Λύσεις — Κεφάλαιο 4 (Ερωτήσεις σελ. 64)
Απαντήσεις στις 7 ερωτήσεις «Ας ελέγξουμε τις γνώσεις μας» του κεφαλαίου 4.
Ερώτηση 1 — Συγκολλητίνες — αιμολυσίνες
Ερώτηση: Τι είναι συγκολλητίνες και τι αιμολυσίνες; Τι είδους ανοσοσφαιρίνες είναι οι αιμολυσίνες;
Απάντηση:
- Τα αντιερυθροκυτταρικά αντισώματα είναι ανοσοσφαιρίνες (κυρίως IgM και IgG). Όταν συνευρεθούν με τα αντίστοιχα ερυθροκυτταρικά αντιγόνα (συγκολλητινογόνα) στη μεμβράνη των ερυθρών, αντιδρούν μαζί τους. Ανάλογα με το αποτέλεσμα (σελ. 56, 59):
- Συγκολλητίνες ονομάζονται τα αντισώματα που προκαλούν συγκόλληση των ερυθρών — ενώνουν γειτονικά ερυθρά σε κροκίδες (χαρακτηριστικά τα μεγάλα, πενταμερή, πλήρη IgM με 10 θέσεις σύνδεσης).
- Αιμολυσίνες ονομάζονται τα αντισώματα που προκαλούν αιμόλυση: μετά τη σύνδεσή τους με το αντιγόνο ενεργοποιούν το συμπλήρωμα (9 πρωτεΐνες του ορού, «ντόμινο»), του οποίου η 9η πρωτεΐνη, ισχυρό κυτταρολυτικό ένζυμο, ανοίγει τρύπες στη μεμβράνη των ευαισθητοποιημένων ερυθρών και η αιμοσφαιρίνη διαχέεται στο πλάσμα.
- Είδος ανοσοσφαιρινών: οι αιμολυσίνες είναι αντισώματα που συνδέουν (ενεργοποιούν) το συμπλήρωμα — κυρίως IgM (οι αντι-Α, αντι-Β μπορούν να δράσουν και ως αιμολυσίνες) και ορισμένες IgG· αντίθετα, αντισώματα που δεν συνδέουν το συμπλήρωμα, όπως τα αντι-Rhesus και αντι-Kell (IgG), δεν δρουν ως αιμολυσίνες in vitro (σελ. 58-59, 71-72).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Συγκολλητίνες = αντισώματα που προκαλούν συγκόλληση ερυθρών (τυπικά IgM)· αιμολυσίνες = αντισώματα που προκαλούν αιμόλυση ενεργοποιώντας το συμπλήρωμα (9 πρωτεΐνες → τρύπες στη μεμβράνη) — ανοσοσφαιρίνες που συνδέουν το συμπλήρωμα, κυρίως IgM (και ορισμένες IgG).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 2 — «Φυσικά» αντισώματα
Ερώτηση: Τα «φυσικά» αντισώματα τι είδους ανοσοσφαιρίνες είναι;
Απάντηση:
- «Φυσικά» ονομάζονται τα αντισώματα (π.χ. αντι-Α, αντι-Β, αντι-Η) που ανιχνεύονται στον ορό χωρίς γνωστή ανοσοποίηση (είσοδο ξένων ερυθροκυτταρικών αντιγόνων). Είναι κυρίως ανοσοσφαιρίνες IgM, λιγότερα IgG και σπανίως IgA (σελ. 56). Χαρακτηριστικά: μεγάλα πενταμερή μόρια που προκαλούν άμεσα συγκόλληση σε ισότονο διάλυμα (πλήρη αντισώματα), είναι ψυχρού τύπου (δρουν και στους 4 °C — ψυχροσυγκολλητίνες, αλλά και σε 20 και 37 °C), τα επίπεδά τους διαφέρουν από άτομο σε άτομο, δεν υπάρχουν στα νεογνά, εμφανίζονται τους πρώτους μήνες και αυξάνονται έως τα 4-5 έτη, και λόγω μεγέθους δεν διέρχονται τον πλακούντα. Η παρουσία τους πιστοποιεί απόλυτα τις ομάδες ΑΒΟ (σελ. 57, 59-60).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κυρίως IgM (λιγότερα IgG, σπάνια IgA): πενταμερή, πλήρη (συγκολλούν σε NaCl), ψυχρού τύπου, εμφανίζονται μετά τη γέννηση έως 4-5 έτη, δεν περνούν τον πλακούντα· π.χ. αντι-Α, αντι-Β, αντι-Η.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 3 — Φυσικά αντισώματα — πλακούντας
Ερώτηση: Είναι δυνατό να μεταφερθούν φυσικά αντισώματα από τη μητέρα διαμέσου του πλακούντα στο παιδί και γιατί;
Απάντηση:
- Κατά κανόνα όχι. Τα φυσικά αντισώματα (αντι-Α, αντι-Β, αντι-Η) είναι κυρίως IgM — πενταμερή μόρια πολύ μεγάλου μεγέθους (ΜΒ ≈ 900.000-1.000.000), τα οποία δεν μπορούν να διέλθουν τον πλακούντα. Γι' αυτό μια μητέρα ομάδας Ο δεν προκαλεί συνήθως αιμόλυση σε έμβρυο ομάδας Α ή Β παρά τα αντι-Α/αντι-Β του ορού της. Αντίθετα, οι IgG ανοσοσφαιρίνες (μικρά μονομερή μόρια, ΜΒ ≈ 300.000), που είναι τα άνοσα αντισώματα (π.χ. αντι-D του Rhesus), διέρχονται τον πλακούντα και μπορούν να προκαλέσουν Αιμολυτική Νόσο του Νεογνού (σελ. 56, 59-60, 71).
- Το βιβλίο σημειώνει ότι ο έλεγχος ενός βρέφους έως 6 μηνών δεν είναι αξιόπιστος, γιατί περιέχει αντισώματα της μητέρας που πέρασαν μέσω του πλακούντα (σελ. 57) — αυτά είναι τα IgG μητρικά αντισώματα (μεταξύ των οποίων και το μικρό IgG κλάσμα των αντι-Α/αντι-Β), όχι τα IgM «φυσικά». Τα δικά του φυσικά αντισώματα το παιδί αρχίζει να τα παράγει μετά τη γέννηση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι (κατά κανόνα): τα φυσικά αντισώματα είναι IgM — πενταμερή, πολύ μεγάλα μόρια που δεν διέρχονται τον πλακούντα· περνούν μόνο οι μικρές IgG (άνοσα, π.χ. αντι-D — ΑΝΝ), γι' αυτό ο έλεγχος βρέφους < 6 μηνών είναι αναξιόπιστος (μητρικές IgG).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 4 — Αντισφαιρινικός ορός
Ερώτηση: Τι είδους αντισώματα μας βοηθά να ανιχνεύσουμε ο αντισφαιρινικός ορός και με ποιο τρόπο;
Απάντηση:
- Ο αντισφαιρινικός ορός (anti-human, ορός Coombs) μας βοηθά να ανιχνεύσουμε τα ατελή (μονοδύναμα) αντισώματα τύπου IgG, τα οποία βρίσκονται προσκολλημένα στη μεμβράνη των ερυθρών (τα ευαισθητοποιούν), αλλά λόγω του μικρού μεγέθους τους αδυνατούν να τα συγκολλήσουν — άρα η παρουσία τους δεν φαίνεται με τις συνήθεις τεχνικές (σελ. 62).
- Πώς: οι Coombs και συνεργάτες εισήγαγαν με ένεση σε πειραματόζωα (κουνέλια) ανθρώπινα αντισώματα IgG· ο οργανισμός τους τα αναγνώρισε ως ξένα αντιγόνα και παρήγαγε αντι-αντισώματα που δεσμεύουν τις ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες. Ο ορός των κουνελιών με τα αντι-αντισώματα είναι ο αντιανθρώπειος (αντισφαιρινικός) ορός. In vitro, όταν προστεθεί στο εναιώρημα των ερυθρών, τα αντι-αντισώματα ανιχνεύουν τα ατελή IgG και ενώνονται μαζί τους, λειτουργώντας σαν μεγαλομοριακές γέφυρες: τα IgG, προσκολλημένα στα ερυθρά από τη μια μεριά και ενωμένα με τα αντι-αντισώματα από την άλλη, αποκτούν το απαιτούμενο μέγεθος και προκαλούν ορατή συγκόλληση. «Ο αντισφαιρινικός ορός ενεργεί σαν γέφυρα που μακραίνει το μόριο των IgG ανοσοσφαιρινών και τα κάνει πιο δραστικά». Χρησιμοποιείται στις δοκιμασίες Coombs άμεση και έμμεση (σελ. 62-63).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα ατελή IgG αντισώματα που είναι προσκολλημένα στα ερυθρά χωρίς να τα συγκολλούν· ο αντιανθρώπειος ορός (αντι-αντισώματα από κουνέλια ανοσοποιημένα με ανθρώπινες IgG) ενώνεται με τα IgG και δρα σαν γέφυρα που μακραίνει το μόριό τους → ορατή συγκόλληση (Coombs άμεση-έμμεση).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 5 — Τεχνικές ανίχνευσης ατελών
Ερώτηση: Με ποιες τεχνικές ανιχνεύουμε ατελή αντισώματα in vitro;
Απάντηση:
- Τα ατελή (IgG) αντισώματα δεν προκαλούν συγκόλληση σε ισότονο NaCl, γιατί η απόσταση μεταξύ των ερυθρών (απωθητικές δυνάμεις από το αρνητικό φορτίο της μεμβράνης) είναι μεγαλύτερη από το μήκος του μικρού μορίου τους. Για την ανίχνευσή τους δημιουργούμε ειδικές συνθήκες που μειώνουν την απόσταση μεταξύ των ερυθρών ή μεγαλώνουν το μόριο του αντισώματος (σελ. 61-63):
- Κατεργασία με ένζυμα (παπαΐνη, θρυψίνη, βρωμελίνη, φισίνη): αφαιρούν από τη μεμβράνη μόρια με αρνητικό φορτίο (σιαλικό οξύ) → μείωση του νέφους κατιόντων και των απωθητικών δυνάμεων → τα ατελή αντισώματα προκαλούν συγκόλληση.
- Αύξηση της ιονικής ισχύος του διαλύματος: ελάττωση της απόστασης μεταξύ των ερυθρών.
- Προσθήκη λευκωματίνης (αλβουμίνης) — έτοιμο διάλυμα 22-30%: το μεγάλο μόριό της κολλά στη μεμβράνη και τα γειτονικά ερυθρά έρχονται πιο κοντά.
- Αντισφαιρινικός ορός (Coombs): αντι-αντισώματα που ενώνονται με τα προσκολλημένα IgG και λειτουργούν σαν μεγαλομοριακές γέφυρες → συγκόλληση (άμεση και έμμεση δοκιμασία Coombs).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατεργασία με ένζυμα (παπαΐνη, θρυψίνη, βρωμελίνη, φισίνη — αφαίρεση σιαλικού οξέος), αύξηση ιονικής ισχύος, προσθήκη λευκωματίνης 22-30%, αντισφαιρινικός ορός (Coombs) — όλες μειώνουν την απόσταση των ερυθρών ή «μακραίνουν» το IgG ώστε να φανεί συγκόλληση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 6 — Φυσικά vs άνοσα
Ερώτηση: Υπάρχει πραγματική διάκριση μεταξύ φυσικών και άνοσων αντισωμάτων και γιατί;
Απάντηση:
- Όχι, δεν υπάρχει πραγματική διάκριση — η ονομασία «φυσικά» δεν είναι ακριβής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: και τα φυσικά είναι άνοσα αντισώματα, αποτέλεσμα δηλαδή μιας άνοσης αντίδρασης αντιγόνου-αντισώματος. Η διάκριση διατηρείται μόνο για ευκολότερη συνεννόηση (σελ. 56-57).
- Γιατί: αν ήταν πραγματικά «φυσικά» (έμφυτα), θα υπήρχαν από τη γέννηση· όμως αντισώματα αντι-Α και αντι-Β δεν υπάρχουν στον ορό των νεογνών — εμφανίζονται τους πρώτους μήνες της βρεφικής περιόδου, αυξάνονται σταδιακά έως τα 4-5 έτη και μειώνονται στους ηλικιωμένους. Κατά τις θεωρίες Burnet και Wiener, στη φύση (τροφές, βακτηρίδια) υπάρχουν ουσίες με δομή όμοια με τα ερυθροκυτταρικά αντιγόνα· εισέρχονται στο νεογνό (άωρος πεπτικός σωλήνας), φαγοκυτταρώνονται και, αν το αντιγόνο δεν υπάρχει στα δικά του κύτταρα, ξεκινά άνοση αντίδραση με παραγωγή αντισωμάτων — τα «φυσικά» (IgM, ψυχρού τύπου). Σε μελλοντική παρεντερική είσοδο του αντιγόνου (εμβόλια, μετάγγιση) γίνεται αναμνηστική αντίδραση με νέα αντισώματα — τα «άνοσα» (IgM και IgG, θερμού τύπου, υψηλοί τίτλοι). Άρα η διαφορά είναι μόνο στον τρόπο και τον χρόνο της ανοσοποίησης (άγνωστο-περιβαλλοντικό αντιγόνο vs γνωστή είσοδος ξένων ερυθρών), όχι στη φύση τους (σελ. 57).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Όχι — και τα «φυσικά» είναι άνοσα (προϊόντα άνοσης αντίδρασης): δεν υπάρχουν στα νεογνά, εμφανίζονται μετά τη γέννηση από επαφή με περιβαλλοντικά αντιγόνα (τροφές, βακτηρίδια — θεωρίες Burnet, Wiener) και αυξάνονται έως 4-5 έτη· η διάκριση διατηρείται για ευκολία (φυσικά IgM ψυχρά / άνοσα IgG-IgM θερμά, υψηλοί τίτλοι).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 7 — Ερυθρά ίδιου ατόμου
Ερώτηση: Όταν ερυθρά αιμοσφαίρια του ίδιου ατόμου βρεθούν εντός ηλεκτρολυτικού διαλύματος, τι περιμένουμε να συμβεί και γιατί;
Απάντηση:
- Περιμένουμε να μη συμβεί τίποτα — καμία συγκόλληση ή αιμόλυση: τα ερυθρά παραμένουν σε ομοιόμορφο εναιώρημα, το ένα χωριστά από το άλλο, και διατηρούν την ακεραιότητά τους (εφόσον το ηλεκτρολυτικό διάλυμα είναι ισότονο, π.χ. NaCl 0,9%).
- Γιατί: 1) Κάθε οργανισμός, υπό φυσιολογικές συνθήκες, παράγει αντισώματα μόνο έναντι αντιγόνων που δεν διαθέτει — δεν παράγει αντισώματα κατά των δικών του ερυθροκυτταρικών αντιγόνων· άρα στον ορό του ίδιου ατόμου δεν υπάρχουν συγκολλητίνες ή αιμολυσίνες για τα δικά του ερυθρά (σελ. 58). 2) Στο ηλεκτρολυτικό διάλυμα (ισότονο) τα ερυθρά φέρουν στη μεμβράνη τους αρνητικό φορτίο (σιαλικό οξύ), περιβάλλονται από νέφος κατιόντων και απωθούνται μεταξύ τους — διατηρούν σταθερή απόσταση, ώστε χωρίς αντίσωμα-γέφυρα δεν συγκολλούνται (σελ. 62). Συγκόλληση θα συνέβαινε μόνο αν προστεθεί αντίσωμα με ειδικότητα προς κάποιο αντιγόνο τους (π.χ. αντιορός αντι-Α σε ερυθρά Α) — σε αυτό στηρίζεται ο εργαστηριακός προσδιορισμός ομάδας, ενώ το ίδιο φαινόμενο (αυτοσυγκόλληση) είναι παθολογικό, σε αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τίποτα — ούτε συγκόλληση ούτε αιμόλυση, ομοιόμορφο εναιώρημα: ο οργανισμός δεν παράγει αντισώματα κατά των δικών του αντιγόνων, και το αρνητικό φορτίο της μεμβράνης (σιαλικό οξύ) κρατά τα ερυθρά σε απόσταση· συγκόλληση μόνο με προσθήκη ειδικού αντιορού (ή παθολογικά, αυτοσυγκόλληση).
Κριτήρια αξιολόγησης: