Αναλυτικές απαντήσεις στις 8 ερωτήσεις της σελ. 53 του βιβλίου «Δενδροκομία» Γ΄ ΕΠΑΛ.
Ερώτηση: Πώς διακρίνονται οι ρίζες ανάλογα με την προέλευσή τους; Ποιος είναι ο ρόλος των ριζών;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά την προέλευσή τους, οι ρίζες διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: «α) την πρωτεύουσα ή κύρια ρίζα, β) τις δευτερεύουσες ρίζες, οι οποίες παράγονται από την κύρια ρίζα, γ) τις ρίζες ανώτερης τάξης (τριτεύουσες κ.λπ.), που παράγονται από τις δευτερεύουσες κ.ο.κ. και δ) … τα ριζικά τριχίδια». Η πρωτεύουσα «προέρχεται από την προέκταση και συνεχή επιμήκυνση του ριζιδίου του εμβρύου μετά τη βλάστηση του σπόρου και ονομάζεται πασσαλώδης»· στα δέντρα από μοσχεύματα, παραφυάδες, καταβολάδες ή μη προσεγμένη μεταφύτευση «η πρωτεύουσα ρίζα δεν υπάρχει ή έχει καταστραφεί». Ο ρόλος τους είναι τριπλός: «i) τη στήριξη του δέντρου, ii) την απορρόφηση του νερού και των ανόργανων θρεπτικών στοιχείων από το έδαφος και iii) τη μεταφορά τους στα υπέργεια μέρη». Πρακτικά, «η στήριξη … επιτυγχάνεται με όλο το ριζικό σύστημα, η απορρόφηση με τα ριζικά τριχίδια και η μεταφορά … με τα στοιχεία της ξυλώδους μοίρας», ενώ η ίδια η ρίζα «τρέφεται από τροφές που σχηματίζονται στα φύλλα και κατεβαίνουν μέσω … της ηθμώδους μοίρας».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα είδη των βλαστών; Τι είναι τα λογχοειδή και σε τι διακρίνονται;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στη δενδροκομική πρακτική «βλαστός είναι το μέρος του δέντρου που φέρει το φύλλωμα, τα άνθη και τους καρπούς», και «η καλύτερη διάκριση … είναι: ετήσιοι βλαστοί, βλαστοί παρελθόντων ετών και αιχμές, που ονομάζονται και λογχοειδή ή κεντριά». Οι ετήσιοι λέγονται τρέχουσα βλάστηση όσο είναι τρυφεροί και βλαστοί ενός έτους μετά την ξυλοποίηση· όσοι προέρχονται από οφθαλμούς τους λέγονται ταχυφυείς. Βλαστός παρελθόντος έτους ή δύο ετών είναι «ο βλαστός που είναι αμέσως κάτω από τον πρώτο δακτύλιο ηλικίας», ενώ οι μεγαλύτεροι των δύο ετών λέγονται παλιό ξύλο. Ιδιαίτεροι τύποι είναι οι λαίμαργοι, «πολύ ζωηροί, … με μεγάλα μεσογονάτια, μόνο ξυλοφόρους οφθαλμούς και μεγάλα φύλλα», και οι παραφυάδες, από οφθαλμούς του λαιμού ή της ρίζας. Τα λογχοειδή, «τα οποία δεν έχουν σχέση με τα αγκάθια, είναι βλαστοί με πολύ μικρά μεσογονάτια διαστήματα, … και προέρχονται από πλάγιους ξυλοφόρους οφθαλμούς»· διακρίνονται ανάλογα με το τι φέρουν: «είτε μόνο έναν ξυλοφόρο οφθαλμό, είτε ένα μικτό οφθαλμό, είτε πολλούς ανθοφόρους στα πλάγια και έναν ξυλοφόρο επάκρια, είτε μόνο αγκάθι».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιος ο ρόλος των φύλων; Ποια τα μέρη του φύλλου; Τι είναι η διαπνοή;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο ρόλος των φύλλων είναι διπλός. Πρώτον, η φωτοσύνθεση: «τα φύλλα περιέχουν τους κόκκους της χλωροφύλλης, οι οποίοι με τη βοήθεια της ηλιακής ακτινοβολίας δεσμεύουν το διοξείδιο του άνθρακα … και, μαζί με το νερό και τα ανόργανα θρεπτικά στοιχεία …, συνθέτουν τις οργανικές θρεπτικές ουσίες» — ουσίες απαραίτητες «για την ανάπτυξη του συνόλου του φυτού, τη διαφοροποίηση των οφθαλμών, την καρπόδεση, την αύξηση και την ωρίμαση των καρπών και την παραγωγή νέων ριζών»· γι' αυτό «το φύλλο είναι το μόνο φυσικό εργαστήριο που μπορεί να συνθέσει οργανική ύλη». Δεύτερον, η διαπνοή. Μέρη του φύλλου: «το πλατύ μέρος (το έλασμα) και το κοτσάνι (ο μίσχος)»· οι επιφάνειες του ελάσματος «μπορεί να είναι λείες, χνουδωτές ή τριχωτές» και στα πυρηνόκαρπα φέρουν αδένες, ενώ ο μίσχος φέρει αδένες (πυρηνόκαρπα) ή πτερύγια (εσπεριδοειδή). Διαπνοή «είναι η λειτουργία του δέντρου κατά την οποία το νερό βγαίνει προς την ατμόσφαιρα με τη μορφή των υδρατμών» και «διενεργείται μέσα από τα στομάτια», που ανοιγοκλείνουν ανάλογα με τη θερμοκρασία και υγρασία του αέρα, την ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας, την ταχύτητα του ανέμου και τη φυσιολογική κατάσταση του δέντρου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες οι κατηγορίες των οφθαλμών σε σχέση με τη θέση τους στο βλαστό; Πόσα είναι τα είδη των οφθαλμών σε σχέση με το αποτέλεσμα της ανάπτυξής τους;
Απάντηση:
Α. Κατά τη θέση στον βλαστό. «Με την ανάπτυξη του βλαστού, ενεργά μεριστωματικά κύτταρα υπάρχουν πάντα στην κορυφή του και συνιστούν μέρος του κορυφαίου ή επάκριου οφθαλμού. Όμως, σε κάθε βλαστό σχηματίζονται και πλευρικά μεριστώματα, τα οποία αποτελούν μέρος των πλάγιων οφθαλμών.»
Πού σχηματίζονται οι πλάγιοι. «Οι πλάγιοι οφθαλμοί σχηματίζονται στη βάση του μίσχου των φύλλων, η οποία ονομάζεται και μασχάλη του φύλλου ή γόνατο.»
Πολλαπλοί. «Όταν στο ίδιο γόνατο σχηματίζονται δύο ή τρεις πλάγιοι οφθαλμοί, αυτοί ονομάζονται πολλαπλοί. Οι πολλαπλοί οφθαλμοί μπορεί να είναι παράπλευροι (π.χ. στη ροδακινιά) ή υπερκείμενοι (π.χ. στην καρυδιά).»
Τυχαίοι ή επίκτητοι. «Μερικές φορές παρατηρείται σχηματισμός οφθαλμών και σε άλλα σημεία, εκτός από τα γόνατα. Οι οφθαλμοί αυτοί καλούνται τυχαίοι ή επίκτητοι οφθαλμοί.»
Β. Κατά το αποτέλεσμα της ανάπτυξης — τρία είδη.
| Είδος | Τι περιέχει | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Βλαστοφόρος ή ξυλοφόρος | «μόνο έναν εμβρυώδη βλαστό (μερίστωμα και καταβολές φύλλων)» | — |
| Ανθοφόρος | «τις καταβολές ενός ή περισσότερων ανθέων» | — |
| Μικτός | «και εμβρυώδη βλαστό και άνθη» | αχλαδιά |
Υποδιαίρεση των ανθοφόρων. «Ανάλογα με τον αριθμό των ανθέων που περιέχουν οι ανθοφόροι οφθαλμοί διακρίνονται σε μονανθείς (όπως στην αμυγδαλιά) ή πολυανθείς (όπως στην κερασιά).»
Τι περιέχει κάθε οφθαλμός. «Κάθε οφθαλμός (ή μάτι), εκτός από το μερίστωμα, περιλαμβάνει τις καταβολές των φύλλων ή τις καταβολές του άνθους και σε πολλές περιπτώσεις τα λέπια, τα οποία προστατεύουν τα προηγούμενα από τις εξωτερικές δυσμενείς συνθήκες.»
Και δύο καταστάσεις λήθαργου. Λόγω της κυριαρχίας της κορυφής, οι πλάγιοι οφθαλμοί «παραμένουν σε λήθαργο» και θα εκπτυχθούν την επόμενη άνοιξη· όσοι όμως «ούτε την επόμενη άνοιξη εκπύσσονται και παραμένουν σε κατάσταση λήθαργου για πολλά χρόνια» λέγονται λανθάνοντες ή κοιμώμενοι και «μόνο το αυστηρό κλάδεμα … μπορεί να τους αφυπνίσει».
Η καταγωγή όλων. «Όλοι οι οφθαλμοί στην αρχή του σχηματισμού τους είναι ξυλοφόροι. Οι ανθοφόροι προέρχονται από τη διαφοροποίηση των ξυλοφόρων, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ καλοκαιριού και Δεκεμβρίου.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ως προς τη θέση τους στον βλαστό, οι οφθαλμοί είναι κορυφαίοι ή επάκριοι — «ενεργά μεριστωματικά κύτταρα υπάρχουν πάντα στην κορυφή» — και πλάγιοι, που «σχηματίζονται στη βάση του μίσχου των φύλλων, η οποία ονομάζεται και μασχάλη του φύλλου ή γόνατο». Όταν «στο ίδιο γόνατο σχηματίζονται δύο ή τρεις», λέγονται πολλαπλοί και είναι παράπλευροι (ροδακινιά) ή υπερκείμενοι (καρυδιά)· όσοι σχηματίζονται «σε άλλα σημεία, εκτός από τα γόνατα» είναι τυχαίοι ή επίκτητοι. Ως προς το αποτέλεσμα της ανάπτυξής τους τα είδη είναι τρία: βλαστοφόρος ή ξυλοφόρος, όταν περιέχει «μόνο έναν εμβρυώδη βλαστό»· ανθοφόρος, όταν περιέχει «τις καταβολές ενός ή περισσότερων ανθέων»· και μικτός, «όταν περιέχει και εμβρυώδη βλαστό και άνθη, όπως στην αχλαδιά». Οι ανθοφόροι υποδιαιρούνται σε μονανθείς (αμυγδαλιά) και πολυανθείς (κερασιά).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια τα μέρη του άνθους; Ποιες οι κατηγορίες των ανθέων σε σχέση με τη θέση της ωοθήκης και των στημόνων;
Απάντηση:
Α. Τα γόνιμα (αναπαραγωγικά) μέρη. «Οι στήμονες αποτελούνται από το νήμα και τους ανθήρες ή γυρεόσακους, οι οποίοι φέρονται στην κορυφή του νήματος. Οι ανθήρες (ανδρείον) μπορεί να έχουν σχήμα σφαιρικό, ελλειψοειδές, ωοειδές ή ασκοειδές και περιέχουν τη γύρη, δηλαδή τους γυρεόκοκκους.»
«Ο ύπερος ή γυναικείον αποτελείται από την ωοθήκη και το στύλο, ο οποίος καταλήγει στο απλό, δισχιδές ή πολυσχιδές στίγμα. Η ωοθήκη, που μπορεί να είναι μονόχωρος ή πολύχωρος, σχηματίζεται από τη συνένωση των καρπόφυλλων και περιέχει τα ωάρια (ωοκύτταρα).»
Β. Τα άγονα μέρη. «Ο ποδίσκος, με τον οποίο συγκολλάται το άνθος πάνω στο βλαστό, ο κάλυκας με τα πράσινα σέπαλα και η στεφάνη με τα πέταλα, που έχουν έντονο χρώμα. Ο κάλυκας και η στεφάνη αποτελούν το περιάνθιο.»
Η προέλευσή τους. «Όλα τα μέρη του άνθους, εκτός από τον ποδίσκο, προέρχονται από την ανθοδόχη, η οποία σχηματίζεται στο απομακρυσμένο από το βλαστό άκρο του ποδίσκου.»
Γ. Οι κατηγορίες κατά τη θέση της ωοθήκης και των στημόνων. «Τα άνθη, ανάλογα με τη θέση των σημείων έκφυσης των στημόνων, των πετάλων και των σεπάλων σε σχέση με την ωοθήκη, διακρίνονται στους εξής τύπους: α) επίγυνα (μηλοειδή), β) περίγυνα (πυρηνόκαρπα) και γ) υπόγυνα, όπως στα εσπεριδοειδή.»
Συγκριτικός πίνακας
| Τύπος | Ομάδα δέντρων |
|---|---|
| Επίγυνα | μηλοειδή |
| Περίγυνα | πυρηνόκαρπα |
| Υπόγυνα | εσπεριδοειδή |
Μια δεύτερη διάκριση — τέλεια και ατελή. «Τα τέλεια άνθη, που λέγονται και ερμαφρόδιτα, φέρουν και στήμονες (αρσενικό μέρος) και ύπερο (θηλυκό μέρος). Τα ατελή άνθη μπορεί να είναι είτε αρσενικά, γιατί φέρουν μόνο στήμονες, είτε θηλυκά, γιατί φέρουν μόνο ύπερο.»
Και ο ρόλος του άνθους. «Το άνθος συνιστά το αναπαραγωγικό όργανο του φυτού, αφού από αυτό παράγεται ο καρπός με τα σπέρματα, τα οποία αποτελούν το υλικό του εγγενούς πολλαπλασιασμού.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα μέρη του άνθους χωρίζονται σε γόνιμα και άγονα. Γόνιμα είναι οι στήμονες, που «αποτελούνται από το νήμα και τους ανθήρες ή γυρεόσακους» και «περιέχουν τη γύρη, δηλαδή τους γυρεόκοκκους», και ο ύπερος ή γυναικείον, που «αποτελείται από την ωοθήκη και το στύλο, ο οποίος καταλήγει στο απλό, δισχιδές ή πολυσχιδές στίγμα»· η ωοθήκη «σχηματίζεται από τη συνένωση των καρπόφυλλων και περιέχει τα ωάρια». Άγονα είναι «ο ποδίσκος …, ο κάλυκας με τα πράσινα σέπαλα και η στεφάνη με τα πέταλα», με τον κάλυκα και τη στεφάνη να αποτελούν το περιάνθιο· «όλα τα μέρη … εκτός από τον ποδίσκο, προέρχονται από την ανθοδόχη». Κατά τη θέση των σημείων έκφυσης των στημόνων, των πετάλων και των σεπάλων σε σχέση με την ωοθήκη, τα άνθη διακρίνονται σε «α) επίγυνα (μηλοειδή), β) περίγυνα (πυρηνόκαρπα) και γ) υπόγυνα, όπως στα εσπεριδοειδή».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια δέντρα ονομάζονται μόνοικα δίκλινα; Ποια δίοικα;
Απάντηση:
Η αφετηρία. «Τα περισσότερα καρποφόρα δέντρα φέρουν ερμαφρόδιτα άνθη (μηλιά, εσπεριδοειδή, ροδακινιά)» — δηλαδή άνθη με στήμονες και ύπερο μαζί.
Μόνοικα δίκλινα. «Υπάρχουν όμως καρποφόρα δέντρα που είτε φέρουν πάνω στο ίδιο δέντρο χωριστά τα θηλυκά και τα αρσενικά άνθη και το δέντρο αυτό ονομάζεται μόνοικο δίκλινο (καστανιά, καρυδιά, φουντουκιά).»
Δίοικα. «… είτε φέρουν σ' άλλο δέντρο τα θηλυκά και σ' άλλο δέντρο τα αρσενικά και τότε το είδος καλείται δίοικο (φιστικιά). Στην τελευταία περίπτωση τα δέντρα διακρίνονται αντίστοιχα σε θηλυκά και αρσενικά.»
Η σύνδεση με τα ατελή άνθη. Και στις δύο περιπτώσεις τα άνθη είναι ατελή: «μπορεί να είναι είτε αρσενικά, γιατί φέρουν μόνο στήμονες, είτε θηλυκά, γιατί φέρουν μόνο ύπερο».
Συγκριτικός πίνακας
| Κατηγορία | Πού βρίσκονται τα δύο φύλα | Παραδείγματα |
|---|---|---|
| Ερμαφρόδιτα (τέλεια άνθη) | στο ίδιο άνθος | μηλιά, εσπεριδοειδή, ροδακινιά |
| Μόνοικα δίκλινα | στο ίδιο δέντρο, σε χωριστά άνθη | καστανιά, καρυδιά, φουντουκιά |
| Δίοικα | σε διαφορετικά δέντρα | φιστικιά |
Η πρακτική συνέπεια. Στα δίοικα είδη χρειάζεται και θηλυκά και αρσενικά δέντρα στον ίδιο δενδρώνα, αφού «τα δέντρα διακρίνονται … σε θηλυκά και αρσενικά» και μόνο τα θηλυκά καρποφορούν.
Και οι ταξιανθίες συμφωνούν. Τα μόνοικα δίκλινα του βιβλίου (καρυδιά, φουντουκιά) έχουν ίουλο ως ταξιανθία των αρσενικών ανθέων — η ίδια η Εικόνα 2.5 δείχνει «ίουλους αρσενικών ανθέων σε κλάδους φουντουκιάς (λεπτοκαρυάς)».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα περισσότερα καρποφόρα δέντρα «φέρουν ερμαφρόδιτα άνθη (μηλιά, εσπεριδοειδή, ροδακινιά)». Υπάρχουν όμως δύο εξαιρέσεις. Μόνοικα δίκλινα ονομάζονται εκείνα που «φέρουν πάνω στο ίδιο δέντρο χωριστά τα θηλυκά και τα αρσενικά άνθη» — δηλαδή η καστανιά, η καρυδιά και η φουντουκιά. Δίοικα ονομάζονται εκείνα που «φέρουν σ' άλλο δέντρο τα θηλυκά και σ' άλλο δέντρο τα αρσενικά» — όπως η φιστικιά· «στην τελευταία περίπτωση τα δέντρα διακρίνονται αντίστοιχα σε θηλυκά και αρσενικά». Και στις δύο περιπτώσεις τα άνθη είναι ατελή, δηλαδή φέρουν «μόνο στήμονες» (αρσενικά) ή «μόνο ύπερο» (θηλυκά).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι ο καρπός; Ποια τα μέρη του καρπού; Ποιοι οι βοτανικοί τύποι των καρπών των οπωροφόρων δέντρων;
Απάντηση:
Α. Ο ορισμός. «Ο καρπός είναι το προϊόν της γονιμοποίησης του θηλυκού μέρους του άνθους (ωάριο) από το αρσενικό (γύρη).»
Πώς σχηματίζεται. «Μετά τη γονιμοποίηση αρχίζει ο πολλαπλασιασμός, αφενός του γονιμοποιημένου ωαρίου, οπότε σχηματίζεται το έμβρυο, και αφετέρου του γονιμοποιημένου εμβρυοσάκου, οπότε σχηματίζεται το ενδοσπέρμιο … Από τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του καρπόφυλλου (ωοθήκης) παράγεται η σάρκα του καρπού, που ονομάζεται περικάρπιο.» «Μερικές φορές … συμμετέχουν οι παρακείμενοι ιστοί της ωοθήκης, ο κάλυκας και ολόκληρη η ανθοδόχη.»
Οι εξαιρέσεις. «Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ο καρπός δεν είναι το προϊόν της γονιμοποίησης … Οι καρποί αυτοί είναι άσπερμοι και ονομάζονται απομικτικοί (απογαμικοί) ή παρθενοκαρπικοί, ανάλογα με το αν έγινε ή όχι, αντίστοιχα, η επικονίαση των ανθέων (π.χ. μπανάνα, σύκο δίφορης συκιάς).»
Β. Τα μέρη του καρπού. «Το περικάρπιο διακρίνεται σε τρία ευδιάκριτα μέρη: α) το εξωκάρπιο, που συνιστά το εξωτερικό μέρος, δηλαδή τη φλούδα, β) το μεσοκάρπιο, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το μέρος που τρώγεται και γ) το ενδοκάρπιο, δηλαδή το περγαμηνώδες δερματώδες περίβλημα ή το σκληρό και ξυλώδες κέλυφος που περικλείει το ή τα σπέρματα.» Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ, «κάθε καρπός αποτελείται από το περικάρπιο και το σπέρμα».
Οι διακρίσεις του καρπού. Αληθείς ή γνήσιοι «οι καρποί που σχηματίζονται από την ανάπτυξη μόνο της ωοθήκης» (ροδάκινο, αμύγδαλο, βερίκοκο, δαμάσκηνο)· ψευδείς «εκείνοι για το σχηματισμό των οποίων συμμετέχουν και άλλα μέρη του περιανθίου» (μήλο, αχλάδι, κυδώνι, ρόδι, σύκο). Κατά τον αριθμό των ωοθηκών: απλός (μία ωοθήκη), συγκάρπιο (περισσότερες ωοθήκες του ίδιου άνθους — σύκο, φράουλα, βατόμουρο), πολλαπλοί ή σύνθετοι (ωοθήκες πολλών ανθέων μίας ταξιανθίας — ανανάς).
Γ. Οι βοτανικοί τύποι.
| Τύπος | Δέντρα |
|---|---|
| α. Δρύπη (τρώγεται το περικάρπιο) | ροδακινιά (νεκταρινιά), βερικοκιά, κερασιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, ελιά, χουρμαδιά, ζιζυφιά, αβοκάντο (περσέα) |
| α. Δρύπη (τρώγεται το σπέρμα) | αμυγδαλιά, καρυδιά, φιστικιά |
| β. Μήλο ή πόμη | μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, μουσμουλιά (μεσπιλιά), σουρβιά |
| γ. Εσπερίδιο | πορτοκαλιά, μανταρινιά, λεμονιά, κιτριά, νερατζιά, γκρέιπφρουτ, φράπα, λιμεττία, κουμκουάτ |
| δ. Κάρυο | καστανιά, φουντουκιά |
| ε. Ρόδι ή σίδιο | ροδιά |
| στ. Σύκο | συκιά |
| ζ. Χέδρωψ ή λοβός | χαρουπιά |
| η. Ράγα | αμπέλι, ακτινιδιά, μπανανιά |
| θ. Μούρο ή μιμαίκυλο | φράουλα (αχαίνια), μουριά, βατομουριά, σμεουριά (δρυπόμορφα καρπίδια) |
Δύο παγίδες που επισημαίνει το βιβλίο. «Το κάστανο και το φουντούκι που τρώγεται δεν είναι ο καρπός αλλά ένα από τα σπέρματα του καρπού. Σημειώνεται ότι ο καρπός της καρυδιάς (το καρύδι) είναι δρύπη και όχι κάρυο.»
⚠️ Παρατήρηση για τη λεζάντα. Στην Εικόνα 2.7 (σελ. 50) το γράμμα «δ» χρησιμοποιείται δύο φορές (για το μούρο και για τη ράγα) ενώ λείπει το «θ» — παρόλο που η ίδια η φωτογραφία φέρει την ένδειξη (θ).
Σύνοψη: (ενδεικτική) «Ο καρπός είναι το προϊόν της γονιμοποίησης του θηλυκού μέρους του άνθους (ωάριο) από το αρσενικό (γύρη).» Από τον πολλαπλασιασμό του γονιμοποιημένου ωαρίου σχηματίζεται το έμβρυο, από τον εμβρυόσακο το ενδοσπέρμιο και «από τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του καρπόφυλλου (ωοθήκης) … η σάρκα του καρπού, που ονομάζεται περικάρπιο». Τα μέρη του: κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ «κάθε καρπός αποτελείται από το περικάρπιο και το σπέρμα», ενώ το περικάρπιο «διακρίνεται σε τρία ευδιάκριτα μέρη: α) το εξωκάρπιο …, δηλαδή τη φλούδα, β) το μεσοκάρπιο, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το μέρος που τρώγεται και γ) το ενδοκάρπιο, δηλαδή το περγαμηνώδες δερματώδες περίβλημα ή το σκληρό και ξυλώδες κέλυφος που περικλείει τα σπέρματα». Οι βοτανικοί τύποι είναι εννέα: δρύπη, μήλο ή πόμη, εσπερίδιο, κάρυο, ρόδι ή σίδιο, σύκο, χέδρωψ ή λοβός, ράγα και μούρο ή μιμαίκυλο. Το βιβλίο επισημαίνει ότι «το κάστανο και το φουντούκι που τρώγεται δεν είναι ο καρπός αλλά ένα από τα σπέρματα του καρπού» και ότι «ο καρπός της καρυδιάς (το καρύδι) είναι δρύπη και όχι κάρυο».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι σπέρμα; Ποια τα μέρη του; Αναφέρατε τρεις καρπούς των οποίων το σπέρμα είναι εδώδιμο.
Απάντηση:
Α. Τι είναι το σπέρμα. «Έμβρυο και ενδοσπέρμιο μαζί με το περίβλημα αποτελούν το σπέρμα.» Προκύπτει από τη γονιμοποίηση: «από τη γονιμοποίηση αυτή προκύπτει το σπέρμα, δηλαδή ο σπόρος». Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ, «στο σπέρμα (σπόρος) υπάρχει το έμβρυο, δηλαδή η απλούστερη ολοκληρωμένη μορφή του φυτού».
Η σημασία του. Τα σπέρματα «αποτελούν το υλικό του εγγενούς πολλαπλασιασμού».
Β. Τα τέσσερα μέρη.
| Μέρος | Περιγραφή |
|---|---|
| α) Έμβρυο | «είναι η μικρογραφία του σπορόφυτου και βρίσκεται σε κατάσταση λήθαργου»· μέρη του: βλαστίδιο, κοτυληδόνες, ριζίδιο και υποκότυλο — «το τμήμα μεταξύ των κοτυληδόνων και του ριζίδιου» |
| β) Ενδοσπέρμιο | «αποτελεί τον αποθησαυριστικό (αποταμιευτικό) ιστό που χρησιμοποιείται κατά το φύτρωμα του σπόρου» |
| γ) Σπερματικό περίβλημα ή σποροχιτώνας | — |
| δ) Περισπέρμιο | «είναι δερματώδες και προστατεύει όλα τα υπόλοιπα μέρη του σπέρματος» |
Μια παρατήρηση του βιβλίου. Στο Σχήμα 2.7: «Στα σπέρματα του παρόντος σχήματος λείπει το ενδοσπέρμιο και το ρόλο του εκπληρούν οι αρκετά διογκωμένες κοτυληδόνες.»
Γ. Τρεις καρποί με εδώδιμο σπέρμα. «Καρπό δρύπη, του οποίου όμως τρώγεται το σπέρμα, έχουν τα δέντρα: αμυγδαλιά, καρυδιά και φιστικιά» — άρα το αμύγδαλο, το καρύδι και το φιστίκι.
Και δύο ακόμη. «Το κάρυο … Είναι ο καρπός της καστανιάς και της φουντουκιάς. Το κάστανο και το φουντούκι που τρώγεται δεν είναι ο καρπός αλλά ένα από τα σπέρματα του καρπού.» Άρα εδώδιμο σπέρμα έχουν και το κάστανο και το φουντούκι.
Η γενική αρχή. Κατά την ΠΕΡΙΛΗΨΗ: «Στους περισσότερους καρπούς τρώγεται το περικάρπιο (οπώρες). Στους ξηρούς καρπούς εδώδιμο μέρος είναι το σπέρμα (ψίχα).» Και στο ΚΕΦ. 1: «Στο ακρόδρυο, εδώδιμο μέρος είναι το σπέρμα που περιέχεται σ' αυτό» — «πλην του ώριμου αμύγδαλου» στα πυρηνόκαρπα, όπου «εδώδιμο είναι το σπέρμα».
Σύνοψη: (ενδεικτική) «Έμβρυο και ενδοσπέρμιο μαζί με το περίβλημα αποτελούν το σπέρμα», δηλαδή τον σπόρο, που προκύπτει από τη γονιμοποίηση και αποτελεί «το υλικό του εγγενούς πολλαπλασιασμού». Τα μέρη του είναι τέσσερα: «α) το έμβρυο, το οποίο είναι η μικρογραφία του σπορόφυτου και βρίσκεται σε κατάσταση λήθαργου» και έχει βλαστίδιο, κοτυληδόνες, ριζίδιο και υποκότυλο· «β) το ενδοσπέρμιο, το οποίο αποτελεί τον αποθησαυριστικό (αποταμιευτικό) ιστό που χρησιμοποιείται κατά το φύτρωμα του σπόρου»· «γ) το σπερματικό περίβλημα ή σποροχιτώνα»· και «δ) το περισπέρμιο, το οποίο είναι δερματώδες και προστατεύει όλα τα υπόλοιπα μέρη του σπέρματος». Τρεις καρποί με εδώδιμο σπέρμα είναι το αμύγδαλο, το καρύδι και το φιστίκι — «καρπό δρύπη, του οποίου όμως τρώγεται το σπέρμα, έχουν τα δέντρα: αμυγδαλιά, καρυδιά και φιστικιά» — ενώ το ίδιο ισχύει και για το κάστανο και το φουντούκι, που «δεν είναι ο καρπός αλλά ένα από τα σπέρματα του καρπού».
Κριτήρια αξιολόγησης: