Λύσεις — Κεφάλαιο 10: Χρηματοδότηση επιχειρήσεων (σελ. 280-281) – ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 10: Χρηματοδότηση επιχειρήσεων (σελ. 280-281)

Λύσεις των 10 ερωτήσεων του κεφαλαίου 10 (σελ. 280) και της εργαστηριακής άσκησης προβολών ισολογισμών για τα έτη 2003 και 2004 (σελ. 281): αποτελέσματα χρήσης, προβλεπόμενοι ισολογισμοί, πρόσθετες ανάγκες κεφαλαίων, Δ.Δ.Ε. και μέσο σταθμικό κόστος για τις τρεις επιλογές χρηματοδότησης.


Ερώτηση 1 — Βασικές πηγές άντλησης κεφαλαίων

Ερώτηση: Ποιες είναι οι βασικές πηγές άντλησης κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις;

Απάντηση:

  • Το κεφάλαιο είναι βασικός συντελεστής παραγωγής: χρηματοδοτεί τις πάγιες εγκαταστάσεις (κτίσματα, μηχανήματα, οικόπεδα — με επενδύσεις) και τη λειτουργία της επιχείρησης (κεφάλαιο κίνησης για πρώτες ύλες και τρέχουσες δαπάνες) (σελ. 259). Δύο βασικές πηγές (σελ. 260): 1. Τα ίδια κεφάλαια (μετοχικό κεφάλαιο) — τα κεφάλαια που συνεισφέρουν οι ιδιοκτήτες-μέτοχοι· 2. Τα δάνεια που παρέχουν οι τράπεζες — τα ξένα κεφάλαια. Τα δάνεια είναι συχνά απαραίτητα, γιατί τα κεφάλαια των μετόχων δεν αρκούν, ή προτιμώνται από τη διοίκηση γιατί έχουν χαμηλότερο κόστος από τα ίδια κεφάλαια — έτσι στις περισσότερες επιχειρήσεις συμμετέχουν και ξένα κεφάλαια μέχρι ένα ποσοστό. Οι πηγές διακρίνονται επίσης σε εσωτερικές (παρακρατούμενα κέρδη) και εξωτερικές (εισφορές μετόχων, δάνεια, χρηματομίσθωση/leasing) (σελ. 260-261).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ίδια (μετοχικά) κεφάλαια των ιδιοκτητών και δάνεια τραπεζών (ξένα κεφάλαια)· τα δάνεια σχεδόν πάντα συμμετέχουν λόγω ανεπάρκειας ιδίων ή χαμηλότερου κόστους· επίσης εσωτερικές (κέρδη) / εξωτερικές (μέτοχοι, δάνεια, leasing).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Δύο βασικές πηγές + γιατί τα δάνεια συμμετέχουν + η διάκριση εσωτερικές/εξωτερικές.

Ερώτηση 2 — Εσωτερική πηγή χρηματοδότησης

Ερώτηση: Ποια έννοια έχει ο όρος «εσωτερική πηγή χρηματοδότησης»;

Απάντηση:

  • Εσωτερική πηγή χρηματοδότησης είναι το μέρος των κερδών που διατηρείται (παρακρατείται) ως κεφάλαιο στην επιχείρηση, ενώ το υπόλοιπο διανέμεται ως μέρισμα στους μετόχους (σελ. 260). Το μη διανεμόμενο μέρος των κερδών (το αποθεματικό) αποτελεί βέβαια μέρος των ιδίων κεφαλαίων, αλλά προέρχεται από τη λειτουργία της ίδιας της επιχείρησης — γι' αυτό λέγεται εσωτερική πηγή — σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κεφάλαια των μετόχων, που αυτοί διαθέτουν στην εταιρεία από δικά τους διαθέσιμα (εξωτερική πηγή). Εξωτερικές πηγές είναι επίσης τα δάνεια (τράπεζες) και η χρηματομίσθωση. Στο παράδειγμα των προβολών (σελ. 273), η κάλυψη των πρόσθετων αναγκών με αύξηση των αποθεματικών (200 → 314,3 χιλ. €) είναι χρηματοδότηση από εσωτερική πηγή· αντίθετα, η επιχείρηση με ταμειακό πρόβλημα «δεν μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της από εσωτερικές πηγές, δηλαδή από τη λειτουργία της», και χρειάζεται εξωτερικές (σελ. 269).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα κέρδη που παρακρατούνται στην επιχείρηση (αποθεματικό) αντί να διανεμηθούν ως μέρισμα — μέρος των ιδίων κεφαλαίων που προέρχεται από τη λειτουργία της, σε αντίθεση με τις εξωτερικές πηγές (εισφορές μετόχων, δάνεια, leasing).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ορισμός + αντιδιαστολή με τις εξωτερικές πηγές.

Ερώτηση 3 — Χρηματομίσθωση (leasing)

Ερώτηση: Τι είναι η χρηματομίσθωση (leasing);

Απάντηση:

  • Η χρηματομίσθωση (leasing) είναι εξωτερική πηγή χρηματοδότησηςη μακροχρόνια ενοικίαση περιουσιακών στοιχείων (σελ. 261). Στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση, αντί να αγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα, εξοπλισμό, εγκαταστάσεις) με δανεισμό, τα νοικιάζει από την εταιρεία χρηματομίσθωσης (συνήθως θυγατρική επιχείρηση τράπεζας), στην οποία πληρώνει ετήσιο ή μηνιαίο ενοίκιο. Έτσι αποκτά τη χρήση των παγίων χωρίς να δεσμεύσει ίδια κεφάλαια ή να επιβαρυνθεί με δάνειο αγοράς — τα μισθώματα καλύπτονται από τη λειτουργία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Μακροχρόνια ενοικίαση περιουσιακών στοιχείων από εταιρεία χρηματομίσθωσης (συνήθως θυγατρική τράπεζας) έναντι ετήσιου/μηνιαίου ενοικίου, αντί αγοράς τους με δανεισμό — εξωτερική πηγή χρηματοδότησης.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ορισμός + από ποιον + αντί τίνος.

Ερώτηση 4 — Επιχειρηματικός vs χρηματοοικονομικός κίνδυνος

Ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ επιχειρηματικού και χρηματοοικονομικού κινδύνου;

Απάντηση:

  • Επιχειρηματικός κίνδυνος: ο κίνδυνος που συνεπάγεται η ίδια η επιχειρηματική δραστηριότητα· το μέγεθός του εξαρτάται από το είδος της δραστηριότητας, δηλαδή από τον κλάδο (σελ. 261). Ο κλάδος μεταποίησης τροφίμων θεωρείται χαμηλού κινδύνου, γιατί η κατανάλωση και οι πωλήσεις είναι σχετικά σταθερές, ανεξάρτητα από τη γενική οικονομική κατάσταση· αντίθετα, οι επιχειρήσεις του πρωτογενούς τομέα έχουν υψηλό κίνδυνο, γιατί τα αποτελέσματά τους επηρεάζονται από αστάθμητους παράγοντες (καιρικές συνθήκες, ασθένειες) → μεγάλες μεταβολές πωλήσεων-κερδών. Χρηματοοικονομικός κίνδυνος: ο κίνδυνος να μην μπορέσει η επιχείρηση, σε κάποια δύσκολη στιγμή, να εξοφλήσει τα δάνειά της και να αναγκαστεί να διακόψει τη λειτουργία της (σελ. 262)· ισχύει μόνο για επιχειρήσεις που έχουν δάνεια στην κεφαλαιακή τους σύνθεση και αυξάνει με το ύψος του δανεισμού (μετριέται με τον Δ.Δ.Ε.).
  • Σχέση: συνολικός κίνδυνος = επιχειρηματικός + χρηματοοικονομικός. Επιχείρηση με πολλά χρέη έχει αυξημένο συνολικό κίνδυνο· γι' αυτό οι επιχειρήσεις με υψηλό επιχειρηματικό κίνδυνο (π.χ. γεωργικές) πρέπει να περιορίζουν τον δανεισμό τους, ενώ οι επιχειρήσεις με χαμηλό (π.χ. τροφίμων) έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια χρηματοδότησης με δάνεια.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Επιχειρηματικός: από τη φύση της δραστηριότητας/του κλάδου (τρόφιμα χαμηλός, πρωτογενής υψηλός). Χρηματοοικονομικός: να μην εξοφληθούν τα δάνεια — μόνο για δανεισμένες επιχειρήσεις, αυξάνει με τον δανεισμό. Άθροισμά τους = συνολικός κίνδυνος → οι γεωργικές περιορίζουν τον δανεισμό.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Δύο ορισμοί + η πηγή καθενός + η σχέση (συνολικός κίνδυνος).

Ερώτηση 5 — Γιατί τα ίδια κεφάλαια κοστίζουν περισσότερο

Ερώτηση: Γιατί τα ίδια κεφάλαια έχουν συνήθως υψηλότερο κόστος για την επιχείρηση απ' ό, τι τα δάνεια;

Απάντηση:

  • Συχνά επικρατεί η άποψη ότι τα ίδια κεφάλαια, επειδή ανήκουν στους ιδιοκτήτες, έχουν χαμηλότερο κόστος από τα δάνεια — αυτό δεν είναι πάντα σωστό (σελ. 263-264): 1. Οι μέτοχοι αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο από τους δανειστές και συνεπώς τα οφέλη που αναμένουν πρέπει να είναι αναλόγως αυξημένα. Ο κίνδυνός τους είναι υψηλότερος γιατί: α) τα δάνεια διασφαλίζονται συνήθως με τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης — η τράπεζα, μέσω νομικών διαδικασιών, αποκτά δικαιώματα σε αυτά αν το δάνειο δεν εξοφληθεί· β) η πληρωμή των τόκων είναι υποχρεωτική, ενώ το μέρισμα καταβάλλεται μόνο — και όχι υποχρεωτικά — όταν η επιχείρηση έχει κέρδη. 2. Τα οφέλη των δανειστών είναι οι τόκοι, ενώ οι μέτοχοι εισπράττουν το μέρισμα, που είναι μέρος των κερδών (το συνολικό τους όφελος περιλαμβάνει και τα κέρδη από την αύξηση της τιμής της μετοχής, που μακροχρόνια οφείλεται στη διεύρυνση των εργασιών και την ανταγωνιστικότητα). 3. Εφόσον η επιχείρηση φορολογείται, το κόστος δανεισμού μειώνεται: οι τόκοι αυξάνουν το κόστος της επιχείρησης, μειώνουν ισόποσα τα κέρδη και μειώνουν αντίστοιχα τον φόρο (φορολογική ελάφρυνση των τόκων). Κατά την Ανακεφαλαίωση: τα δάνεια έχουν χαμηλότερο κόστος γιατί παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο — γι' αυτό συμμετέχουν σχεδόν πάντα στην κεφαλαιακή σύνθεση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Γιατί οι μέτοχοι φέρουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τους δανειστές (τα δάνεια διασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία, οι τόκοι είναι υποχρεωτικοί, το μέρισμα μόνο αν υπάρχουν κέρδη) και απαιτούν μεγαλύτερη απόδοση· επιπλέον οι τόκοι μειώνουν τον φόρο, άρα το πραγματικό κόστος δανεισμού.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Τρεις λόγοι, με τους δύο υπολόγους του υψηλότερου κινδύνου των μετόχων.

Ερώτηση 6 — Μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου

Ερώτηση: Πώς υπολογίζεται το μέσο σταθμικό κόστος του κεφαλαίου σε μια επιχείρηση;

Απάντηση:

  • Πρώτα ορίζεται ο Δείκτης Δανειακής Επιβάρυνσης: Δ.Δ.Ε. = Δάνεια / (Ίδια κεφάλαια + Δάνεια) × 100 — το ποσοστό των δανείων στο σύνολο των κεφαλαίων· άρα 1 − Δ.Δ.Ε. είναι το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων (σελ. 262). Αν C_Δ είναι το κόστος των δανείων (επιτόκιο) και C_ΙΚ το κόστος των ιδίων κεφαλαίων (η απόδοση που απαιτούν οι μέτοχοι), το μέσο σταθμικό κόστος των κεφαλαίων της επιχείρησης είναι (σελ. 264): C = Δ.Δ.Ε. × C_Δ + (1 − Δ.Δ.Ε.) × C_ΙΚ. Παράδειγμα (σελ. 274): δάνεια 200, ίδια κεφάλαια 700 (χιλ. €) → Δ.Δ.Ε. = 200/900 = 22 %· με C_Δ = 10 % και C_ΙΚ = 15 %: C = 0,22 × 10 % + 0,78 × 15 % = 2,2 + 11,7 = 13,90 %. Με Δ.Δ.Ε. 31 % → C = 13,45 %· με 7,5 % → C = 14,62 %. Συμπέρασμα: αυξάνοντας τη συμμετοχή των (φθηνότερων) δανείων, το μέσο κόστος μειώνεται — αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου, γιατί παράλληλα αυξάνει ο χρηματοοικονομικός (και ο συνολικός) κίνδυνος και οι χρηματοδότες — δανειστές και μέτοχοι — ζητούν, ως αντιστάθμισμα, μεγαλύτερη απόδοση για τα κεφάλαιά τους. Η επιχείρηση ρυθμίζει έτσι το μέσο κόστος και τον κίνδυνο μεταβάλλοντας το ποσοστό δανεισμού (σελ. 276).

Σύνοψη: (ενδεικτική) C = Δ.Δ.Ε. × C_Δ + (1 − Δ.Δ.Ε.) × C_ΙΚ, με Δ.Δ.Ε. = δάνεια/(ίδια + δάνεια)· π.χ. 0,22 × 10 % + 0,78 × 15 % = 13,90 %· μειώνεται με περισσότερα δάνεια μέχρι ενός σημείου (αυξημένος κίνδυνος → υψηλότερη ζητούμενη απόδοση).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Τύπος Δ.Δ.Ε. + τύπος C + παράδειγμα + περιορισμός.

Ερώτηση 7 — Ταμειακό πρόγραμμα

Ερώτηση: Τι είναι το ταμειακό πρόγραμμα και ποια η χρησιμότητά του;

Απάντηση:

  • Το ταμειακό πρόγραμμαπίνακας ταμειακών ροών) είναι το εργαλείο με το οποίο υπολογίζονται οι βραχυχρόνιες ανάγκες της επιχείρησης σε κεφάλαια — αυτές που αφορούν περιόδους μέχρι ένα έτος (σελ. 264). Κατασκευάζεται με τα μηνιαία ή τριμηνιαία στοιχεία των πωλήσεων και των αγορών, από τα οποία προκύπτουν οι εισπράξεις και οι πληρωμές (χρηματικές εισροές-εκροές)· με βάση τη χρονική κατανομή τους (πότε πραγματικά εισπράττονται οι πωλήσεις επί πιστώσει, πότε εξοφλούνται οι προμηθευτές, μισθοί, ενοίκια, γενικά έξοδα, επενδύσεις) καταρτίζεται ο πίνακας εισροών-εκροών, από τον οποίο προκύπτει το πλεόνασμα ή το έλλειμμα σε μετρητά κάθε μήνα ή τριμήνου και το αθροιστικό πλεόνασμα/έλλειμμα (προηγούμενος + τρέχων μήνας) — το πιο σημαντικό στοιχείο, γιατί δείχνει τα χρήματα που είναι διαθέσιμα στο ταμείο (σελ. 265, 268).
  • Χρησιμότητα: εντοπίζει τους μήνες με ταμειακό πρόβλημα — μόνο εκείνους με αθροιστικό έλλειμμα (στο παράδειγμα Δεκέμβριος, Ιανουάριος, Φεβρουάριος· ο Νοέμβριος είναι ελλειμματικός αλλά καλύπτεται από το πλεόνασμα του Οκτωβρίου), όπου η επιχείρηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις της από εσωτερικές πηγές. Έτσι προσδιορίζει το ύψος και τον χρόνο της αναγκαίας εξωτερικής χρηματοδότησης — προτιμότερα βραχυχρόνιο τραπεζικό δάνειο (< 1 έτος), ίσο με το μέγιστο αθροιστικό έλλειμμα (83,5 χιλ. €), χορηγούμενο τμηματικά (68,5 Δεκέμβριο, 15 Ιανουάριο) και εξοφλούμενο από τα επόμενα πλεονάσματα (74 Φεβρουάριο, 9,5 Μάρτιο) (σελ. 269-270). Δίνει επίσης ακριβέστερη εκτίμηση της ρευστότητας από τον τύπο «κέρδος + αποσβέσεις» (κεφ. 4) και αξιοποιεί τα ιστορικά στοιχεία του Βιβλίου Ταμείου (κεφ. 6).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Πίνακας μηνιαίων/τριμηνιαίων εισπράξεων-πληρωμών (κατά τη χρονική τους πραγματοποίηση) που δίνει το πλεόνασμα/έλλειμμα κάθε μήνα και το αθροιστικό· χρησιμεύει για τον υπολογισμό των βραχυχρόνιων αναγκών: εντοπίζει τους μήνες αθροιστικού ελλείμματος και το ύψος-χρόνο του βραχυχρόνιου δανείου και της εξόφλησής του.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ορισμός-κατασκευή + αθροιστικό ως κλειδί + χρήση (ταμειακό πρόβλημα, δάνειο).

Ερώτηση 8 — Προβολές ισολογισμών για μακροχρόνιες ανάγκες

Ερώτηση: Πώς χρησιμοποιούνται οι «προβολές των ισολογισμών» για τον υπολογισμό των μακροχρόνιων αναγκών της επιχείρησης σε κεφάλαια;

Απάντηση:

  • Για περιόδους μεγαλύτερες του έτους χρησιμοποιούνται οι προβολές των ισολογισμών της επιχείρησης για συγκεκριμένα έτη (σελ. 264, 270). Μέθοδος: 1. Ξεκινά από τον τελευταίο ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσης (2001: ενεργητικό 1000, ίδια κεφάλαια 700, δάνεια 200, προμηθευτές 100· πωλήσεις 3000, καθαρό κέρδος 210 χιλ. €). 2. Διατυπώνονται υποθέσεις για την εξέλιξη των βασικών μεγεθών: ρυθμός αύξησης πωλήσεων (20 %/έτος), νέες επενδύσεις (150, 150, 200), αποσβέσεις (100, 25, 150) και σταθερά ποσοστά επί των πωλήσεων για αποθέματα (10 %), ταμείο (1,6 %), προμηθευτές (3,3 %), κόστος πωληθέντων (66,6 %), γενικές δαπάνες (23,3 %). 3. Κατασκευάζεται ο προβλεπόμενος ισολογισμός του επόμενου έτους: υπολογίζεται το ενεργητικό (αναπόσβεστη αξία παγίων = προηγούμενη + νέες επενδύσεις − αποσβέσεις· αποθέματα και ταμείο ως % πωλήσεων) — 2002: 700 + 360 + 57,6 = 1117,6 — και τα αποτελέσματα χρήσης (πωλήσεις 3600 → καθαρά κέρδη 237,5). 4. Οι πρόσθετες ανάγκες σε κεφάλαια = αύξηση του παθητικού (= ενεργητικού) μείον την αύξηση των προμηθευτών (οι πιστώσεις των προμηθευτών είναι και αυτές χρηματοδότηση): 117,6 − 3,3 = 114,3 χιλ. €. 5. Τα κενά του παθητικού (αποθεματικό, δάνεια) συμπληρώνονται ανάλογα με τον τρόπο που θα καλυφθούν οι ανάγκες — τρεις επιλογές (σελ. 272-276): α) αύξηση αποθεματικών με τα κέρδη (δάνεια σταθερά 200, αποθεματικό 314,3, μέρισμα 123,2· Δ.Δ.Ε. 19,7 %, C = 14,01 % — ελαφρά υψηλότερο κόστος, χαμηλότερος κίνδυνος)· β) αύξηση δανεισμού (δάνεια 314,3, όλα τα κέρδη μέρισμα· Δ.Δ.Ε. 31 %, C = 13,45 % — χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερος κίνδυνος)· γ) μέγιστη μείωση δανεισμού (όλα τα κέρδη 237,5 στο αποθεματικό → 437,5, δάνεια 76,8· Δ.Δ.Ε. 7,5 %, C = 14,62 %). Η επιχείρηση επιλέγει έτσι το ύψος και το είδος της μακροχρόνιας χρηματοδότησης, ρυθμίζοντας μέσο κόστος και χρηματοοικονομικό κίνδυνο.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Από τον τελευταίο ισολογισμό, με υποθέσεις (αύξηση πωλήσεων, επενδύσεις, αποσβέσεις, ποσοστά επί πωλήσεων) προβάλλεται ο ισολογισμός κάθε επόμενου έτους· πρόσθετες ανάγκες = αύξηση ενεργητικού − αύξηση προμηθευτών (114,3)· τα κενά καλύπτονται με αποθεματικά, δάνεια ή συνδυασμό, συγκρίνοντας Δ.Δ.Ε. και μέσο κόστος.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Βήματα της μεθόδου + ο υπολογισμός των πρόσθετων αναγκών + οι τρεις επιλογές.

Ερώτηση 9 — Τρόφιμα vs γεωργικές επιχειρήσεις στη στρατηγική χρηματοδότησης

Ερώτηση: Ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ των επιχειρήσεων μεταποίησης τροφίμων και των γεωργικών επιχειρήσεων, κατά την επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής της χρηματοδότησης;

Απάντηση:

  • Η διαφορά πηγάζει από τον επιχειρηματικό κίνδυνο κάθε κλάδου (σελ. 261-262, 276): οι επιχειρήσεις μεταποίησης τροφίμων έχουν χαμηλό επιχειρηματικό κίνδυνο — η κατανάλωση τροφίμων και οι πωλήσεις τους είναι σχετικά σταθερές, χωρίς να επηρεάζονται σημαντικά από τη γενική οικονομική κατάσταση, οπότε οι μεταβολές πωλήσεων-κερδών είναι περιορισμένες· οι γεωργικές επιχειρήσεις (πρωτογενής τομέας) έχουν υψηλό επιχειρηματικό κίνδυνο, γιατί τα αποτελέσματά τους εξαρτώνται από αστάθμητους παράγοντες (καιρός, ασθένειες) και οι μεταβολές είναι μεγάλες. Επειδή συνολικός κίνδυνος = επιχειρηματικός + χρηματοοικονομικός (ο δεύτερος αυξάνει με τον δανεισμό), η στρατηγική χρηματοδότησης διαφέρει: οι επιχειρήσεις τροφίμων μπορούν να αναλάβουν υψηλότερο χρηματοοικονομικό κίνδυνο αυξάνοντας τον δανεισμό (υψηλότερος Δ.Δ.Ε., χαμηλότερο μέσο κόστος κεφαλαίου), ενώ οι γεωργικές πρέπει να περιορίζουν τον δανεισμό τους (χαμηλός Δ.Δ.Ε., περισσότερα ίδια κεφάλαια), ώστε ο συνολικός κίνδυνος να μην ξεπερνά ορισμένα επίπεδα — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει κάπως υψηλότερο μέσο κόστος κεφαλαίου. Κατά την Ανακεφαλαίωση: όσο χαμηλότερος ο επιχειρηματικός κίνδυνος, τόσο υψηλότερη μπορεί να είναι η δανειακή επιβάρυνση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι επιχειρήσεις τροφίμων (χαμηλός επιχειρηματικός κίνδυνος, σταθερές πωλήσεις) μπορούν να δανείζονται περισσότερο (υψηλότερος Δ.Δ.Ε., φθηνότερο κεφάλαιο)· οι γεωργικές (υψηλός επιχειρηματικός κίνδυνος από καιρό-ασθένειες) πρέπει να περιορίζουν τον δανεισμό ώστε ο συνολικός κίνδυνος να μένει ελεγχόμενος.

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Ο επιχειρηματικός κίνδυνος κάθε κλάδου + το συμπέρασμα για τον δανεισμό.

Ερώτηση 10 — Τριμερής χρηματοδοτική συμμετοχή

Ερώτηση: Τι σημαίνει τριμερής χρηματοδοτική συμμετοχή στα επενδυτικά προγράμματα;

Απάντηση:

  • Οι πολιτικές χρηματοδοτικών κινήτρων για επενδύσεις στις γεωργικές επιχειρήσεις είναι ειδικά χρηματοδοτικά πλαίσια (κυρίως της Ε.Ε.) που προβλέπουν επιχορηγήσεις για τη σύσταση ή τον εκσυγχρονισμό γεωργικών επιχειρήσεων, ώστε επενδυτές με ορισμένα ίδια κεφάλαια να βρουν τα συμπληρωματικά ξένα και να τα χρησιμοποιήσουν με μηδενικό κόστος· σκοπός η ενθάρρυνση συγκεκριμένων επενδύσεων με ελάφρυνση του κόστους τους και, τελικά, η αναδιάρθρωση-εκσυγχρονισμός και η ανταγωνιστικότητα των παραγωγικών υποδομών (σελ. 277). Για την υλοποίησή τους απαιτούν υποβολή επενδυτικού σχεδίου και τριμερή χρηματοδοτική συμμετοχή (σελ. 278), δηλαδή το κόστος της επένδυσης καλύπτεται από τρεις πηγές μαζί: 1. ίδια συμμετοχή του ενδιαφερόμενου επενδυτή (ίδια κεφάλαια)· 2. κρατική επιχορήγηση — από το ελληνικό δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (το «δωρεάν» μέρος)· 3. δανειοδότηση από κάποια τράπεζα. Οι δυνατότητες αφορούν τον πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα (βελτίωση διαρθρώσεων, νέες τεχνολογίες-ποιότητα, αγροτουρισμός, βιολογική γεωργία, γυναικεία επιχειρηματικότητα κ.ά.) και συστηματοποιήθηκαν στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (2000-2006) — Ε.Π. «Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου», Περιφερειακά Ε.Π., LEADER+ — ενώ για μεγάλες επενδύσεις υπάρχει ο Εθνικός Αναπτυξιακός Νόμος (σελ. 278-279).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ότι η επένδυση χρηματοδοτείται από κοινού από τρεις πηγές: ίδια συμμετοχή του επενδυτή, κρατική επιχορήγηση (ελληνικό δημόσιο ή Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και τραπεζικό δάνειο· προϋπόθεση η υποβολή επενδυτικού σχεδίου (Γ΄ ΚΠΣ, LEADER+, Αναπτυξιακός Νόμος).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Τρία μέρη + πλαίσιο (επενδυτικό σχέδιο, σκοπός των κινήτρων).

Εργαστήριο — Προβολές ισολογισμών για τα έτη 2003 και 2004

Ερώτηση: Με βάση τις υποθέσεις, που αναφέρονται στο Κεφάλαιο 10.3 και ειδικότερα στο παράδειγμα που παρουσιάζει τις «προβολές ισολογισμών», ζητείται από τους μαθητές, μέσα στην τάξη, να κάνουν τους αντίστοιχους υπολογισμούς για τα έτη 2003 και 2004.

Απάντηση:

  • Υποθέσεις του βιβλίου (σελ. 271): πωλήσεις +20 %/έτος· νέες εγκαταστάσεις-μηχανήματα 150 (2002), 150 (2003), 200 (2004)· αποσβέσεις 100 (2002), 25 (2003), 150 (2004)· ως % πωλήσεων: αποθέματα 10 %, ταμείο 1,6 %, προμηθευτές 3,3 %, κόστος πωληθέντων 66,6 %, γενικές δαπάνες 23,3 %· φόρος 30 %· μετοχικό κεφάλαιο 500 σταθερό. Βάση: ο ισολογισμός 2002 της επιλογής 1 (κάλυψη αναγκών με αύξηση αποθεματικών, Πίνακας 10.6): αναπόσβεστη αξία 700, αποθέματα 360, ταμείο 57,6, σύνολο 1117,6· αποθεματικό 314,3, δάνεια 200, προμηθευτές 103,3. Παραδοχές: (α) η γραμμή «Εγκαταστάσεις + Μηχανήματα» = προηγούμενη αναπόσβεστη αξία + νέες επενδύσεις (όπως στο βιβλίο: 650 + 150 = 800) και η αναπόσβεστη = αυτή − αποσβέσεις του έτους· (β) εφαρμόζονται τα δηλωμένα ποσοστά — σημειώνεται ότι στον Πίνακα 10.4 το βιβλίο έγραψε προμηθευτές 103,3 (αντί 3,3 % × 3600 = 118,8) και γενικές δαπάνες 863,1 (αντί 838,8)· εδώ ακολουθούμε τους κανόνες που το ίδιο διατυπώνει· (γ) τα δάνεια μένουν 200 και οι ανάγκες καλύπτονται με αποθεματικά (το υπόλοιπο των κερδών διανέμεται). Όλα τα ποσά σε χιλ. €.

    Α. Αποτελέσματα χρήσης

    2003 2004
    Πωλήσεις (× 1,2) 3600 × 1,2 = 4320,0 4320 × 1,2 = 5184,0
    Κόστος πωληθέντων (66,6 %) 2877,1 3452,5
    Μικτό κέρδος 1442,9 1731,5
    Γενικές δαπάνες (23,3 %) 1006,6 1207,9
    Καθαρό κέρδος προ φόρων 436,3 523,6
    Φόρος 30 % 130,9 157,1
    Καθαρό κέρδος μετά φόρων 305,4 366,5
  • Β. Προβολή ισολογισμού 31/12/2003

    Ενεργητικό Παθητικό
    Εγκαταστάσεις + Μηχανήματα (700 + 150) 850,0 Μετοχικό κεφάλαιο 500,0
    Αποσβέσεις 2003 25,0 Αποθεματικό (314,3 + 169,3) 483,6
    Αναπόσβεστη αξία 825,0 Σύνολο ιδίων κεφαλαίων 983,6
    Αποθέματα (10 % × 4320) 432,0 Δάνεια 200,0
    Ταμείο (1,6 % × 4320) 69,1 Προμηθευτές (3,3 % × 4320) 142,6
    Σύνολο υποχρεώσεων 342,6
    Σύνολο Ενεργητικού 1326,1 Σύνολο Παθητικού 1326,1

    Πρόσθετες ανάγκες 2003 = αύξηση παθητικού (1326,1 − 1117,6 = 208,5) − αύξηση προμηθευτών (142,6 − 103,3 = 39,3) = 169,3· καλύπτονται από τα κέρδη → αποθεματικό 314,3 + 169,3 = 483,6, μέρισμα 305,4 − 169,3 = 136,2. Δ.Δ.Ε.₂₀₀₃ = 200 / (983,6 + 200) = 16,9 %· C₂₀₀₃ = 0,169 × 10 % + 0,831 × 15 % = 14,16 %.

    Γ. Προβολή ισολογισμού 31/12/2004

    Ενεργητικό Παθητικό
    Εγκαταστάσεις + Μηχανήματα (825 + 200) 1025,0 Μετοχικό κεφάλαιο 500,0
    Αποσβέσεις 2004 150,0 Αποθεματικό (483,6 + 121,7) 605,3
    Αναπόσβεστη αξία 875,0 Σύνολο ιδίων κεφαλαίων 1105,3
    Αποθέματα (10 % × 5184) 518,4 Δάνεια 200,0
    Ταμείο (1,6 % × 5184) 82,9 Προμηθευτές (3,3 % × 5184) 171,1
    Σύνολο υποχρεώσεων 371,1
    Σύνολο Ενεργητικού 1476,3 Σύνολο Παθητικού 1476,3

    Πρόσθετες ανάγκες 2004 = (1476,3 − 1326,1 = 150,2) − (171,1 − 142,6 = 28,5) = 121,7· αποθεματικό 605,3, μέρισμα 366,5 − 121,7 = 244,8. Δ.Δ.Ε.₂₀₀₄ = 200 / 1305,3 = 15,3 %· C₂₀₀₄ = 0,153 × 10 % + 0,847 × 15 % = 14,23 %.

  • Δ. Εναλλακτικές επιλογές για το 2003 (με βάση τους αντίστοιχους ισολογισμούς 2002 του βιβλίου): Επιλογή 2 — αύξηση δανεισμού (βάση Πίνακας 10.7: αποθεματικό 200, δάνεια 314,3): οι ανάγκες 169,3 καλύπτονται με δάνεια → δάνεια 483,6, ίδια κεφάλαια 700, όλα τα κέρδη 305,4 μέρισμα· Δ.Δ.Ε. = 483,6/1183,6 = 40,9 %, C = 0,409 × 10 + 0,591 × 15 = 12,96 % (χαμηλότερο κόστος, υψηλός χρηματοοικονομικός κίνδυνος). Επιλογή 3 — μέγιστη μείωση δανεισμού (βάση Πίνακας 10.8: αποθεματικό 437,5, δάνεια 76,8): όλα τα κέρδη 305,4 στο αποθεματικό → 742,9, ίδια κεφάλαια 1242,9· τα δάνεια εξοφλούνται πλήρως (76,8 → 0) και περισσεύουν 1326,1 − 142,6 − 1242,9 = 59,4 που ενισχύουν το ταμείο (ή διανέμονται)· Δ.Δ.Ε. = 0 %, C = 15 % (μηδενικός χρηματοοικονομικός κίνδυνος, το υψηλότερο κόστος κεφαλαίου). Συμπέρασμα: και στα δύο έτη τα κέρδη υπερκαλύπτουν τις πρόσθετες ανάγκες (169,3 και 121,7), οπότε η επιχείρηση μπορεί να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της από εσωτερικές πηγές· η επιλογή αποθεματικών (Δ.Δ.Ε. 16,9 % → 15,3 %) διατηρεί χαμηλό χρηματοοικονομικό κίνδυνο με μέσο κόστος ≈ 14,2 %, η επιλογή δανείων μειώνει το κόστος στα 13 % αλλά διπλασιάζει τη δανειακή επιβάρυνση.

Σύνοψη: 2003: πωλήσεις 4320, καθαρό κέρδος 305,4· ενεργητικό 825 + 432 + 69,1 = 1326,1· ανάγκες 208,5 − 39,3 = 169,3 → αποθεματικό 483,6, μέρισμα 136,2, Δ.Δ.Ε. 16,9 %, C 14,16 %. 2004: πωλήσεις 5184, κέρδος 366,5· ενεργητικό 875 + 518,4 + 82,9 = 1476,3· ανάγκες 150,2 − 28,5 = 121,7 → αποθεματικό 605,3, μέρισμα 244,8, Δ.Δ.Ε. 15,3 %, C 14,23 %. Εναλλακτικά 2003: δάνεια 483,6 (Δ.Δ.Ε. 40,9 %, C 12,96 %) ή πλήρης εξόφληση δανείων (Δ.Δ.Ε. 0, C 15 %).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Πωλήσεις × 1,2 και ποσοστά επί των πωλήσεων για κόστος, δαπάνες, αποθέματα, ταμείο, προμηθευτές.
  • Ανάγκες = Δενεργητικού − Δπρομηθευτών.
  • Παραδοχές δηλωμένες (γραμμή παγίων = προηγούμενη αναπόσβεστη + επενδύσεις· το βιβλίο αποκλίνει από τα δικά του ποσοστά στο 2002).

 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ