Λύσεις — Κεφάλαιο 2: Η καύση (σελ. 37)
Λύσεις των 11 ερωτήσεων του κεφαλαίου 2 (ανάπτυξης· η 8 με αριθμητικές τιμές).
Ερώτηση 1 — Ορισμός της καύσης
Ερώτηση: Να ορίσετε την έννοια της καύσης.
Απάντηση:
- Καύση ονομάζεται η ένωση, κάτω από κατάλληλες συνθήκες (θερμοκρασία ανάφλεξης, ανάμειξη), των στοιχείων που περιέχουν τα καύσιμα — κυρίως του άνθρακα (C) και του υδρογόνου (H) — με το οξυγόνο του ατμοσφαιρικού αέρα (σελ. 29). Η χημική αυτή αντίδραση είναι εξώθερμη, δηλαδή συνοδεύεται από έκλυση ποσοτήτων θερμότητας — π.χ. C + O₂ → CO₂ + 30.000 kJ/kg, 2H₂ + O₂ → 2H₂O + 286.000 kJ/kg, CH₄ + 2O₂ → CO₂ + 2H₂O + 50.000 kJ/kg (σελ. 34). Προϊόντα της είναι τα καυσαέρια (CO₂, H₂O και το άζωτο του αέρα που δεν καίγεται). Η εξέλιξή της είναι πολύπλοκη και διαφέρει ανά είδος καυσίμου: στα στερεά εξαρτάται από τις πτητικές ουσίες, στα υγρά προηγείται εξάτμιση-πυρόλυση των σταγονιδίων (φλόγα διάχυσης), στα αέρια γίνεται απευθείας ανάμειξη με τον αέρα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ένωση, υπό κατάλληλες συνθήκες, των στοιχείων των καυσίμων (κυρίως άνθρακα και υδρογόνου) με το οξυγόνο του ατμοσφαιρικού αέρα — εξώθερμη χημική αντίδραση που συνοδεύεται από έκλυση θερμότητας (προϊόντα: καυσαέρια CO₂, H₂O, N₂).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 2 — Σημασία της σωστής ποσότητας αέρα
Ερώτηση: Να εξηγήσετε τη σημασία, για την καύση, της σωστής ποσότητας του αέρα.
Απάντηση:
- Με βάση τη σύσταση του καυσίμου (ατομικοί αριθμοί, μοριακά βάρη), για την καύση συγκεκριμένης ποσότητας καυσίμου απαιτείται συγκεκριμένο ποσό αέρα — η θεωρητική ποσότητα αέρα (π.χ. 9,52 m³ αέρα ανά m³ μεθανίου, 30,8 για βουτάνιο — σελ. 30, 32). Στην πράξη, επειδή η ανάμειξη δεν είναι τέλεια, απαιτείται λίγο αυξημένη ποσότητα — περίσσεια αέρα, που πρέπει να κυμαίνεται 10-30 % πάνω από τη θεωρητική (σελ. 34). Αν ο αέρας είναι λιγότερος από τον απαιτούμενο, έχουμε ατελή καύση: εκλύεται μονοξείδιο του άνθρακα (CO), που είναι δηλητηριώδες, επικίνδυνο και σχηματίζει με τον αέρα εκρηκτικά μίγματα (κίνδυνος έκρηξης στην καμινάδα), συγκεντρώνεται άκαυστος άνθρακας/αιθάλη στον λέβητα (ρύπανση επιφανειών, μείωση απόδοσης) και χάνεται ενέργεια που δεν αποδόθηκε. Αν ο αέρας είναι υπερβολικός, η καύση είναι αντιοικονομική, αφού μέρος της θερμότητας δαπανάται για να θερμάνουμε άχρηστο αέρα που φεύγει από την καμινάδα (μεγαλύτερες απώλειες καυσαερίων, μικρότερος βαθμός απόδοσης)· επιπλέον προκαλείται έκλυση ανεπιθύμητων οξειδίων του αζώτου (NOx), και στα αέρια καύσιμα δημιουργία υδρατμών που βλάπτουν τα τοιχώματα του λέβητα. Η σωστή ποσότητα αέρα δίνει τη βέλτιστη περιεκτικότητα CO₂ (θεωρητικά 15,3 %) στα καυσαέρια, μέγιστη απόδοση και ελάχιστους ρύπους — γι' αυτό η ρύθμιση της καύσης (μέσω αέρα ή καυσίμου) ελέγχεται με ανάλυση καυσαερίων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Για κάθε ποσότητα καυσίμου απαιτείται θεωρητικά ορισμένος αέρας (+ περίσσεια 10-30 % στην πράξη). Λιγότερος αέρας → ατελής καύση: CO (δηλητηριώδες, εκρηκτικό), άκαυστος άνθρακας/αιθάλη, απώλεια ενέργειας· υπερβολικός → θέρμανση άχρηστου αέρα (απώλειες καμινάδας, χαμηλός βαθμός απόδοσης), NOx, υδρατμοί· σωστός → CO₂ ≈ 15,3 %, μέγιστη απόδοση, ελάχιστοι ρύποι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Θεωρητικός + λίγος/πολύς.
Ερώτηση 3 — Συνηθισμένα συστατικά των καυσαερίων
Ερώτηση: Ποια είναι τα συνηθισμένα συστατικά των καυσαερίων;
Απάντηση:
- Τα καυσαέρια είναι τα παράγωγα της καύσης (σελ. 30, 33, 36). Από την τέλεια καύση: διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) — από την καύση του άνθρακα, νερό (H₂O) σε μορφή ατμού — από την καύση του υδρογόνου, και άζωτο (N₂) — που συνοδεύει το οξυγόνο στον αέρα (≈ 79 %) και δεν καίγεται· επιπλέον το οξυγόνο (O₂) της περίσσειας αέρα που δεν αντέδρασε. Για 1 m³ μεθανίου, π.χ., τα θεωρητικά καυσαέρια είναι 1 m³ CO₂ + 2 m³ H₂O + 7,52 m³ N₂ (8,52 m³ ξηρά, 10,52 m³ υγρά). Δευτερεύοντα/ανεπιθύμητα: ενώσεις του θείου (SO₂) από το θείο του πετρελαίου (≤ 0,3 %), οξείδια του αζώτου (NOx) (σε υπερβολική περίσσεια αέρα/υψηλές θερμοκρασίες), και, σε ατελή καύση, μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και άκαυστος άνθρακας (αιθάλη — Νο Bacharach). Η σύνθεση και η θερμοκρασία τους ελέγχονται με ανάλυση καυσαερίων στην καπνοδόχο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) CO₂ (από τον άνθρακα), υδρατμοί H₂O (από το υδρογόνο), άζωτο N₂ (του αέρα, δεν καίγεται) και O₂ περίσσειας· ανεπιθύμητα: SO₂ (θείο), NOx, και σε ατελή καύση CO και αιθάλη (άκαυστος άνθρακας).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 4 — Το πιο επικίνδυνο συστατικό των καυσαερίων
Ερώτηση: Ποιο είναι το πιο επικίνδυνο συστατικό καυσαερίων και γιατί;
Απάντηση:
- Το πιο επικίνδυνο συστατικό είναι το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), θανατηφόρο προϊόν της ατελούς καύσης (έλλειψη αέρα — σελ. 30, 33). Γιατί: α) Είναι άοσμο, άγευστο και άχρωμο, γι' αυτό δύσκολα αναγνωρίζεται — μπορεί να συσσωρευτεί σε χώρο χωρίς να γίνει αντιληπτό. β) Φτάνει μέσω των πνευμόνων στο αίμα και, επειδή έχει πολύ μεγάλη χημική συγγένεια με την αιμοσφαιρίνη (πολλαπλάσια από το οξυγόνο), δεσμεύει την αιμοσφαιρίνη και εμποδίζει τη μεταφορά οξυγόνου· χρειάζονται πολύ μεγάλες ποσότητες οξυγόνου για να διασπαστεί η ένωσή του — δηλητηρίαση που μπορεί να γίνει θανατηφόρα. γ) Έχει πυκνότητα λίγο μικρότερη από τον αέρα (διασκορπίζεται στον χώρο, δεν κατακάθεται) και σχηματίζει με τον αέρα εκρηκτικά μίγματα — σε ατελή καύση μπορεί να προκληθεί έκρηξη στην καμινάδα. Γι' αυτό είναι απαραίτητος ο σωστός αερισμός του λεβητοστασίου, η καλή ρύθμιση της καύσης (έλεγχος CO στα καυσαέρια) και η στεγανή απαγωγή των καυσαερίων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), προϊόν ατελούς καύσης: θανατηφόρο — άοσμο, άγευστο, άχρωμο (δεν γίνεται αντιληπτό), δεσμεύει την αιμοσφαιρίνη του αίματος (μεγάλη χημική συγγένεια, δύσκολη διάσπαση), και σχηματίζει με τον αέρα εκρηκτικά μίγματα (έκρηξη καμινάδας).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 5 — Θερμογόνος δύναμη και μονάδες
Ερώτηση: Τι είναι η θερμογόνος δύναμη των καυσίμων και με τι μονάδες μετριέται;
Απάντηση:
- Θερμογόνος δύναμη (ή θερμαντική ικανότητα, σύμβολο H) είναι το ποσό της θερμότητας που εκλύεται κατά την τέλεια καύση 1 kg καυσίμου (σελ. 34). Μονάδες: kJ/kg ή kcal/kg για στερεά και υγρά· ειδικά για τα αέρια καύσιμα μετριέται και ανά μονάδα όγκου: kJ/m³ ή kcal/m³ (ανά Nm³, κανονικές συνθήκες). Διακρίνεται σε ανώτερη και κατώτερη: στις εφαρμογές χρησιμοποιούμε την κατώτερη, δηλαδή δεν λαμβάνουμε υπόψη το ποσό θερμότητας που εκλύθηκε αλλά δαπανήθηκε για τη δημιουργία των υδρατμών (λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης του νερού της καύσης, που φεύγει με τα καυσαέρια). Ενδεικτικές τιμές (σελ. 19): πετρέλαιο ≈ 10.000 kcal/kg (42.000 kJ/kg), στερεά 3.500-7.000 kcal/kg, φωταέριο 4.000 και φυσικό αέριο 8.000 kcal/Nm³, προπάνιο 22.000, βουτάνιο 30.000 kcal/Nm³. Χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της παροχής καυσίμου (B = Q / (H·η)) και της απόδοσης.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το ποσό θερμότητας που εκλύεται κατά την τέλεια καύση 1 kg (ή 1 m³ για αέρια) καυσίμου (H)· μονάδες kJ/kg ή kcal/kg, για αέρια kJ/m³ ή kcal/m³ (Nm³)· ανώτερη/κατώτερη — στις εφαρμογές η κατώτερη (χωρίς τη λανθάνουσα των υδρατμών)· π.χ. πετρέλαιο ≈ 10.000 kcal/kg, φυσικό αέριο ≈ 8.000 kcal/Nm³.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ορισμός + μονάδες + κατώτερη.
Ερώτηση 6 — Κυριότερες απώλειες κατά την καύση στις Κ.Θ.
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες απώλειες κατά την καύση στις εγκαταστάσεις Κ.Θ.;
Απάντηση:
- Η ενέργεια του καυσίμου μετατρέπεται σε θερμότητα κατά την καύση, αλλά δεν την εκμεταλλευόμαστε όλη (σελ. 34, 36): ένα μέρος αποδίδεται στο νερό του λέβητα από τα τοιχώματα του θαλάμου καύσης (ακτινοβολία), ένα δεύτερο από τα καυσαέρια μέσω των επιφανειών συναλλαγής, ένα τρίτο όμως παραμένει στα καυσαέρια που φεύγουν από τον λέβητα. Οι κυριότερες απώλειες: 1. Απώλειες καμινάδας (θερμότητα καυσαερίων) — η σημαντικότερη απώλεια στην Κ.Θ., που καθορίζει στην πράξη τον βαθμό απόδοσης του λέβητα· εξαρτώνται από τη θερμοκρασία των καυσαερίων (κανονικά 180-250 °C αέρια, 200-300 °C υγρά) και την ποσότητά τους, δηλαδή από την περίσσεια αέρα (όσο περισσότερος αέρας από τον αναγκαίο, τόσο περισσότερη θερμότητα ξοδεύεται για να θερμανθεί άχρηστος αέρας — περίσσεια 10-30 %). 2. Απώλειες από άκαυστα — ατελής καύση: αέρια άκαυστα (CO) και στερεά (αιθάλη, Νο Bacharach, στα υγρά) σημαίνουν ότι το καύσιμο δεν απέδωσε όλη την ενέργειά του (και οι επικαθίσεις αιθάλης μονώνουν τις επιφάνειες συναλλαγής). 3. Η λανθάνουσα θερμότητα των υδρατμών των καυσαερίων (γι' αυτό η κατώτερη θερμογόνος δύναμη). 4. Δευτερεύουσες: απώλειες ακτινοβολίας-συναγωγής από το περίβλημα του λέβητα προς το λεβητοστάσιο και απώλειες στάσης (ψύξη του λέβητα στα διαλείμματα από τον ελκυσμό). Μειώνονται με σωστή ρύθμιση καύσης, καθαρισμό επιφανειών, μόνωση και σωστή διαστασιολόγηση λέβητα-καυστήρα-καπνοδόχου.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κύρια: οι απώλειες καμινάδας — η θερμότητα που φεύγει με τα καυσαέρια (θερμοκρασία και ποσότητά τους/περίσσεια αέρα), που καθορίζουν τον βαθμό απόδοσης· επιπλέον απώλειες από άκαυστα (CO, αιθάλη — ατελής καύση), η λανθάνουσα θερμότητα των υδρατμών, και δευτερεύουσες απώλειες ακτινοβολίας-συναγωγής από το περίβλημα του λέβητα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Καμινάδα + άκαυστα + λοιπές.
Ερώτηση 7 — Έλεγχος της ποιότητας της καύσης
Ερώτηση: Πώς γίνεται ο έλεγχος της ποιότητας της καύσης;
Απάντηση:
- Έλεγχος ποιότητας καύσης = η ανάλυση των προϊόντων της καύσης (καυσαερίων), κυρίως ποσοτικά, για να διαπιστωθεί αν η καύση βρίσκεται στα πλαίσια των οδηγιών του κατασκευαστή και των κανονισμών του κράτους (σελ. 35). Πρακτική: 1. Μετράμε τα καυσαέρια στην καπνοδόχο (καπναγωγό) με αναλυτή καυσαερίων — παίρνουμε δείγμα μετά τον λέβητα. 2. Μετράμε το ποσοστό CO₂ %, που αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με την περίσσεια αέρα που μεταβάλλουμε εμείς (ρύθμιση τάμπερ αέρα/ακροφυσίου): το διάγραμμα περίσσειας αέρα (εικ. 2.4.α) δίνει τη σχέση CO₂ % – περίσσεια για κάθε καύσιμο (θεωρητικό μέγιστο 15,3 % για πετρέλαιο, επιδιωκόμενη περίσσεια 10-30 %). 3. Μετράμε επίσης τη θερμοκρασία των καυσαερίων (κανονικά 180-250 °C αέρια, 200-300 °C υγρά — δείκτης απωλειών καμινάδας), το O₂, το CO (άκαυστα αέρια) και τον δείκτη αιθάλης (Νο Bacharach) για τα υγρά καύσιμα, καθώς και τον ελκυσμό. 4. Από τις τιμές υπολογίζεται ο βαθμός απόδοσης και γίνεται η ρύθμιση της καύσης είτε μέσω του αέρα είτε μέσω του καυσίμου (παροχή μπεκ/πίεση αντλίας), μέχρι οι τιμές να μπουν στα όρια. Ο έλεγχος επαναλαμβάνεται στη συντήρηση και καταγράφεται στο φύλλο ελέγχου.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με ανάλυση των καυσαερίων στην καπνοδόχο (αναλυτής): μέτρηση CO₂ % (σε σχέση με την περίσσεια αέρα — διάγραμμα περίσσειας, περίσσεια 10-30 %), θερμοκρασίας καυσαερίων (180-250 / 200-300 °C), O₂, CO και αιθάλης (Bacharach)· σύγκριση με οδηγίες κατασκευαστή/κανονισμούς και ρύθμιση της καύσης μέσω του αέρα ή του καυσίμου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ανάλυση καυσαερίων + μεγέθη + ρύθμιση.
Ερώτηση 8 — Θερμοκρασίες καυσαερίων καλής καύσης
Ερώτηση: Ποιες θερμοκρασίες καυσαερίων δείχνουν καλής ποιότητας καύση;
Απάντηση:
- Η θερμοκρασία των καυσαερίων στην έξοδο του λέβητα πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια που καθορίζει ο κατασκευαστής του λέβητα. Αν δεν υπάρχει τέτοιο στοιχείο, ή αν αλλάξαμε καύσιμο ή καυστήρα, θεωρούμε ως κανονική τιμή (σελ. 34): Tf = 180-250 °C για αέρια καύσιμα και Tf = 200-300 °C για υγρά καύσιμα. Θερμοκρασίες υψηλότερες από τα όρια σημαίνουν μεγάλες απώλειες καμινάδας (κακή συναλλαγή θερμότητας — βρώμικες επιφάνειες/αιθάλη, υπερβολική περίσσεια αέρα, υπερδιαστασιολογημένος καυστήρας), δηλαδή χαμηλό βαθμό απόδοσης· πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (κάτω από ~150-180 °C σε συμβατικούς λέβητες) προκαλούν συμπύκνωση υδρατμών και όξινων προϊόντων (θειικό οξύ) στην καπνοδόχο και στον λέβητα → διάβρωση, και ανεπαρκή ελκυσμό. Η θερμοκρασία μετριέται μαζί με το CO₂ % κατά την ανάλυση καυσαερίων για τον υπολογισμό της απόδοσης.
Σύνοψη: Θερμοκρασίες εντός των ορίων του κατασκευαστή· ελλείψει στοιχείων, κανονικές τιμές: 180-250 °C για αέρια καύσιμα και 200-300 °C για υγρά (πετρέλαιο) — υψηλότερες = μεγάλες απώλειες καμινάδας, πολύ χαμηλότερες = συμπυκνώσεις/διάβρωση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 9 — Ρυπογόνα προϊόντα της καύσης
Ερώτηση: Ποια είναι τα ρυπογόνα προϊόντα της καύσης;
Απάντηση:
- Η καύση των καυσίμων των κεντρικών θερμάνσεων προσδίδει στην ατμόσφαιρα κυρίως (σελ. 35-36): 1. Οξείδια του άνθρακα — CO₂: αναπόφευκτο προϊόν κάθε καύσης· βασικά υπεύθυνο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου (σταθερή αύξηση της θερμοκρασίας της γης). 2. Οξείδια του θείου — SO₂: από το θείο του καυσίμου (πετρέλαιο ≤ 0,3 %, στερεά)· συμμετέχει στη δημιουργία της όξινης βροχής (και διαβρώνει καπνοδόχους). 3. Οξείδια του αζώτου — NOx: από το άζωτο του αέρα σε υψηλές θερμοκρασίες/περίσσεια· υπεύθυνα για το φωτοχημικό νέφος (Αθήνα), επικίνδυνο για τον άνθρωπο. 4. Σε ατελή καύση: μονοξείδιο του άνθρακα (CO) — δηλητηριώδες/θανατηφόρο — και αιθάλη/άκαυστοι υδρογονάνθρακες (σωματίδια, καπνός). Τα αέρια καύσιμα παράγουν λιγότερο CO₂, μηδενικό SO₂ και συγκρίσιμα NOx· τα στερεά τα περισσότερα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) CO₂ (φαινόμενο θερμοκηπίου), SO₂ (όξινη βροχή), NOx (φωτοχημικό νέφος) και, σε ατελή καύση, CO (δηλητηριώδες) και αιθάλη/άκαυστα σωματίδια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 10 — Το φαινόμενο του θερμοκηπίου
Ερώτηση: Τι είναι το φαινόμενο του θερμοκηπίου;
Απάντηση:
- Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι το φαινόμενο κατά το οποίο η θερμοκρασία της γης αυξάνεται σταθερά (σελ. 35): το διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) — που εκλύεται από την καύση των καυσίμων (θερμάνσεις, βιομηχανία, μεταφορές, ηλεκτροπαραγωγή) — και άλλα αέρια συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα και, όπως τα τζάμια ενός θερμοκηπίου, αφήνουν την ηλιακή ακτινοβολία να φτάσει στο έδαφος αλλά εμποδίζουν τη θερμική (υπέρυθρη) ακτινοβολία της γης να διαφύγει στο διάστημα, με αποτέλεσμα την παγίδευση θερμότητας και τη σταδιακή άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη. Η έκλυση CO₂ είναι βασικά υπεύθυνη για την ανάπτυξή του. Η αύξηση αυτή έχει καταστρεπτικές συνέπειες στις κλιματικές συνθήκες (τήξη πάγων, άνοδος στάθμης θάλασσας, ακραία φαινόμενα, ξηρασίες) και κατά συνέπεια στη ζωή του ανθρώπου. Γι' αυτό τα τελευταία χρόνια έχουν συσταθεί διεθνείς οργανισμοί και έχουν γίνει παγκόσμιες συναντήσεις με σκοπό τον καθορισμό ορίων εκπομπών CO₂ από τα κράτη και τελικό στόχο τη διαρκή μείωση των εκπομπών· στις Κ.Θ. αυτό σημαίνει καλύτερη απόδοση, αέρια καύσιμα, ΑΠΕ.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η σταθερή αύξηση της θερμοκρασίας της γης επειδή το CO₂ (κυρίως από τις καύσεις) και άλλα αέρια της ατμόσφαιρας παγιδεύουν τη θερμική ακτινοβολία της γης όπως τα τζάμια θερμοκηπίου· καταστρεπτικές κλιματικές συνέπειες → διεθνείς συμφωνίες για όρια και μείωση εκπομπών CO₂.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Μηχανισμός + συνέπειες + μέτρα.
Ερώτηση 11 — Γιατί τα αέρια καύσιμα είναι τα πιο φιλικά για το περιβάλλον
Ερώτηση: Γιατί τα αέρια καύσιμα είναι τα πιο “φιλικά” για το περιβάλλον;
Απάντηση:
- Το φυσικό αέριο και τα άλλα αέρια καύσιμα είναι τα λιγότερο ρυπογόνα (σελ. 19-20, 36) επειδή: 1. Έχουν μικρότερες εκπομπές CO₂ από τα στερεά και τα υγρά καύσιμα για την ίδια παραγόμενη θερμότητα — το μεθάνιο (CH₄) έχει μεγάλη αναλογία υδρογόνου/άνθρακα, οπότε μεγάλο μέρος της θερμότητας προέρχεται από την καύση του H₂ που δίνει νερό, όχι CO₂ → περιορίζουν πολύ το φαινόμενο του θερμοκηπίου. 2. Έχουν μηδενικές εκπομπές SO₂ (δεν περιέχουν θείο, σε αντίθεση με το πετρέλαιο και τους άνθρακες) → καμία συμβολή στην όξινη βροχή. 3. Έχουν συγκρίσιμες (ή μικρότερες) εκπομπές NOx. 4. Καίγονται τέλεια και καθαρά — ως αέρια αναμειγνύονται εύκολα με τον αέρα, χωρίς αιθάλη/άκαυστα σωματίδια και με ελάχιστο CO, με μεγαλύτερο βαθμό απόδοσης (λιγότερο καύσιμο για την ίδια θερμότητα). 5. Δεν χρειάζονται αποθήκευση (εκτός υγραερίων) — χωρίς κίνδυνο διαρροών-ρύπανσης εδάφους από δεξαμενές. Γι' αυτό συνιστάται η απευθείας χρήση τους στις εγκαταστάσεις (και κεντρικές θερμάνσεις) και η μετρημένη χρήση τους για ηλεκτροπαραγωγή (μόνο σε μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας, λόγω απωλειών).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Γιατί έχουν μικρότερες εκπομπές CO₂ (μεγάλη αναλογία H/C — λιγότερο θερμοκήπιο), μηδενικές εκπομπές SO₂ (χωρίς θείο — όχι όξινη βροχή), συγκρίσιμα NOx, καίγονται τέλεια χωρίς αιθάλη/CO με μεγαλύτερο βαθμό απόδοσης, και δεν χρειάζονται αποθήκευση· γι' αυτό συνιστάται η απευθείας χρήση τους.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- CO₂↓, SO₂ = 0, καθαρή καύση.