Λύσεις — Κεφάλαιο 1: Δενδρώδεις καλλιέργειες (σελ. 34) – ΔΕΝΔΡΟΚΟΜΙΑ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 1: Δενδρώδεις καλλιέργειες

Αναλυτικές απαντήσεις στις 7 ερωτήσεις της σελ. 34 του βιβλίου «Δενδροκομία» Γ΄ ΕΠΑΛ.


Ορισμός των δενδρωδών καλλιεργειών

Ερώτηση: Τι ονομάζονται δενδρώδεις καλλιέργειες;

Απάντηση:

  • Ο ορισμός του βιβλίου. «Οι δενδρώδεις καλλιέργειες περιλαμβάνουν πολυετή φυτά τα οποία παρουσιάζουν οικονομικό ενδιαφέρον, επειδή παράγουν καρπούς, οι οποίοι καταναλώνονται κυρίως από τον άνθρωπο
  • Τα τρία στοιχεία του ορισμού. α) Πολυετή φυτά — όχι ετήσια· β) με οικονομικό ενδιαφέρον· γ) με καρπούς για ανθρώπινη κατανάλωση.
  • Τι περιλαμβάνουν. Όχι μόνο δέντρα: «Ανάλογα με τον τρόπο ανάπτυξης των φυτών, διακρίνονται σε καρποφόρα δέντρα και καρποφόρους θάμνους» — άρα και το αμπέλι, η ακτινιδιά, το σμέουρο, η ροδιά και η φουντουκιά ανήκουν στις δενδρώδεις καλλιέργειες.
  • Η επιστήμη που τις μελετά. Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ, «η Δενδροκομία, ως κλάδος της γεωπονικής επιστήμης, στοχεύει στην παροχή γνώσεων που σχετίζονται με τη ζωή, την ανάπτυξη, την καρποφορία, τον πολλαπλασιασμό και την καλλιέργεια των δενδρωδών καλλιεργειών».
  • Πώς ταξινομούνται. «Οι καλλιέργειες αυτές κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες και ομάδες» — με έξι κριτήρια: τρόπος ανάπτυξης, κλιματικές απαιτήσεις, αριθμός κοτυληδόνων, διάρκεια παραμονής φυλλώματος, εδώδιμο μέρος του καρπού, βοτανικός τύπος του καρπού.

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Οι δενδρώδεις καλλιέργειες περιλαμβάνουν πολυετή φυτά τα οποία παρουσιάζουν οικονομικό ενδιαφέρον, επειδή παράγουν καρπούς, οι οποίοι καταναλώνονται κυρίως από τον άνθρωπο.» Ο ορισμός στηρίζεται σε τρία στοιχεία: τα φυτά είναι πολυετή, έχουν οικονομικό ενδιαφέρον και δίνουν καρπούς για τον άνθρωπο. Δεν περιλαμβάνουν μόνο δέντρα: «ανάλογα με τον τρόπο ανάπτυξης των φυτών, διακρίνονται σε καρποφόρα δέντρα και καρποφόρους θάμνους», όπως το αμπέλι, η ακτινιδιά, το σμέουρο, η ροδιά και η φουντουκιά. Τη μελέτη τους αναλαμβάνει η Δενδροκομία, «κλάδος της γεωπονικής επιστήμης» που «στοχεύει στην παροχή γνώσεων που σχετίζονται με τη ζωή, την ανάπτυξη, την καρποφορία, τον πολλαπλασιασμό και την καλλιέργεια» τους.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το πολυετές είναι το κρίσιμο γνώρισμα που τις ξεχωρίζει από τις αροτραίες καλλιέργειες.
  • Ο όρος καλύπτει και θάμνους — το αμπέλι και η ακτινιδιά ανήκουν εδώ.

Οι κλιματικές ζώνες των δενδρωδών καλλιεργειών

Ερώτηση: Ποιες είναι οι κλιματικές ζώνες των δενδρωδών καλλιεργειών;

Απάντηση:

  • Ο αριθμός. «Ανάλογα με τις κλιματικές απαιτήσεις τους, τα δενδροκομικά είδη ευδοκιμούν σε τρεις ευδιάκριτες κλιματικές ζώνες: α) την εύκρατη ζώνη β) την υποτροπική ζώνη και γ) την τροπική ζώνη των δενδρωδών καλλιεργειών.»

  • Εύκρατη ζώνη. «Τα είδη … όπως η μηλιά, η αχλαδιά, η φουντουκιά κ.λπ, ευδοκιμούν σε περιοχές γεωγραφικού πλάτους πέραν των 30° του βόρειου και νότιου ημισφαιρίου και αντέχουν σε θερμοκρασίες του χειμώνα χαμηλότερες από 0 °C, χωρίς να επηρεάζεται αρνητικά η βλάστηση, η ανθοφορία και η καρποφορία τους την επόμενη άνοιξη

  • Υποτροπική ζώνη. «Τα είδη … όπως η ελιά, η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, η λεμονιά, η συκιά, η χαρουπιά, η μουσμουλιά, το αβοκάντο, ευδοκιμούν σε περιοχές γεωγραφικού πλάτους 15-45° …, όπου θερμοκρασίες χαμηλότερες των 5 °C σπάνια συμβαίνουν στην ατμόσφαιρα ή, εάν συμβούν, διαρκούν για μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να προλάβουν να βλάψουν σοβαρά τη βλάστηση, την ανθοφορία ή την καρποφορία.»

  • Τροπική ζώνη. «Εκτείνεται από τη μία και την άλλη πλευρά του Ισημερινού, σε γεωγραφικό πλάτος έως 30 μοιρών. Στις καλλιέργειες αυτές συμπεριλαμβάνεται η μπανανιά, η χουρμαδιά, ο ανανάς, η παπάγια, το μάνγκο κ.λπ.»

  • Συγκριτικός πίνακας

    Ζώνη Γεωγραφικό πλάτος Θερμοκρασιακό όριο Παραδείγματα
    Εύκρατη πέραν των 30° αντέχουν κάτω από 0 °C μηλιά, αχλαδιά, φουντουκιά
    Υποτροπική 15-45° σπάνια κάτω από 5 °C ελιά, πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, συκιά, χαρουπιά, μουσμουλιά, αβοκάντο
    Τροπική έως 30° εκατέρωθεν του Ισημερινού μπανανιά, χουρμαδιά, ανανάς, παπάγια, μάνγκο
  • Η θέση της Ελλάδας. «Το κλίμα της Ελλάδας είναι από τα ευνοϊκότερα στην Ευρώπη αλλά και στην παγκόσμια υποτροπική ζώνη γενικότερα.»

  • ⚠️ Παρατήρηση: τα εύρη που δίνει το βιβλίο επικαλύπτονται — η ζώνη 15-30° ανήκει ταυτόχρονα στην τροπική και στην υποτροπική, και η 30-45° στην υποτροπική και στην εύκρατη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Τα δενδροκομικά είδη ευδοκιμούν σε τρεις ευδιάκριτες κλιματικές ζώνες: α) την εύκρατη ζώνη β) την υποτροπική ζώνη και γ) την τροπική ζώνη.» Τα είδη της εύκρατης (μηλιά, αχλαδιά, φουντουκιά) «ευδοκιμούν σε περιοχές γεωγραφικού πλάτους πέραν των 30°» και «αντέχουν σε θερμοκρασίες του χειμώνα χαμηλότερες από 0 °C, χωρίς να επηρεάζεται αρνητικά η βλάστηση, η ανθοφορία και η καρποφορία τους την επόμενη άνοιξη». Της υποτροπικής (ελιά, πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, συκιά, χαρουπιά, μουσμουλιά, αβοκάντο) ευδοκιμούν σε 15-45°, «όπου θερμοκρασίες χαμηλότερες των 5 °C σπάνια συμβαίνουν … ή, εάν συμβούν, διαρκούν για μικρό χρονικό διάστημα». Η τροπική «εκτείνεται από τη μία και την άλλη πλευρά του Ισημερινού, σε γεωγραφικό πλάτος έως 30 μοιρών» και περιλαμβάνει μπανανιά, χουρμαδιά, ανανά, παπάγια, μάνγκο. Η Ελλάδα ανήκει στην υποτροπική ζώνη, με κλίμα «από τα ευνοϊκότερα» της.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Το κριτήριο δεν είναι μόνο το πλάτος αλλά και το θερμοκρασιακό κατώφλι: 0 °C για την εύκρατη, 5 °C για την υποτροπική.
  • Τα εύρη που δίνει το βιβλίο επικαλύπτονται μεταξύ των τριών ζωνών.

Κατηγορίες κατά τον αριθμό των κοτυληδόνων

Ερώτηση: Πόσες κατηγορίες δέντρων υπάρχουν, ανάλογα με τον αριθμό των κοτυληδόνων;

Απάντηση:

  • Η απάντηση — δύο κατηγορίες. «Ανάλογα με τον αριθμό των κοτυληδόνων στο έμβρυο ή στο νεαρό σπορόφυτό τους, τα καρποφόρα δέντρα διακρίνονται σε μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα
  • Μονοκοτυλήδονα — μόνο τρία. «Μονοκοτυλήδονα είναι η χουρμαδιά, η μπανανιά και ο ανανάς
  • Δικοτυλήδονα — όλα τα υπόλοιπα. «Δικοτυλήδονα είναι η μηλιά, η αχλαδιά, η κυδωνιά, η μουσμουλιά, η σουρβιά, η ροδακινιά (και η νεκταρινιά), η αμυγδαλιά, η βερικοκιά, η κερασιά, η βυσσινιά, η δαμασκηνιά, η κορομηλιά, η καρυδιά, η καστανιά, η φιστικιά, η φουντουκιά, η ελιά, η ακτινιδιά, η συκιά, η ροδιά, η χαρουπιά, η ζιζυφιά, ο λωτός, το αμπέλι, το βατόμουρο, το σμέουρο, η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, η λεμονιά, η κιτριά, η νεραντζιά, το γκρέιπφρουτ, το κουμκουάτ και το αβοκάντο
  • Παρατήρηση. Και τα τρία μονοκοτυλήδονα ανήκουν στην τροπική ζώνη (χουρμαδιά, μπανανιά, ανανάς) — τα δενδροκομικά είδη της εύκρατης και της υποτροπικής ζώνης είναι όλα δικοτυλήδονα.
  • Πού βρίσκεται η κοτυληδόνα. Στο σπέρμα: τα μέρη του εμβρύου είναι «το βλαστίδιο, οι κοτυληδόνες, το ριζίδιο και το υποκότυλο».
  • Η πρακτική σημασία. Ο αριθμός των κοτυληδόνων καθορίζει ανατομικές διαφορές που επηρεάζουν τον πολλαπλασιασμό (π.χ. δυνατότητα εμβολιασμού) και τη δομή του στελέχους.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κατηγορίες είναι δύο: «ανάλογα με τον αριθμό των κοτυληδόνων στο έμβρυο ή στο νεαρό σπορόφυτό τους, τα καρποφόρα δέντρα διακρίνονται σε μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα». Μονοκοτυλήδονα είναι μόνο τρία: «η χουρμαδιά, η μπανανιά και ο ανανάς». Δικοτυλήδονα είναι όλα τα υπόλοιπα καρποφόρα δέντρα και οι θάμνοι — μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, μουσμουλιά, σουρβιά, ροδακινιά και νεκταρινιά, αμυγδαλιά, βερικοκιά, κερασιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, καρυδιά, καστανιά, φιστικιά, φουντουκιά, ελιά, ακτινιδιά, συκιά, ροδιά, χαρουπιά, ζιζυφιά, λωτός, αμπέλι, βατόμουρο, σμέουρο, πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, κιτριά, νεραντζιά, γκρέιπφρουτ, κουμκουάτ και αβοκάντο. Χαρακτηριστικά, και τα τρία μονοκοτυλήδονα ανήκουν στην τροπική ζώνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Μόνο τρία δενδροκομικά είδη είναι μονοκοτυλήδονα — και τα τρία τροπικά.
  • Το κριτήριο εξετάζεται στο έμβρυο ή στο νεαρό σπορόφυτο, όχι στο ώριμο δέντρο.

Οπωροφόρα και ακρόδρυα

Ερώτηση: Ανάλογα με το εδώδιμο μέρος του καρπού, πώς διακρίνονται τα καρποφόρα δέντρα;

Απάντηση:

  • Η διάκριση. «Ανάλογα με το εδώδιμο μέρος του καρπού που παράγουν τα καρποφόρα δέντρα, διακρίνονται σε οπωροφόρα και ακροδρυοφόρα ή ακρόδρυα

  • Οπωροφόρα. «Τα οπωροφόρα δέντρα, όπως η μηλιά, η αχλαδιά, η κυδωνιά, η ροδακινιά, η βερικοκιά, η δαμασκηνιά, η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, η χουρμαδιά, η συκιά κ.λπ, παράγουν καρπούς με σαρκώδες και υδαρές περικάρπιο ή ενδοκάρπιο, το οποίο και τρώγεται. Οι καρποί αυτοί ονομάζονται οπώρες, περιέχουν, στην πλειοψηφία τους, πάνω από 80% νερό και γι' αυτό είναι και φθαρτοί

  • Ακροδρυοφόρα. «Τα ακροδρυοφόρα δέντρα, όπως η αμυγδαλιά, η καρυδιά, η φιστικιά, η φουντουκιά και η καστανιά, παράγουν ξηρούς καρπούς με σκληρό κέλυφος (ενδοκάρπιο), οι οποίοι ονομάζονται ακρόδρυα ή ξυλόκαρποι. Στο ακρόδρυο, εδώδιμο μέρος είναι το σπέρμα που περιέχεται σ' αυτό.»

  • Η συντήρηση. «Οι ξηροί καρποί περιέχουν 5-6% νερό και μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, με εξαίρεση το κάστανο που περιέχει 40-43% νερό

  • Συγκριτικός πίνακας

    Οπωροφόρα Ακρόδρυα
    Καρπός σαρκώδες, υδαρές περικάρπιο ή ενδοκάρπιο ξηρός με σκληρό κέλυφος
    Ονομασία οπώρες ακρόδρυα ή ξυλόκαρποι
    Εδώδιμο μέρος το περικάρπιο το σπέρμα
    Νερό >80%φθαρτοί 5-6%μεγάλη διάρκεια
    Εξαίρεση κάστανο: 40-43%
  • Η επιβεβαίωση από τους Πίνακες 1.1 και 1.2. Στα νωπά φρούτα το νερό είναι 78,70-89,10 g ανά 100 g, ενώ στους ξηρούς καρπούς 3,50-6,50 gεκτός από τα κάστανα, με 52,50 g.

  • Η διατροφική συνέπεια. Οι οπώρες είναι «τρόφιμα φτωχά σε ενέργεια … αλλά πλούσια σε νερό», ενώ οι ξηροί καρποί «είναι πλούσιοι σε λιπαρά και πρωτεΐνες και μπορούν να αναπληρώσουν … την έλλειψη κρέατος».

Σύνοψη: (ενδεικτική) «Ανάλογα με το εδώδιμο μέρος του καρπού που παράγουν …, διακρίνονται σε οπωροφόρα και ακροδρυοφόρα ή ακρόδρυα.» Τα οπωροφόρα (μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, ροδακινιά, βερικοκιά, δαμασκηνιά, πορτοκαλιά, μανταρινιά, χουρμαδιά, συκιά) «παράγουν καρπούς με σαρκώδες και υδαρές περικάρπιο ή ενδοκάρπιο, το οποίο και τρώγεται»· οι καρποί «ονομάζονται οπώρες, περιέχουν … πάνω από 80% νερό και γι' αυτό είναι και φθαρτοί». Τα ακροδρυοφόρα (αμυγδαλιά, καρυδιά, φιστικιά, φουντουκιά, καστανιά) «παράγουν ξηρούς καρπούς με σκληρό κέλυφος (ενδοκάρπιο), οι οποίοι ονομάζονται ακρόδρυα ή ξυλόκαρποι», και σε αυτούς «εδώδιμο μέρος είναι το σπέρμα». Οι ξηροί καρποί «περιέχουν 5-6% νερό και μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, με εξαίρεση το κάστανο που περιέχει 40-43% νερό».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η διαφορά στο νερό εξηγεί απευθείας τη διαφορά στη συντηρησιμότητα.
  • Το κάστανο είναι η ρητή εξαίρεση — συμπεριφέρεται περισσότερο σαν φρούτο.

Αειθαλή και φυλλοβόλα δέντρα

Ερώτηση: Τι είναι αειθαλή και τι φυλλοβόλα δέντρα;

Απάντηση:

  • Το κριτήριο. «Ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής του φυλλώματος πάνω στο δέντρο, τα δέντρα διακρίνονται σε φυλλοβόλα και αειθαλή
  • Φυλλοβόλα. «Τα φυλλοβόλα δέντρα, όπως η μηλιά, η ροδακινιά, η συκιά, η καρυδιά κ.α, αποβάλλουν (ρίχνουν) το φύλλωμά τους πριν από την έλευση του χειμώνα
  • Αειθαλή ή αείφυλλα. «Αντίθετα, τα αειθαλή ή αείφυλλα δέντρα, όπως η ελιά, η πορτοκαλιά, η λεμονιά, η χαρουπιά, το αβοκάντο και άλλα, διατηρούν το φύλλωμά τους όλο το έτος, ακόμη και το χειμώνα
  • Η κρίσιμη διευκρίνιση. «Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι τα ίδια φύλλα μένουν για πάντα. Απλώς παραμένουν πάνω στο δέντρο για περισσότερο από ένα έτος (συνήθως για 15 έως 17 μήνες) και αποβάλλονται κατά κύκλους, όπως κατά κύκλους ανανεώνεται και η βλάστηση μέσα στο χρόνο.»
  • Η σύνδεση με το κλίμα. Τα φυλλοβόλα επικρατούν στην εύκρατη ζώνη (αντέχουν κάτω από 0 °C) και στην Ελλάδα «καλλιεργούνται κυρίως στη Θεσσαλία και βορειότερα», ενώ τα αειθαλή στην υποτροπική ζώνη και «κυρίως στη Στερεά Ελλάδα και νοτιότερα».
  • Το εργαστηριακό μέρος του κεφαλαίου συνοψίζει: «Ανάλογα με το είδος του καρπού, τα φυλλοβόλα καρποφόρα δέντρα διακρίνονται σε μηλοειδή, πυρηνόκαρπα, ακρόδρυα κ.ά. Στα αειθαλή περιλαμβάνονται η ελιά, τα εσπεριδοειδή και άλλα.»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το κριτήριο είναι «η διάρκεια παραμονής του φυλλώματος πάνω στο δέντρο». Φυλλοβόλα είναι τα δέντρα που «αποβάλλουν (ρίχνουν) το φύλλωμά τους πριν από την έλευση του χειμώνα» — όπως η μηλιά, η ροδακινιά, η συκιά, η καρυδιά. Αειθαλή ή αείφυλλα είναι εκείνα που «διατηρούν το φύλλωμά τους όλο το έτος, ακόμη και το χειμώνα» — όπως η ελιά, η πορτοκαλιά, η λεμονιά, η χαρουπιά και το αβοκάντο. Το βιβλίο διευκρινίζει ρητά ότι «αυτό δε σημαίνει … ότι τα ίδια φύλλα μένουν για πάντα. Απλώς παραμένουν πάνω στο δέντρο για περισσότερο από ένα έτος (συνήθως για 15 έως 17 μήνες) και αποβάλλονται κατά κύκλους, όπως κατά κύκλους ανανεώνεται και η βλάστηση μέσα στο χρόνο.»

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Αειθαλές δεν σημαίνει «αιώνια φύλλα», αλλά επικαλυπτόμενοι κύκλοι 15-17 μηνών.
  • Στην Ελλάδα τα φυλλοβόλα πάνε βόρεια, τα αειθαλή νότια.

Ομάδες κατά τον βοτανικό τύπο του καρπού

Ερώτηση: Ποιες ομάδες καρποφόρων δέντρων υπάρχουν σύμφωνα με το βοτανικό τύπο του καρπού που παράγουν;

Απάντηση:

  • Το κριτήριο. «Ανάλογα με το βοτανικό τύπο του καρπού … και τον τρόπο καρποφορίας, τα καρποφόρα δέντρα διακρίνονται σε ομάδες.»

  • α) Γιγαρτόκαρπα ή μηλοειδή — «η μηλιά, η αχλαδιά, η κυδωνιά, η μουσμουλιά και η σουρβιά». «Ο καρπός … στη βοτανική ορολογία καλείται μήλο ή πόμη. Τα σπέρματά του (σπόροι ή γίγαρτα) βρίσκονται στο κέντρο περίπου του καρπού, όπου περικλείονται στο ενδοσπέρμιο, το οποίο περιβάλλεται από μία λεπτή περγαμηνοειδή μεμβράνη

  • β) Πυρηνόκαρπα — «η ροδακινιά (και νεκταρινιά), η αμυγδαλιά, η βερικοκιά, η κερασιά, η βυσσινιά, η δαμασκηνιά και η κορομηλιά». «Ο καρπός … είναι δρύπη, στην οποία το μεσοκάρπιο είναι σαρκώδες, εύχυμο και εδώδιμο (πλην του ώριμου αμύγδαλου), ενώ το ενδοκάρπιο που περιέχει το σπέρμα είναι ξυλώδες και σκληρό.» Προστίθεται ότι «δρύπη είναι και ο καρπός της ελιάς, ο οποίος δεν τρώγεται κατά τη συλλογή του, παρά μόνο μετά από μετασυλλεκτική επεξεργασία και ζύμωση».

  • γ) Εσπεριδοειδή — «η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, η λεμονιά, η κιτριά, η νεραντζιά, η λιμετία, η φράπα, το γκρέιπφρουτ, το κουμκουάτ». «Στον καρπό τους, που καλείται εσπερίδιο, το ενδοκάρπιο διακρίνεται με σαφήνεια από το υπόλοιπο περικάρπιο και αποτελείται από πολλές ευδιάκριτες φέτες ή σκελίδες», οι οποίες «περιέχουν επιμηκυσμένα και χυμώδη κύτταρα και έναν ή περισσότερους σπόρους» — «εξαιρούνται οι άσπερμοι καρποί μερικών ποικιλιών».

  • δ) Λοιπά καρποφόρα δέντρα — «τα καρποφόρα δέντρα των οποίων οι καρποί ανήκουν σε διάφορους βοτανικούς τύπους και δε συμπεριλαμβάνονται στις παραπάνω ομάδες».

  • Συγκριτικός πίνακας

    Ομάδα Βοτανικός τύπος καρπού Εδώδιμο μέρος Παραδείγματα
    Γιγαρτόκαρπα / μηλοειδή μήλο ή πόμη περικάρπιο μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, μουσμουλιά, σουρβιά
    Πυρηνόκαρπα δρύπη μεσοκάρπιο (πλην ώριμου αμυγδάλου) ροδακινιά, νεκταρινιά, αμυγδαλιά, βερικοκιά, κερασιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά
    Εσπεριδοειδή εσπερίδιο σκελίδες του ενδοκαρπίου πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, κιτριά, νεραντζιά, λιμετία, φράπα, γκρέιπφρουτ, κουμκουάτ
    Λοιπά διάφοροι τύποι όσα δεν εντάσσονται παραπάνω

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βιβλίο διακρίνει τέσσερις ομάδες. α) Γιγαρτόκαρπα ή μηλοειδή (μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, μουσμουλιά, σουρβιά), με καρπό που «καλείται μήλο ή πόμη» και «σπέρματα (σπόροι ή γίγαρτα) … στο κέντρο περίπου του καρπού, όπου περικλείονται στο ενδοσπέρμιο, το οποίο περιβάλλεται από μία λεπτή περγαμηνοειδή μεμβράνη». β) Πυρηνόκαρπα (ροδακινιά και νεκταρινιά, αμυγδαλιά, βερικοκιά, κερασιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά), με καρπό δρύπη, «στην οποία το μεσοκάρπιο είναι σαρκώδες, εύχυμο και εδώδιμο (πλην του ώριμου αμύγδαλου), ενώ το ενδοκάρπιο … είναι ξυλώδες και σκληρό» — δρύπη είναι και ο καρπός της ελιάς. γ) Εσπεριδοειδή (πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, κιτριά, νεραντζιά, λιμετία, φράπα, γκρέιπφρουτ, κουμκουάτ), με καρπό εσπερίδιο, όπου «το ενδοκάρπιο διακρίνεται με σαφήνεια … και αποτελείται από πολλές ευδιάκριτες φέτες ή σκελίδες». δ) Λοιπά καρποφόρα δέντρα, «των οποίων οι καρποί ανήκουν σε διάφορους βοτανικούς τύπους».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Στα πυρηνόκαρπα το εδώδιμο είναι το μεσοκάρπιο — εκτός από το ώριμο αμύγδαλο.
  • Η ελιά έχει δρύπη, αλλά τρώγεται μόνο μετά από επεξεργασία και ζύμωση.

Οικονομική σημασία για τη χώρα μας

Ερώτηση: Ποια η οικονομική σημασία των καρποφόρων δέντρων για τη χώρα μας;

Απάντηση:

  • Το μέγεθος της καλλιέργειας (1998). «Στην Ελλάδα, για το έτος 1998, υπολογίζεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού που ασχολείται με τη γεωργία κυμαίνεται γύρω στο 20%. Ο πληθυσμός αυτός καλλιεργεί 38.817.994 στρέμματα γης, δηλαδή το 29% της όλης επιφάνειας της χώρας. Οι δενδρώδεις καλλιέργειες (με εξαίρεση το αμπέλι) καταλαμβάνουν έκταση 9.622.056 στρεμμάτων, που αποτελούν το 24,8% του συνόλου της γεωργικής γης
  • Η αξία. «Η αξία των προϊόντων της δενδροκομίας υπολογίζεται περίπου σε 41,4 δις έως 1,5 δις € για το έτος 1998.» (Η μονάδα του πρώτου αριθμού — προφανώς δραχμές — παραλείπεται στο βιβλίο.)
  • Από ελλειμματική σε εξαγωγική. «Η χώρα μας, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ήταν ελλειμματική σε δενδροκομικά προϊόντα, με εξαίρεση τη σταφίδα, τα ξερά σύκα, τις ελιές και τα μήλα φιρίκιαΣήμερα …, έγινε αυτάρκης στο σύνολο σχεδόν των φρούτων και μάλιστα σ' αρκετά από αυτά είναι και εξαγωγική
  • Πού οφείλεται. «Της συντονισμένης προσπάθειας της Πολιτείας, των γεωπόνων και ιδίως των δενδροκαλλιεργητών, της συμβολής της τεχνολογίας στη συντήρηση και τη μεταποίηση των φρούτων και της ανάπτυξης των σύγχρονων μέσων μεταφοράς
  • Οι εξαγωγές. «Η Ελλάδα εξάγει, πρωτίστως προς τις υπόλοιπες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δευτερευόντως προς Τρίτες χώρες, κυρίως πορτοκάλια, λεμόνια, μανταρίνια, σταφύλια, ροδάκινα, ακτινίδια, βερίκοκα, νεκταρίνια, κεράσια και βρώσιμες ελιές
  • Το συγκριτικό πλεονέκτημα. «Το κλίμα της Ελλάδας είναι από τα ευνοϊκότερα στην Ευρώπη αλλά και στην παγκόσμια υποτροπική ζώνη …, αφενός για την ευδοκίμηση ενός μεγάλου αριθμού δενδροκομικών ειδών και αφετέρου για την παραγωγή φρούτων και ξηρών καρπών με υψηλές οργανοληπτικές ιδιότητες (άρωμα, γεύση, τραγανότητα, ευχυμότητα, νοστιμιά), δηλαδή προϊόντων που προδιαθέτουν τον καταναλωτή να τα προτιμάει
  • Ο κοινωνικός ρόλος. Επειδή «η παραγωγή … απαιτεί την επένδυση αρκετής ανθρώπινης εργασίας», «συντελεί στην απόκτηση ικανοποιητικού γεωργικού εισοδήματος και για τα αγροτικά νοικοκυριά με μικρό γεωργικό κλήρο, ακόμη και σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, όπου οι αροτραίες καλλιέργειες αποφέρουν μικρό εισόδημα». Γι' αυτό «συντελούν στη συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο», η οποία «λόγω της αστυφιλίας …, έχει εγκαταλειφθεί».
  • Οι προοπτικές. «Οι νέες προοπτικές … μετά τη στροφή των παραγωγών προς νέα είδη οπωροφόρων δέντρων, την επιλογή πρώιμων ή όψιμων ποικιλιών και τη μείωση του κόστους παραγωγής, μπορεί να εδραιώσουν την πεποίθηση, στους νέους ειδικά, ότι η ενασχόλησή τους με τη δενδροκομία συμφέρει οικονομικά

Σύνοψη: (ενδεικτική) Για την Ελλάδα (στοιχεία 1998), το 20% του πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία και καλλιεργεί 38.817.994 στρέμματα, «δηλαδή το 29% της όλης επιφάνειας της χώρας»· από αυτά οι δενδρώδεις καλλιέργειες (χωρίς το αμπέλι) καταλαμβάνουν 9.622.056 στρέμματα, «που αποτελούν το 24,8% του συνόλου της γεωργικής γης», με αξία προϊόντων «περίπου σε 41,4 δις έως 1,5 δις €». Η χώρα «τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν ελλειμματική» — πλην σταφίδας, ξερών σύκων, ελιών και φιρικιών — αλλά «έγινε αυτάρκης στο σύνολο σχεδόν των φρούτων και μάλιστα … είναι και εξαγωγική», εξάγοντας «πρωτίστως προς τις … χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης» πορτοκάλια, λεμόνια, μανταρίνια, σταφύλια, ροδάκινα, ακτινίδια, βερίκοκα, νεκταρίνια, κεράσια και βρώσιμες ελιές. Το κλίμα είναι «από τα ευνοϊκότερα στην Ευρώπη», δίνοντας προϊόντα με υψηλές οργανοληπτικές ιδιότητες. Τέλος, η δενδροκομία «συντελεί στη συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο», εξασφαλίζοντας εισόδημα «και για τα αγροτικά νοικοκυριά με μικρό γεωργικό κλήρο, ακόμη και σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές».

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Η σημασία είναι διπλή: εθνική οικονομία (κατανάλωση + εξαγωγές) και συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο.
  • Η εντάσεως εργασίας φύση της καλλιέργειας, που ανεβάζει την τιμή, είναι ταυτόχρονα και κοινωνικό πλεονέκτημα.

 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ