Πλήρεις λύσεις των 4 ερωτήσεων του κεφαλαίου 10 — τα τέσσερα στάδια σκαλίσματος της ανάγλυφης τεχνικής, τα σημεία όπου εντοπίζεται η δυσκολία της, ο λόγος για τον οποίο κολλάμε πρόσθετο τεμάχιο ξύλου πριν το σκάλισμα, και η ολική αφαίρεση του φόντου με ξεγύρισμα σε πριονοκορδέλλα ή σέγα. Όλες απαντώνται από το κείμενο της §10.1, με ASCII τομές που αντιπαραβάλλουν την ανάγλυφη με τις προηγούμενες τεχνικές.
Ερώτηση: Ποια είναι τα στάδια σκαλίσματος στην τεχνική της ανάγλυφης ξυλογλυπτικής;
Απάντηση:
ΜΕΓΑΛΑ ΝΟΥΜΕΡΑ → αδρή διαμόρφωση όγκου
↓
ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ → λεπτομέρειες
«Το τάκιασμα, το ρίξιμο, το κοφτό είναι διαδικασίες που εφαρμόζονται από τον τεχνίτη στην ανάδειξη και ολοκλήρωση του θέματος» (Εικ. 10.1).
① σχεδίαση σε ξύλο ≥2,5-3 cm + στήριξη στον πάγκο
② ξεχόνδρισμα — αφαίρεση φόντου σε μεγάλο βάθος
③ σκάλισμα ανάγλυφου — σκαρπελιές, βαθουλώματα και κορυφές,
από μεγάλα προς μικρά νούμερα σκαρπέλων·
εφαρμογή τακιάσματος, ριξίματος, κοφτού
④ ολοκλήρωση — λεπτομέρειες, ιδίως στην ένωση ανάγλυφου-φόντου,
και γυαλοχαρτάρισμα No 140
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα στάδια είναι τέσσερα. Πρώτα σχεδιάζουμε το θέμα σε τεμάχιο ξύλου πάχους τουλάχιστον 2,5-3 cm και το στηρίζουμε στον πάγκο εργασίας. Έπειτα αρχίζουμε με την αφαίρεση του φόντου, το ξεχόνδρισμα, στο επιθυμητό βάθος, που συνήθως είναι αρκετά μεγάλο ανάλογα με το θέμα. Ακολουθεί το σκάλισμα του ανάγλυφου, που ξεκινά με σκαρπελιές στα κατάλληλα σημεία και αναδεικνύει σταδιακά το θέμα με τη δημιουργία βαθουλωμάτων και κορυφών, χρησιμοποιώντας στην αρχή μεγάλα νούμερα σκαρπέλων και σταδιακά μικρότερα για τις λεπτομέρειες· εδώ εφαρμόζονται το τάκιασμα, το ρίξιμο και το κοφτό. Τέλος, ολοκληρώνουμε προσέχοντας τις λεπτομέρειες και ειδικότερα τα σημεία όπου το ανάγλυφο ενώνεται με το φόντο, με απαραίτητο το γυαλοχαρτάρισμα με No 140.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πού εντοπίζεται η δυσκολία στην τεχνική αυτή;
Απάντηση:
ΕΥΚΟΛΟ (επιπεδόγλυφη) ΔΥΣΚΟΛΟ (ανάγλυφη)
▔▔┌────────┐▔▔ ▔▔┌╮ ╭──╮ ╭┐▔▔
▁▁│ ΘΕΜΑ │▁▁ ▁▁│ ╰─╯ ╰─╯ │▁▁
└────────┘ ▁▁│ │▁▁
μία στάθμη, παράλληλη └────────────┘
προς το φόντο πολλές στάθμες, καμία παράλληλη
Ο τεχνίτης δεν δουλεύει πια σε μία στάθμη αλλά πρέπει να ελέγχει συνεχώς μεταβαλλόμενο βάθος σε κάθε σημείο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δυσκολία εντοπίζεται πρώτα στο ότι οι επιφάνειες σκαλίσματος είναι λοξές ή καμπύλες, κυρτές ή κοίλες, και δεν βρίσκονται σε επίπεδα παράλληλα προς το φόντο: ο τεχνίτης δεν δουλεύει σε μία στάθμη αλλά ελέγχει συνεχώς μεταβαλλόμενο βάθος. Δεύτερον, η ανάδειξη του θέματος γίνεται σταδιακά με βαθουλώματα και κορυφές, και οι αποφάσεις είναι μη αναστρέψιμες, οπότε απαιτείται πρόβλεψη του τελικού σχήματος σε τρεις διαστάσεις. Τρίτον, χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός εργαλείων, από μεγάλα νούμερα σκαρπέλων προς μικρότερα για τις λεπτομέρειες. Τέταρτον, πρέπει να συνδυαστούν σωστά το τάκιασμα, το ρίξιμο και το κοφτό. Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν τα σημεία όπου το ανάγλυφο ενώνεται με το φόντο. Γι' αυτό το βιβλίο λέει ότι η τεχνική είναι δυσκολότερη και πιο σύνθετη από τις προηγούμενες και απαιτεί ασκημένο και έμπειρο ξυλογλύπτη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Γιατί προσθέτουμε ξύλο στο ανάγλυφο κατά τη διάρκεια της εργασίας;
Απάντηση:
Η απάντηση, αυτούσια (§10.1, σελ. 93): «Με την ολοκλήρωση της αφαίρεσης του φόντου, ο τεχνίτης έχει τη δυνατότητα να ΑΥΞΗΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΦΟΝΤΟΥ, ΚΟΛΛΩΝΤΑΣ ΤΕΜΑΧΙΟ ΞΥΛΟΥ στα κατάλληλα σημεία του ανάγλυφου, ΠΡΙΝ αυτό αρχίζει να σκαλίζεται.»
Η λογική: το φαινομενικό βάθος του φόντου είναι σχετικό — μετριέται από την κορυφή του θέματος ως τον πυθμένα του φόντου. Άρα υπάρχουν δύο τρόποι να το αυξήσεις:
ΤΡΟΠΟΣ Α — σκάβεις ΒΑΘΥΤΕΡΑ το φόντο
▔▔┌──────┐▔▔
▁▁│ ΘΕΜΑ │▁▁ ← περιορίζεται από το ΠΑΧΟΣ του ξύλου
▁▁│ │▁▁ (τουλάχιστον 2,5-3 cm)
└──────┘
ΤΡΟΠΟΣ Β — ΑΝΕΒΑΖΕΙΣ το θέμα κολλώντας ξύλο επάνω του
┌──────┐ ← πρόσθετο τεμάχιο
▔▔┌┴──────┴┐▔▔
▁▁│ ΘΕΜΑ │▁▁ ← ίδιο αρχικό πάχος ξύλου
└────────┘
Με τον δεύτερο τρόπο αυξάνεται το ανάγλυφο χωρίς να χρειαστεί παχύτερη πρώτη ύλη.
Γιατί έχει σημασία: κατά τη §10.1, «Το μεγαλύτερο βάθος του φόντου μεγαλώνει τον όγκο των παραστάσεων και αυξάνει το οπτικό πεδίο». Το πρόσθετο ξύλο επιτρέπει λοιπόν μεγαλύτερο όγκο εκεί ακριβώς όπου το θέμα το χρειάζεται — π.χ. σε ένα άνθος, στα πέταλα που προβάλλουν μπροστά από τα υπόλοιπα.
⚠️ Το κρίσιμο χρονικό σημείο: το βιβλίο τονίζει ότι γίνεται «ΠΡΙΝ αυτό αρχίζει να σκαλίζεται», και μετά την ολοκλήρωση της αφαίρεσης του φόντου.
① αφαίρεση φόντου (ξεχόνδρισμα)
② ➜ ΚΟΛΛΗΜΑ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΞΥΛΟΥ στα κατάλληλα σημεία
③ σκάλισμα του ανάγλυφου
Αν γινόταν αργότερα, η κόλληση θα έπεφτε σε ήδη σκαλισμένη, ανώμαλη επιφάνεια και δεν θα είχε ούτε καλή έδραση ούτε δυνατότητα να ενσωματωθεί στο σκάλισμα. Έτσι όμως, το πρόσθετο τεμάχιο σκαλίζεται μαζί με το υπόλοιπο και η ένωση εξαφανίζεται.
Οικονομία υλικού: η πρακτική αυτή σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να αγοραστεί παχύ ξύλο για ολόκληρο το τεμάχιο μόνο και μόνο επειδή λίγα σημεία του θέματος χρειάζονται μεγάλο ύψος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Προσθέτουμε ξύλο για να αυξήσουμε περισσότερο το βάθος του φόντου, δηλαδή το φαινομενικό ύψος του ανάγλυφου. Το βάθος του φόντου μετριέται από την κορυφή του θέματος ως τον πυθμένα, οπότε αντί να σκάψουμε βαθύτερα — κάτι που περιορίζεται από το πάχος του ξύλου — ανεβάζουμε το θέμα κολλώντας τεμάχιο ξύλου στα κατάλληλα σημεία. Έτσι μεγαλώνει ο όγκος των παραστάσεων και αυξάνεται το οπτικό πεδίο, χωρίς να χρειαστεί παχύτερη πρώτη ύλη για ολόκληρο το τεμάχιο. Η κόλληση γίνεται μετά την ολοκλήρωση της αφαίρεσης του φόντου και πριν αρχίσει το σκάλισμα του ανάγλυφου, ώστε το πρόσθετο τεμάχιο να σκαλιστεί μαζί με το υπόλοιπο και η ένωση να εξαφανιστεί.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς γίνεται η ολική αφαίρεση του φόντου;
Απάντηση:
Η απάντηση, αυτούσια (§10.1, σελ. 93): «Υπάρχει και η κατηγορία ανάγλυφων ξυλόγλυπτων ΧΩΡΙΣ ΦΟΝΤΟ (Εικ. 10.2), που αφαιρείται με το ΞΕΓΥΡΙΣΜΑ στην ΠΡΙΟΝΟΚΟΡΔΕΛΛΑ ή τη ΣΕΓΑ.»
Τι είναι το ξεγύρισμα (Κεφ. 5, σελ. 67, αυτούσια): «Ξεγύρισμα είναι η κοπή ξύλου σε πριονοκορδέλλα με στενό πριόνι (ξεγυριστάρι), ή σε σέγα, με στόχο την παραγωγή καμπύλων στοιχείων επίπλων ή αντικειμένων.» ⚠️ Το στενό πριόνι είναι η προϋπόθεση: μόνο λεπτή λάμα μπορεί να ακολουθήσει κλειστές καμπύλες χωρίς να σφηνώσει.
Η διαφορά από τη μερική αφαίρεση:
ΜΕΡΙΚΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ (ξεχόνδρισμα με σκαρπέλα)
▔▔┌──────┐▔▔ το φόντο ΧΑΜΗΛΩΝΕΙ αλλά ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ
▁▁│ ΘΕΜΑ │▁▁ ως επιφάνεια γύρω από το θέμα
└──────┘
ΟΛΙΚΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ (ξεγύρισμα σε κορδέλα/σέγα)
┌──────┐ το φόντο ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ —
│ ΘΕΜΑ │ μένει μόνο το περίγραμμα του θέματος
└──────┘
Το αποτέλεσμα συνδέεται με τη διάτρητη (διαμπερή) ξυλογλυπτική της εισαγωγής του βιβλίου (σελ. 11): «στην οποία αφαιρούμε πλήρως το φόντο».
Πού χρησιμοποιούνται τα ανάγλυφα χωρίς φόντο (σελ. 93, αυτούσια):
● ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ — «π.χ. κορυφή σκρήνιου, φορούσια»
● ΩΣ ΑΥΤΟΝΟΜΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ — «καθρέφτες, ροζέτες κ.ά.»
Η θέση του στη ροή εργασίας: το ξεγύρισμα γίνεται στην αρχή, αντί για το ξεχόνδρισμα του φόντου — και μετά ακολουθεί κανονικά το σκάλισμα του ανάγλυφου. Το επιβεβαιώνουν οι οδηγίες του Εργαστηριακού Μέρους του ίδιου κεφαλαίου (σελ. 96): «Σχεδιάζουμε το μοτίβο σε τεμάχιο ξύλου… Ξεγυρίζουμε τις εξωτερικές γραμμές του σχεδίου στην κορδέλα ή τη σέγα. Τριγωνιάζουμε τις εξωτερικές γραμμές… «ρίχνουμε» δεξιά κι αριστερά τα σχήματα με τη σγρόμπια No 4…»
Η αναφορά και στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 95): «το θέμα προβάλλεται με τη δημιουργία χαμηλού φόντου (μεγάλο βάθος φόντου) Ή ΜΕ ΤΗ ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΦΟΝΤΟΥ» — δηλαδή το βιβλίο αντιμετωπίζει την ολική αφαίρεση ως ισότιμη εναλλακτική της ανάγλυφης τεχνικής, όχι ως εξαίρεση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ολική αφαίρεση του φόντου γίνεται με ξεγύρισμα στην πριονοκορδέλλα ή τη σέγα. Ξεγύρισμα είναι η κοπή ξύλου σε πριονοκορδέλλα με στενό πριόνι, το ξεγυριστάρι, ή σε σέγα, με στόχο την παραγωγή καμπύλων στοιχείων. Έτσι προκύπτει η κατηγορία των ανάγλυφων ξυλόγλυπτων χωρίς φόντο, όπου το φόντο δεν χαμηλώνει απλώς αλλά εξαφανίζεται εντελώς και μένει μόνο το περίγραμμα του θέματος. Τα έργα αυτά χρησιμοποιούνται είτε ως στοιχεία επίπλων, όπως η κορυφή σκρήνιου και τα φορούσια, είτε ως αυτόνομα διακοσμητικά αντικείμενα, όπως καθρέφτες και ροζέτες. Το βιβλίο τα αντιμετωπίζει ως ισότιμη εναλλακτική, αφού η ανακεφαλαίωση λέει ότι το θέμα προβάλλεται με τη δημιουργία χαμηλού φόντου ή με τη μη ύπαρξη του φόντου.
Κριτήρια αξιολόγησης: