Λύσεις στις 11 ερωτήσεις ανάκλησης θεωρίας του πρώτου μισού του κεφαλαίου 6, που καλύπτουν τα δίκτυα σωληνώσεων ψυκτικού υγρού (τύποι σωλήνων, συστήματα VRV, ρύθμιση παροχής) και τις βασικές αρχές του δικτύου σωληνώσεων νερού (είδη σωλήνων, ταχύτητα και παροχή νερού, αντικατάσταση χαλυβδοσωλήνων με χαλκοσωλήνες και εξισορρόπηση με ρυθμιστικές βάνες).
Ερώτηση: Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δικτύων σωληνώσεων ενός συστήματος με ψυκτικό υγρό και ενός συστήματος με νερό; Εσείς ποιο από τα δύο θα προτιμούσατε να εφαρμόζετε;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δίκτυο ψυκτικού υγρού (VRV/DX) — πλεονεκτήματα: η μελέτη είναι πολύ πιο απλή και σε μεγάλο βαθμό τυποποιημένη, υπάρχει πλήρης τεχνική υποστήριξη από τις εταιρείες-κατασκευαστές (ακόμη και πλήρης εκπόνηση μελέτης), κατάλληλο για μικρές/μεσαίες εγκαταστάσεις ή για κτίρια χωρισμένα σε ανεξάρτητες ζώνες. Μειονεκτήματα: περιορισμένα (τυποποιημένα) μήκη σωληνώσεων ανά κατασκευαστή, λιγότερη ευελιξία σε σχεδιασμό/επεκτάσεις, και ευαισθησία στην ποσότητα κυκλοφορούντος ψυκτικού υγρού (περίσσεια δημιουργεί προβλήματα πίεσης στον συμπιεστή). Δίκτυο νερού — πλεονεκτήματα: μεγάλη ευελιξία στον σχεδιασμό, στις επεκτάσεις και στον τρόπο λειτουργίας, δυνατότητα να κλιματίζεται ολόκληρο μεγάλο κτίριο από ένα και μόνο ψυκτικό συγκρότημα, σχεδόν καμία δέσμευση στα μήκη κλάδων, ευκολότερος εντοπισμός διαρροών, και ανοχή σε σφάλματα παροχής (απόδοση σχεδόν αναλλοίωτη σε αποκλίσεις ±20%). Μειονεκτήματα: η μελέτη είναι πολύ πιο δύσκολη, οι τεχνικές λύσεις δεν τυποποιούνται, απαιτείται έμπειρος μηχανικός που δουλεύει ουσιαστικά μόνος του, χωρίς την έτοιμη υποστήριξη που έχει ο μελετητής VRV. Και τα δύο συστήματα, όπως τονίζει το βιβλίο, είναι πολύ καλά και αποδίδουν άριστα εφόσον μελετηθούν και κατασκευαστούν σωστά — διαφορετικά αποτυγχάνει οποιοδήποτε σύστημα. Ως προσωπική προτίμηση, ένας τεχνικός με λιγότερη εμπειρία ή για μικρές/μεσαίες εγκαταστάσεις με λίγες ζώνες θα προτιμούσε το τυποποιημένο και υποστηριζόμενο σύστημα VRV, ενώ για μεγάλα/σύνθετα κτίρια με ανάγκη ευελιξίας θα ήταν προτιμότερο το δίκτυο νερού, με την προϋπόθεση να υπάρχει η απαραίτητη τεχνογνωσία μελέτης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Όταν θέλετε να διαμορφώσετε το δίκτυο των σωληνώσεων ενός συστήματος VRV, θα χρησιμοποιήσετε μόνο τις οδηγίες που δίνονται σ' αυτό το βιβλίο;
Απάντηση:
Σύνοψη: Όχι. Το βιβλίο δίνει μόνο τις γενικές αρχές λειτουργίας των συστημάτων VRV και ενδεικτικά παραδείγματα δικτύων από δύο διαφορετικούς κατασκευαστές, για να γίνουν κατανοητές οι βασικές αρχές διαμόρφωσης του δικτύου. Επειδή όμως ο τρόπος κατασκευής ενός δικτύου VRV ποικίλλει από κατασκευαστή σε κατασκευαστή, ο κανόνας που πρέπει πάντα να ακολουθείται στην πράξη είναι να ακολουθούνται αυστηρά οι τεχνικές οδηγίες της συγκεκριμένης κατασκευάστριας εταιρείας του εξοπλισμού που θα εγκατασταθεί (πίνακες δεικτών φόρτισης, μέγιστα μήκη σωληνώσεων, τύποι διανομέων κ.λπ.), ζητώντας αν χρειαστεί και την τεχνική υποστήριξη του προμηθευτή.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ένα δίκτυο με σωληνώσεις ψυκτικού υγρού, πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της μεταβαλλόμενης ανάγκης για ψυκτικό υγρό;
Απάντηση:
Σύνοψη: Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με την εγκατάσταση συστημάτων μεταβλητής παροχής ψυκτικού υγρού (VRV), στα οποία το κεντρικό ψυκτικό συγκρότημα (εξωτερική μονάδα) μπορεί να τροφοδοτεί το δίκτυο με μεταβαλλόμενη ποσότητα ψυκτικού υγρού ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες φορτίου. Ο βασικός μηχανισμός είναι ο μηχανισμός μετατροπής συχνότητας (frequency inverter), που εφαρμόζεται στον συμπιεστή και στον ανεμιστήρα του συμπυκνωτή (μεταβάλλοντας τη συχνότητα του ρεύματος μεταβάλλονται οι στροφές και άρα η παροχή/ισχύς). Συμπληρωματικά χρησιμοποιούνται η αλλαγή ρύθμισης της εκτονωτικής βαλβίδας και, σε ακραίες περιπτώσεις (αφού εξαντληθούν τα άλλα περιθώρια), σύστημα by pass, όπου μέρος του ψυκτικού υγρού πηγαίνει στον εξατμιστή και μέρος επιστρέφει σε δοχείο συγκέντρωσης. Το σύστημα ελέγχου αντιλαμβάνεται την αλλαγή φορτίου (π.χ. από μεταβολή της πτώσης πίεσης) και επεμβαίνει αυτόματα στα προγραμματισμένα σημεία ρύθμισης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι σχέση έχει η ονομαστική διάσταση των χαλυβδοσωλήνων με τις πραγματικές τους διαστάσεις;
Απάντηση:
Σύνοψη: Καμία απολύτως σχέση. Η ονομαστική διάσταση ενός χαλυβδοσωλήνα είναι απλώς μια συμβατική ονομασία, χωρίς να αντιστοιχεί στην πραγματική του διάμετρο. Για παράδειγμα, ο σωλήνας ονομαστικής διάστασης 1/2" (ή Φ15) έχει στην πραγματικότητα εξωτερική διάμετρο 21,3 mm, με εσωτερική διάμετρο 14,8 mm (βαρέως τύπου) ή 16 mm (ημιβαρέως/μέσου τύπου) — τιμές πολύ διαφορετικές από αυτό που θα υπέθετε κανείς από το «1/2 ίντσας». Επειδή η ονομασία αυτή δεν συμμετέχει σε κανέναν υπολογισμό, δεν δημιουργεί πρακτικό πρόβλημα, παρά το ότι έχει επικρατήσει η χρήση της σε ίντσες στην αγορά.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Επειδή δουλεύουμε στο σύστημα SI, κατά τη γνώμη σας, μας δημιουργείται κάποιο πρόβλημα ονομάζοντας τους χαλυβδοσωλήνες με την ονοματική τους διάσταση σε ίντσες; Κρίνετε ότι θα ήταν απαραίτητο να προσαρμοστεί σταδιακά η αγορά στη χρήση της ονομασίας τους σε mm;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στην πράξη δεν δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα, γιατί η ονομασία σε ίντσες είναι απλώς ένα καθιερωμένο εμπορικό όνομα που δεν εκφράζει καμία πραγματική διάσταση (βλ. προηγούμενη ερώτηση) και δεν χρησιμοποιείται σε κανέναν τεχνικό υπολογισμό — αρκεί ο χρήστης να ανατρέχει στους αντίστοιχους πίνακες (π.χ. πίνακας 6-4) για τις πραγματικές διαστάσεις. Επιπλέον, η ονομασία σε ίντσες έχει επικρατήσει τόσο πλήρως στην ελληνική αγορά που ελάχιστοι τεχνικοί γνωρίζουν καν την αντίστοιχη ονομασία σε mm. Ως προς το αν θα ήταν σκόπιμη μια σταδιακή προσαρμογή της αγοράς σε ονομασίες SI (mm): θεωρητικά θα εναρμόνιζε την ορολογία με το υπόλοιπο σύστημα SI που χρησιμοποιείται στις υπόλοιπες τεχνικές μελέτες, αλλά στην πράξη δεν είναι επιτακτική ανάγκη, αφού δεν προκύπτει κανένα τεχνικό λάθος από τη χρήση των ίντσων ως απλής ονομασίας — μια τέτοια αλλαγή θα ήταν κυρίως ζήτημα τυποποίησης/συνήθειας της αγοράς και όχι ανάγκη ασφάλειας ή ακρίβειας υπολογισμών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Όταν θέλετε να αλλάξετε ένα παλαιό δίκτυο χαλυβδοσωλήνων με χαλκοσωλήνες, τι αντιστοιχία διαμέτρων θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε;
Απάντηση:
Σύνοψη: Επειδή δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχηση χαλυβδοσωλήνων-χαλκοσωλήνων, κανονικά θα πρέπει να εκπονείται μελέτη μηχανικού. Για γρήγορες λύσεις (σε μικρές/μεσαίες εγκαταστάσεις ή όπου δεν υπάρχουν σχέδια) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο πίνακας (6-6) του βιβλίου: χαλυβδοσωλήνας 1/2" αντικαθίσταται οριακά με χαλκοσωλήνα 16×1 (προτιμότερος ο 18×1)· 3/4" με 22×1· 1" με 28×1,5· 1 1/4" οριακά με 35×1,5 (προτιμότερος ο 42×1,5)· 1 1/2" με 42×1,5· 2" με 54×2· 2 1/2" με 76,1×2· 3" με 88,9×2. Δεν πρέπει να επιλέγεται αυθαίρετα μικρότερη διάμετρος μόνο επειδή ο χαλκός έχει μικρότερη αντίσταση στη ροή, γιατί το δίκτυο μπορεί να καταστεί ανεπαρκές.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η σχέση που δίνει την ταχύτητα του νερού μέσα στους σωλήνες;
Απάντηση:
Σύνοψη: Γενικά, η ταχύτητα του νερού Vw μέσα από σωλήνα διατομής Α δίνεται από τη σχέση Vw = Qw/A (σχέση 6-1), όπου Qw η παροχή μέσω του σωλήνα σε m³/s και Α η διατομή του σωλήνα σε m². Βάσει αυτής, στο σύστημα SI προκύπτει η πιο εύχρηστη μορφή Vw = 1300·Qw/Di² (σχέση 6-2), όπου Qw η παροχή σε L/s και Di η εσωτερική διάμετρος του σωλήνα σε mm (βάσει του πίνακα 6-4). Ο συντελεστής 1300 είναι στρογγυλοποίηση του ακριβούς 1273 = 1000×(4/π), που προκύπτει από τις μετατροπές μονάδων και τη γεωμετρία του κύκλου (εμβαδόν διατομής = πD²/4).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι σχέσεις που μας δίνουν, κατά προσέγγιση, τη δυναμικότητα ενός σωλήνα σε παρεχόμενη ψυκτική ή θερμαντική ισχύ; Εξηγήστε πώς προέκυψαν αυτές οι σχέσεις.
Απάντηση:
Σύνοψη: Οι πρακτικές σχέσεις είναι q ≈ 20 × Qw για την ψύξη (σχέση 6-5) και q ≈ 40 × Qw για τη θέρμανση (σχέση 6-6), όπου Qw η παροχή νερού σε L/s και q η ισχύς σε kW. Προέκυψαν από τη βασική σχέση qt = cp·Qw·Δt (σχέση 6-3), αντικαθιστώντας την ειδική θερμότητα του νερού cp = 4,2 kJ/kgK και τις συνήθεις τιμές πτώσης θερμοκρασίας Δt: στην ψύξη, με Δt = 5°C, το γινόμενο cp·Δt = 4,2×5 ≈ 20· στη θέρμανση, με μεγαλύτερο Δt (της τάξης του 10-12°C), το γινόμενο cp·Δt ≈ 40. Έτσι ο συντελεστής 20 (ή 40) ενσωματώνει ήδη την ειδική θερμότητα και τη συνήθη πτώση θερμοκρασίας, ώστε να υπολογίζεται γρήγορα η ισχύς γνωρίζοντας μόνο την παροχή, χωρίς να χρειάζεται να ξαναϋπολογίζεται κάθε φορά το γινόμενο cp·Δt.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η σχέση υπολογισμού της απαιτούμενης παροχής νερού μέσα από μία ΚΜ;
Απάντηση:
Σύνοψη: Η απαιτούμενη παροχή νερού μέσα από μία ΚΜ υπολογίζεται από τη σχέση Qw = qt / (cp·Δt) (σχέση 6-4), που προκύπτει επιλύνοντας ως προς Qw τη βασική σχέση qt = cp·Qw·Δt (σχέση 6-3). Εδώ qt είναι η ολική απόδοση (ψυκτική ή θερμαντική ισχύς) του μηχανήματος σε kW, cp = 4,2 kJ/kgK η ειδική θερμότητα του νερού και Δt η επιθυμητή πτώση θερμοκρασίας του νερού κατά τη διέλευσή του μέσα από την ΚΜ (συνήθως 5°C το καλοκαίρι, 10°C τον χειμώνα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι κάνουμε όταν μας προκύπτουν άλλες παροχές νερού το χειμώνα και άλλες το καλοκαίρι; Μπορεί να ακολουθηθεί η ίδια λύση και στα δίκτυα των σωληνώσεων ψυκτικού υγρού; Εξηγήστε την απάντησή σας.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στο δίκτυο νερού, όταν προκύπτουν διαφορετικές απαιτούμενες παροχές το καλοκαίρι και τον χειμώνα (λόγω διαφορετικού Δt σχεδιασμού), για τη διαστασιολόγηση των σωλήνων λαμβάνεται πάντα η μεγαλύτερη από τις δύο παροχές. Αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα λειτουργίας στην περίοδο με τη μικρότερη ισχύ (π.χ. τον χειμώνα, αν σχεδιάσαμε με τη θερινή παροχή)· η ΚΜ απλά θα λειτουργήσει με διαφορετικό (μεγαλύτερο) Δt, το οποίο μπορεί να ρυθμίζεται αυτόματα (π.χ. μέσω τρίοδης βάνας) ή, αν δεν υπάρχει τέτοιος αυτοματισμός, να διακόπτεται περιοδικά η λειτουργία του ανεμιστήρα της ΚΜ με εντολή του θερμοστάτη χώρου. Η ίδια λύση (σχεδιασμός στη μέγιστη παροχή, λειτουργία με μεταβλητό Δt) ΔΕΝ μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο στα δίκτυα ψυκτικού υγρού, γιατί εκεί η περίσσεια ρευστού δεν είναι αθώα: αν κυκλοφορεί ψυκτικό υγρό σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από την απαιτούμενη, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα (π.χ. ανάπτυξη πολύ μεγάλων πιέσεων στον συμπιεστή). Γι' αυτό, στις μεγάλες εγκαταστάσεις με σωληνώσεις ψυκτικού υγρού, λαμβάνονται ειδικά μέτρα για τη μείωση της ποσότητας κυκλοφορούντος ψυκτικού υγρού τον χειμώνα, όπως η τοποθέτηση δοχείου συγκέντρωσης του πλεονάζοντος ψυκτικού υγρού (receiver). Στα συστήματα VRV το πρόβλημα αυτό εκλείπει, αφού το ίδιο το σύστημα ρυθμίζει αυτόματα την ακριβή ποσότητα κυκλοφορούντος ψυκτικού υγρού ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες φορτίου τη δεδομένη στιγμή.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Αν μειώσουμε την παροχή μίας ΚΜ κατά ένα ποσοστό, π.χ. κατά 20%, θα μειωθεί και η απόδοσή της ανάλογα; Ναι ή όχι και γιατί;
Απάντηση:
Σύνοψη: Όχι, η απόδοση δεν μειώνεται ανάλογα (δηλαδή δεν πέφτει κατά 20%). Μειώνεται πολύ λιγότερο — τυπικά περίπου 4 φορές λιγότερο, δηλαδή μία μείωση παροχής 20% προκαλεί μείωση απόδοσης της τάξης μόνο του 20/4 = 5%. Ο λόγος είναι ότι, όταν μειώνεται η παροχή του νερού, μειώνεται ταυτόχρονα και η ταχύτητα ροής μέσα στην ΚΜ, οπότε αυξάνεται ο χρόνος παραμονής του νερού μέσα σε αυτήν· έτσι ο ανεμιστήρας της ΚΜ έχει στη διάθεσή του περισσότερο χρόνο για να αποσπάσει επιπλέον θερμότητα ανά μονάδα μάζας ρευστού, δηλαδή αυξάνεται αντισταθμιστικά το Δt του νερού, μειώνοντας έτσι σημαντικά την απώλεια απόδοσης που θα περίμενε κανείς. Αντίστοιχα, σε αύξηση της παροχής κατά ένα ποσοστό, η αύξηση της απόδοσης είναι ακόμη μικρότερη αναλογικά (π.χ. μόλις 3-4% για αύξηση παροχής 20%), και πέρα από κάποιο σημείο η απόδοση παύει πρακτικά να αυξάνεται όσο κι αν αυξάνεται η παροχή. Συνολικά, μικρές διακυμάνσεις παροχής νερού (π.χ. ±20%) θεωρούνται πρακτικά ασήμαντες για την απόδοση μιας κλιματιστικής μονάδας με νερό.
Κριτήρια αξιολόγησης: