Λύσεις στις εργασίες των Ασκήσεων 20-21: βασική λειτουργία και εξαρτήματα του συστήματος Monomotronic, σύγκριση με αντίστοιχα συστήματα άλλων κατασκευαστών, επίδραση απώλειας σήματος αισθητήρα στροφών.
Ερώτηση: Να περιγράψετε τη βασική λειτουργία του συστήματος και των επί μέρους εξαρτημάτων του. Να φέρετε πληροφορίες σχετικά με τις ομοιότητες και τις διαφορές που έχει ένα άλλο σύστημα συνδυασμένου ελέγχου ανάφλεξης και ψεκασμού με ένα σύστημα Monomotronic.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύστημα Monomotronic είναι συνδυασμένο σύστημα ψεκασμού και ανάφλεξης: μία ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου (ECU) διαχειρίζεται ταυτόχρονα και τα δύο, με βάση σήματα από τους αισθητήρες θέσης στροφαλοφόρου, θερμοκρασίας ψυκτικού, θερμοκρασίας εισαγωγής αέρα, θέσης πεταλούδας γκαζιού, οξυγόνου και προανάφλεξης. Η βασική ιδιαιτερότητά του, σε σχέση με το Motronic, είναι ότι διαθέτει ένα σώμα κεντρικού ψεκασμού με έναν μόνο εγχυτήρα (μπεκ) — σπάνια δύο — που ψεκάζει καύσιμο για όλους τους κυλίνδρους μαζί, αντί για ξεχωριστό εγχυτήρα ανά κύλινδρο. Άλλα βασικά εξαρτήματα είναι η αντλία καυσίμου, το φίλτρο καυσίμου, ο ρυθμιστής πίεσης καυσίμου, το βηματικό μοτέρ ρύθμισης ρελαντί, η βαλβίδα κάνιστρου ενεργού άνθρακα, το πηνίο ανάφλεξης, ο διακόπτης αδρανείας και το κεντρικό ρελέ κινητήρα. Στην πρώτη του έκδοση το Monomotronic χρησιμοποιούσε συμβατικό διανομέα υψηλής τάσης, ενώ τα σημερινά συστήματα διαθέτουν πλήρη ηλεκτρονική ανάφλεξη χωρίς διανομέα. Αντίστοιχα συστήματα μονού/κεντρικού ψεκασμού με συνδυασμένο έλεγχο ανάφλεξης κατασκευάζουν και άλλες εταιρείες, με διαφορετική ονομασία: «MMFD Monopoint» (Magneti-Marelli), «MEMS Single-point» (Rover), «G.J-2 Singlepoint» (Weber) και «Multec» (Opel). Οι ομοιότητές τους με το Monomotronic είναι ότι όλα βασίζονται σε έναν ενιαίο εγκέφαλο που ελέγχει ταυτόχρονα έναν κεντρικό εγχυτήρα και την ηλεκτρονική ανάφλεξη, χρησιμοποιώντας παρόμοιους βασικούς αισθητήρες (στροφών, θερμοκρασίας, πεταλούδας, οξυγόνου). Οι διαφορές τους αφορούν κυρίως τον κατασκευαστή, τη λογική/λογισμικό του προγράμματος ελέγχου, τους κωδικούς αυτοδιάγνωσης και λεπτομέρειες κατασκευής των επιμέρους εξαρτημάτων (π.χ. τύπο βηματικού μοτέρ ρελαντί ή αισθητήρα φορτίου).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε τι πρόβλημα παρουσιάζεται στη λειτουργία του συστήματος, όταν το σήμα του αισθητήρα στροφών δεν φτάνει στην ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο αισθητήρας θέσης στροφαλοφόρου (αισθητήρας στροφών) δίνει στην ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου δύο θεμελιώδεις πληροφορίες: την ταχύτητα περιστροφής του κινητήρα (στροφές ανά λεπτό) και μία σταθερή θέση αναφοράς του στροφαλοφόρου άξονα, με βάση την οποία η ECU συγχρονίζει τη στιγμή έναρξης του ψεκασμού και τη στιγμή του σπινθήρα ανάφλεξης σε κάθε κύλινδρο. Αν το σήμα αυτού του αισθητήρα δεν φτάνει καθόλου στην ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου (λόγω κομμένου καλωδίου, χαλαρής επαφής ή βλάβης του ίδιου του αισθητήρα), η ECU χάνει εντελώς τη βασική πληροφορία συγχρονισμού που χρειάζεται για να λειτουργήσει το σύστημα ψεκασμού-ανάφλεξης. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο κινητήρας είτε δεν παίρνει καθόλου μπροστά (αφού η ECU δεν μπορεί να δώσει εντολή ψεκασμού ή σπινθήρα χωρίς σήμα στροφών/θέσης), είτε, αν το σήμα χάνεται διαλείποντας ενώ ο κινητήρας ήδη λειτουργεί, προκαλείται απότομο σβήσιμο ή διακοπτόμενη λειτουργία (τραντάγματα, «κοψίματα»). Η βλάβη αυτή είναι από τις πιο κρίσιμες που μπορεί να εμφανιστούν, καταγράφεται άμεσα από το σύστημα αυτοδιάγνωσης της ECU και ανάβει η αντίστοιχη ενδεικτική λυχνία διάγνωσης βλαβών στο ταμπλό.
Κριτήρια αξιολόγησης: