδρομυκώσεις, οι σκωριάσεις και η ανθράκωση», δηλαδή κατεξοχήν εδαφογενή ή διαχειμάζοντα παθογόνα, που ευνοούνται από τη μονοκαλλιέργεια.
Ποια είναι η σωστή θέση στην αμειψισπορά. «Στο σύστημα της αμειψισποράς πρέπει να εντάσσεται μετά από ένα σκαλιστικό φυτό (αραβόσιτος, βαμβάκι κ.ά.) και καλύτερα μετά από ψυχανθές σκαλιστικό (σόγια, αραχίδα, φασόλια κ.ά.).»
| Προηγούμενη καλλιέργεια | Αξιολόγηση |
|---|---|
| Ψυχανθές σκαλιστικό (σόγια, αραχίδα, φασόλια) | άριστη |
| Σκαλιστικό (αραβόσιτος, βαμβάκι) | καλή |
| Λινάρι σε διάστημα < 5 ετών | απαγορεύεται |
Γιατί ειδικά μετά από σκαλιστικό. Η τρίτη —υπόρρητη— αιτία είναι τα ζιζάνια: «Στην καλλιέργεια του λιναριού πρέπει να αποφεύγονται τα χωράφια που έχουν πολλά ζιζάνια, γιατί το φυτό είναι ζιζανιόφοβο» (σελ. 392), και «σε χωράφι που έχει πολλά ζιζάνια οι αποδόσεις του φυτού μειώνονται κατά 40-70%» (σελ. 393). Το σκαλιστικό φυτό αφήνει το χωράφι καθαρό· το ψυχανθές σκαλιστικό αφήνει επιπλέον και άζωτο, αντισταθμίζοντας την εξάντληση.
Εναλλακτικά — συγκαλλιέργεια. Το λινάρι δεν χρειάζεται μόνο αμειψισπορά· «μπορεί να συγκαλλιεργείται θαυμάσια με χειμωνιάτικα σιτηρά και ψυχανθή» (σελ. 392, βλ. ερώτηση 8).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ναι, είναι απαραίτητη. Πρώτον, γιατί το λινάρι είναι «φυτό που εξαντλεί το έδαφος»· δεύτερον, γιατί «εξαιτίας της ευπάθειάς του σε διάφορες ασθένειες δεν πρέπει να επανέρχεται στο ίδιο χωράφι πριν περάσουν 5 χρόνια». Στο σύστημα της αμειψισποράς πρέπει να μπαίνει μετά από σκαλιστικό φυτό (αραβόσιτος, βαμβάκι) και καλύτερα μετά από ψυχανθές σκαλιστικό (σόγια, αραχίδα, φασόλια), που αφήνει το χωράφι καθαρό από ζιζάνια — κρίσιμο, αφού το λινάρι είναι ζιζανιόφοβο και σε χωράφι με πολλά ζιζάνια οι αποδόσεις του μειώνονται κατά 40-70%.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Γιατί το λινάρι μπορεί να συγκαλλιεργείται με χειμωνιάτικα σιτηρά ή ψυχανθή;
Απάντηση:
Η διατύπωση του βιβλίου (σελ. 392). «Το λινάρι μπορεί να συγκαλλιεργείται θαυμάσια με χειμωνιάτικα σιτηρά και ψυχανθή, εξαιτίας των παρακάτω χαρακτηριστικών του…» — και ακολουθούν τρία χαρακτηριστικά, αριθμημένα i), ii), iii).
i) Η αρχιτεκτονική του φυτού. «έχει περιορισμένη φυλλική επιφάνεια και μικρό όγκο που επιτρέπουν στο φως να φτάνει και στα κατώτερα στρώματα της φυτείας». Δηλαδή το λινάρι δεν σκιάζει το συγκαλλιεργούμενο φυτό — κρίσιμο, όταν δύο καλλιέργειες μοιράζονται τον ίδιο χώρο.
ii) Ο χρόνος. «ωριμάζει γρήγορα». Ελευθερώνει νωρίς τον χώρο και τους πόρους, ώστε η χρονική επικάλυψη των δύο καλλιεργειών να είναι μικρή.
iii) Το ριζικό σύστημα. «το ριζικό του σύστημα δεν είναι εκτεταμένο και έτσι δεν υπάρχει έντονος ανταγωνισμός με το συγκαλλιεργούμενο φυτό για την υγρασία του εδάφους». Το βιβλίο το είχε ήδη πει στην περιγραφή: το ριζικό σύστημα «είναι φτωχής δικτύωσης» (σελ. 389) και «όχι καλά δικτυωμένο» (σελ. 392).
Σε πίνακα:
| # | Χαρακτηριστικό | Ο ανταγωνισμός που αποφεύγεται |
|---|---|---|
| i | περιορισμένη φυλλική επιφάνεια και μικρός όγκος | για το φως |
| ii | γρήγορη ωρίμανση | στον χρόνο |
| iii | μη εκτεταμένο ριζικό σύστημα | για την υγρασία του εδάφους |
Δηλαδή το λινάρι δεν ανταγωνίζεται σοβαρά σε κανέναν από τους τρεις βασικούς πόρους μιας καλλιέργειας.
Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά που το κάνουν καλό συγκαλλιεργούμενο το κάνουν κακό ανταγωνιστή των ζιζανίων: «Το λινάρι είναι φυτό που δεν ανταγωνίζεται με επιτυχία τα ζιζάνια» (σελ. 393), γι' αυτό και χαρακτηρίζεται ζιζανιόφοβο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Επειδή έχει τρία χαρακτηριστικά που το κάνουν ασθενή ανταγωνιστή: i) «έχει περιορισμένη φυλλική επιφάνεια και μικρό όγκο που επιτρέπουν στο φως να φτάνει και στα κατώτερα στρώματα της φυτείας», ii) «ωριμάζει γρήγορα» και iii) «το ριζικό του σύστημα δεν είναι εκτεταμένο και έτσι δεν υπάρχει έντονος ανταγωνισμός με το συγκαλλιεργούμενο φυτό για την υγρασία του εδάφους». Έτσι δεν ανταγωνίζεται το σιτηρό ή το ψυχανθές ούτε για φως, ούτε για χρόνο, ούτε για νερό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε σπέρνεται το λινάρι στη χώρα μας και σε τι αποστάσεις;
Απάντηση:
Η εποχή (σελ. 392). «Σπέρνεται και το φθινόπωρο και την άνοιξη. Το φθινόπωρο σπέρνεται σε περιοχές με ήπιους χειμώνες. Στη χώρα μας το φυτό είναι φθινοπωρινής σποράς.» Δηλαδή, επειδή η Ελλάδα έχει ήπιους χειμώνες, η σπορά γίνεται το φθινόπωρο.
Πρώιμη ή όψιμη φθινοπωρινή σπορά; «Έχει βρεθεί ότι η πρώιμη φθινοπωρινή σπορά, την ίδια εποχή με τη βρώμη, δίνει υψηλές αποδόσεις. Τα νεαρά φυτά του λιναριού αντέχουν σε μέτριους παγετούς. Πάντως, η όψιμη φθινοπωρινή σπορά στο λινάρι δεν μειώνει, στον ίδιο βαθμό, τις αποδόσεις, όπως στα χειμωνιάτικα σιτηρά.»
Οι αποστάσεις (σελ. 393) — εξαρτώνται από τον σκοπό της καλλιέργειας:
| Σκοπός | Αποστάσεις γραμμών | Ποσότητα σπόρου |
|---|---|---|
| Παραγωγή σπόρου | 20-40 εκατοστά | 3 κιλά/στρέμμα |
| Παραγωγή ινών | 10-18 εκατοστά | 5 κιλά/στρέμμα |
«Η σπορά γίνεται σε γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 20-40 εκατοστά, εάν η καλλιέργεια προορίζεται για την παραγωγή σπόρου και 10-18 εκατοστά, εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών.»
Γιατί πυκνότερα για τις ίνες. «Η πυκνή σπορά στην περίπτωση της παραγωγής ινών επιβάλλεται, για να δημιουργηθούν μονοστέλεχα φυτά» — ένα ψηλό, αδιακλάδωτο στέλεχος δίνει μακριές, ομοιόμορφες ίνες. Όμως «πρέπει να αποφεύγεται η πολύ πυκνή σπορά, γιατί αποτελεί αιτία δημιουργίας πλαγιασμάτων».
Τα υπόλοιπα στοιχεία της σποράς (σελ. 393). «Πριν από τη σπορά ο σπόρος πρέπει να απολυμαίνεται.» «Η σπορά μπορεί να γίνει με τις σπαρτικές μηχανές του σιταριού, αφού γίνουν οι κατάλληλες και αναγκαίες μετατροπές.» «Το συνηθισμένο βάθος σποράς είναι 25 χιλιοστά.» Και: «Πολλές φορές, σε περίπτωση έλλειψης υγρασίας, αμέσως μετά τη σπορά είναι απαραίτητο ένα κυλίνδρισμα του εδάφους, για την καλή πρόσφυση του σπόρου με το έδαφος.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στη χώρα μας το λινάρι είναι φθινοπωρινής σποράς, γιατί η φθινοπωρινή σπορά γίνεται σε περιοχές με ήπιους χειμώνες· η πρώιμη φθινοπωρινή σπορά, την ίδια εποχή με τη βρώμη, δίνει υψηλές αποδόσεις. Η σπορά είναι γραμμική: 20-40 εκατοστά μεταξύ των γραμμών για παραγωγή σπόρου (με 3 κιλά σπόρου στο στρέμμα) και 10-18 εκατοστά για παραγωγή ινών (με 5 κιλά στο στρέμμα), ώστε η πυκνή σπορά να δώσει μονοστέλεχα φυτά. Το βάθος σποράς είναι 25 χιλιοστά.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς γίνεται η καταπολέμηση των ζιζανίων στο λινάρι;
Απάντηση:
Γιατί το θέμα είναι κρίσιμο (σελ. 393). «Το λινάρι είναι φυτό που δεν ανταγωνίζεται με επιτυχία τα ζιζάνια. Σε χωράφι που έχει πολλά ζιζάνια οι αποδόσεις του φυτού μειώνονται κατά 40-70%, αφού τα ζιζάνια δημιουργούν στο λινάρι μεγαλύτερο πρόβλημα από ότι στα χειμωνιάτικα σιτηρά.»
Ο τρόπος καταπολέμησης (σελ. 393). «Η καταπολέμηση των ζιζανίων γίνεται με την καλή προετοιμασία του εδάφους και με τη χρησιμοποίηση μεταφυτρωτικών κυρίως ζιζανιοκτόνων (ορμονικά ζιζανιοκτόνα).»
| Μέτρο | Τι περιλαμβάνει |
|---|---|
| Καλλιεργητικό | καλή προετοιμασία του εδάφους |
| Χημικό | μεταφυτρωτικά κυρίως ζιζανιοκτόνα, και συγκεκριμένα ορμονικά |
Τι σημαίνει «καλή προετοιμασία» (σελ. 392). «Η προετοιμασία του αγρού πρέπει να αποβλέπει στο σχηματισμό ψιλοχωματισμένης σποροκλίνης, απαλλαγμένης από ζιζάνια, επειδή ο σπόρος είναι μικρός και το φυτό δεν ανταγωνίζεται με επιτυχία τα ζιζάνια. Αυτό επιτυγχάνεται με 1 ή 2 οργώματα και 1 ή 2 σβαρνίσματα τις παραμονές της σποράς.»
Το προληπτικό μέτρο — η επιλογή του χωραφιού (σελ. 392). «Στην καλλιέργεια του λιναριού πρέπει να αποφεύγονται τα χωράφια που έχουν πολλά ζιζάνια, γιατί το φυτό είναι ζιζανιόφοβο.» Το ίδιο υπηρετεί και η αμειψισπορά: το λινάρι μπαίνει «μετά από ένα σκαλιστικό φυτό» ή, καλύτερα, «μετά από ψυχανθές σκαλιστικό» — καλλιέργειες που αφήνουν το χωράφι καθαρό.
Η αντίθεση με το καννάβι. Το καννάβι «δεν έχει ανάγκη μηχανικής ή χημικής καταπολέμησης των ζιζανίων, αφού τα ανταγωνίζεται με απίστευτη επιτυχία» (σελ. 401) και είναι «φυτό αποπνικτικό των ζιζανίων» (σελ. 400). Το λινάρι είναι ακριβώς το αντίθετο: ζιζανιόφοβο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η καταπολέμηση γίνεται με δύο τρόπους: (α) με την καλή προετοιμασία του εδάφους, δηλαδή ψιλοχωματισμένη σποροκλίνη απαλλαγμένη από ζιζάνια, με 1 ή 2 οργώματα και 1 ή 2 σβαρνίσματα τις παραμονές της σποράς, και (β) με τη χρησιμοποίηση μεταφυτρωτικών κυρίως ζιζανιοκτόνων (ορμονικών). Προληπτικά, πρέπει να αποφεύγονται τα χωράφια με πολλά ζιζάνια, γιατί το λινάρι είναι ζιζανιόφοβο και σε τέτοια χωράφια οι αποδόσεις μειώνονται κατά 40-70%.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε και με ποιο τρόπο γίνεται η συγκομιδή στο λινάρι: ι) όταν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών; και ιι) όταν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή σπόρου;
Απάντηση:
ι) Για παραγωγή ινών — πότε (σελ. 394). «Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών, η συγκομιδή γίνεται όταν το 1/3-1/2 των καψών είναι ώριμες. Τα στελέχη του λιναριού είναι, τότε, συνήθως κίτρινα, τα κάτω φύλλα έχουν πέσει και ο σπόρος είναι στο στάδιο του γάλακτος.»
ι) Για παραγωγή ινών — πώς και πόσο. «Η συγκομιδή των στελεχών γίνεται με μηχανές (χορτοκοπτικές και αυτοδετικές) ή με το χέρι (εκκρίζωση) και το προϊόν συνήθως συγκομίζεται σε δεμάτια ή μπάλες διαφόρων σχημάτων. Οι αποδόσεις είναι πάνω από 500 κιλά ξερά στελέχη στο στρέμμα (πάνω από 50 κιλά ίνες) και πάνω από 50 κιλά σπόρος.»
Ο χρόνος θερισμού καθορίζει την ποιότητα της ίνας. «Φυτά που θερίζονται νωρίς δίνουν ίνες λεπτότερες, μεταξώδεις, μικρής όμως αντοχής, ενώ φυτά που θερίζονται αργά δίνουν ίνες χονδροειδείς, αδρές, φτωχής νηματοποιητικής αξίας. Γενικά, η πρώιμη συγκομιδή δίνει μικρότερες αποδόσεις, ενώ η όψιμη προκαλεί αλλαγές στη χημική σύνθεση του λαδιού και υποβαθμίζει την ποιότητα και την αξία του.»
| Χρόνος θερισμού | Ίνες | Άλλη συνέπεια |
|---|---|---|
| Νωρίς | λεπτότερες, μεταξώδεις, μικρής αντοχής | μικρότερες αποδόσεις |
| Στον σωστό χρόνο | ισορροπία λεπτότητας - αντοχής | — |
| Αργά | χονδροειδείς, αδρές, φτωχής νηματοποιητικής αξίας | υποβάθμιση του λαδιού |
ιι) Για παραγωγή σπόρου — πότε και πώς (σελ. 394). «Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή σπόρου, η συγκομιδή γίνεται όταν οι περισσότερες κάψες είναι ώριμες (θερισμός) ή όταν οι κάψες είναι ώριμες και ξηρές (θεριζαλωνισμός). Στη δεύτερη περίπτωση η συγκομιδή γίνεται με τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές του σιταριού και ο σπόρος πρέπει να έχει υγρασία 12-13%. Στο διεθνές εμπόριο ο σπόρος του λιναριού διακινείται με ποσοστό υγρασίας 9%.»
Πώς αναγνωρίζονται οι ώριμες κάψες και πόσο αποδίδουν. «Οι κάψες του λιναριού είναι ώριμες, όταν έχουν χρώμα καστανό ή κίτρινο, με καστανούς σπόρους.» «Οι αποδόσεις είναι περίπου 150 κιλά σπόρος στο στρέμμα.»
Συγκεντρωτικά:
| ι) Για ίνες | ιι) Για σπόρο | |
|---|---|---|
| Πότε | 1/3-1/2 των καψών ώριμες | οι περισσότερες κάψες ώριμες (θερισμός) ή ώριμες και ξηρές (θεριζαλωνισμός) |
| Κατάσταση φυτού | στελέχη κίτρινα, κάτω φύλλα πεσμένα, σπόρος στο γάλα | κάψες καστανές ή κίτρινες με καστανούς σπόρους |
| Πώς | χορτοκοπτικές / αυτοδετικές ή με το χέρι (εκκρίζωση) | θεριζοαλωνιστικές μηχανές του σιταριού |
| Μορφή προϊόντος | δεμάτια ή μπάλες | σπόρος με υγρασία 12-13% |
| Απόδοση | > 500 κιλά ξερά στελέχη (> 50 κιλά ίνες) και > 50 κιλά σπόρος | ≈ 150 κιλά σπόρος/στρέμμα |
Σύνοψη: (ενδεικτική) ι) Για ίνες: όταν το 1/3-1/2 των καψών είναι ώριμες, με τα στελέχη κίτρινα, τα κάτω φύλλα πεσμένα και τον σπόρο στο στάδιο του γάλακτος· γίνεται με χορτοκοπτικές και αυτοδετικές μηχανές ή με το χέρι (εκκρίζωση), σε δεμάτια ή μπάλες, με απόδοση πάνω από 500 κιλά ξερά στελέχη στο στρέμμα (πάνω από 50 κιλά ίνες) και πάνω από 50 κιλά σπόρος. ιι) Για σπόρο: όταν οι περισσότερες κάψες είναι ώριμες (θερισμός) ή ώριμες και ξηρές (θεριζαλωνισμός), με τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές του σιταριού και υγρασία σπόρου 12-13% (στο διεθνές εμπόριο 9%), με απόδοση περίπου 150 κιλά σπόρος στο στρέμμα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Κάτω από ποιες συνθήκες πρέπει να αποθηκεύεται ο σπόρος του λιναριού;
Απάντηση:
Η βασική συνθήκη (σελ. 394). «Για να συντηρηθεί ο σπόρος του λιναριού, πρέπει να αποθηκεύεται ξηρός με χαμηλά ποσοστά υγρασίας (6-8%).»
Σύγκριση με τα άλλα ποσοστά υγρασίας του κεφαλαίου:
| Στάδιο | Υγρασία |
|---|---|
| Θεριζαλωνισμός | 12-13% |
| Διακίνηση στο διεθνές εμπόριο | 9% |
| Αποθήκευση | 6-8% |
| Δεμάτια / μπάλες σε κλειστό χώρο | < 15% |
Η υγρασία δηλαδή μειώνεται σταδιακά από τη συγκομιδή προς την αποθήκευση.
Ο σπόρος σποράς (πολλαπλασιαστικό υλικό). «Εάν ο σπόρος του λιναριού που προορίζεται ως πολλαπλασιαστικό υλικό (σπόρος σποράς) αποθηκευθεί ξηρός, διατηρεί τη βλαστική του ικανότητα για 5-10 χρόνια, τη χάνει όμως, ούτως ή άλλως, εάν ο χρόνος αποθήκευσης παραταθεί (πάνω από 10 χρόνια).»
Τα στελέχη (για πληρότητα). Το βιβλίο συνεχίζει στην ίδια υποενότητα: «Τα δεμάτια ή οι μπάλες που λαμβάνονται όταν το φυτό καλλιεργείται για παραγωγή ινών, αποθηκεύονται ή στο ύπαιθρο ή σε κλειστούς χώρους και σε συνθήκες ξηρές, για να σταματήσει η διαδικασία απόβρεξης προτού οι ίνες αρχίσουν να σαπίζουν. Η υγρασία των δεματιών στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να είναι μικρότερη από 15%.»
Πού αλλού ισχύουν τα ίδια. Για το καννάβι το βιβλίο δεν επαναλαμβάνει τίποτα: «Για την αποθήκευση ισχύουν όσα έχουν αναφερθεί στο λινάρι, τόσο όταν το προϊόν που συγκομίζεται είναι ο σπόρος, όσο και όταν το προϊόν είναι τα στελέχη» (σελ. 403).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο σπόρος του λιναριού πρέπει να αποθηκεύεται ξηρός, με χαμηλά ποσοστά υγρασίας (6-8%), ώστε να συντηρηθεί. Όταν προορίζεται ως πολλαπλασιαστικό υλικό (σπόρος σποράς) και αποθηκευθεί ξηρός, διατηρεί τη βλαστική του ικανότητα για 5-10 χρόνια, τη χάνει όμως ούτως ή άλλως αν η αποθήκευση ξεπεράσει τα 10 χρόνια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τις ινοπαραγωγικές ποικιλίες του λιναριού;
Απάντηση:
Ο ορισμός και τα χαρακτηριστικά (σελ. 395). «Στην καλλιέργεια του λιναριού υπάρχουν ποικιλίες υψηλόσωμες, ύψους 1,00-1,20 μέτρων, με μακριές ίνες και μικρό μέγεθος σπόρων, κατάλληλες για παραγωγή ινών (ινοπαραγωγικές)…»
Η αντιδιαστολή με τις σποροπαραγωγικές. «…και ποικιλίες χαμηλόσωμες, ύψους 0,30-0,80 μέτρων, με κοντές ίνες και μεγάλους σπόρους, κατάλληλες για παραγωγή σπόρου (σποροπαραγωγικές).»
| Ινοπαραγωγικές | Σποροπαραγωγικές | |
|---|---|---|
| Σωματότυπος | υψηλόσωμες | χαμηλόσωμες |
| Ύψος | 1,00-1,20 μ. | 0,30-0,80 μ. |
| Ίνες | μακριές | κοντές |
| Σπόροι | μικρού μεγέθους | μεγάλοι |
Το χρώμα του άνθους. «Οι ποικιλίες με μπλε άνθη δίνουν ίνες καλύτερης ποιότητας από τις ποικιλίες με άσπρα άνθη, ενώ οι τελευταίες παράγουν περισσότερο σπόρο» (σελ. 395). Άρα η ινοπαραγωγική κατεύθυνση συνδέεται με τα μπλε άνθη.
Το πλάγιασμα και οι κάψες. «Υπάρχουν επίσης ποικιλίες στις οποίες οι κάψες δεν ανοίγουν κατά την ωρίμανση και ποικιλίες με κάψες που ανοίγουν… Οι πρώτες αντέχουν στο πλάγιασμα περισσότερο από τις δεύτερες.» Το ζήτημα του πλαγιάσματος αφορά ιδιαίτερα τις ινοπαραγωγικές, γιατί αυτές σπέρνονται πυκνά (10-18 εκατοστά, 5 κιλά/στρέμμα) και «η πολύ πυκνή σπορά… αποτελεί αιτία δημιουργίας πλαγιασμάτων» (σελ. 393).
Πώς επιλέγεται μια ποικιλία. «Τα κυριότερα χαρακτηριστικά που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή των ποικιλιών είναι ο χρόνος ωρίμανσης, η αντοχή στις ασθένειες, η σταθερότητα στις αποδόσεις, η ποιότητα των ινών, η περιεκτικότητα σε λάδι και η ποιότητα του λαδιού» (σελ. 395).
Ποιες χώρες τις καλλιεργούν. Οι ινοπαραγωγικές ποικιλίες καλλιεργούνται «στη Ρωσία, την Πολωνία, την Τσεχία και Σλοβακία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ολλανδία», με τις καλύτερης ποιότητας ίνες να προέρχονται «από το Βέλγιο, τη βόρεια Γαλλία και την Ολλανδία» (σελ. 388).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ινοπαραγωγικές ποικιλίες λιναριού είναι υψηλόσωμες, ύψους 1,00-1,20 μέτρων, με μακριές ίνες και μικρό μέγεθος σπόρων — σε αντίθεση με τις σποροπαραγωγικές, που είναι χαμηλόσωμες (0,30-0,80 μέτρα), με κοντές ίνες και μεγάλους σπόρους. Οι ποικιλίες με μπλε άνθη δίνουν ίνες καλύτερης ποιότητας. Επειδή σπέρνονται πυκνά, ώστε να προκύψουν μονοστέλεχα φυτά, σημασία έχει η αντοχή στο πλάγιασμα — μεγαλύτερη στις ποικιλίες των οποίων οι κάψες δεν ανοίγουν κατά την ωρίμανση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποιους τομείς χρησιμοποιούνται οι ίνες από καννάβι;
Απάντηση:
Η κύρια χρήση (σελ. 396). «Το καννάβι καλλιεργείται κυρίως για τις ίνες του που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή σχοινιών και σπάγγων.»
Οι υφαντουργικές χρήσεις. «Από τις ίνες παρασκευάζονται ακόμη σακιά, υφάσματα και χαλιά.»
Οι βιομηχανικές χρήσεις της βιομάζας. «ενώ από τα στελέχη και γενικότερα από τη βιομάζα του φυτού μπορεί να παρασκευαστεί χαρτοπολτός (τυπογραφικό χαρτί, χαρτί για γράψιμο, χαρτί περιτυλίγματος), πισσόχαρτο και άλλα υλικά κατάλληλα για τη βιομηχανία αυτοκινήτων (πλαίσια για πόρτες κ.ά.), όπως και μονωτικά υλικά για οικοδομές.»
Σε πίνακα:
| Τομέας | Προϊόντα |
|---|---|
| Σχοινοποιία (κύρια χρήση) | σχοινιά, σπάγγοι |
| Υφαντουργία | σακιά, υφάσματα, χαλιά |
| Χαρτοβιομηχανία | χαρτοπολτός: τυπογραφικό χαρτί, χαρτί για γράψιμο, χαρτί περιτυλίγματος· πισσόχαρτο |
| Αυτοκινητοβιομηχανία | υλικά όπως πλαίσια για πόρτες |
| Οικοδομή | μονωτικά υλικά |
Η ποιότητα σε σχέση με το λινάρι. «Οι ίνες του λιναριού είναι πολύ καλύτερης ποιότητας από τις ίνες του κανναβιού» (σελ. 389). Αυτό εξηγεί γιατί το καννάβι πηγαίνει κυρίως σε σχοινιά, σπάγγους και σακιά (όπου μετράει η αντοχή) και το λινάρι σε λεπτά υφάσματα (όπου μετράει η λεπτότητα).
Οι ίνες του εμπορίου (σελ. 397-398). «Οι ίνες του εμπορίου αποτελούνται από πολλές συγκολλημένες μεταξύ τους μονοκύτταρες ίνες και μπορούν να φτάσουν σε μήκος τα 2,5 μέτρα. Η συγκόλληση γίνεται με πηκτινικές ουσίες.» Η ΠΕΡΙΛΗΨΗ (σελ. 406) συνοψίζει: οι ίνες του κανναβιού «βρίσκουν εφαρμογή σε πολλές βιομηχανικές χρήσεις, από την παρασκευή υφασμάτων, σχοινιών και σπάγγων, μέχρι την αυτοκινητοβιομηχανία».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ίνες του κανναβιού χρησιμοποιούνται κυρίως για σχοινιά και σπάγγους, καθώς και για σακιά, υφάσματα και χαλιά. Από τα στελέχη και γενικότερα από τη βιομάζα παρασκευάζονται χαρτοπολτός (τυπογραφικό χαρτί, χαρτί για γράψιμο, χαρτί περιτυλίγματος), πισσόχαρτο, υλικά για τη βιομηχανία αυτοκινήτων (π.χ. πλαίσια για πόρτες) και μονωτικά υλικά για οικοδομές. Η ΠΕΡΙΛΗΨΗ (σελ. 406) συνοψίζει: «από την παρασκευή υφασμάτων, σχοινιών και σπάγγων, μέχρι την αυτοκινητοβιομηχανία».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κατηγορίες των φύλλων σε ένα θηλυκό φυτό στο καννάβι;
Απάντηση:
Οι τρεις κατηγορίες (σελ. 398). Το βιβλίο τις απαριθμεί διαδοχικά: κύρια φύλλα, βράκτια φύλλα και — μόνο στα θηλυκά φυτά — οι κολεοί.
1. Κύρια φύλλα. «Τα κύρια φύλλα στο καννάβι είναι σύνθετα και αποτελούνται από 5-11 (συνήθως 7-9) έμμισχα, άνισα, οδοντωτά, επιμήκη φυλλάρια, που εκφύονται ακτινωτά από το ανώτερο άκρο του μίσχου.»
2. Βράκτια φύλλα. «Εκτός από τα κύρια φύλλα, το καννάβι έχει και βράκτια φύλλα, που στις μασχάλες τους εκφύονται τα αρσενικά και θηλυκά άνθη. Είναι απλά ή σύνθετα από 2-3 φυλλάρια, δεν έχουν μίσχο και είναι πολύ μικρότερα σε μέγεθος από τα κυρίως φύλλα.»
3. Κολεοί — η κατηγορία που υπάρχει μόνο στα θηλυκά φυτά. «Στα θηλυκά φυτά υπάρχει μια ακόμη κατηγορία φύλλων, που περικλείουν αρχικά ένα θηλυκό άνθος και αργότερα τον καρπό. Τα φύλλα αυτά έχουν σχήμα σφαιρικό και ονομάζονται κολεοί.»
Συγκεντρωτικός πίνακας:
| Κατηγορία | Μορφή | Μίσχος | Ρόλος |
|---|---|---|---|
| Κύρια | σύνθετα, 5-11 (συνήθως 7-9) φυλλάρια άνισα, οδοντωτά, επιμήκη, ακτινωτά | έμμισχα φυλλάρια | φωτοσύνθεση |
| Βράκτια | απλά ή σύνθετα από 2-3 φυλλάρια, πολύ μικρότερα | χωρίς μίσχο | στις μασχάλες τους εκφύονται τα άνθη |
| Κολεοί (μόνο θηλυκά) | σφαιρικού σχήματος | — | περικλείουν το θηλυκό άνθος και μετά τον καρπό |
Γιατί έχει σημασία ο κολεός. Είναι το σημείο από όπου, κατά την άνθιση, «οι στύλοι των θηλυκών ανθέων, που είναι 2 σε κάθε άνθος, επιμηκύνονται, εξέρχονται από την άκρη του κολεού 1-2 χιλιοστά και κάμπτονται προς τα έξω και κάτω» (σελ. 398). Ο κολεός είναι επομένως το προστατευτικό περίβλημα του θηλυκού άνθους και μετά του αχαινίου.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σε ένα θηλυκό φυτό κανναβιού υπάρχουν τρεις κατηγορίες φύλλων: (1) τα κύρια φύλλα, σύνθετα, από 5-11 (συνήθως 7-9) έμμισχα, άνισα, οδοντωτά, επιμήκη φυλλάρια που εκφύονται ακτινωτά από το ανώτερο άκρο του μίσχου· (2) τα βράκτια φύλλα, απλά ή σύνθετα από 2-3 φυλλάρια, χωρίς μίσχο και πολύ μικρότερα, στις μασχάλες των οποίων εκφύονται τα άνθη· και (3) οι κολεοί, σφαιρικού σχήματος, που υπάρχουν μόνο στα θηλυκά φυτά και περικλείουν αρχικά ένα θηλυκό άνθος και αργότερα τον καρπό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποια εδάφη αντενδείκνονται να καλλιεργείται το καννάβι;
Απάντηση:
Ο κατάλογος των ακατάλληλων εδαφών (σελ. 400). «Δεν ευδοκιμεί σε εδάφη φτωχά, με χαλίκια, ξηρά ή αλατούχα. Δεν ανέχεται συνεκτικά εδάφη.»
Και ένα ποσοτικό κριτήριο. «Όσο μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε άργιλο έχει το έδαφος, τόσο μικρότερη είναι η παραγωγή σε ίνες.» Δηλαδή ακόμη και χωρίς να είναι απόλυτα ακατάλληλο, ένα αργιλώδες έδαφος μειώνει το κύριο προϊόν της καλλιέργειας.
Η αντιδιαστολή — ποια είναι τα κατάλληλα (σελ. 400). «Τα καλύτερα εδάφη για το καννάβι είναι τα βαθιά, γόνιμα, μέσης σύστασης, που στραγγίζουν καλά και έχουν ουδέτερη ή ελαφρά αλκαλική αντίδραση (άριστο pH εδάφους 7,0-7,5).»
| Κατάλληλα | Ακατάλληλα / αντενδεικνυόμενα |
|---|---|
| βαθιά | φτωχά |
| γόνιμα | με χαλίκια |
| μέσης σύστασης | ξηρά |
| καλής στράγγισης | αλατούχα |
| pH 7,0-7,5 | συνεκτικά (δεν τα ανέχεται) |
| πλούσια σε άργιλο (μειωμένη παραγωγή ινών) |
Γιατί όχι τα συνεκτικά εδάφη. Η εξήγηση βρίσκεται στην περιγραφή του ριζικού συστήματος (σελ. 397): «Σε συμπαγή εδάφη η κύρια ρίζα φτάνει σε μικρό βάθος, αλλά το φυτό αναπτύσσει περισσότερες οριζόντιες πλευρικές ρίζες» — δηλαδή το φυτό χάνει την πρόσβαση στα βαθύτερα αποθέματα νερού, ενώ «είναι φυτό απαιτητικό σε νερό» (σελ. 402), με ανάγκες 300-400 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα (σελ. 399). Γι' αυτό και η προετοιμασία του αγρού γίνεται «όταν [το έδαφος] είναι στο ρώγο του, με στόχο πάντα να αποφεύγεται η συμπίεση του» (σελ. 401).
Γιατί όχι τα φτωχά εδάφη. «Είναι φυτό απαιτητικό, επειδή αναπτύσσει σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλη βιομάζα» (σελ. 402) — χρειάζεται 2-3 τόνους κοπριάς και 9-14 κιλά αζώτου στο στρέμμα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το καννάβι αντενδείκνυται σε εδάφη φτωχά, με χαλίκια, ξηρά ή αλατούχα, ενώ επίσης «δεν ανέχεται συνεκτικά εδάφη». Επιπλέον, «όσο μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε άργιλο έχει το έδαφος, τόσο μικρότερη είναι η παραγωγή σε ίνες». Αντίθετα, τα καλύτερα εδάφη είναι τα βαθιά, γόνιμα, μέσης σύστασης, που στραγγίζουν καλά, με ουδέτερη ή ελαφρά αλκαλική αντίδραση (άριστο pH 7,0-7,5).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ενδείκνυται η αμειψισπορά καννάβι - σόγια ή σόγια - καννάβι;
Απάντηση:
Η απάντηση είναι ναι, και για τους δύο. Το βιβλίο δίνει δύο ανεξάρτητα επιχειρήματα, ένα για κάθε φορά της σειράς.
Α) Σόγια → καννάβι (η σόγια προηγείται). «Σε ένα σύστημα αμειψισποράς, το καννάβι μπορεί να ακολουθεί οποιαδήποτε καλλιέργεια, ευνοείται όμως αν σπαρθεί μετά από ψυχανθές και ιδίως μηδική, που αφήνει το χωράφι πλούσιο σε άζωτο και οργανική ουσία» (σελ. 400). Η σόγια είναι ψυχανθές, άρα εμπίπτει ακριβώς σε αυτή την πρόταση — και το καννάβι είναι «φυτό απαιτητικό, επειδή αναπτύσσει σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλη βιομάζα» (σελ. 402).
Β) Καννάβι → σόγια (το καννάβι προηγείται). «Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ένταξη της σόγιας σε αμειψισπορά με το καννάβι περιορίζει σημαντικά τον πληθυσμό ενός νηματώδους, που προσβάλλει τη σόγια» (σελ. 401). Δηλαδή η σόγια κερδίζει φυτοϋγειονομικά από τη γειτνίαση με το καννάβι στο σύστημα αμειψισποράς.
Και ένα τρίτο, έμμεσο όφελος — τα ζιζάνια. «Σε χωράφια με πολλά ζιζάνια, το καννάβι πρέπει να τοποθετείται πρώτο στην αμειψισπορά, γιατί είναι ένα φυτό αποπνικτικό των ζιζανίων… Μετά τη συγκομιδή, το χωράφι στο οποίο καλλιεργήθηκε καννάβι είναι τελείως καθαρό από ζιζάνια» (σελ. 400). Άρα η σόγια που ακολουθεί βρίσκει χωράφι καθαρό.
Σε πίνακα:
| Σειρά | Ποιος ωφελείται | Γιατί |
|---|---|---|
| Σόγια → καννάβι | το καννάβι | το ψυχανθές αφήνει το χωράφι πλούσιο σε άζωτο και οργανική ουσία |
| Καννάβι → σόγια | η σόγια | περιορίζεται ο πληθυσμός νηματώδους που την προσβάλλει· και το χωράφι μένει τελείως καθαρό από ζιζάνια |
Το πλαίσιο. «Το καννάβι καλό είναι να εντάσσεται γενικά σε τετραετείς αμειψισπορές» (σελ. 401), και η ίδια η τετραετής αμειψισπορά είναι «ένας αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης των εχθρών και των ασθενειών του κανναβιού» (σελ. 404). Η σόγια επομένως είναι ιδανικός συμμέτοχος σε αυτή την τετραετία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ναι, ενδείκνυται και με τις δύο σειρές. Όταν προηγείται η σόγια, το καννάβι «ευνοείται», γιατί σπέρνεται «μετά από ψυχανθές», που «αφήνει το χωράφι πλούσιο σε άζωτο και οργανική ουσία» — κάτι πολύτιμο για ένα φυτό απαιτητικό σε θρεπτικά. Όταν προηγείται το καννάβι, ωφελείται η σόγια: «υπάρχουν ενδείξεις ότι η ένταξη της σόγιας σε αμειψισπορά με το καννάβι περιορίζει σημαντικά τον πληθυσμό ενός νηματώδους, που προσβάλλει τη σόγια», ενώ το χωράφι μένει και «τελείως καθαρό από ζιζάνια». Το καννάβι πάντως πρέπει «να εντάσσεται γενικά σε τετραετείς αμειψισπορές».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι άριστες πυκνότητες φυτών στο στρέμμα, όταν το καννάβι καλλιεργείται: ι) για παραγωγή ινών και ιι) για παραγωγή σπόρου;
Απάντηση:
ι) Για παραγωγή ινών (σελ. 401). «Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών, οι γραμμές σποράς απέχουν 15-18 εκατοστά και η ποσότητα σπόρου που απαιτείται είναι 4-5 κιλά στο στρέμμα. Η άριστη πυκνότητα πληθυσμού είναι 200-250 φυτά ανά τετραγωνικό μέτρο.»
ιι) Για παραγωγή σπόρου (σελ. 401). «Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή σπόρου, οι αποστάσεις των γραμμών είναι 50-60 εκατοστά και η ποσότητα του σπόρου 1-2 κιλά το στρέμμα. Άριστη πυκνότητα πληθυσμού, στην περίπτωση αυτή, είναι 100-125 φυτά ανά τετραγωνικό μέτρο.»
Συγκεντρωτικά:
| ι) Για ίνες | ιι) Για σπόρο | |
|---|---|---|
| Άριστη πυκνότητα | 200-250 φυτά/m² | 100-125 φυτά/m² |
| Αποστάσεις γραμμών | 15-18 εκ. | 50-60 εκ. |
| Ποσότητα σπόρου | 4-5 κιλά/στρ. | 1-2 κιλά/στρ. |
Η πυκνότητα για τις ίνες είναι περίπου διπλάσια από εκείνη για τον σπόρο.
Γιατί τόσο πυκνά για τις ίνες. Η πυκνή φυτεία δίνει το φυτό που θέλουμε: «Όταν το καννάβι καλλιεργείται για παραγωγή ινών, το στέλεχος αποκτά ύψος 1,5-3,0 μέτρα και δε διακλαδίζεται» (σελ. 397) — ψηλό και αδιακλάδωτο, δηλαδή μακριές ίνες. Αντίθετα, «για παραγωγή σπόρου, τα στελέχη διακλαδίζονται και έχουν ύψος 3,0-4,0 μέτρα», και η διακλάδωση χρειάζεται χώρο.
Και ένα δεύτερο όφελος της πυκνότητας — τα ζιζάνια. «Σε 4-5 εβδομάδες μετά τη σπορά θα φτάσει σε ύψος 30 εκατοστά. Στο στάδιο αυτό θα έχει καλύψει το 90% του εδάφους, με πυκνότητα 200-250 φυτά στο τετραγωνικό μέτρο και σχεδόν όλα τα ζιζάνια θα αδυνατούν να αναπτυχθούν» (σελ. 401-402). Η ίδια πυκνότητα των ινών είναι και η πυκνότητα που κάνει το καννάβι «αποπνικτικό των ζιζανίων».
Σύνοψη: (ενδεικτική) ι) Για παραγωγή ινών: 200-250 φυτά ανά τετραγωνικό μέτρο (γραμμές 15-18 εκατοστά, 4-5 κιλά σπόρου στο στρέμμα). ιι) Για παραγωγή σπόρου: 100-125 φυτά ανά τετραγωνικό μέτρο (γραμμές 50-60 εκατοστά, 1-2 κιλά σπόρου στο στρέμμα). Η πυκνότητα για τις ίνες είναι περίπου διπλάσια, ώστε τα φυτά να μείνουν ψηλά και αδιακλάδωτα (1,5-3,0 μέτρα), ενώ για τον σπόρο τα φυτά χρειάζονται χώρο για να διακλαδιστούν (3,0-4,0 μέτρα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τις καλλιεργούμενες ποικιλίες στο καννάβι;
Απάντηση:
Η προέλευση (σελ. 404). «Οι περισσότερες ποικιλίες στο καννάβι είναι Ευρωπαϊκής προέλευσης.»
Οι τρεις τύποι ποικιλιών (σελ. 404):
| Τύπος | Ορισμός του βιβλίου |
|---|---|
| Δίοικες | «αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά» |
| Μόνοικες | «αρσενικά και θηλυκά άνθη σε διαφορετικά μέρη του ίδιου φυτού» |
| Με κυριαρχία των θηλυκών | «στον οποίο το 85-90% των φυτών είναι θηλυκά» |
«Πιστεύεται ότι ο τύπος αυτός [με κυριαρχία των θηλυκών] μπορεί να δώσει μεγαλύτερες αποδόσεις σε ίνες.»
Η ίδια πληροφορία και στην περιγραφή του φυτού (σελ. 398). «Εκτός από τις δίοικες ποικιλίες, υπάρχουν σήμερα και ποικιλίες μόνοικες-δίκλινες, όπως και ποικιλίες στις οποίες επικρατούν τα θηλυκά φυτά.» Η ΠΕΡΙΛΗΨΗ (σελ. 406) το επαναλαμβάνει: «Το καννάβι έχει ποικιλίες δίοικες, ποικιλίες μόνοικες-δίκλινες, αλλά και ποικιλίες στις οποίες υπερτερούν τα θηλυκά φυτά.»
Ο νομικός περιορισμός (σελ. 404). «Οι ποικιλίες που μπορούν να καλλιεργηθούν στην Ελλάδα είναι ποικιλίες που πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο ποικιλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ποικιλίες αυτές πρέπει να περιέχουν το αλκαλοειδές τετραϋδροκαναβινόλη (THC) σε ποσοστό μικρότερο από 0,3% και από το 2000 σε ποσοστό μικρότερο από 0,2%.»
Γιατί υπάρχει ο περιορισμός. Επειδή «Το καννάβι, τέλος, παράγει ρητίνες που αποτελούν ναρκωτική ουσία, γνωστή ως χασίς ή μαριχουάνα. Η καλλιέργεια για την παραγωγή ρητινών είναι παράνομη και διώκεται ποινικά σε όλες τις χώρες του κόσμου» (σελ. 396). Ο έλεγχος του THC είναι επομένως ο τρόπος με τον οποίο διαχωρίζεται η κλωστική από την ναρκωτική χρήση του φυτού.
Πόσο διαφέρουν οι ποικιλίες στη διάρκεια. «Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται για παραγωγή ινών έχουν βιολογικό κύκλο διάρκειας 60-90 ημερών και εκείνες που καλλιεργούνται για παραγωγή σπόρου 110-150 ημερών» (σελ. 398).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι περισσότερες ποικιλίες κανναβιού είναι Ευρωπαϊκής προέλευσης και διακρίνονται σε τρεις τύπους: δίοικες (αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά), μόνοικες — που η σελ. 398 και η ΠΕΡΙΛΗΨΗ ονομάζουν μόνοικες-δίκλινες — (άνθη σε διαφορετικά μέρη του ίδιου φυτού) και ο τύπος με κυριαρχία των θηλυκών, στον οποίο το 85-90% των φυτών είναι θηλυκά και ο οποίος πιστεύεται ότι δίνει μεγαλύτερες αποδόσεις σε ίνες. Στην Ελλάδα επιτρέπονται μόνο ποικιλίες του καταλόγου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τετραϋδροκαναβινόλη (THC) μικρότερη από 0,3% και, από το 2000, μικρότερη από 0,2%.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε πρέπει να γίνεται η συγκομιδή στο καννάβι που προορίζεται για παραγωγή ινών;
Απάντηση:
Ο κανόνας (σελ. 402). «Όταν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών, το καννάβι συγκομίζεται την εποχή που τα αρσενικά φυτά βρίσκονται σε πλήρη άνθιση (τα θηλυκά ανθίζουν λίγες ημέρες αργότερα).»
Τι γίνεται αν αστοχήσουμε:
| Χρόνος συγκομιδής | Αποτέλεσμα στις ίνες |
|---|---|
| Νωρίτερα | «οι ίνες που παραλαμβάνονται είναι λεπτότερες, αλλά με μικρή αντοχή» |
| Στην πλήρη άνθιση των αρσενικών | άριστος συνδυασμός λεπτότητας και αντοχής |
| Αργότερα | «λαμβάνονται ίνες σκληρές, με σκοτεινό χρώμα» |
Γιατί το κριτήριο είναι τα αρσενικά φυτά. Το καννάβι είναι φυτό δίοικο και «οι αρσενικές ταξιανθίες διακρίνονται εύκολα από τις θηλυκές και εμφανίζονται κατά κανόνα πιο νωρίς» (σελ. 398). Τα αρσενικά φυτά είναι επομένως ένας ορατός, εύκολος και πρώιμος δείκτης του σωστού σταδίου. Μετά την άνθιση τα αρσενικά φυτά αρχίζουν να ξηραίνονται, ενώ το στέλεχος λιγνιτοποιείται — γι' αυτό η καθυστέρηση δίνει ίνες σκληρές και σκούρες.
Πώς γίνεται η συγκομιδή (σελ. 402). «Η συγκομιδή γίνεται με το χέρι (θέρισμα) ή με ειδικές χορτοκοπτικές και αυτοδετικές μηχανές. Τα θερισμένα στελέχη, σε δεμάτια ή μπάλες, παραμένουν μερικές ημέρες στο χωράφι, για να αποβληθεί η περίσσεια της υγρασίας. Μετά συλλέγονται, παραλαμβάνεται με προσοχή ο τυχόν σπόρος και υποβάλλονται στην ειδική επεξεργασία για την απόληψη των ινών.»
Οι αποδόσεις (σελ. 403). «Η απόδοση σε στελέχη είναι περίπου 1 τόνος ανά στρέμμα και σε σπόρο 150-200 κιλά.»
Το χρονικό πλαίσιο κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ (σελ. 406). Το καννάβι «σπέρνεται από τα μέσα Μαρτίου έως τις αρχές Μαΐου και συγκομίζεται τον Ιούλιο-Σεπτέμβριο», κάτι που συμφωνεί με τον βιολογικό κύκλο των 60-90 ημερών των ινοπαραγωγικών ποικιλιών (σελ. 398).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται «την εποχή που τα αρσενικά φυτά βρίσκονται σε πλήρη άνθιση» — τα θηλυκά ανθίζουν λίγες ημέρες αργότερα. Αν γίνει νωρίτερα, οι ίνες είναι «λεπτότερες, αλλά με μικρή αντοχή»· αν γίνει αργότερα, λαμβάνονται ίνες «σκληρές, με σκοτεινό χρώμα». Χρονικά, σύμφωνα με την ΠΕΡΙΛΗΨΗ, η συγκομιδή τοποθετείται στο διάστημα Ιούλιος - Σεπτέμβριος. Γίνεται με το χέρι (θέρισμα) ή με ειδικές χορτοκοπτικές και αυτοδετικές μηχανές, και τα στελέχη παραμένουν μερικές ημέρες στο χωράφι για να αποβληθεί η περίσσεια της υγρασίας.
Κριτήρια αξιολόγησης: