Λύσεις — Κεφάλαιο 6Γ: Ψύξη και Ψυκτικά Μέσα (6.4 Ψυκτικά Ρευστά) (σελ. 198-199) – ΨΥΞΗ – ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 6Γ: Ψύξη και Ψυκτικά Μέσα (6.4 Ψυκτικά Ρευστά)

Λύσεις στις ερωτήσεις 7-15 (αριθμημένες εδώ ως Q1-Q9) της ενιαίας ενότητας «Ερωτήσεις - Δραστηριότητες» του Κεφαλαίου 6 του σχολικού βιβλίου «Ψύξη - Κλιματισμός» Γ΄ ΕΠΑΛ, όσες αφορούν τα ψυκτικά ρευστά (§6.4).


Κατηγοριοποίηση εφαρμογών ψύξης ανά θερμοκρασία

Ερώτηση: Χαρακτηρίστε τις ακόλουθες ψυκτικές εφαρμογές ως υψηλών, μέσων ή χαμηλών θερμοκρασιών: α. Οικιακός καταψύκτης β. Διατήρηση χώρου ειδικών ηλεκτρονικών οργάνων στους 12 °C γ. Ψυκτικός θάλαμος διατήρησης μήλων (συμβουλευτείτε και τον Πίνακα 8.2).

Απάντηση:

  • §6.1. «Συνήθως όμως χαρακτηρίζουμε ως ψυκτικές εφαρμογές υψηλών θερμοκρασιών εκείνες, στις οποίες η θερμοκρασία του χώρου που ψύχουμε είναι πάνω από 4 °C. Εφαρμογές μέσων θερμοκρασιών χαρακτηρίζονται εκείνες, στις οποίες η θερμοκρασία του ψυχόμενου χώρου είναι κάτω από 4 °C αλλά πάνω από τη θερμοκρασία όπου το νερό των περισσοτέρων τροφίμων γίνεται πάγος (ως όριο συνήθως θεωρείται το –2 °C). Εφαρμογές χαμηλών θερμοκρασιών χαρακτηρίζονται εκείνες, στις οποίες η θερμοκρασία του ψυχόμενου χώρου είναι κάτω από –2 °C.» Πίνακας 8.2: συνιστώμενη θερμοκρασία συντήρησης για τα μήλα −1 έως 0 °C.

Σύνοψη: α. Ο οικιακός καταψύκτης διατηρεί τρόφιμα κατεψυγμένα, σε θερμοκρασίες πολύ κάτω από −2 °C — άρα είναι εφαρμογή χαμηλών θερμοκρασιών. β. Ο χώρος διατήρησης ειδικών ηλεκτρονικών οργάνων στους 12 °C έχει θερμοκρασία πάνω από το όριο των 4 °C — άρα είναι εφαρμογή υψηλών θερμοκρασιών. γ. Σύμφωνα με τον Πίνακα 8.2, η συνιστώμενη θερμοκρασία συντήρησης των μήλων είναι −1 έως 0 °C, δηλαδή κάτω από 4 °C αλλά πάνω από το όριο των −2 °C — άρα ο ψυκτικός θάλαμος διατήρησης μήλων είναι εφαρμογή μέσων θερμοκρασιών.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • α. Χαμηλών θερμοκρασιών (καταψύκτης, κάτω από −2 °C)· β. Υψηλών θερμοκρασιών (12 °C, πάνω από 4 °C)· γ. Μέσων θερμοκρασιών (μήλα −1 έως 0 °C, Πίνακας 8.2)

Ενιαία τιμή απόδοσης ατμοποιητή σε W ή RT — κρίση (Π1)

Ερώτηση: Η απόδοση των ατμοποιητών μετριέται σε W (ή kcal/h ή Btu/h). Πιστεύετε ότι θα μπορούσαν οι κατασκευαστές να γράφουν μία και μόνο τιμή σε W ή σε RT που να αντιπροσωπεύει την απόδοση του ατμοποιητή;

Απάντηση:

  • §6.3.1, Παράρτημα 1. Η απόδοση ενός ατμοποιητή εξαρτάται από το υλικό κατασκευής, την επιφάνεια συναλλαγής θερμότητας με το περιβάλλον και άλλα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, αλλά και από συνθήκες λειτουργίας που δεν είναι γνωστές εκ των προτέρων: τη διαφορά ανάμεσα στη θερμοκρασία ατμοποίησης και τη θερμοκρασία του ψυχόμενου χώρου, το αν ο ατμοποιητής είναι φυσικής ή εξαναγκασμένης κυκλοφορίας αέρα και, στη δεύτερη περίπτωση, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του ανεμιστήρα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι, δε θα μπορούσε να αναγράφεται μία και μόνο τιμή. Η απόδοση του ατμοποιητή εξαρτάται βέβαια από το υλικό κατασκευής, την επιφάνεια συναλλαγής θερμότητας με το περιβάλλον και άλλα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, που είναι γνωστά στον κατασκευαστή. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που την καθορίζουν και δεν είναι γνωστοί με ακρίβεια εκ των προτέρων: η διαφορά της θερμοκρασίας ατμοποίησης από τη θερμοκρασία του ψυχόμενου χώρου, που συμβάλλει σημαντικά στην απόδοση (όσο μεγαλύτερη η διαφορά, τόσο μεγαλύτερη η μεταδιδόμενη θερμότητα), και το αν πρόκειται για ατμοποιητή φυσικής ή εξαναγκασμένης κυκλοφορίας· στη δεύτερη περίπτωση την απόδοση επηρεάζουν και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του ανεμιστήρα (π.χ. αριθμός στροφών). Γι' αυτό η απόδοση ενός ατμοποιητή δίνεται πάντα για συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Όχι· η απόδοση εξαρτάται και από τη διαφορά θερμοκρασίας ατμοποίησης-ψυχόμενου χώρου, από το είδος κυκλοφορίας (φυσική/εξαναγκασμένη) και από τα χαρακτηριστικά του ανεμιστήρα, που δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων

Ειδικός όγκος κορεσμένου ατμού R12/R22/R134a

Ερώτηση: Συγκρίνετε τον ειδικό όγκο κορεσμένου ατμού στους -5 °C, για τα ψυκτικά ρευστά R12, R22, R134a. Ο μικρός ειδικός όγκος είναι πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για ένα ψυκτικό μέσο;

Απάντηση:

  • Παράρτημα 2 (Πίνακες 5, 6, 7), γραμμή −5 °C, ειδικός όγκος κορεσμένου ατμού \(v_g\): R22 (Πίνακας 5): 0,0553 m³/kg· R134a (Πίνακας 6): 0,0828 m³/kg· R12 (Πίνακας 7): 0,064963 m³/kg. §6.4.1: ένα καλό ψυκτικό πρέπει «να έχει μικρό ειδικό όγκο».

Σύνοψη: Από τους πίνακες θερμοδυναμικών χαρακτηριστικών του Παραρτήματος 2, στους −5 °C ο ειδικός όγκος του κορεσμένου ατμού είναι: R22: 0,0553 m³/kg, R12: 0,0650 m³/kg (0,064963), R134a: 0,0828 m³/kg. Άρα R22 < R12 < R134a: το R22 έχει τον μικρότερο ειδικό όγκο, ενώ το R134a τον μεγαλύτερο (περίπου 27% μεγαλύτερο από του R12 και 50% μεγαλύτερο από του R22 στη συγκεκριμένη θερμοκρασία). Ο μικρός ειδικός όγκος είναι πλεονέκτημα για ένα ψυκτικό μέσο (το βιβλίο τον αναφέρει στις επιθυμητές ιδιότητες, §6.4.1): για την ίδια μάζα ψυκτικού που πρέπει να αναρροφήσει ο συμπιεστής, απαιτείται μικρότερος όγκος ατμού, άρα αρκεί μικρότερη εκτόπιση συμπιεστή. Γι' αυτό, όπως σημειώνει το βιβλίο, για δεδομένη εκτόπιση συμπιεστή το ψυκτικό αποτέλεσμα με το R22 είναι μεγαλύτερο από αυτό που πετυχαίνεται με το R12, και ο συμπιεστής του R22 είναι μικρότερος.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Στους −5 °C: \(v_g\) R22 = 0,0553 m³/kg < R12 = 0,0650 m³/kg < R134a = 0,0828 m³/kg· ο μικρός ειδικός όγκος είναι πλεονέκτημα (μικρότερος συμπιεστής για την ίδια ψυκτική ισχύ)

Σημασία υψηλής λανθάνουσας θερμότητας ατμοποίησης

Ερώτηση: Γιατί η μεγάλη λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης είναι επιθυμητό χαρακτηριστικό για ένα ψυκτικό και πώς επιδρά στην ψυκτική εγκατάσταση;

Απάντηση:

  • §6.4.1: «Να έχει υψηλή λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης» — επιθυμητή ιδιότητα ψυκτικού. §6.4.3 (R22): «Έχει λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης περίπου 1,5 φορά μεγαλύτερη από αυτή του R12»· (αμμωνία R717): «Η λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης της αμμωνίας είναι από τις πιο υψηλές μεταξύ των ψυκτικών ρευστών. Αυτό σημαίνει ότι, για δεδομένη ισχύ της εγκατάστασης, απαιτείται μικρότερος μηχανικός εξοπλισμός από αντίστοιχες εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν άλλα ψυκτικά υγρά.»

Σύνοψη: Η λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης εκφράζει την ποσότητα θερμότητας που απορροφά κάθε μονάδα μάζας του ψυκτικού μέσου καθώς ατμοποιείται στον ατμοποιητή. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η θερμότητα, τόσο περισσότερη ψυκτική ισχύ μπορεί να αποδώσει η ίδια ποσότητα (μάζα) ψυκτικού μέσου που κυκλοφορεί στο κύκλωμα. Αυτό σημαίνει ότι, για να επιτευχθεί μια δεδομένη ψυκτική ισχύ, απαιτείται μικρότερη παροχή μάζας ψυκτικού μέσου — άρα μικρότερος συμπιεστής, λεπτότερες σωληνώσεις και γενικά μικρότερος και φθηνότερος μηχανικός εξοπλισμός, όπως ακριβώς αναφέρεται στο βιβλίο για την περίπτωση της αμμωνίας, που έχει από τις υψηλότερες λανθάνουσες θερμότητες ατμοποίησης μεταξύ των ψυκτικών ρευστών. Αντίστροφα, ένα ψυκτικό με χαμηλή λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης θα χρειαζόταν μεγαλύτερη παροχή μάζας (άρα μεγαλύτερο συμπιεστή) για την ίδια ψυκτική ισχύ.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Υψηλή λανθάνουσα θερμότητα → κάθε kg ψυκτικού απορροφά περισσότερη θερμότητα στην ατμοποίηση → μικρότερη απαιτούμενη παροχή μάζας για δεδομένη ψυκτική ισχύ → μικρότερος/φθηνότερος μηχανικός εξοπλισμός (π.χ. αμμωνία)

Μειονέκτημα άοσμου ψυκτικού

Ερώτηση: Γιατί είναι μειονέκτημα για ένα ψυκτικό να είναι εντελώς άοσμο;

Απάντηση:

  • §6.4.1: «Να ανιχνεύεται εύκολα ώστε να εντοπίζονται οι τυχόν διαρροές» — επιθυμητή ιδιότητα ψυκτικού. §6.4.3 (αμμωνία): «Οι διαρροές αμμωνίας ανιχνεύονται με τη χρήση φλόγας θείου... Επίσης ανιχνεύεται με ειδικό δοκιμαστικό χάρτη» και (R134a): «To R134a δεν ανιχνεύεται με τη λυχνία Halide» — δείχνοντας ότι η ανίχνευση διαρροών απαιτεί ειδικά μέσα όταν το ψυκτικό δεν έχει χαρακτηριστική οσμή.

Σύνοψη: Το βιβλίο αναφέρει ρητά ότι ένα καλό ψυκτικό πρέπει «να ανιχνεύεται εύκολα, ώστε να εντοπίζονται οι τυχόν διαρροές» — η οσμή είναι ο πιο άμεσος, φτηνός και άμεσα διαθέσιμος τρόπος ανίχνευσης μιας διαρροής (χωρίς όργανα, με τις αισθήσεις του τεχνικού ή ακόμα και του χρήστη του χώρου). Ένα εντελώς άοσμο ψυκτικό στερείται αυτού του «φυσικού συναγερμού»: μια διαρροή μπορεί να παραμείνει απαρατήρητη για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα σταδιακή απώλεια ψυκτικού μέσου (μείωση της απόδοσης της εγκατάστασης, ενδεχόμενη είσοδο αέρα/υγρασίας στο κύκλωμα από το ίδιο σημείο διαρροής όταν η πίεση πέσει κάτω από την ατμοσφαιρική), αυξημένο περιβαλλοντικό αντίκτυπο (ανεξέλεγκτη εκπομπή στην ατμόσφαιρα) και αυξημένο κόστος συντήρησης, αφού η ανίχνευση πρέπει να γίνει με ειδικά όργανα/μεθόδους (π.χ. ηλεκτρονικός ανιχνευτής, λυχνία Halide — που μάλιστα δεν λειτουργεί για όλα τα ψυκτικά, όπως το R134a) αντί για απλή οσφρητική αντίληψη.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Χωρίς οσμή, μια διαρροή δεν γίνεται αντιληπτή εύκολα/άμεσα από τον άνθρωπο· καθυστερεί ο εντοπισμός της, οδηγώντας σε απώλεια ψυκτικού, μειωμένη απόδοση, περιβαλλοντικές επιπτώσεις και ανάγκη ειδικών οργάνων ανίχνευσης

Ερμηνεία των γραμμών 1-5 στο Διάγραμμα 6.2 (p-h)

Ερώτηση: Στο παρακάτω διάγραμμα p-h, εξηγήστε τι παριστάνει καθεμιά από τις γραμμές 1, 2, 3, 4 και 5.

Απάντηση:

  • §6.4.4, Σχήματα 6.22-6.29. Στο Διάγραμμα 6.2 φαίνεται η καμπάνα (κόκκινη γραμμή: αριστερό σκέλος = καμπύλη κορεσμένου υγρού, δεξιό σκέλος = καμπύλη κορεσμένου ατμού) και πέντε αριθμημένες γραμμές. Συγκρίνουμε τη μορφή κάθε γραμμής με τις μορφές των Σχημάτων του βιβλίου: οριζόντιες γραμμές = σταθερής πίεσης (Σχ. 6.26)· κατακόρυφες = σταθερής ειδικής ενθαλπίας (Σχ. 6.25)· γραμμές μέσα στην καμπάνα που καταλήγουν στο κρίσιμο σημείο = σταθερής ξηρότητας (Σχ. 6.24)· γραμμές που ξεκινούν από το δεξιό σκέλος και κατεβαίνουν απότομα στην περιοχή υπέρθερμου ατμού = σταθερής θερμοκρασίας (Σχ. 6.27)· καμπύλες που ξεκινούν από το δεξιό σκέλος και ανεβαίνουν προς τα δεξιά, όλο και πιο οριζόντιες = σταθερού ειδικού όγκου (Σχ. 6.28).

Σύνοψη: Γραμμή 1: οριζόντια γραμμή — γραμμή σταθερής πίεσης (το τμήμα της μέσα στην καμπάνα είναι ταυτόχρονα και γραμμή σταθερής θερμοκρασίας). Γραμμή 2: γραμμή μέσα στην καμπάνα, που ξεκινά από κάτω και καταλήγει στο κρίσιμο σημείο (κορυφή της καμπάνας) — γραμμή σταθερού βαθμού ξηρότητας του μίγματος υγρού-ατμού. Γραμμή 3: καμπύλη που ξεκινά από το δεξιό σκέλος της καμπάνας και ανεβαίνει προς τα δεξιά, στην περιοχή υπέρθερμου ατμού — γραμμή σταθερού ειδικού όγκου. Γραμμή 4: καμπύλη που ξεκινά από το δεξιό σκέλος της καμπάνας και κατεβαίνει σχεδόν κατακόρυφα στην περιοχή υπέρθερμου ατμού — τμήμα γραμμής σταθερής θερμοκρασίας (ισόθερμης) εκτός καμπάνας. Γραμμή 5: κατακόρυφη γραμμή — γραμμή σταθερής ειδικής ενθαλπίας.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • 1 = σταθερής πίεσης· 2 = σταθερής ξηρότητας· 3 = σταθερού ειδικού όγκου· 4 = σταθερής θερμοκρασίας (περιοχή υπέρθερμου ατμού)· 5 = σταθερής ειδικής ενθαλπίας· η κόκκινη καμπύλη είναι η καμπάνα (καμπύλες κορεσμού)

R134a στους -26°C — καταλληλότητα για διατήρηση στους -30°C

Ερώτηση: Το ψυκτικό μέσο R134a ατμοποιείται, υπό πίεση 1 atm, στους -26 °C. Είναι δυνατό να χρησιμοποιήσουμε το παραπάνω ψυκτικό μέσο σε μια εγκατάσταση, όπου επιθυμούμε διατήρηση προϊόντων στους -30°C;

Απάντηση:

  • §5.4: για να απορροφά θερμότητα το ψυκτικό μέσο από τον ψυχόμενο χώρο, πρέπει η θερμοκρασία ατμοποίησης να είναι χαμηλότερη από τη θερμοκρασία που επικρατεί στο χώρο που ψύχουμε. §4.3: η θερμοκρασία ατμοποίησης εξαρτάται από την επικρατούσα πίεση· όσο μικρότερη η πίεση, τόσο χαμηλότερη η θερμοκρασία ατμοποίησης. Παράρτημα 2, Πίνακας 6 (R134a): στους −35 °C η πίεση ατμοποίησης είναι 66,07 kPa και στους −40 °C 51,14 kPa, δηλαδή κάτω από την ατμοσφαιρική (≈101 kPa).

Σύνοψη: Ναι, είναι δυνατό, με μια σημαντική επιφύλαξη. Τα −26 °C είναι η θερμοκρασία ατμοποίησης του R134a υπό πίεση 1 atm· η θερμοκρασία ατμοποίησης όμως εξαρτάται από την πίεση. Για να διατηρήσουμε προϊόντα στους −30 °C, η θερμοκρασία ατμοποίησης πρέπει να είναι χαμηλότερη από −30 °C (π.χ. −35 έως −40 °C). Αυτό επιτυγχάνεται αν ο συμπιεστής διατηρεί στον ατμοποιητή πίεση χαμηλότερη από την ατμοσφαιρική: σύμφωνα με τον Πίνακα 6 του Παραρτήματος 2, στους −35 °C η πίεση ατμοποίησης είναι 66,07 kPa και στους −40 °C 51,14 kPa. Η λειτουργία όμως της πλευράς χαμηλής πίεσης σε πίεση κάτω από την ατμοσφαιρική έχει μειονέκτημα: σε περίπτωση διαρροής στη χαμηλή πλευρά, αντί να διαφεύγει ψυκτικό, εισέρχεται στο κύκλωμα αέρας που περιέχει και υγρασία, με όλα τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί (§6.4.6: πάγος στο εκτονωτικό μέσο, οξέα, διάβρωση, καταστροφή του λαδιού). Γι' αυτό σε τέτοιες θερμοκρασίες συχνά προτιμάται ψυκτικό μέσο με χαμηλότερο σημείο βρασμού (π.χ. R22, που βράζει υπό 1 atm στους −41 °C).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ναι — με πίεση ατμοποίησης κάτω από την ατμοσφαιρική (R134a: −35 °C → 66,07 kPa)· μειονέκτημα: κίνδυνος εισόδου αέρα/υγρασίας από διαρροές στη χαμηλή πλευρά

Τρόποι εισόδου υγρασίας σε ψυκτικό κύκλωμα (Π1)

Ερώτηση: Με ποιους τρόπους μπορεί να εισδύσει υγρασία σε ένα ψυκτικό κύκλωμα;

Απάντηση:

  • §6.4.6, Παράρτημα 1 (Ερώτηση 14). Το βιβλίο παραπέμπει στην ερώτηση αυτή για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να περάσει υγρασία στο ψυκτικό σύστημα και στο Παράρτημα 1 δίνει τους σημαντικότερους. Συνδέεται επίσης με την §6.4.6: «Τα δοχεία λαδιού πρέπει να παραμένουν κλειστά. Αν εκτεθεί το λάδι στον ατμοσφαιρικό αέρα, θα απορροφήσει υγρασία».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι πιο σημαντικοί τρόποι είναι οι εξής: (α) εισαγωγή υγρασίας στην εγκατάσταση κατά την κατασκευή της· (β) ελλιπής αφύγρανση του εσωτερικού των συσκευών· (γ) διαρροή στο τμήμα της χαμηλής πλευράς, όταν η πίεση ατμοποίησης είναι χαμηλότερη από την ατμοσφαιρική — τότε εισέρχεται στο κύκλωμα αέρας, ο οποίος περιέχει και υγρασία· (δ) παραγωγή ατμού από χημική διάσπαση του ψυκτικού ρευστού και του λαδιού· (ε) διάσπαση της κυτταρίνης, η οποία χρησιμοποιείται ως μονωτικό στον ηλεκτροκινητήρα· (στ) ύπαρξη υγρασίας στο ψυκτικό ρευστό ή στο λάδι λίπανσης πριν από την τοποθέτησή τους στο κύκλωμα (π.χ. όταν τα δοχεία τους έμειναν ανοιχτά). Επειδή οι αιτίες είναι πολλές, σε κάθε επέμβαση στο κύκλωμα προβλέπεται, όταν είναι δυνατό, η εξαέρωση του συστήματος, δηλαδή η απομάκρυνση του αέρα από το κύκλωμα.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Κατασκευή εγκατάστασης· ελλιπής αφύγρανση συσκευών· διαρροή στη χαμηλή πλευρά με πίεση κάτω από την ατμοσφαιρική· χημική διάσπαση ψυκτικού και λαδιού· διάσπαση κυτταρίνης (μόνωση κινητήρα)· υγρασία στο ψυκτικό ή στο λάδι πριν από τη φόρτιση

Προβλήματα από υγρασία σε ψυκτικό κύκλωμα

Ερώτηση: Ποια προβλήματα μπορούν να δημιουργηθούν από την παρουσία υγρασίας σε ένα ψυκτικό κύκλωμα;

Απάντηση:

  • §6.4.6: «Αν υπάρχει υγρασία στο ψυκτικό σύστημα, είναι πολύ πιθανό να έχουμε δημιουργία πάγου στο εκτονωτικό μέσο. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία ή και το «μπλοκάρισμα» του εκτονωτικού μέσου. Επιπλέον, η υγρασία, σε ορισμένα ψυκτικά μέσα, είναι δυνατό να προκαλέσει, στις υψηλές θερμοκρασίες του συμπιεστή, διάσπαση του ψυκτικού ρευστού και δημιουργία ζημιογόνων οξέων. Μπορεί επίσης να προκαλέσει διάβρωση ή σκούριασμα στα μέταλλα του κυκλώματος ή καταστροφή του λαδιού που είναι πιθανό να οδηγήσει, στις ερμητικές μονάδες, στο κάψιμο του κινητήρα.»

Σύνοψη: Σύμφωνα με το βιβλίο, η παρουσία υγρασίας σε ένα ψυκτικό κύκλωμα μπορεί να προκαλέσει: (1) δημιουργία πάγου (παγοφραγμό) στο εκτονωτικό μέσο, με αποτέλεσμα δυσλειτουργία ή πλήρες «μπλοκάρισμά» του (εμπόδιση της ροής ψυκτικού)· (2) διάσπαση του ίδιου του ψυκτικού ρευστού στις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στο συμπιεστή, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ζημιογόνων οξέων· (3) διάβρωση ή σκούριασμα στα μεταλλικά μέρη του κυκλώματος, εξαιτίας αυτών των οξέων ή απευθείας της υγρασίας· (4) καταστροφή του λαδιού λίπανσης, η οποία μπορεί, ειδικά στις ερμητικές μονάδες (όπου το λάδι έρχεται σε άμεση επαφή με το τύλιγμα του κινητήρα), να οδηγήσει τελικά στο κάψιμο του κινητήρα του συμπιεστή.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Παγοφραγμός/μπλοκάρισμα εκτονωτικού μέσου· διάσπαση ψυκτικού και δημιουργία οξέων στον συμπιεστή· διάβρωση/σκούριασμα μεταλλικών μερών· καταστροφή λαδιού λίπανσης → ενδεχόμενο κάψιμο κινητήρα στις ερμητικές μονάδες

ΨΥΞΗ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΣ Γ' ΕΠΑΛ - ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΘΗΤΗ (PDF)