Λύσεις — Κεφάλαιο 1: Καταγωγή, Διάδοση και Χρησιμότητα της Αμπέλου
Αναλυτικές απαντήσεις στις 6 ερωτήσεις της σελ. 26 του βιβλίου «Αμπελουργία» Γ΄ ΕΠΑΛ.
Γιατί καλλιεργείται η άμπελος σε όλο τον κόσμο
Ερώτηση: Πώς εξηγείται η καλλιέργεια της αμπέλου σε ολόκληρο τον κόσμο και σε τόσο μεγάλες εκτάσεις;
Απάντηση:
- Οι δύο λόγοι που δίνει το βιβλίο. «Η μεγάλη προσαρμοστικότητα των ποικιλιών της αμπέλου σε διάφορα εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα αλλά και η οικονομική σημασία που έχουν τα αμπελουργικά προϊόντα συνέβαλαν ώστε η καλλιέργειά της να επεκταθεί και στις πέντε ηπείρους.»
- Πρώτος λόγος — η προσαρμοστικότητα. Η άμπελος διαθέτει τεράστιο αριθμό ποικιλιών: «περισσότερες από 8.000 ποικιλίες της Αμπέλου της Οινοφόρου καλλιεργούνται σε ολόκληρο τον κόσμο». Η ΠΕΡΙΛΗΨΗ το διατυπώνει ρητά: «Με τον πολύ μεγάλο αριθμό των ποικιλιών που περιλαμβάνει η ‘άμπελος η οινοφόρος’ προσαρμόζεται σε διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες.»
- Δεύτερος λόγος — η οικονομική σημασία. Τα αμπελουργικά προϊόντα (κρασί, σταφίδες, επιτραπέζια σταφύλια) έχουν μεγάλη οικονομική αξία· στην Ελλάδα «αποτελούν σημαντικό εισόδημα για ένα μεγάλο ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού» και «σημαντικό ποσοστό της παραγωγής προωθείται στην εξωτερική αγορά, με αποτέλεσμα την εισαγωγή συναλλάγματος».
- Το μέγεθος της εξάπλωσης. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχονται σε 78.140.000 στρέμματα (1997, Πίνακας 1.1) και η καλλιέργεια απαντά και στις πέντε ηπείρους: Ευρώπη 51.490.000 στρέμματα (65,9%), Ασία 14.490.000, Αμερική 7.990.000, Αφρική 3.200.000, Ωκεανία 980.000.
- ⚠️ Παρατήρηση αριθμητικής. Το άθροισμα των πέντε ηπείρων είναι 78.150.000 στρέμματα, δηλαδή 10.000 παραπάνω από το παγκόσμιο σύνολο 78.140.000 του Πίνακα 1.1 — μικρή εσωτερική ασυνέπεια του βιβλίου.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Εξηγείται από δύο παράγοντες: α) από τη μεγάλη προσαρμοστικότητα των ποικιλιών της αμπέλου σε διάφορα εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα — η «άμπελος η οινοφόρος» περιλαμβάνει περισσότερες από 8.000 ποικιλίες — και β) από τη μεγάλη οικονομική σημασία των αμπελουργικών προϊόντων. Οι δύο αυτοί παράγοντες «συνέβαλαν ώστε η καλλιέργειά της να επεκταθεί και στις πέντε ηπείρους», σε συνολική έκταση 78.140.000 στρεμμάτων (1997).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η ερώτηση θέλει δύο λόγους, όχι έναν: ο ένας είναι βιολογικός (προσαρμοστικότητα), ο άλλος οικονομικός.
- Η προσαρμοστικότητα δεν είναι ιδιότητα «της αμπέλου» γενικά, αλλά αποτέλεσμα του τεράστιου αριθμού ποικιλιών της.
Το ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας
Ερώτηση: Τι είναι το «ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας»;
Απάντηση:
- Από πού προκύπτει. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς — Όμηρος (800 π.Χ.), Ησίοδος (750 π.Χ.), Δημόκριτος (500 π.Χ.), Ηρόδοτος (484-430/420 π.Χ.), Ξενοφών (430-352 π.Χ.), Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) — «δίνουν εξαιρετικά χρήσιμες πληροφορίες για το πλήθος των ποικιλιών, τις τεχνικές καλλιέργειας, την αποξήρανση των σταφυλιών για την παραγωγή σταφίδων και τις μεθόδους οινοποίησης και συντήρησης των οίνων».
- Ο ορισμός. «Οι πληροφορίες, οι αμπελουργικές και οινολογικές γνώσεις που περιέχονται στα κείμενα αυτά συνιστούν στην πραγματικότητα το ‘ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας’, το οποίο σε γενικές γραμμές επικρατεί στην πλειονότητα των αμπελουργικών χωρών.»
- Το τεχνικό του περιεχόμενο. «Κατά την περίοδο αυτή διαμορφώθηκαν τα χαμηλά σχήματα μόρφωσης των πρέμνων (κυπελλοειδή) χωρίς υποστύλωση, εφαρμόστηκε το βραχύ κλάδεμα καρποφορίας και η πυκνή φύτευση.»
- Το επιστημονικό του περιεχόμενο. «Μελετήθηκε η μορφολογία και φυσιολογία του φυτού και επισημάνθηκε ο μεγάλος ρόλος του κλίματος και του εδάφους στην ποιότητα των αμπελουργικών προϊόντων.»
- Η φιλοσοφία του. «Το ελληνικό μοντέλο αμπελουργίας κατευθύνει την παραγωγή σε ποιότητα και όχι τόσο σε ποσότητα.»
- Το μέγεθος της γνώσης εκείνης της εποχής. «Περισσότερες από 90 ποικιλίες αμπέλου περιγράφηκαν και καλλιεργήθηκαν κατά την ελληνική αρχαιότητα», ενώ οι τύποι οίνων ποιότητας ήταν πάνω από 130 — ο Βίβλινος, ο Ίσμαρος, ο Πράμνιος, ο Αριούσιος της Χίου, καθώς και οι οίνοι της Λέσβου, της Θάσου, της Λήμνου και της Σαντορίνης.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Είναι το σύνολο των πληροφοριών και των αμπελουργικών-οινολογικών γνώσεων που περιέχονται στα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και «σε γενικές γραμμές επικρατεί στην πλειονότητα των αμπελουργικών χωρών». Περιλαμβάνει τα χαμηλά (κυπελλοειδή) σχήματα μόρφωσης χωρίς υποστύλωση, το βραχύ κλάδεμα καρποφορίας και την πυκνή φύτευση, τη μελέτη της μορφολογίας και φυσιολογίας του φυτού και την επισήμανση του μεγάλου ρόλου του κλίματος και του εδάφους στην ποιότητα. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι κατευθύνει την παραγωγή σε ποιότητα και όχι τόσο σε ποσότητα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Δεν είναι απλώς «οι αρχαίες γνώσεις»: το μοντέλο έχει συγκεκριμένο τεχνικό περιεχόμενο (χαμηλά κυπελλοειδή, βραχύ κλάδεμα, πυκνή φύτευση).
- Η φράση-κλειδί για την αξιολόγηση είναι «ποιότητα και όχι τόσο ποσότητα».
Η αρχαία και η σημερινή ελληνική αμπελουργία
Ερώτηση: Να αναφέρετε μερικά στοιχεία που συνδέουν την καλλιέργεια της αμπέλου στην αρχαία με αυτή στη σημερινή Ελλάδα.
Απάντηση:
- α) Οι ίδιες οι ποικιλίες. «Είναι πιθανό μερικές από τις πιο σπουδαίες ποικιλίες που καλλιεργούνται σήμερα στην Ελλάδα να προέρχονται από ποικιλίες της αρχαιότητας.»
- β) Το παράδειγμα της Λήμνου. «Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στη νήσο Λήμνο, όπου σήμερα καλλιεργείται η ποικιλία οινοποιίας Λημνιό ή Καλαμπάκι, στην αρχαιότητα καλλιεργούνταν η Λήμνεος Άμπελος.»
- γ) Ο Μαλβαζίας οίνος. «Ο περίφημος Μαλβαζίας οίνος που παραγόταν κατά τον 14ο μ.Χ. αιώνα στην Κρήτη αποτελεί και στοιχείο της διαχρονικής παρουσίας της αμπελουργίας και της οινοποιητικής τεχνικής στην Ελλάδα.»
- δ) Το ίδιο το όνομα του φυτού. «Το όνομα ‘Άμπελος η Οινοφόρος’ (το αμπέλι που δίνει το κρασί) δόθηκε από τον Διοσκορίδη τον 1ο μ.Χ. αιώνα και αργότερα αποδόθηκε στα λατινικά ως Vitis vinifera» — δηλαδή η σημερινή επιστημονική ονομασία είναι μετάφραση ελληνικής.
- ε) Η καλλιεργητική τεχνική. Το ‘ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας’ — χαμηλά κυπελλοειδή σχήματα χωρίς υποστύλωση, βραχύ κλάδεμα καρποφορίας, πυκνή φύτευση, προσανατολισμός στην ποιότητα — «σε γενικές γραμμές επικρατεί στην πλειονότητα των αμπελουργικών χωρών», άρα και στη σημερινή Ελλάδα.
- στ) Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στους ίδιους τόπους. Ο ληνός (πατητήρι) στο Βαθύπετρο της Κρήτης (Εικ. 1.1) και τα λαξευμένα στους βράχους πατητήρια της Μαρώνειας (Εικ. 1.2) βρίσκονται σε περιοχές που παραμένουν αμπελουργικές μέχρι σήμερα.
- ζ) Οι περιοχές των ονομαστών οίνων. Οι οίνοι ποιότητας της αρχαιότητας προέρχονταν από τη Χίο (Αριούσιος), τη Λέσβο, τη Θάσο, τη Λήμνο και τη Σαντορίνη — νησιά που παραμένουν γνωστές αμπελουργικές περιοχές.
- η) Η διαχρονική καταλληλότητα του τόπου. «Το εδαφοκλιματικό περιβάλλον της Ελλάδας ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων εξαιρετικά ευνοϊκό για την καλλιέργεια της Αμπέλου», ενώ και σήμερα, μαζί με τις άριστες ελληνικές ποικιλίες και την εμπειρία των ελλήνων αμπελουργών, «δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την παραγωγή αμπελουργικών προϊόντων ποιότητας».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο δίνει αρκετά στοιχεία σύνδεσης: α) μερικές από τις πιο σπουδαίες σημερινές ποικιλίες πιθανότατα προέρχονται από ποικιλίες της αρχαιότητας· β) στη Λήμνο καλλιεργείται σήμερα το Λημνιό ή Καλαμπάκι, ενώ στην αρχαιότητα η Λήμνεος Άμπελος· γ) ο Μαλβαζίας οίνος της Κρήτης του 14ου μ.Χ. αιώνα τεκμηριώνει τη διαχρονική παρουσία της αμπελουργίας και της οινοποιητικής τεχνικής· δ) το όνομα «Άμπελος η Οινοφόρος» του Διοσκορίδη αποδόθηκε στα λατινικά ως Vitis vinifera, που είναι η σημερινή επιστημονική ονομασία· ε) το «ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας» (χαμηλά κυπελλοειδή, βραχύ κλάδεμα, πυκνή φύτευση, προσανατολισμός στην ποιότητα) επικρατεί ως σήμερα· στ) ο ληνός στο Βαθύπετρο και τα πατητήρια της Μαρώνειας βρίσκονται σε περιοχές που παραμένουν αμπελουργικές· ζ) οι περιοχές των ονομαστών αρχαίων οίνων (Χίος, Λέσβος, Θάσος, Λήμνος, Σαντορίνη) είναι και σήμερα γνωστές αμπελουργικές ζώνες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Η ερώτηση ζητά «μερικά στοιχεία» — αρκούν τρία ή τέσσερα, αρκεί να είναι τεκμηριωμένα από το βιβλίο.
- Το ισχυρότερο επιχείρημα είναι το ονοματολογικό: η διεθνής ονομασία Vitis vinifera είναι μετάφραση του ελληνικού «Άμπελος η Οινοφόρος».
Οι τρεις πρώτες χώρες σε κρασί, σταφίδα και επιτραπέζια σταφύλια
Ερώτηση: Να αναφερθούν οι τρεις πρώτες χώρες παραγωγής κρασιού, σταφίδας και επιτραπέζιων σταφυλιών στον κόσμο.
Απάντηση:
- Η πηγή. Ο Πίνακας 1.2 (σελ. 21) με στοιχεία του Διεθνούς Γραφείου Αμπέλου και Οίνου (O.I.V.) για το 1997. Ο πίνακας είναι ταξινομημένος κατά την παραγωγή κρασιού, γι' αυτό για τη σταφίδα και τα επιτραπέζια πρέπει να διαβαστούν οι αντίστοιχες στήλες.
- Κρασί (×1000 hl): 1. Γαλλία 53.612, 2. Ιταλία 50.847, 3. Ισπανία 33.887. Ακολουθούν οι Η.Π.Α. (25.000) και η Αργεντινή (13.500).
- Επιτραπέζια σταφύλια (τόνοι): 1. Ιταλία 1.530.000, 2. Τουρκία 1.275.700, 3. Χιλή 864.700. Ακολουθούν οι Η.Π.Α. (852.300) και η Ισπανία (310.800).
- Σταφίδα (τόνοι): 1. Η.Π.Α. 375.200, 2. Τουρκία 360.000, 3. Ελλάδα 86.000. Ακολουθούν η Ν. Αφρική (39.000) και η Αυστραλία (29.500).
- Σημείωση για τη σταφίδα. Μόνο επτά από τις δώδεκα χώρες του πίνακα εμφανίζουν παραγωγή σταφίδας — Γαλλία, Ιταλία, Ρουμανία και Πορτογαλία έχουν παύλα. Η Ελλάδα είναι τρίτη παγκοσμίως, παρότι είναι τελευταία στην κατάταξη του πίνακα (που γίνεται με βάση το κρασί).
- ⚠️ Παρατήρηση. Στον ίδιο πίνακα η Ελλάδα εμφανίζεται με 1.320.000 στρέμματα, ακριβώς το ίδιο νούμερο με τη Χιλή, ενώ το κείμενο της σελ. 19 δίνει 1.298.000 και οι Πίνακες 1.4-1.5 1.298.693 στρέμματα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σύμφωνα με τον Πίνακα 1.2 (στοιχεία O.I.V., 1997): για το κρασί πρώτη είναι η Γαλλία (53.612 ×1000 hl), δεύτερη η Ιταλία (50.847) και τρίτη η Ισπανία (33.887)· για τα επιτραπέζια σταφύλια πρώτη η Ιταλία (1.530.000 τόνοι), δεύτερη η Τουρκία (1.275.700) και τρίτη η Χιλή (864.700)· για τη σταφίδα πρώτες οι Η.Π.Α. (375.200 τόνοι), δεύτερη η Τουρκία (360.000) και τρίτη η Ελλάδα (86.000).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Μην μπερδέψεις τη σειρά του πίνακα (κατά κρασί) με τη σειρά κάθε στήλης — η Ελλάδα είναι 12η στον πίνακα αλλά 3η στη σταφίδα.
- Η Ισπανία είναι πρώτη σε έκταση (11.550.000 στρέμματα) αλλά τρίτη σε κρασί — έκταση και παραγωγή δεν συμβαδίζουν.
Οι κυριότερες περιοχές σταφίδας και κρασιού στην Ελλάδα
Ερώτηση: Να αναφερθούν οι κυριότερες περιοχές παραγωγής σταφίδων και κρασιού στην Ελλάδα.
Απάντηση:
- Α. Σταφίδα — οι δύο ποικιλίες. «Από το σύνολο των ελληνικών ποικιλιών … δύο είναι κατάλληλες για την παραγωγή σταφίδων, η Σουλτανίνα και η Κορινθιακή Σταφίδα», ενώ «σε παγκόσμιο επίπεδο το 95% των παραγόμενων σταφίδων προέρχεται από τις ποικιλίες αυτές».
- Σουλτανίνα (ξανθιά σταφίδα) — 258.600 στρέμματα. «Με κύρια κέντρα καλλιέργειας την Κρήτη (191.740 στρέμματα) και την Πελοπόννησο (64.000 στρέμματα).» Στην Κρήτη, από τους 180.220 τόνους σταφύλια, οι 157.795 σταφιδοποιούνται· στην Πελοπόννησο, από τους 110.600 τόνους, οι 35.000 προορίζονται για σταφίδα. Το 1998 παρήχθησαν 44.313 τόνοι σταφίδας Σουλτανίνας.
- Κορινθιακή Σταφίδα (μαύρη σταφίδα) — 195.120 στρέμματα. «Με κύρια κέντρα καλλιέργειας τους νομούς Αχαΐας (53.770 στρέμματα), Κορινθίας (42.318), Ηλείας (34.000), Μεσσηνίας (33.000) και Ζακύνθου (19.600).» Από τους 183.400 τόνους οι 175.375 σταφιδοποιήθηκαν· η παραγωγή μαύρης σταφίδας ήταν 40.520 τόνοι.
- Β. Κρασί — 696.470 στρέμματα οινάμπελων (1997). «Με κύρια κέντρα καλλιέργειας την Αττική (118.000 στρέμματα), τη Δ. Ελλάδα (116.700 στρέμματα), την Πελοπόννησο (109.349 στρέμματα) και την Κρήτη (75.500 στρέμματα).»
- Η πρώτη περιφέρεια σε παραγωγή οίνου. Η παραγωγή όλων των κατηγοριών οίνων ανήλθε στα 3.987.000 hl (1997-98), «με πρώτη την Πελοπόννησο (παρήγαγε το 49% περίπου)».
- Συνολική εικόνα. Τα δύο παραδοσιακά κέντρα της χώρας, η Κρήτη και η Πελοπόννησος (με τον νομό Αχαΐας), «συγκεντρώνουν το 50% περίπου των καλλιεργούμενων εκτάσεων» (Πίνακας 1.3) — η Κρήτη κυριαρχεί στη Σουλτανίνα, η Πελοπόννησος στην Κορινθιακή Σταφίδα και στο κρασί.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σταφίδα: η Σουλτανίνα (ξανθιά σταφίδα) καλλιεργείται κυρίως στην Κρήτη (191.740 στρέμματα) και στην Πελοπόννησο (64.000), ενώ η Κορινθιακή Σταφίδα (μαύρη σταφίδα) στους νομούς Αχαΐας (53.770), Κορινθίας (42.318), Ηλείας (34.000), Μεσσηνίας (33.000) και Ζακύνθου (19.600). Κρασί: τα κύρια κέντρα των οινάμπελων είναι η Αττική (118.000 στρέμματα), η Δ. Ελλάδα (116.700), η Πελοπόννησος (109.349) και η Κρήτη (75.500), ενώ σε παραγωγή οίνου πρώτη είναι η Πελοπόννησος με το 49% περίπου του συνόλου των 3.987.000 hl.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Πρόσεξε τη διαφορά έκτασης και παραγωγής: σε έκταση οινάμπελων πρώτη είναι η Αττική, αλλά σε παραγωγή οίνου πρώτη είναι η Πελοπόννησος.
- Η Σουλτανίνα δίνει την ξανθιά σταφίδα (Κρήτη) και η Κορινθιακή τη μαύρη (Πελοπόννησος, Ζάκυνθος).
Τα προβλήματα της ελληνικής αμπελουργίας
Ερώτηση: Ποια είναι τα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική αμπελουργία;
Απάντηση:
- Πού εντοπίζονται. «Η ελληνική αμπελουργία αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα που αναφέρονται στη δομή, την οργάνωση και τη διάρθρωση του ελληνικού αμπελώνα.»
- α) Ο μικρός και πολυτεμαχισμένος αμπελουργικός κλήρος. «Το 77% περίπου των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων έχουν έκταση μέχρι 10 στρεμμάτων και μόνο το 9% έχουν έκταση πάνω από 20 στρέμματα.»
- β) Το μικρό μέγεθος του αμπελοτεμαχίου. Ακόμη και μέσα στην ίδια εκμετάλλευση, τα τεμάχια είναι μικρά, γεγονός που εμποδίζει την εκμηχάνιση.
- γ) Η επέκταση της φυλλοξηρικής εισβολής. «Στις αμόλυντες μέχρι το 1978 αμπελουργικές εκτάσεις της Κρήτης, της Πελοποννήσου και των Ιόνιων νήσων.»
- δ) Η έξαρση που παρουσιάζουν οι ιώσεις.
- Η προτεινόμενη λύση. «Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών προϋποθέτει την εφαρμογή ενός ρυθμιστικού προγράμματος αναμπέλωσης είτε σε εθνικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο», που «μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία σύγχρονων αμπελώνων, που θα επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας για την εκμηχάνιση των καλλιεργητικών φροντίδων και την παραγωγή προϊόντων ποιότητας με μικρό κόστος».
- Το συγκριτικό πλεονέκτημα. «Παράλληλα, η αξιοποίηση των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού αμπελώνα (νησιώτικος, ημιορεινός) θα δώσει συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε τα αμπελουργικά προϊόντα να είναι ανταγωνιστικά στο διεθνές εμπόριο» — και «στην κατεύθυνση αυτή έχουν γίνει σημαντικά βήματα» τόσο στην πρωτογενή παραγωγή όσο και στη μεταποίηση (οινοποιία, σταφιδοποιία).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα σημαντικότερα προβλήματα αφορούν τη δομή, την οργάνωση και τη διάρθρωση του ελληνικού αμπελώνα και είναι: α) ο μικρός και πολυτεμαχισμένος αμπελουργικός κλήρος — το 77% περίπου των εκμεταλλεύσεων έχει έκταση μέχρι 10 στρέμματα και μόνο το 9% πάνω από 20 στρέμματα· β) το μικρό μέγεθος του αμπελοτεμαχίου· γ) η επέκταση της φυλλοξηρικής εισβολής στις αμόλυντες μέχρι το 1978 εκτάσεις της Κρήτης, της Πελοποννήσου και των Ιόνιων νήσων· και δ) η έξαρση των ιώσεων. Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει ρυθμιστικό πρόγραμμα αναμπέλωσης σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά (μέγεθος και κατακερματισμός) και φυτοϋγειονομικά (φυλλοξήρα, ιώσεις) — ανάφερε και τις δύο κατηγορίες.
- Το 1978 είναι το ορόσημο: μέχρι τότε Κρήτη, Πελοπόννησος και Ιόνια νησιά ήταν αμόλυντα από τη φυλλοξήρα.