Λύσεις — Εισαγωγικά Στοιχεία (σελ. 16) – ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΝ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Εισαγωγικά Στοιχεία

Λύσεις στις 14 ερωτήσεις του κεφαλαίου: η έννοια της μέτρησης και της διάγνωσης, μεθοδολογία ελέγχου/διάγνωσης, διάγραμμα ροής εντοπισμού βλάβης, αυτοδιάγνωση και παράγοντες σωστής διάγνωσης.


Ορισμός της μέτρησης

Ερώτηση: Τι λέγεται μέτρηση;

Απάντηση:

  • Ανατρέχουμε στην §1.1 «Η έννοια της μέτρησης», όπου δίνεται ο ορισμός.
  • Γράφουμε ότι μέτρηση είναι σύγκριση με ομοειδές μέγεθος που θεωρείται σταθερό/«σωστό».
  • Συμπληρώνουμε ότι το αποτέλεσμα είναι αριθμός και μονάδα, με το παράδειγμα του μήκους του αυτοκινήτου (4 μέτρα).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Με τον όρο «μέτρηση» εννοείται η σύγκριση ενός μεγέθους ή μιας κατάστασης με ένα άλλο ομοειδές μέγεθος ή κατάσταση, το οποίο θεωρείται σταθερό, αμετάβλητο ή πιο απλά «σωστό». Το αποτέλεσμα αυτής της μέτρησης δίνεται με έναν αριθμό και μία μονάδα. Ο αριθμός δηλώνει-εκφράζει πόσες μονάδες περιέχονται στο μετρούμενο μέγεθος. Π.χ. το μήκος ενός αυτοκινήτου είναι 4 μέτρα: ο αριθμός 4 δηλώνει ότι η μονάδα μήκους -το «μέτρο»- «χωράει» 4 φορές στο μήκος του συγκεκριμένου αυτοκινήτου.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Μέτρηση = σύγκριση μεγέθους με ομοειδές, σταθερό μέγεθος· αποτέλεσμα = αριθμός × μονάδα

Σκοποί της μέτρησης στο αυτοκίνητο

Ερώτηση: Ποιοι είναι οι σκοποί της μέτρησης των διαφόρων μεγεθών στη λειτουργία ενός αυτοκινήτου;

Απάντηση:

  • Στην §1.1 το βιβλίο εξηγεί ότι πολλά μεγέθη πρέπει να κινούνται μεταξύ ενός ελάχιστου και ενός μέγιστου ορίου.
  • Χρησιμοποιούμε τα δύο παραδείγματα του βιβλίου: στροφές κινητήρα (900-9000 σ.α.λ.) και τάση ηλεκτρικού συστήματος (11,5-14,5 V).
  • Καταλήγουμε στους σκοπούς: διάγνωση και αποκατάσταση βλάβης, αλλά και πρόληψη και προστασία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται το μετρούμενο μέγεθος να βρίσκεται μεταξύ ενός μέγιστου και ενός ελάχιστου ορίου, που θεωρούνται «σωστά» ή «αναγκαία», προκειμένου να λειτουργεί σωστά ένας μηχανισμός ή ένα σύστημα, χωρίς να καταστραφεί. Αυτό επιτυγχάνεται με τη συνεχή μέτρηση συγκεκριμένων μεγεθών, διαδικασία που ονομάζεται έλεγχος. Π.χ. ο αριθμός στροφών ενός τετράχρονου κινητήρα πρέπει να κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 900 και 9000 σ.α.λ.: έξω από αυτά τα όρια είτε δεν λειτουργεί ο κινητήρας (κάτω από τις στροφές ρελαντί) είτε καταστρέφεται (πάνω από το όριο στροφών). Παρόμοια, η τάση λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος ενός αυτοκινήτου πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 11,5 V και 14,5 V: μικρότερη τάση σημαίνει ότι δεν λειτουργούν τα ηλεκτρικά συστήματα, ενώ μεγαλύτερη σημαίνει καταστροφή των ηλεκτρικών εξαρτημάτων. Σκοπός λοιπόν του ελέγχου, εκτός από τη δυνατότητα διάγνωσης και αποκατάστασης της βλάβης σε περίπτωση που κάποια μέτρηση είναι εκτός ορίων, είναι και η δυνατότητα πρόληψης και προστασίας.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Διατήρηση των μεγεθών εντός ορίων (μέγιστο-ελάχιστο) ώστε το σύστημα να λειτουργεί σωστά χωρίς καταστροφή· δυνατότητα διάγνωσης/αποκατάστασης βλάβης· πρόληψη και προστασία

Ορισμός της διάγνωσης

Ερώτηση: Τι ονομάζεται διάγνωση;

Απάντηση:

  • Ανατρέχουμε στην §1.2 «Η έννοια της Διάγνωσης».
  • Διατυπώνουμε τον ορισμό: εντοπισμός βλάβης μέσα από μετρήσεις και ελέγχους ή μέσα από την εμπειρία, με βάση τα συμπτώματα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εντοπισμός μιας βλάβης μέσα από κάποια διαδικασία μετρήσεων και ελέγχων ή και ακόμα μέσα από την εμπειρία του χρήστη ή του επισκευαστή -για κάθε βλάβη υπάρχουν συνήθως και συγκεκριμένα συμπτώματα- λέγεται διάγνωση.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Διάγνωση = εντοπισμός βλάβης μέσω μετρήσεων/ελέγχων ή μέσω εμπειρίας, με βάση τα συμπτώματα της βλάβης

Στάδια της διάγνωσης

Ερώτηση: Ποια είναι τα στάδια της διάγνωσης;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο περιγράφει τη διαδικασία της διάγνωσης με χρονική σειρά.
  • Απαριθμούμε τα στάδια: σύμπτωμα/ένδειξη → μετρήσεις με προκαθορισμένη σειρά → εντοπισμός αιτίας → επισκευή → δοκιμή/επιβεβαίωση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η διαδικασία της διάγνωσης ξεκινά από την εμφάνιση κάποιου συμπτώματος ή κάποιας ένδειξης (οπτικής ή ηχητικής), ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Το επόμενο βήμα είναι να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένες μετρήσεις, με προκαθορισμένη σειρά, στα εξαρτήματα του συστήματος από όπου είναι πιθανόν να προέρχεται η βλάβη, ώστε να εντοπισθεί η αιτία της. Κατόπιν πραγματοποιείται η επισκευή της βλάβης και τέλος η δοκιμή ή η επιβεβαίωση ότι σταμάτησαν τα συμπτώματα της επισκευασθείσας βλάβης και όλα λειτουργούν σωστά.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Εμφάνιση συμπτώματος/ένδειξης → μετρήσεις με προκαθορισμένη σειρά → εντοπισμός αιτίας → επισκευή → δοκιμή/επιβεβαίωση

Βασικά στοιχεία μεθοδολογίας διάγνωσης

Ερώτηση: Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που πρέπει να έχει μια μεθοδολογία διάγνωσης;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 (διάγραμμα ροής, σχ. 1.3) το βιβλίο ορίζει τι πρέπει να γνωρίζουμε για κάθε εξάρτημα.
  • Αναφέρουμε τα τρία στοιχεία Α) λειτουργία, Β) όργανο/τρόπος ελέγχου, Γ) συγκριτική τιμή, με το παράδειγμα της μπαταρίας.
  • Προσθέτουμε ότι πρέπει να είναι γνωστά τα εξαρτήματα του συστήματος και η σειρά με την οποία συμμετέχουν στη λειτουργία του.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Για κάθε εξάρτημα ενός υπό έλεγχο συστήματος πρέπει να είναι γνωστά τρία βασικά στοιχεία. Α) Ποια είναι η λειτουργία του εν λόγω εξαρτήματος (π.χ. η λειτουργία της μπαταρίας είναι να παρέχει στις ηλεκτρικές καταναλώσεις του αυτοκινήτου σταθερή τάση 12 V και την αντίστοιχη ένταση που χρειάζονται). Β) Με ποιο-α όργανο-α ή συσκευή-ές και με ποιους τρόπους ελέγχεται το συγκεκριμένο εξάρτημα (π.χ. η μπαταρία ελέγχεται είτε με βολτόμετρο ταχείας εκφόρτισης είτε με πυκνόμετρο). Γ) Τη συγκριτική τιμή, δηλαδή το αποτέλεσμα της μέτρησης που «κρίνει» τελικά αν λειτουργεί ή δε λειτουργεί το εξάρτημα (π.χ. αν το βολτόμετρο δείξει τάση κάτω από 10,5 V η μπαταρία «δεν λειτουργεί», ενώ αν δείξει τάση πάνω από 11,5 V η μπαταρία «λειτουργεί»). Επίσης, θα πρέπει να γνωρίζουμε από ποια εξαρτήματα αποτελείται το υπό έλεγχο σύστημα και με ποια «σειρά» το κάθε εξάρτημα συμμετέχει λειτουργικά στην όλη διαδικασία.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Α) λειτουργία του εξαρτήματος, Β) όργανο/συσκευή/τρόπος ελέγχου του, Γ) συγκριτική τιμή που κρίνει αν λειτουργεί ή όχι

Το διάγραμμα ροής εντοπισμού βλάβης

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για το διάγραμμα ροής εντοπισμού βλάβης;

Απάντηση:

  • Στηριζόμαστε στην §1.3 και στο σχήμα 1.3 (κινητήρας που μιζάρει αλλά δεν παίρνει εμπρός).
  • Περιγράφουμε τα 7 βήματα ελέγχου με τη σειρά λειτουργίας των εξαρτημάτων.
  • Εξηγούμε τον κανόνα ΝΑΙ/ΟΧΙ: ΟΧΙ → η βλάβη βρίσκεται στο εξάρτημα, ΝΑΙ → προχωράμε στο επόμενο, μέχρι να εντοπιστεί η βλάβη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εντοπισμός μιας βλάβης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη βοήθεια ενός διαγράμματος ροής εντοπισμού βλάβης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα εξαρτήματα του υπό έλεγχο συστήματος και την ερώτηση αν λειτουργεί ή όχι το αντίστοιχο εξάρτημα. Όλα τα εξαρτήματα που αποτελούν το σύστημα ελέγχονται με τη σειρά που συμμετέχουν στη λειτουργία του συστήματος. Παράδειγμα: για κινητήρα που «μιζάρει» κανονικά αλλά δεν παίρνει εμπρός λόγω βλάβης στην ανάφλεξη, το διάγραμμα ελέγχει διαδοχικά: 1ο βήμα Μπαταρία, 2ο βήμα Ασφάλεια, 3ο βήμα Διακόπτης ανάφλεξης, 4ο βήμα Πολλαπλασιαστής, 5ο βήμα Διανομέας, 6ο βήμα Μπουζοκαλώδια, 7ο βήμα Μπουζί. Σε κάθε βήμα, αν η απάντηση στην ερώτηση «λειτουργεί;» είναι ΟΧΙ, ο έλεγχος εντοπίζεται στο συγκεκριμένο εξάρτημα και πρέπει αυτό να ελεγχθεί/επισκευαστεί· αν είναι ΝΑΙ, ο έλεγχος προχωρά στο αμέσως επόμενο εξάρτημα που συμμετέχει λειτουργικά στο κύκλωμα. Ο έλεγχος ολοκληρώνεται μόνον όταν εντοπισθεί η βλάβη.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Μέθοδος ΝΑΙ/ΟΧΙ που ελέγχει διαδοχικά, με τη σειρά λειτουργίας τους, όλα τα εξαρτήματα ενός συστήματος μέχρι να εντοπιστεί ποιο δεν λειτουργεί

Ορισμός της αυτοδιάγνωσης

Ερώτηση: Τι λέγεται αυτοδιάγνωση;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο εξηγεί τη δυνατότητα αυτοελέγχου των σύγχρονων συστημάτων.
  • Διατυπώνουμε τον ορισμό (εντοπισμός/καταγραφή της βλάβης από το ίδιο το σύστημα) και αναφέρουμε την ενημέρωση του οδηγού με ενδεικτική λυχνία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δυνατότητα εντοπισμού της βλάβης από το ίδιο το σύστημα ή καταγραφή της συγκεκριμένης βλάβης λέγεται αυτοδιάγνωση. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει η δυνατότητα εντοπισμού της βλάβης από το ίδιο το σύστημα ή καταγραφή της συγκεκριμένης βλάβης, και επιπλέον, αν ο κατασκευαστής «κρίνει» ότι η καταγραφείσα βλάβη είναι «επικίνδυνη», ενημερώνει τον οδηγό του αυτοκινήτου μέσω ειδικής ενδεικτικής λυχνίας και αυτός είναι υποχρεωμένος να πάει το αυτοκίνητο για επισκευή.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Αυτοδιάγνωση = δυνατότητα του ίδιου του συστήματος να εντοπίζει ή/και να καταγράφει μια βλάβη, ενημερώνοντας τον οδηγό μέσω ενδεικτικής λυχνίας

Διαδικασία της αυτοδιάγνωσης

Ερώτηση: Πώς γίνεται η αυτοδιάγνωση;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο περιγράφει βήμα-βήμα τη διαδικασία διάγνωσης με διαγνωστική συσκευή.
  • Γράφουμε με τη σειρά: σύνδεση εγκεφάλου με τσέκερ → ανάγνωση κωδικών → επιβεβαίωση → αντικατάσταση → μηδενισμός κωδικών → δοκιμή στο δρόμο.
  • Τονίζουμε ότι η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να μην καταγράφεται κανένας κωδικός βλάβης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το αυτοκίνητο -συγκεκριμένα η ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου (ο εγκέφαλος) του συστήματος- συνδέεται μέσω ειδικής υποδοχής από τον επισκευαστή με μια διαγνωστική συσκευή (αποκωδικοποιητή βλαβών ή τσέκερ). Με αυτή τη συσκευή ο επισκευαστής μπορεί να ενεργοποιήσει την αυτοδιάγνωση του συστήματος και να «διαβάσει» τους κωδικούς βλαβών (συνήθως συνδυασμός 2 έως και 5 αριθμών ή ακόμα συνδυασμός αριθμών και γραμμάτων, π.χ. κωδικός 12 ή 16487 ή κωδικός ΡΟ104), που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες βλάβες (εξαρτήματα) και είναι αποθηκευμένοι στη μνήμη του εγκεφάλου. Αφού αποκωδικοποιήσει τις βλάβες, επιβεβαιώνει ότι πραγματικά είναι ελαττωματικό το εξάρτημα που ο κωδικός του είχε καταγραφεί ως βλάβη στη μνήμη του εγκεφάλου και αντικαθιστά τα χαλασμένα εξαρτήματα. Κατόπιν, μηδενίζει (σβήνει) τις βλάβες από τη μνήμη του εγκεφάλου και δοκιμάζει το αυτοκίνητο στο δρόμο, επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία εμφάνισης των κωδικών βλαβών με τη βοήθεια της διαγνωστικής συσκευής. Πρέπει να μην έχει καταγραφεί κανένας κωδικός βλάβης, διαφορετικά επαναλαμβάνει τη διαδικασία ελέγχου και επιβεβαίωσης της βλάβης, μέχρις ότου δεν θα καταγράφεται κανένας κωδικός βλάβης.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Σύνδεση ΗΜΕ με διαγνωστική συσκευή → ανάγνωση κωδικών βλάβης → επιβεβαίωση ελαττωματικού εξαρτήματος → αντικατάσταση → μηδενισμός κωδικών → επαναδοκιμή

Παράγοντες σωστής διάγνωσης

Ερώτηση: Ποιοι παράγοντες βοηθούν στη σωστή διάγνωση;

Απάντηση:

  • Στο τέλος της §1.3 το βιβλίο απαριθμεί τρεις παράγοντες που βοηθούν όταν η βλάβη είναι δύσκολο να εντοπιστεί.
  • Αναφέρουμε: ιστορικό βλάβης (ερωτηματολόγιο), εξομοίωση συμπτωμάτων, επιβεβαίωση της βλάβης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις περιπτώσεις όπου ο εντοπισμός μιας βλάβης είναι πολύ δύσκολη διαδικασία (συνήθως αντιμετωπίζεται με την εμπειρία και την πολύ καλή γνώση της λειτουργίας των συστημάτων), βοηθούν πάρα πολύ τρεις παράγοντες: (1) η ύπαρξη ενός ερωτηματολογίου στο οποίο φαίνεται το ιστορικό της βλάβης· (2) η δυνατότητα να γίνει εξομοίωση συμπτωμάτων της βλάβης, δηλαδή κάνοντας μια διαδικασία να παρουσιάζεται η βλάβη· (3) η δυνατότητα να γίνει επιβεβαίωση της βλάβης, δηλαδή αντικαθιστώντας ή επισκευάζοντας το ελαττωματικό εξάρτημα να διαπιστωθεί αν η βλάβη δεν εμφανίζεται πια ή αν παραμένει.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ιστορικό της βλάβης (ερωτηματολόγιο), εξομοίωση συμπτωμάτων, επιβεβαίωση της βλάβης

Γνώση λειτουργίας εξαρτήματος και σωστή διάγνωση

Ερώτηση: Γιατί η καλή γνώση για το πώς λειτουργεί ένα εξάρτημα βοηθά στη σωστή διάγνωση;

Απάντηση:

  • Συνδέουμε την ερώτηση με τα τρία βασικά στοιχεία της μεθοδολογίας διάγνωσης (§1.3): λειτουργία, τρόπος ελέγχου, συγκριτική τιμή.
  • Εξηγούμε ότι χωρίς αυτή τη γνώση δεν μπορεί να ερμηνευτεί σωστά η μέτρηση.
  • Καταλήγουμε, όπως το βιβλίο, ότι η λάθος διάγνωση σημαίνει σπατάλη χρόνου και χρήματος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Για να ελεγχθεί σωστά ένα εξάρτημα, πρέπει να είναι γνωστό ποια είναι η λειτουργία του (τι κάνει), με ποιο όργανο ή συσκευή και με ποιο τρόπο ελέγχεται, και ποια είναι η συγκριτική τιμή που κρίνει τελικά αν λειτουργεί ή δεν λειτουργεί. Χωρίς αυτή τη γνώση, ο επισκευαστής δεν μπορεί ούτε να επιλέξει το σωστό όργανο/τρόπο μέτρησης ούτε να ερμηνεύσει σωστά το αποτέλεσμα (δεν θα ξέρει αν η τιμή που μέτρησε είναι φυσιολογική ή δείχνει βλάβη). Έτσι, η καλή γνώση της λειτουργίας κάθε εξαρτήματος οδηγεί σε γρήγορο και ακριβή εντοπισμό της αιτίας της βλάβης, ενώ η έλλειψή της οδηγεί σε λάθος διάγνωση, που σημαίνει σπατάλη χρόνου και χρήματος.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Χωρίς γνώση της λειτουργίας, του τρόπου ελέγχου και της συγκριτικής τιμής ενός εξαρτήματος δεν μπορεί να ερμηνευτεί σωστά μια μέτρηση — άρα η λάθος διάγνωση σημαίνει σπατάλη χρόνου/χρήματος

Περιεχόμενο ιστορικού βλάβης

Ερώτηση: Τι πρέπει να περιλαμβάνει συνήθως ένα ιστορικό βλάβης;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο αναφέρει τι δείχνει το ερωτηματολόγιο του ιστορικού βλάβης.
  • Απαριθμούμε: πότε (ημερομηνία, συχνότητα), κάτω από ποιες συνθήκες (κινητήρας, οδήγηση, καιρός), πού (ποιότητα δρόμου, σύστημα).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα ιστορικό βλάβης, μέσω ενός ερωτηματολογίου, πρέπει να δείχνει: πότε εμφανίστηκε η βλάβη (ημερομηνία, συχνότητα εμφάνισης)· κάτω από ποιες συνθήκες εμφανίστηκε (Πώς) -δηλαδή συνθήκες λειτουργίας του κινητήρα, συνθήκες οδήγησης, καιρικές συνθήκες- και πού εμφανίστηκε το πρόβλημα (ποιότητα δρόμου, ποιο σύστημα).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Πότε εμφανίστηκε (ημερομηνία/συχνότητα), κάτω από ποιες συνθήκες (λειτουργίας κινητήρα/οδήγησης/καιρού), πού εμφανίστηκε (δρόμος/σύστημα)

Εξομοίωση συμπτωμάτων βλάβης

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την εξομοίωση συμπτωμάτων μίας βλάβης;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο εξηγεί την εξομοίωση συμπτωμάτων με παράδειγμα.
  • Γράφουμε ότι με μια διαδικασία «παρουσιάζεται» η βλάβη, π.χ. κινώντας τα καλώδια μιας πλεξούδας σβήνει ο κινητήρας.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η εξομοίωση συμπτωμάτων μιας βλάβης σημαίνει ότι, κάνοντας μια συγκεκριμένη διαδικασία, παρουσιάζεται τεχνητά η βλάβη. Π.χ. κινώντας τα καλώδια μιας πλεξούδας, εμφανίζεται η βλάβη (σβήνει ο κινητήρας). Αυτό βοηθά τον επισκευαστή να εντοπίσει το ακριβές σημείο ή εξάρτημα που προκαλεί το πρόβλημα, ιδίως σε διακοπτόμενες βλάβες που δεν εμφανίζονται σταθερά και δεν εντοπίζονται εύκολα από την αυτοδιάγνωση.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Πρόκληση τεχνητά της βλάβης μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας (π.χ. κίνηση καλωδίων πλεξούδας) για να εντοπιστεί το ακριβές σημείο του προβλήματος

Λόγοι επιβεβαίωσης αποκωδικοποιημένης βλάβης

Ερώτηση: Ποιοι λόγοι επιβάλλουν την επιβεβαίωση μιας αποκωδικοποιημένης βλάβης;

Απάντηση:

  • Στηριζόμαστε στη διαδικασία αυτοδιάγνωσης της §1.3, όπου μετά την αποκωδικοποίηση ακολουθεί επιβεβαίωση.
  • Εξηγούμε ότι ο κωδικός δείχνει πού καταγράφηκε η βλάβη, όχι με βεβαιότητα ότι χάλασε το εξάρτημα.
  • Καταλήγουμε ότι η επιβεβαίωση αποτρέπει λάθος αντικατάσταση και ολοκληρώνεται όταν δεν καταγράφεται κανένας κωδικός.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Αφού ο επισκευαστής αποκωδικοποιήσει τους κωδικούς βλαβών, πρέπει να επιβεβαιώσει ότι πραγματικά είναι ελαττωματικό το εξάρτημα που ο κωδικός του είχε καταγραφεί ως βλάβη στη μνήμη του εγκεφάλου, γιατί ένας κωδικός βλάβης δεν εγγυάται πάντα με απόλυτη βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο εξάρτημα είναι όντως χαλασμένο (π.χ. μπορεί η βλάβη να οφείλεται σε κακή επαφή/καλωδίωση και όχι στο ίδιο το εξάρτημα). Χωρίς επιβεβαίωση υπάρχει κίνδυνος λανθασμένης αντικατάστασης ενός καλού εξαρτήματος, με αποτέλεσμα σπατάλη χρόνου και χρήματος και το αρχικό σύμπτωμα να παραμένει. Γι' αυτό, μετά την επισκευή, ο επισκευαστής μηδενίζει τους κωδικούς και δοκιμάζει το αυτοκίνητο στο δρόμο, επαναλαμβάνοντας τον έλεγχο μέχρι να μην καταγράφεται κανένας κωδικός βλάβης, ώστε να επιβεβαιωθεί οριστικά ότι η επισκευή ήταν σωστή.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ένας κωδικός βλάβης δεν εγγυάται από μόνος του ότι το εξάρτημα είναι όντως χαλασμένο· η επιβεβαίωση αποτρέπει λάθος αντικατάσταση/σπατάλη χρόνου-χρήματος, με τελικό έλεγχο μέχρι να μην καταγράφεται κανένας κωδικός

Περιορισμοί της αυτοδιάγνωσης

Ερώτηση: Γιατί δεν εντοπίζονται όλες οι βλάβες από την αυτοδιάγνωση;

Απάντηση:

  • Στην §1.3 το βιβλίο σημειώνει ότι ούτε εντοπίζονται ούτε καταγράφονται όλες οι βλάβες μέσω της αυτοδιάγνωσης.
  • Εξηγούμε ότι τότε χρειάζονται εμπειρία και πολύ καλή γνώση λειτουργίας, με τη βοήθεια ιστορικού, εξομοίωσης και επιβεβαίωσης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ακόμα και σήμερα δεν είναι εφικτό να εντοπίζονται όλες οι βλάβες μέσω της αυτοδιάγνωσης, ούτε επίσης μπορούν όλες να καταγραφούν. Ο εντοπισμός μιας τέτοιας βλάβης είναι μια πάρα πολύ δύσκολη διαδικασία και συνήθως αντιμετωπίζεται με την εμπειρία και την πολύ καλή γνώση της λειτουργίας αυτών των συστημάτων, δεν αρκεί δηλαδή μόνο η αυτόματη καταγραφή κωδικών. Σε τέτοιες περιπτώσεις (π.χ. διακοπτόμενες βλάβες, χαλαρές επαφές, μηχανικά προβλήματα) βοηθούν το ιστορικό της βλάβης, η εξομοίωση συμπτωμάτων και η επιβεβαίωση της βλάβης.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η αυτοδιάγνωση καλύπτει μόνο βλάβες που παράγουν αναγνωρίσιμο/καταγράψιμο κωδικό· δύσκολες ή διακοπτόμενες βλάβες απαιτούν εμπειρία, ιστορικό, εξομοίωση και επιβεβαίωση

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΝ Γ' ΕΠΑΛ - ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΘΗΤΗ (PDF)