Πλήρεις απαντήσεις στις 7 ερωτήσεις του κεφαλαίου Δ΄ του Πρώτου Μέρους (σελ. 68).
Ερώτηση: Τι είναι δικαιοπραξία; Πόσα είδη δικαιοπραξιών γνωρίζετε;
Απάντηση:
Η ταξινόμηση από ψηλά: «Το δίκαιο δεν ρυθμίζει ΟΛΕΣ τις ανθρώπινες πράξεις, αλλά μόνο ορισμένες που τις θεωρεί άξιες νομοθετικής ρύθμισης … που ονομάζονται ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ» → ΔΙΚΑΙΕΣ / ΘΕΜΙΤΕΣ ↔ ΑΔΙΚΕΣ / ΑΘΕΜΙΤΕΣ. «Από τις ΔΙΚΑΙΕΣ νομικές πράξεις ο Α.Κ. ρυθμίζει ειδικά τις ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ.»
⚠️ «ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ της δικαιοπραξίας. Γίνεται όμως δεκτό στη ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ότι…»
📌 Ο ΠΛΗΡΗΣ ΟΡΙΣΜΟΣ: «δικαιοπραξία είναι η ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ Ή ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΕΝΝΟΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ.»
Γιατί «Ή ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ» — το βιβλίο δίνει πρώτα τον απλό ορισμό («η δήλωση βουλήσεως που στοχεύει…») και μετά τον διορθώνει: «σε ορισμένες περιπτώσεις, για να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα … ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΛΛΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ· π.χ. στην πώληση ακινήτου απαιτείται οι δηλώσεις να γίνουν με ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ και αυτό να ΜΕΤΑΓΡΑΦΕΙ. Έτσι πιο σωστός είναι ο ορισμός ότι …».
💡 Δηλαδή η σκέτη θέληση δεν αρκεί πάντα — καμιά φορά χρειάζεται και υλική ενέργεια.
Η σημασία: «Οι δικαιοπραξίες είναι ΤΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟ ΜΕΣΟ, με το οποίο επιτυγχάνεται η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ από πρόσωπο σε πρόσωπο, γι' αυτό και ο νόμος τις ρυθμίζει λεπτομερειακά.»
α) ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ ↔ ΠΟΛΥΜΕΡΕΙΣ (κριτήριο: αριθμός προσώπων)
| ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ | ΠΟΛΥΜΕΡΕΙΣ |
|---|---|
| «περιέχουν δήλωση βουλήσεως ΕΝΟΣ ΜΟΝΟΝ ανθρώπου» (διαθήκη, καταγγελία σύμβασης εργασίας) | «περιέχουν δηλώσεις βουλήσεως περισσότερων ανθρώπων» |
Οι ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ («ιδιαίτερη πρακτική σημασία»): «δικαιοπραξίες που περιέχουν περισσότερες από μία δηλώσεις βουλήσεως, που, αν και ΣΚΟΠΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ» → ΑΜΦΟΤΕΡΟΒΑΡΕΙΣ (δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο μέρη — αγοραπωλησία) / ΕΤΕΡΟΒΑΡΕΙΣ (δικαιώματα μόνο για τον έναν — δάνειο).
β) ΕΝ ΖΩΗ ↔ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ — «Δικαιοπραξία αιτία θανάτου είναι Η ΔΙΑΘΗΚΗ· ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ΕΝ ΖΩΗ.»
γ) ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ↔ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΥ χαρακτήρα — οι περιουσιακές διακρίνονται σε ΕΠΑΧΘΕΙΣ («όταν δίνεται κάτι έναντι κάποιου ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ» — πώληση, μίσθωση) και ΧΑΡΙΣΤΙΚΕΣ («χωρίς αντάλλαγμα» — δωρεά).
δ) ΕΚΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ↔ ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΕΣ
| ΕΚΠΟΙΗΤΙΚΕΣ | ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΕΣ |
|---|---|
| «ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΥΝ, ΑΛΛΟΙΩΝΟΥΝ ή ΚΑΤΑΡΓΟΥΝ ένα δικαίωμα» («χαρίζω το χρέος του οφειλέτη») | «περιέχουν απλά ΥΠΟΣΧΕΣΗ κάποιας παροχής ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΥΝ» |
💡 Το παράδειγμα του βιβλίου δείχνει ότι συνυπάρχουν: στην πώληση, ο πωλητής υπόσχεται να μεταβιβάσει την κυριότητα (υποσχετική) και την παραδίδει (εκποιητική).
ε) ΤΥΠΙΚΕΣ ↔ ΑΤΥΠΕΣ — «ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ οι δικαιοπραξίες είναι ΑΤΥΠΕΣ.» Τα τρία είδη τύπου: ιδιωτικό έγγραφο · συμβολαιογραφικό έγγραφο · «δήλωση ενώπιον κάποιας αρμόδιας αρχής, η οποία και συντάσσει σχετική έκθεση».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δικαιοπραξία είναι «η δήλωση βουλήσεως ή και η πράξη βουλήσεως που στοχεύει στη δημιουργία ενός έννομου αποτελέσματος» (ο Α.Κ. δεν δίνει ορισμό — τον διαμόρφωσε η νομική επιστήμη). Είναι «το κυριότερο μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται η κυκλοφορία των αγαθών και η παροχή υπηρεσιών».
Τα βασικά είδη (πέντε ζεύγη): α) ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ (δήλωση ενός μόνον — διαθήκη, καταγγελία) ↔ ΠΟΛΥΜΕΡΕΙΣ· από τις πολυμερείς ξεχωρίζουν οι ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, που διακρίνονται σε αμφοτεροβαρείς και ετεροβαρείς· β) ΕΝ ΖΩΗ ↔ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ (μόνο η διαθήκη· όλες οι άλλες εν ζωή)· γ) ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ↔ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΥ χαρακτήρα (οι περιουσιακές: επαχθείς ↔ χαριστικές)· δ) ΕΚΠΟΙΗΤΙΚΕΣ (μεταβιβάζουν, αλλοιώνουν, καταργούν δικαίωμα) ↔ ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΕΣ (απλή υπόσχεση παροχής)· ε) ΤΥΠΙΚΕΣ ↔ ΑΤΥΠΕΣ (κατά κανόνα άτυπες).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι προϋποθέσεις έγκυρης κατάρτισης των δικαιοπραξιών;
Απάντηση:
ΟΙ ΠΕΝΤΕ — μάθε τες με τη σειρά: «Για να καταρτιστεί έγκυρα μια δικαιοπραξία απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ. β) ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ. γ) ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ. δ) ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟΥ ΤΥΠΟΥ. ε) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ.»
💡 Η λογική της σειράς: α) υπάρχει θέληση; → β) επιτρέπεται να τη δηλώσει; → γ) ανταποκρίνεται η δήλωση στη θέληση; → δ) εκφράστηκε όπως πρέπει; → ε) επιτρέπεται αυτό που θέλει;
Τρόποι: «ρητά και σαφή (προφορικά ή έγγραφα) ή ΣΙΩΠΗΡΑ, να συμπεραίνεται δηλαδή από κάποια ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ» — π.χ. «αφήνω άπρακτη την προθεσμία 4 ΜΗΝΩΝ για την αποποίηση κληρονομιάς … οπότε συμπεραίνεται η θέλησή μου να την ΑΠΟΔΕΧΘΩ». Μπορεί να είναι αυτοπρόσωπη ή από αντιπρόσωπο.
| ΑΠΕΥΘΥΝΤΕΕΣ | ΜΗ απευθυντέες | |
|---|---|---|
| Ενεργοποιούνται | «μόλις ΠΕΡΙΕΛΘΕΙ στο πρόσωπο που απευθύνεται» | «μόλις ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΘΕΙ» |
| Παράδειγμα | καταγγελία σύμβασης εργασίας — «λύνεται η σύμβαση μόλις γνωστοποιηθεί στον εργαζόμενο» | διαθήκη |
💡 Γι' αυτό «ο νόμος προβλέπει την ΕΠΙΔΟΣΗ με ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ» — για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για τον ακριβή χρόνο ή όταν ο παραλήπτης αρνείται να παραλάβει.
⚠️ «ΔΕΝ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ με τη δικανική ικανότητα»: είναι «το να μπορεί να αποκτά κανείς δικαιώματα και να υποβάλλεται σε υποχρεώσεις ΟΧΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΤΟΥ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ». (Βλ. αναλυτικά ερώτηση 3.)
| ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ασυμφωνία | ΑΘΕΛΗΤΗ ασυμφωνία | |
|---|---|---|
| Περιπτώσεις | χάριν αστείου · ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ | ΠΛΑΝΗ · ΑΠΑΤΗ · ΑΠΕΙΛΗ |
| Συνέπεια | ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΗ | ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ (από τον θιγόμενο, στο δικαστήριο) |
Ο σκοπός: «κυρίως η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ αυτών που δικαιοπρακτούν από ΑΠΕΡΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ» — αλλά και «διευκόλυνση ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ», «ΕΛΕΓΧΟΣ … από κάποια δημόσια αρχή», «ακόμη και ΦΟΡΟΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΟΙ σκοποί».
Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: «Όταν ο νόμος επιβάλλει την τήρηση συγκεκριμένου τύπου και δεν τηρηθεί, η δικαιοπραξία είναι ΑΚΥΡΗ. Πολλές φορές όμως ο τύπος έχει ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ χαρακτήρα … (π.χ. συμφωνητικό μίσθωσης). Στις περιπτώσεις αυτές η μη τήρησή του ΔΕΝ ΕΠΙΔΡΑ ΣΤΟ ΚΥΡΟΣ.»
Συμβολαιογραφικός τύπος: «απαιτείται κυρίως στις συμβάσεις που αφορούν ΑΚΙΝΗΤΑ».
«πρέπει το περιεχόμενό της να ΜΗΝ έρχεται σε αντίθεση με ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ή με τα ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ … Διαφορετικά θα είναι ΑΚΥΡΗ.»
Παραδείγματα του βιβλίου: «σύμβαση πώλησης ναρκωτικών» · «η πριν από τον γάμο συμφωνία των συζύγων ΝΑ ΜΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΥΝ» · «η συμφωνία για την αλλαγή θρησκεύματος έναντι χρηματικής αμοιβής» · «η σύμβαση με την οποία δεσμεύεται ΥΠΕΡΜΕΤΡΑ η προσωπική ελευθερία». Και οι ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΣ (βλ. ερώτηση 5).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Πέντε προϋποθέσεις:
α) ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ — ρητή (προφορικά ή έγγραφα) ή σιωπηρή, αυτοπρόσωπη ή από αντιπρόσωπο. Οι απευθυντέες παράγουν αποτελέσματα «μόλις περιέλθει στο πρόσωπο που απευθύνεται», οι μη απευθυντέες «μόλις εξωτερικευθεί». β) ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ — που δεν συμπίπτει με τη δικανική ικανότητα. γ) ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ — η ασυμφωνία μπορεί να είναι ηθελημένη (αστείο, εικονικότητα → απολύτως άκυρη) ή αθέλητη (πλάνη, απάτη, απειλή → ακυρώσιμη). δ) ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟΥ ΤΥΠΟΥ — όταν ο τύπος απαιτείται για το κύρος, η μη τήρηση καθιστά τη δικαιοπραξία άκυρη· όταν είναι αποδεικτικός, «δεν επιδρά στο κύρος». ε) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ — αλλιώς άκυρη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιοι στερούνται απόλυτα τη δικαιοπρακτική ικανότητα; Ποιοι έχουν περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα;
Απάντηση:
«Κάθε άνθρωπος έχει τη ΔΙΚΑΝΙΚΗ ικανότητα … Η ικανότητα όμως αυτή ΔΕΝ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ με την ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΩΝ ή ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ, που σημαίνει το να μπορεί να αποκτά κανείς δικαιώματα και να υποβάλλεται σε υποχρεώσεις ΟΧΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΤΟΥ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ.»
💡 «Έτσι π.χ. και ένα ΝΗΠΙΟ μπορεί να ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙ μια περιουσία, την οποία όμως θα διαχειρίζεται ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ για λογαριασμό του μέχρι να ενηλικιωθεί.»
Τι προϋποθέτει: «ένα ΟΡΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ, που ο νομοθέτης εκτιμά ότι συμπίπτει με τη συμπλήρωση ενός ορισμένου ΟΡΙΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ, και την ΚΑΛΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ, ώστε … να είναι σε θέση να διαχειρίζονται ΧΩΡΙΣ ΚΙΝΔΥΝΟ τα βιοτικά τους συμφέροντα.» — Δηλαδή δύο κριτήρια: ηλικία και υγεία.
| Ποιοι | Γιατί |
|---|---|
| ① Ανήλικοι ΚΑΤΩ ΤΩΝ 10 ΕΤΩΝ | προκύπτει εξ αντιδιαστολής: η περιορισμένη ικανότητα ξεκινά μόλις ο ανήλικος «έχει συμπληρώσει το 10ο έτος» |
| ② Ενήλικοι σε ΠΛΗΡΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ | «είναι ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ … τις δικαιοπραξίες» |
| ③ Όσοι δεν είχαν ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ των πράξεών τους | «ο νόμος θεωρεί ΑΚΥΡΕΣ τις δικαιοπραξίες των ενηλίκων που ΔΕΝ έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά τη στιγμή που τις κατήρτισαν αποδείχτηκε ότι ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥΣ ή … βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που ΠΕΡΙΟΡΙΖΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ τη θέλησή τους» |
«Μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους … οι ανήλικοι έχουν ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ δικαιοπρακτική ικανότητα, ΠΟΥ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥΣ.»
| Ηλικία | Τι μπορεί | Τι ΔΕΝ μπορεί |
|---|---|---|
| 10 - 14 | «ικανός ΜΟΝΟ για δικαιοπραξίες από τις οποίες ΜΟΝΟ ΟΦΕΛΗ μπορεί να έχει, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ» (αποδοχή δωρεάς· κτήση κυριότητας κινητών με παράδοση) | «καμιά δικαιοπραξία από την οποία πιθανώς θα έχει ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ» (πώληση, μίσθωση) · «ούτε να αποδεχτεί ή να αποποιηθεί ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ» — ⚠️ αλλιώς ΑΚΥΡΗ |
| 14 + | «να διαθέτει ΕΛΕΥΘΕΡΑ ό,τι ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ του ή ό,τι του έχει δοθεί για δική του χρήση ή ελεύθερη διάθεση» | ⚠️ «σε καμιά όμως περίπτωση ΔΕΝ μπορεί να τα διαθέσει ΜΕ ΔΙΑΘΗΚΗ, γιατί ικανοί για τη σύνταξη διαθήκης είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΕΝΗΛΙΚΟΙ» |
| 15 + | «να συνάπτει ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ως ΜΙΣΘΩΤΟΣ, εφόσον … δεν αντιδρούν τα πρόσωπα που ασκούν την ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ του» | — |
| 18 + | «ικανοί για ΚΑΘΕ δικαιοπραξία», εφόσον δεν συντρέχει άλλος λόγος ανικανότητας | — |
📌 Γιατί 15 και όχι 14: «Το 15ο έτος … καθιερώθηκε ως κατώτατο όριο ηλικίας για την εργασία με ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, προς την οποία εναρμονίστηκε ο Α.Κ., που παλαιότερα αναγνώριζε ικανότητα … στο δεκατετράχρονο ανήλικο.»
💡 Και μια εξαίρεση για όλους: «Βεβαίως οι ανήλικοι είναι ικανοί για ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ, όπως αγορά εφημερίδων, εισιτηρίων και γενικά αντικειμένων ΜΙΚΡΗΣ ΑΞΙΑΣ.»
Ποιοι τη ζητούν: «ο ίδιος ο ενήλικος ή οι συγγενείς του (σύζυγος, γονείς, παιδιά) ή ακόμη και ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ».
Οι δύο λόγοι: ① «όταν λόγω ΨΥΧΙΚΗΣ ή ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΤΑΡΑΧΗΣ ή λόγω ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΑΔΥΝΑΤΕΙ ΕΝ ΟΛΩ Ή ΕΝ ΜΕΡΕΙ να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του»· ② «όταν λόγω ΑΣΩΤΙΑΣ, ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ ή ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΥ ΕΚΘΕΤΕΙ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΣΤΕΡΗΣΗΣ τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες ή τους ανιόντες του».
Η ένταση προσαρμόζεται: «είτε είναι ανίκανος για ΟΛΕΣ ή για ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ δικαιοπραξίες, είτε … απαιτείται σε ΟΛΕΣ ή σε ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ περιπτώσεις η ΣΥΜΦΩΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ».
Σύνοψη: ΑΠΟΛΥΤΑ ΑΝΙΚΑΝΟΙ: ① οι ανήλικοι κάτω των 10 ετών· ② οι ενήλικοι σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, που είναι «ανίκανοι για όλες τις δικαιοπραξίες»· ③ και είναι άκυρες οι δικαιοπραξίες ενηλίκων που, χωρίς να έχουν τεθεί σε συμπαράσταση, «τη στιγμή που τις κατήρτισαν δεν είχαν συνείδηση των πράξεών τους».
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ έχουν οι ανήλικοι μέχρι τα 18, «που εξαρτάται από την ηλικία τους»: • 10-14: ικανοί μόνο για δικαιοπραξίες «από τις οποίες μόνο οφέλη μπορεί να έχει, χωρίς καμιά υποχρέωση» (αποδοχή δωρεάς)· όχι για πράξεις που γεννούν υποχρεώσεις, ούτε αποδοχή/αποποίηση κληρονομιάς — αλλιώς άκυρες· • 14+: μπορεί «να διαθέτει ελεύθερα ό,τι κερδίζει από την εργασία του» ή ό,τι του δόθηκε για δική του χρήση — ⚠️ ποτέ με διαθήκη (ικανοί μόνο οι ενήλικοι)· • 15+: μπορεί «να συνάπτει σύμβαση εργασίας ως μισθωτός», εφόσον δεν αντιδρούν όσοι ασκούν την επιμέλειά του.
Επίσης περιορισμένη ικανότητα έχουν οι ενήλικοι σε μερική δικαστική συμπαράσταση. Όλοι οι ανήλικοι είναι πάντως ικανοί για «μικρές συναλλαγές της καθημερινής ζωής».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι εικονική δικαιοπραξία;
Απάντηση:
📌 «Εικονική δήλωση της θέλησης ή εικονική δικαιοπραξία είναι ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ, ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ. Η εικονική δικαιοπραξία είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΗ.»
💡 Το παράδειγμα του βιβλίου: «ο Α πωλεί στον Β το αυτοκίνητό του ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ του και συγχρόνως συμφωνεί μαζί του ότι η πώληση αυτή είναι ΕΙΚΟΝΙΚΗ. Η πώληση αυτή είναι ΑΚΥΡΗ, ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΓΙΝΕ.»
Πρόσεξε το «συγχρόνως συμφωνεί μαζί του»: η εικονικότητα προϋποθέτει κοινή γνώση — και οι δύο ξέρουν ότι η δήλωση δεν είναι σοβαρή. Διαφέρει από την απάτη, όπου ο ένας εξαπατά τον άλλον.
💡 Η άλλη περίπτωση ηθελημένης ασυμφωνίας είναι η δήλωση «χάριν αστείου»: «ενώ παίζουμε σε μια παρέα, λέω ξαφνικά στην Α ότι της χαρίζω το δαχτυλίδι μου. Η δήλωση αυτή προφανώς στερείται σοβαρότητας, ακόμη και αν εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται … την ΠΑΡΕΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ.»
① ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΟΠΙΣΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ
«Για την ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ, ο νόμος ορίζει ότι η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΛΑΨΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΠΙΣΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΟΥΣ ΤΡΙΤΟΥΣ, δηλαδή αυτούς που συναλλάσσονται ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ.»
💡 Συνέχεια του παραδείγματος: «αν ο Β πωλήσει το αυτοκίνητο που εικονικά αγόρασε στον Γ και ο Γ ΑΓΝΟΕΙ αυτή την εικονικότητα, ΕΓΚΥΡΑ το αγοράζει και ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΥΡΙΟΣ.»
Η λογική: αν η ακυρότητα ίσχυε απόλυτα έναντι όλων, κανείς δεν θα μπορούσε να αγοράσει με ασφάλεια — θα έπρεπε πάντα να ερευνά μήπως κάποια προηγούμενη μεταβίβαση ήταν εικονική. Το δίκαιο θυσιάζει τη λογική συνέπεια για την ασφάλεια των συναλλαγών.
② ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΣΤΙΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ
«Η εικονικότητα όμως είναι ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ, όταν αναφέρεται σε δικαιοπραξίες που ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ και γίνονται ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ — π.χ. ΓΑΜΟΣ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΑΙΔΙΟΥ που γεννήθηκε εκτός γάμου, ΥΙΟΘΕΣΙΑ. Οι δικαιοπραξίες αυτές ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΕΣ.»
⚠️ Το παράδοξο: εδώ η εικονικότητα δεν οδηγεί σε ακυρότητα αλλά σε ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΚΥΡΟΣ. Ο «εικονικός» γάμος είναι γάμος.
💡 Γιατί: από αυτές τις σχέσεις εξαρτώνται συγγένεια, κληρονομικά δικαιώματα, ιθαγένεια — δηλαδή η προσωπική κατάσταση. Αν μπορούσαν να ανατραπούν εκ των υστέρων με τον ισχυρισμό «ήταν στα ψέματα», κανενός η προσωπική κατάσταση δεν θα ήταν ασφαλής.
| Κανόνας | Όριο ① | Όριο ② | |
|---|---|---|---|
| Εικονική δικαιοπραξία | απολύτως άκυρη | έγκυρη έναντι καλόπιστου τρίτου | έγκυρη αν αφορά δημόσια τάξη |
Σύνοψη: (ενδεικτική) Εικονική είναι η δικαιοπραξία «που γίνεται ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ, ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ». Αποτελεί την κυριότερη περίπτωση ΗΘΕΛΗΜΕΝΗΣ ασυμφωνίας μεταξύ δήλωσης και θέλησης, και είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΗ — «θεωρείται σαν να μην έγινε».
Παράδειγμα: ο Α «πωλεί» στον Β το αυτοκίνητό του για να αποφύγει την κατάσχεση από τους δανειστές του, συμφωνώντας ταυτόχρονα ότι η πώληση είναι εικονική.
Δύο όρια: ① «Για την προστασία των συναλλαγών … η εικονικότητα δεν μπορεί να βλάψει τους ΚΑΛΟΠΙΣΤΑ συναλλασσόμενους ΤΡΙΤΟΥΣ», δηλαδή όσους συναλλάσσονται χωρίς να τη γνωρίζουν (αν ο Β μεταπωλήσει στον Γ που αγνοεί, ο Γ γίνεται έγκυρα κύριος). ② Είναι απαράδεκτη στις δικαιοπραξίες που «ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και γίνονται με τη σύμπραξη της αρχής» (γάμος, αναγνώριση παιδιού, υιοθεσία) — αυτές «και όταν ακόμη γίνονται εικονικά ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΕΣ».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Οι αισχροκερδείς δικαιοπραξίες είναι έγκυρες;
Απάντηση:
ΟΧΙ — ΕΙΝΑΙ ΑΚΥΡΕΣ. «Επίσης ΑΚΥΡΕΣ είναι οι ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ, δηλαδή οι δικαιοπραξίες με τις οποίες, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΟΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ, ΤΗΝ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑ Ή ΤΗΝ ΑΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ, πετυχαίνει για τον εαυτό του ή για τρίτον ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΟΦΕΛΗ, ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ.»
Πού εντάσσονται: στην πέμπτη προϋπόθεση έγκυρης κατάρτισης — «περιεχόμενο σύμφωνο με τον νόμο και τα ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ». Το βιβλίο τις τοποθετεί αμέσως μετά τα άλλα παραδείγματα άκυρου περιεχομένου (πώληση ναρκωτικών, δέσμευση της προσωπικής ελευθερίας).
| # | Στοιχείο | Το κείμενο |
|---|---|---|
| ① | ΑΔΥΝΑΜΙΑ του ενός μέρους | «η ΑΝΑΓΚΗ, η ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑ ή η ΑΠΕΙΡΙΑ του άλλου» |
| ② | ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ αυτής της αδυναμίας | «ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΟΣ» |
| ③ | ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΙΑ των παροχών | «περιουσιακά οφέλη ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ από αυτά που προσφέρει» |
💡 Κανένα από μόνο του δεν αρκεί. Μια κακή συμφωνία δεν είναι αισχροκερδής αν ο άλλος δεν βρισκόταν σε αδυναμία· και μια συμφωνία με άνθρωπο σε ανάγκη δεν είναι αισχροκερδής αν οι παροχές είναι ισοδύναμες.
Το παράδειγμα του βιβλίου: «ο Α αγοράζει το αυτοκίνητο του Β σε ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΤΙΚΗ ΤΙΜΗ, εκμεταλλευόμενος την ΑΝΑΓΚΗ του να αντιμετωπίσει ΚΑΠΟΙΑ ΣΟΒΑΡΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ.»
Οι αισχροκερδείς δικαιοπραξίες είναι ΑΚΥΡΕΣ — όχι ακυρώσιμες. Η διαφορά είναι ουσιώδης:
| ΑΚΥΡΗ (αισχροκερδής, εικονική) | ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ (πλάνη, απάτη, απειλή) | |
|---|---|---|
| Ισχύει; | ΠΟΤΕ — «σαν να μην έγινε» | ΝΑΙ, μέχρι να προσβληθεί |
| Χρειάζεται προσβολή; | ΟΧΙ | ΝΑΙ, από τον θιγόμενο |
Γιατί η αυστηρότερη μεταχείριση; Επειδή η αισχροκέρδεια δεν προσβάλλει μόνο τον συγκεκριμένο συμβαλλόμενο αλλά τα χρηστά ήθη, δηλαδή «τις αντιλήψεις για την ηθική του μέσου κοινωνικού ανθρώπου χωρίς ακρότητες» — έναν κανόνα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δίκαιο δεν περιμένει να παραπονεθεί το θύμα: αρνείται εξαρχής να δώσει ισχύ σε τέτοια συμφωνία.
📌 Σύνδεση με το κεφ. 2: είναι το ίδιο σκεπτικό με την κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.), όπου η καλή πίστη επιβάλλει «να μη βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ». Και εκεί και εδώ, το κριτήριο είναι η δυσαναλογία.
💡 Η βαθύτερη αρχή: η ελευθερία των συμβάσεων προϋποθέτει δύο ελεύθερα μέρη. Όταν το ένα βρίσκεται σε ανάγκη, απειρία ή επιπολαιότητα, η «συμφωνία» δεν είναι πραγματικά ελεύθερη — γι' αυτό το δίκαιο δεν την αναγνωρίζει.
Σύνοψη: ΟΧΙ — είναι ΑΚΥΡΕΣ.
«Άκυρες είναι οι αισχροκερδείς δικαιοπραξίες, δηλαδή οι δικαιοπραξίες με τις οποίες, εκμεταλλευόμενος κάποιος την ΑΝΑΓΚΗ, την ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑ ή την ΑΠΕΙΡΙΑ του άλλου, πετυχαίνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά οφέλη ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ από αυτά που προσφέρει.»
Απαιτούνται και τα τρία: ① αδυναμία (ανάγκη, επιπολαιότητα ή απειρία) του ενός· ② εκμετάλλευσή της από τον άλλον· ③ δυσαναλογία των παροχών.
Ανήκουν στις περιπτώσεις όπου το ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ της δικαιοπραξίας αντίκειται στα χρηστά ήθη — γι' αυτό είναι άκυρες (και όχι απλώς ακυρώσιμες).
Παράδειγμα: αγορά αυτοκινήτου «σε εξευτελιστική τιμή», με εκμετάλλευση της ανάγκης του πωλητή να αντιμετωπίσει σοβαρή ασθένεια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι προσύμφωνο;
Απάντηση:
📌 «οι συμβαλλόμενοι καταρτίζουν μια ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ, μια προσύμβαση που ονομάζεται ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟ, με την οποία ΔΕΣΜΕΥΟΝΤΑΙ ΝΑ ΣΥΝΑΨΟΥΝ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ — και σε χρονικό διάστημα που συμφωνούν — ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΒΑΣΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ.»
«Μερικές φορές ακόμη και μετά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ΔΕΝ είναι δυνατόν … να καταρτιστεί η σύμβαση και παράλληλα οι ενδιαφερόμενοι ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΔΕΣΜΕΥΤΟΥΝ με τους όρους που συμφώνησαν.»
💡 Τα παραδείγματα του βιβλίου: «ο αγοραστής ενός ακινήτου ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΕΝΟΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ή χρειάζεται ΧΡΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ του ακινήτου».
Το πρόβλημα που λύνει: χωρίς προσύμφωνο, ο αγοραστής θα ξόδευε χρόνο και χρήμα για τον έλεγχο τίτλων ή την έγκριση δανείου — και ο πωλητής θα μπορούσε στο μεταξύ να πουλήσει σε άλλον. Το προσύμφωνο «κλειδώνει» τη συμφωνία ενώ αφήνει χρόνο για τις εκκρεμότητες.
«Στην περίπτωση που υπάρξει προσύμφωνο, αυτό ΚΑΤΑΡΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΥΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ (π.χ. απαιτείται ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ για το προσύμφωνο ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ).»
💡 Γιατί: αν το προσύμφωνο μπορούσε να γίνει ατύπως, θα ήταν εύκολη παράκαμψη του τύπου. Κάποιος θα δεσμευόταν με ένα χαρτάκι για μεταβίβαση ακινήτου — ακριβώς αυτό που ο συμβολαιογραφικός τύπος θέλει να αποτρέψει, αφού σκοπός του είναι «η προστασία αυτών που δικαιοπρακτούν από ΑΠΕΡΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ».
«αρχίζει με την εκδήλωση ενδιαφέροντος … και τελειώνει ή με την ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΩΣΗ … ή με την κατάρτιση ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟΥ ή με την κατάρτιση της ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ σύμβασης».
Και ήδη εκεί υπάρχει ευθύνη: «δημιουργείται μια ΣΧΕΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ μεταξύ των προσώπων που μέλλουν να συμβληθούν, τα οποία πρέπει στο στάδιο αυτό να τηρούν τη συμπεριφορά που υπαγορεύεται από την ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ και τα ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ. Η ΥΠΑΙΤΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ … υποχρεούται να ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙ αυτόν που ζημιώθηκε.»
💡 Δηλαδή δεν χρειάζεται να έχει καταρτιστεί σύμβαση για να υπάρξει ευθύνη — αρκεί να διαπραγματεύεσαι κακόπιστα.
📌 Και θυμήσου από το κεφ. 2: το προσύμφωνο δίνεται ως παράδειγμα αποσβεστικής προθεσμίας — «με προσύμφωνο τάσσεται μια ΑΠΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ για την υπογραφή του ΟΡΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ». Αν περάσει άπρακτη, χάνεται το ΔΙΚΑΙΩΜΑ.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Προσύμφωνο είναι μια προκαταρκτική σύμβαση (προσύμβαση), με την οποία οι συμβαλλόμενοι «δεσμεύονται να συνάψουν στο μέλλον — και σε χρονικό διάστημα που συμφωνούν — την ΟΡΙΣΤΙΚΗ σύμβαση, με τους βασικούς όρους που έχουν ήδη συμφωνήσει».
Χρησιμεύει όταν η οριστική σύμβαση δεν μπορεί ακόμη να καταρτιστεί, αλλά τα μέρη θέλουν να δεσμευτούν — π.χ. «ο αγοραστής ενός ακινήτου περιμένει την έγκριση ενός δανείου» ή «χρειάζεται χρόνο για να ελέγξει τους τίτλους».
Κανόνας-κλειδί: «καταρτίζεται με τον ΙΔΙΟ ΤΥΠΟ που προβλέπεται για τη σύμβαση που θα ακολουθήσει» — άρα για αγοραπωλησία ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ο Α προτείνει στον Β να του πουλήσει το αυτοκίνητό του «με όλα του τα εξαρτήματα» έναντι 2.000.000 δρχ. Ο Β συμφωνεί. Όταν όμως ο Α παραδίδει το αυτοκίνητο, ο Β διαπιστώνει ότι λείπει το κλιματιστικό, που ήξερε ότι υπήρχε, και το διεκδικεί. Ο Α ισχυρίζεται ότι, όταν έλεγε «όλα τα εξαρτήματα», δεν εννοούσε και το κλιματιστικό. Πώς θα ερμηνευθεί η σύμβαση; Περιλαμβάνεται στην πώληση ή όχι το κλιματιστικό;
Απάντηση:
Η σύμβαση καταρτίστηκε έγκυρα — υπάρχει πρόταση (Α) και αποδοχή (Β), οι δύο δηλώσεις συμπίπτουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Το πρόβλημα δεν είναι το κύρος αλλά το ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: τι σημαίνει «όλα του τα εξαρτήματα»;
«οι δικαιοπραξίες … είναι δυνατόν να περιέχουν ΑΣΑΦΕΙΕΣ, οπότε ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΘΟΥΝ. Η ερμηνεία … δεν είναι πάντα απλή υπόθεση, δεδομένου ότι μπορεί να εμπλέκονται πολλά πρόσωπα με ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ, που ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ το νόημα μιας δήλωσης.» — Ακριβώς η περίπτωσή μας.
| # | Κανόνας |
|---|---|
| ① | «κατά την ερμηνεία της δήλωσης της βουλήσεως ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ» |
| ② | «οι ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΑΠΑΙΤΕΙ Η ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ, λαμβανομένων υπόψη και των ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΗΘΩΝ» |
Το συμπέρασμα του βιβλίου: «πρέπει να αναζητείται η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΛΗΣΗ των προσώπων … χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΟΤΙ ΑΥΤΑ ΕΝΕΡΓΟΥΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ και των συναλλακτικών ηθών».
Βήμα ① — «χωρίς προσήλωση στις λέξεις». Δεν αρκεί να ρωτήσουμε τι λέει γραμματικά η φράση· ζητούμενο είναι τι εννοούσαν πραγματικά τα μέρη.
Βήμα ② — τι κατάλαβε ο Β. Το κρίσιμο δεδομένο της άσκησης: ο Β «ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΥΠΗΡΧΕ» το κλιματιστικό. Άρα, ακούγοντας «όλα του τα εξαρτήματα», εύλογα και καλόπιστα κατάλαβε ότι περιλαμβάνεται και αυτό. Οποιοσδήποτε μέσος συνετός αγοραστής θα καταλάβαινε το ίδιο.
Βήμα ③ — ο ισχυρισμός του Α. Ο Α επικαλείται την εσωτερική, αδήλωτη πρόθεσή του. Όμως δεν εξαίρεσε ρητά το κλιματιστικό, ενώ μπορούσε — και χρησιμοποίησε μάλιστα την ευρύτερη δυνατή διατύπωση, «ΟΛΑ του τα εξαρτήματα». ⚠️ Η καλή πίστη δεν επιτρέπει σε κάποιον να διατυπώνει ευρέως και μετά να περιορίζει εκ των υστέρων με επίκληση όσων κράτησε για τον εαυτό του.
Βήμα ④ — τα συναλλακτικά ήθη. Στις συναλλαγές, «εξαρτήματα» ενός αυτοκινήτου θεωρούνται όσα είναι εγκατεστημένα σε αυτό κατά τον χρόνο της συμφωνίας. Ένα εγκατεστημένο κλιματιστικό εντάσσεται σε αυτά.
ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΝΑΙ, ΤΟ ΚΛΙΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ. Η σύμβαση ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη και κατά τα συναλλακτικά ήθη: ο Α οφείλει να παραδώσει και το κλιματιστικό.
| Λάθος δρόμος | Γιατί δεν στέκει |
|---|---|
| «Είναι πλάνη του Β» | ⚠️ Όχι. Ο Β δεν πλανήθηκε — γνώριζε την πραγματικότητα (ήξερε ότι υπάρχει κλιματιστικό). Πρόβλημα ερμηνείας, όχι ελαττωματικής βούλησης. |
| «Είναι απάτη του Α» | ⚠️ Η άσκηση δεν δίνει στοιχεία δόλιας παραπλάνησης. Ο Α δεν ψεύδεται για την ύπαρξη του κλιματιστικού — διαφωνεί για το εύρος της συμφωνίας. |
💡 Η γενική αρχή που διδάσκει η άσκηση: στο δίκαιο των συμβάσεων δεν κρίνει η κρυφή πρόθεση του ενός, αλλά το νόημα που εύλογα και καλόπιστα αποδίδει στη δήλωση ο παραλήπτης της. Αν ίσχυε το αντίθετο, καμία σύμβαση δεν θα ήταν ασφαλής — ο καθένας θα μπορούσε να ισχυριστεί εκ των υστέρων ότι «άλλο εννοούσε».
📌 Και μια πρακτική συμβουλή που βγάζει η άσκηση: ο Α θα είχε δίκιο αν είχε γράψει «όλα τα εξαρτήματα, ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΚΛΙΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ». Ο σαφής όρος νικά την κατοπινή εξήγηση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) ΝΑΙ — το κλιματιστικό ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ στην πώληση.
Αιτιολογία. Πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης, όπου ο Α.Κ. καθιερώνει δύο κανόνες: ① «κατά την ερμηνεία της δήλωσης της βουλήσεως αναζητείται το αληθινό νόημά της ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ»· ② «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ, λαμβανομένων υπόψη και των ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΗΘΩΝ».
Εφαρμόζοντάς τους: ο Α χρησιμοποίησε την ευρύτατη διατύπωση «όλα του τα εξαρτήματα» και δεν εξαίρεσε ρητά το κλιματιστικό, ενώ μπορούσε. Ο Β γνώριζε ότι το κλιματιστικό υπήρχε, άρα εύλογα και καλόπιστα κατάλαβε ότι περιλαμβάνεται. Κατά τα συναλλακτικά ήθη, «εξαρτήματα» θεωρούνται όσα είναι εγκατεστημένα στο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο της συμφωνίας.
Ο ισχυρισμός του Α στηρίζεται στην εσωτερική, αδήλωτη πρόθεσή του, την οποία η καλή πίστη δεν επιτρέπει να επιβληθεί εις βάρος του αντισυμβαλλομένου. Ο Α οφείλει να παραδώσει και το κλιματιστικό.
Κριτήρια αξιολόγησης: