Πλήρεις λύσεις των 15 ερωτήσεων του κεφαλαίου 5 — η έννοια και το πεδίο της ακτινοπροστασίας, η ορθή πρακτική και η στάση του ΒΑΕ, η ΕΕΑΕ και οι ελληνικοί κανονισμοί του 1978, 1991 και 2001, τα όρια δόσεων για κοινό και επαγγελματικά εκτιθέμενους, η ιατρική επίβλεψη, η Οδηγία 97/43 EURATOM, οι κατηγορίες Α και Β, τα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς, οι άδειες του εργαστηρίου, η EURATOM και η ICRP.
Ερώτηση: Τι είναι ακτινοπροστασία και με τι ασχολείται;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 109-110): η ακτινοπροστασία είναι ένα σύνολο μέτρων κι ελέγχων για την ανίχνευση και τον περιορισμό των παραγόντων εκείνων οι οποίοι ενδέχεται να προκαλέσουν επικίνδυνη ή άχρηστη έκθεση σε ακτινοβολίες για τον πληθυσμό και τους εργαζόμενους με αυτές· η έκθεση αυτή μπορεί να συμβεί κατά τη διάρκεια μιας οποιασδήποτε δραστηριότητας με ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Με τι ασχολείται (σελ. 110): η ακτινοπροστασία ασχολείται με τον περιορισμό της έκθεσης σε ακτινοβολία τόσο σε συνηθισμένες και γνωστές εφαρμογές (όπως είναι η ιατρική εφαρμογή των ακτινοβολιών για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς) όσο και σε βιομηχανικές εφαρμογές (όπως είναι η χρησιμοποίηση ακτινοβολίας γ για την αποστείρωση π.χ. συρίγγων, καθετήρων κτλ.), αλλά και στη διαδικασία παραγωγής ενέργειας (όπως συμβαίνει στους πυρηνικούς αντιδραστήρες)· αφορά την προστασία και την προφύλαξη του κοινού, αλλά και των επαγγελματικά απασχολούμενων με τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Η ιστορική αφετηρία: όσοι εργάζονταν συστηματικά με την ακτινοβολία για ιατρικές εφαρμογές παρατήρησαν έγκαιρα κι ορισμένοι κατέγραψαν με λεπτομέρεια την επίδρασή της· με την ανάπτυξη ειδικών συσκευών μέτρησης της ποσότητας (δόσης) της ακτινοβολίας (δοσίμετρα), έγινε δυνατή η καθιέρωση κοινά παραδεκτών ορίων — αυτά τα πρώτα δημοσιευμένα όρια θεωρούνται η απαρχή της συστηματικής προστασίας των εξεταζομένων και των εργαζομένων με ακτινοβολίες.
Η σημερινή εικόνα: τα σύγχρονα μηχανήματα επιτρέπουν την ακτινογράφηση των ασθενών με χαμηλότερο βαθμό επικινδυνότητας, όμως η ευρύτατη διασπορά των ακτινολογικών μηχανημάτων, η ταχύτητα κι η ευκολία απόκτησης μιας ακτινογραφίας ίσως δυστυχώς να ανατρέπουν σε επίπεδο πληθυσμού (συλλογική δόση) όσα έχουν επιτευχθεί για τον περιορισμό της δόσης σε ατομικό επίπεδο — γι' αυτό και έχει γίνει απομάκρυνση από εκφράσεις όπως «ασφαλής δόση», με τον όρο «όριο δόσης» να επικρατεί.
Ποιος την εφαρμόζει: η ακτινοπροστασία είναι αποτέλεσμα ενεργειών, πράξεων και συμπεριφορών, που η ευθύνη τους αναλαμβάνεται από το κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο, τη συγκεκριμένη στιγμή που αναλαμβάνει να εκτελέσει μια απεικονιστική πράξη — ο τεχνολόγος ακτινολόγος κι ο βοηθός ακτινολογικού εργαστηρίου είναι οι συνήγοροι του ασθενούς για την ακτινοπροστασία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ακτινοπροστασία είναι ένα σύνολο μέτρων και ελέγχων για την ανίχνευση και τον περιορισμό των παραγόντων που ενδέχεται να προκαλέσουν επικίνδυνη ή άχρηστη έκθεση σε ακτινοβολίες, για τον πληθυσμό και τους εργαζόμενους με αυτές. Ασχολείται με τον περιορισμό της έκθεσης στις ιατρικές εφαρμογές για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς, στις βιομηχανικές εφαρμογές, όπως η αποστείρωση συρίγγων και καθετήρων με ακτινοβολία γ, και στην παραγωγή ενέργειας με πυρηνικούς αντιδραστήρες, αφορώντας τόσο το κοινό όσο και τους επαγγελματικά απασχολούμενους. Είναι αποτέλεσμα ενεργειών και συμπεριφορών με ευθύνη του κάθε προσώπου τη στιγμή που εκτελεί μια απεικονιστική πράξη, και γι' αυτό ο ΒΑΕ θεωρείται συνήγορος του ασθενούς για την ακτινοπροστασία.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η ορθή πρακτική κατά την εργασία με ιοντίζουσες ακτινοβολίες;
Απάντηση:
Ο κανόνας (σελ. 111): η ορθή πρακτική με τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι:
Πότε λέμε ότι εφαρμόστηκε ακτινοπροστασία: η έννοια απεικονιστικό αποτέλεσμα αναφέρεται είτε σε απεικονίσεις σε φιλμ (ακτινογραφία) είτε σε ψηφιακά μέσα (υπολογιστική τομογραφία, ψηφιακή ακτινογραφία, αγγειογραφία κτλ.) και, εφόσον έχει ακολουθηθεί η ορθή πρακτική, μπορούμε να πούμε πως έχει εφαρμοστεί ακτινοπροστασία.
Το θεσμικό πλαίσιο: η ακτινοπροστασία, κατά την εφαρμογή της, υπακούει σε κανόνες κι υπαγορεύεται από συγκεκριμένους κανονισμούς που στηρίζονται σε επιστημονικά παραδεκτές αρχές για τη συμπεριφορά και τη δράση της ακτινοβολίας.
Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα κανόνα: ο κανόνας του 15% για τον έλεγχο της οπτικής πυκνότητας, παρότι σχετίζεται άμεσα με τις φωτογραφικές ιδιότητες της ακτινοβολίας, όταν εφαρμόζεται, περιορίζει τη χορηγούμενη ποσότητα φωτονίων (mA) στο μισό, αν αυξηθεί η ανοδική τάση κατά 15% της προηγούμενης, επιτυγχάνοντας ισοδύναμο φωτογραφικό αποτέλεσμα· ο υποδιπλασιασμός αυτός του αριθμού των φωτονίων επιφέρει κι υποδιπλασιασμό στην έκθεση σε ακτινοβολία που υφίσταται ο εξεταζόμενος.
Τι απαιτεί από τον ΒΑΕ (σελ. 111-112): η αξιοποίηση των κανόνων ακτινοπροστασίας προϋποθέτει την καλή τους κατανόηση από τον ΒΑΕ· ανάλογα με το πόσο κατάλληλα και με επιτυχία τους χρησιμοποιεί ο ΒΑΕ, δηλώνεται και ο βαθμός της επαγγελματικής του κατάρτισης κι ευσυνειδησίας. Πρακτικά πρέπει να γνωρίζει με επάρκεια και να μπορεί να εφαρμόζει με ευχέρεια τις ακτινογραφίες που ζητούνται πιο συχνά, τον τρόπο προσδιορισμού των παραγόντων έκθεσης για κάθε λήψη και για κάθε σωματικό / ηλικιακό τύπο και την εφαρμογή των κατάλληλων για τη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνων ακτινοπροστασίας (σελ. 112).
Και από την πλευρά των πρακτικών μέτρων (κεφ. 2, σελ. 45): η χρησιμοποίηση μικρών χρόνων έκθεσης σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα mA και kV, ο περιορισμός των ορίων της δέσμης, η προστασία των γονάδων του εξεταζομένου, όταν αυτό είναι δυνατό, είναι ενέργειες που συνοδεύουν απαραίτητα κάθε ακτινογραφική διαδικασία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ορθή πρακτική σημαίνει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη ποσότητα ακτινοβολίας και μάλιστα σε αυστηρά συγκεκριμένη περιοχή του σώματος, ώστε να παραχθεί το καλύτερο δυνατό απεικονιστικό αποτέλεσμα· όταν αυτό τηρείται, λέμε ότι εφαρμόστηκε ακτινοπροστασία. Η εφαρμογή στηρίζεται σε κανόνες που προκύπτουν από επιστημονικά παραδεκτές αρχές — χαρακτηριστικός είναι ο κανόνας του 15%, όπου η αύξηση της ανοδικής τάσης κατά 15% επιτρέπει υποδιπλασιασμό των mA με ισοδύναμο φωτογραφικό αποτέλεσμα και άρα υποδιπλασιασμό της έκθεσης. Πρακτικά ο ΒΑΕ πρέπει να γνωρίζει τις συχνές λήψεις, να προσδιορίζει σωστά τους παράγοντες έκθεσης για κάθε σωματικό και ηλικιακό τύπο και να εφαρμόζει τους κατάλληλους κανόνες, με μικρούς χρόνους έκθεσης, περιορισμό της δέσμης και προστασία των γονάδων.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά του ΒΑΕ σε σχέση με τη διαχείριση της ιοντίζουσας ακτινοβολίας;
Απάντηση:
Η θεμελιώδης στάση (σελ. 110): η ακτινοπροστασία, για να εφαρμοστεί σωστά, προϋποθέτει την ενσυνείδητη κατανόηση του ρόλου κάθε εργαζόμενου σε εργαστήριο ιατρικής απεικόνισης ή θεραπείας, ως φυσικού διαχειριστή μιας ποσότητας ακτινοβολίας, που ενώ χρησιμοποιείται για αγαθό σκοπό (παραγωγή ιατρικής απεικόνισης), ταυτόχρονα δημιουργεί προϋποθέσεις (όσο μικρές κι αν είναι) για ανάπτυξη καρκίνου.
Γιατί απαιτείται αυξημένη προσοχή: το γεγονός ότι δεν είναι άμεση η εμφάνιση των επιδράσεων της ακτινοβολίας στον οργανισμό, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με ένα ισχυρά τοξικό διάλυμα, ή ότι δεν είναι εύκολος ο συσχετισμός έκθεσης στην ακτινοβολία με την ανάπτυξη καρκίνου μετά από μερικά χρόνια, πρέπει να οξύνει την ευαισθησία όλων και να κάνει τον καθένα σχολαστικά υπεύθυνο για κάθε πράξη του με ασθενείς, συνοδούς ασθενών, παιδιά, αλλά και το προσωπικό που συνεργάζεται.
Η φράση που δεν πρέπει να ξεχνά: ο τεχνολόγος ακτινολόγος κι ο βοηθός ακτινολογικού εργαστηρίου είναι οι συνήγοροι του ασθενούς για την ακτινοπροστασία (Adrienne Finch, σύμβουλος ακτινοπροστασίας κι υπεύθυνη εκπαίδευσης της διεθνούς οργάνωσης τεχνολόγων ISRRT).
Τι πρέπει να γνωρίζει και να κάνει (σελ. 112): να γνωρίζει με επάρκεια και να μπορεί να εφαρμόζει με ευχέρεια τις ακτινογραφίες που ζητούνται πιο συχνά· τον τρόπο προσδιορισμού των παραγόντων έκθεσης για κάθε λήψη και για κάθε σωματικό / ηλικιακό τύπο· την εφαρμογή των κατάλληλων για τη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνων ακτινοπροστασίας — και μάλιστα καθώς δεν υπάρχει, τουλάχιστον σε σημαντικό αριθμό μηχανημάτων της χώρας μας, η δυνατότητα άμεσης καταγραφής της ποσότητας της ακτινοβολίας ανά εξέταση, η ακρίβεια κι η αξιοπιστία των χειρισμών για τον καθορισμό των παραγόντων έκθεσης είναι θέμα ύψιστης επαγγελματικής ευσυνειδησίας.
Απέναντι στον ασθενή: το να εξηγηθεί από πριν στον ασθενή και στους συνοδούς του το τι πρόκειται να κάνει και να ζητηθεί η συνεργασία τους δεν είναι μόνον μια ηθική κι ανθρώπινη υποχρέωση, είναι κι ένα επαγγελματικό καθήκον που ο ΒΑΕ δεν έχει δικαίωμα να παραμελεί.
Απέναντι στη συνήθεια (κεφ. 2, σελ. 45): η συχνή και καθημερινή απασχόληση με την ακτινοβολία δε θα πρέπει να οδηγήσει σε συμπεριφορές υποτίμησης των βιολογικών της επιδράσεων και να αμβλύνει την ευαισθησία στα θέματα της ακτινοπροστασίας — γι' αυτό χρειάζεται να διατηρεί αλλά και να αποκτά συνεχώς νέες γνώσεις για τον έλεγχο της χρήσης της ιοντίζουσας ακτινοβολίας για ιατρικούς σκοπούς.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο ΒΑΕ πρέπει να κατανοεί ενσυνείδητα τον ρόλο του ως φυσικού διαχειριστή μιας ποσότητας ακτινοβολίας, η οποία, αν και χρησιμοποιείται για αγαθό σκοπό, δημιουργεί ταυτόχρονα προϋποθέσεις για ανάπτυξη καρκίνου. Επειδή οι επιδράσεις δεν εμφανίζονται άμεσα και δεν συσχετίζονται εύκολα με έκθεση χρόνων πριν, οφείλει να είναι σχολαστικά υπεύθυνος για κάθε πράξη του απέναντι σε ασθενείς, συνοδούς, παιδιά και συναδέλφους. Πρέπει να γνωρίζει τις συχνές λήψεις, να προσδιορίζει με ακρίβεια τους παράγοντες έκθεσης ανά σωματικό και ηλικιακό τύπο και να εφαρμόζει τους κανόνες ακτινοπροστασίας, ενώ οφείλει να εξηγεί εκ των προτέρων στον ασθενή και τους συνοδούς του τι πρόκειται να γίνει. Πάνω απ' όλα, η καθημερινή τριβή δεν πρέπει να τον οδηγήσει σε υποτίμηση των βιολογικών επιδράσεων της ακτινοβολίας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιος έχει την ευθύνη σύνταξης κανονισμών ακτινοπροστασίας στη χώρα μας;
Απάντηση:
Η αρμόδια αρχή (σελ. 113): την ευθύνη της σύνταξης και της εισήγησης των κανονισμών έχει η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ)· η ΕΕΑΕ διοικείται από συμβούλιο που διορίζεται από τον υπουργό Ανάπτυξης.
Η διαδικασία
Οι υπόλοιπες αρμοδιότητες της ΕΕΑΕ (Ανακεφαλαίωση, σελ. 122): αρμόδια αρχή για να συντάσσει κανονισμούς ακτινοπροστασίας, να εποπτεύει για την ορθή τήρησή τους καθώς και να εκτελεί ελέγχους είναι η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας. Επιπλέον διοργανώνει κατά καιρούς μαθήματα και σεμινάρια σχετικά με θέματα ακτινοπροστασίας (κεφ. 2, σελ. 49) και σε αυτήν παραδίδονται ορισμένα ραδιενεργά απορρίμματα για παραπέρα επεξεργασία (κεφ. 4, σελ. 96), ενώ εγκρίνει και το κείμενο των οδηγιών προς τις εγκύους που αναρτώνται στην αίθουσα αναμονής (σελ. 121).
Η νομική ισχύς: οι κανονισμοί είναι υποχρεωτικές νομικές διατάξεις που ορίζουν το πλαίσιο εργασίας με ακτινοβολίες· η παράλειψη τήρησής τους ή η πλημμελής εφαρμογή τους συνιστά νομικό αδίκημα (σελ. 111).
Το πλαίσιο: η Ελλάδα έχει θεσπίσει κανονισμούς ακτινοπροστασίας που υπηρετούν τις διεθνείς συμφωνίες για τη χρήση των ιοντιζουσών ακτινοβολιών και στοχεύουν στη δημιουργία ενός νομικού πλαισίου για τη διασφάλιση της υγείας από την κακή πρακτική ή την άσκοπη χρήση της ακτινοβολίας επί του ασθενούς ή του πληθυσμού αλλά κι των ίδιων των επαγγελματικά ασχολουμένων με αυτήν.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Την ευθύνη σύνταξης και εισήγησης των κανονισμών ακτινοπροστασίας έχει η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), η οποία διοικείται από συμβούλιο που διορίζεται από τον υπουργό Ανάπτυξης. Πριν την ψήφισή τους από το ΔΣ της ΕΕΑΕ, τα κείμενα κοινοποιούνται στους επιστημονικούς και επαγγελματικούς συλλόγους γιατρών, ακτινοφυσικών και τεχνολόγων ακτινολόγων για σχόλια, η τελική διαμόρφωση γίνεται με ευθύνη της ΕΕΑΕ και επικυρώνεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης, Εργασίας και Υγείας, με δημοσίευση σε ΦΕΚ. Η ΕΕΑΕ εποπτεύει επίσης την ορθή τήρησή τους και εκτελεί ελέγχους.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πότε συντάχθηκαν για πρώτη φορά κανονισμοί ακτινοπροστασίας στη χώρα μας και τι προέβλεπαν σε γενικές γραμμές;
Απάντηση:
Η χρονολογία (σελ. 113): οι πρώτοι κανονισμοί ακτινοπροστασίας δημοσιεύθηκαν στη χώρα μας το 1978, στο ΦΕΚ 422 τεύχος Β· επρόκειτο για ένα κείμενο που έθετε μια καλή βάση για το ζήτημα της ακτινοπροστασίας στα ακτινολογικά εργαστήρια, στα τμήματα ακτινοθεραπείας και στα εργαστήρια της πυρηνικής ιατρικής της χώρας μας.
Τι προέβλεπαν: οι κανονισμοί του 1978 προσδιόριζαν:
Η διαχρονική τους αξία: αρκετές από τις διατάξεις των κανονισμών εκείνων διατηρούνται σε ισχύ και σήμερα, μιας και περιέχονται στους νεότερους κανονισμούς.
Η εξέλιξη της ελληνικής νομοθεσίας | Έτος | ΦΕΚ | Περιεχόμενο | |---|---|---| | 1978 | 422 τεύχος Β | οι πρώτοι κανονισμοί — χώροι, εξοπλισμός, προσωπικό, φορητό μηχάνημα | | 1991 | 539 τεύχος Β | βασικές προϋποθέσεις κι απαιτήσεις εγκατάστασης και λειτουργίας, άδειες, αρχή της αιτιολόγησης, ALARA, όρια δόσεων, ιατρική επίβλεψη | | 2001 | 216 τεύχος Β | εναρμόνιση με τις Οδηγίες 96/29 και 97/43 EURATOM (ισχύει από τις 6 Μαρτίου 2001) |
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 122): ο πιο πρόσφατος κανονισμός ακτινοπροστασίας στη χώρα μας εκδόθηκε το 2001, ενώ ο πρώτος το 1978.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι πρώτοι κανονισμοί ακτινοπροστασίας δημοσιεύθηκαν στη χώρα μας το 1978, στο ΦΕΚ 422 τεύχος Β, και έθεταν μια καλή βάση για την ακτινοπροστασία στα ακτινολογικά εργαστήρια, στα τμήματα ακτινοθεραπείας και στα εργαστήρια πυρηνικής ιατρικής. Προσδιόριζαν ορισμένες από τις απαιτήσεις που έπρεπε να πληρούν οι χώροι εργασίας και ο εξοπλισμός, την ελάχιστη σύνθεση και το είδος της εκπαίδευσης του προσωπικού που θα εργαζόταν με ιοντίζουσες ακτινοβολίες, καθώς και τις προϋποθέσεις χρησιμοποίησης του φορητού ακτινολογικού μηχανήματος. Αρκετές από τις διατάξεις τους διατηρούνται σε ισχύ και σήμερα, καθώς περιέχονται στους νεότερους κανονισμούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Με τους κανονισμούς ακτινοπροστασίας του 1991, ποιες βασικές προϋποθέσεις κι απαιτήσεις για τη λειτουργία των εργαστηρίων εισήχθησαν;
Απάντηση:
Το πλαίσιο (σελ. 113): οι κανονισμοί που εκδόθηκαν το 1991 και δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ 539 τεύχος Β, εισήγαγαν τις βασικές προϋποθέσεις κι απαιτήσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία μηχανημάτων παραγωγής ιοντιζουσών ακτινοβολιών, καθώς και τον τρόπο χρήσης των ακτινοβολιών αυτών για τον περιορισμό των ατομικών και συλλογικών δόσεων.
1. Η ειδική άδεια: κάθε φυσικό πρόσωπο (ιδιώτης ακτινολόγος γιατρός) ή κάθε νομικό πρόσωπο (νοσοκομείο, κέντρο υγείας, ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο κτλ.), προκειμένου να προβεί σε οποιαδήποτε δραστηριότητα με ιοντίζουσες ακτινοβολίες για ιατρικούς σκοπούς, πρέπει προηγουμένως να έχει ειδική άδεια για τον σκοπό αυτό.
2. Η αρχή της αιτιολόγησης: σύμφωνα με την αρχή της αιτιολόγησης, τα διάφορα είδη δραστηριοτήτων με ιοντίζουσες ακτινοβολίες πρέπει να αιτιολογούνται εκ των προτέρων με βάση τα πλεονεκτήματα που παρέχουν· ωστόσο, η αρχή προβλέπει ότι η αιτιολόγηση μπορεί να έχει γενικό, κι όχι ειδικό και κατά περίπτωση χαρακτήρα.
3. Η αρχή ALARA: με την αρχή αυτή, η χώρα μας εναρμονίζεται με τη διεθνώς παραδεκτή αρχή της ALARA· η ονομασία ALARA προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων As Low As Reasonably Achievable, που μεταφραζόμενη σημαίνει ότι κάθε δόση πρέπει να διατηρείται «Τόσο Χαμηλή Όσο είναι Λογικά Εφικτό»· επιπλέον, η αρχή ALARA υποδεικνύει τον συνυπολογισμό της διαθέσιμης τεχνολογίας και των κοινωνικών κι οικονομικών παραμέτρων.
4. Τα όρια δόσεων: δεν επιτρέπεται η υπέρβαση των ορίων δόσεων που προβλέπει ο κανονισμός· ωστόσο, είναι δυνατές οι υπερβάσεις, μόνον για ιατρικές εφαρμογές σε ασθενείς, σε αντίθεση με το κοινό και τους επαγγελματικά εκτιθέμενους — 50 mSv ολόσωμης έκθεσης για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους και 5 mSv για το κοινό (υποδεκαπλάσιο όριο).
5. Η ιατρική επίβλεψη των επαγγελματικά εκτιθέμενων (σελ. 114), που γίνεται από εξουσιοδοτημένο ιατρό.
Τα κεφάλαια της Υπουργικής απόφασης του 1991 (σελ. 114-115): οι περιγραφές κι οι καθορισμοί των υπευθύνων ακτινοπροστασίας, τα όρια των δόσεων των επαγγελματικά εκτιθεμένων, τα όρια των δόσεων για το κοινό και τους σπουδαστές, η ιατρική επίβλεψη των επαγγελματικά εκτιθεμένων, καθώς επίσης και η ακτινοπροστασία του πληθυσμού· διατάξεις για τις άδειες εργαστηρίων ιοντιζουσών ακτινοβολιών, η διαχείριση κι η διάθεση των ραδιενεργών καταλοίπων, θέματα έρευνας, εκπαίδευσης κι εφαρμογών κ.ά.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κανονισμοί του 1991 (ΦΕΚ 539 τεύχος Β) εισήγαγαν τις βασικές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία μηχανημάτων ιοντιζουσών ακτινοβολιών και τον τρόπο χρήσης τους για τον περιορισμό ατομικών και συλλογικών δόσεων. Απαίτησαν ειδική άδεια για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα με ακτινοβολίες για ιατρικούς σκοπούς, καθιέρωσαν την αρχή της αιτιολόγησης, με προηγούμενη τεκμηρίωση κάθε είδους δραστηριότητας, και εναρμόνισαν τη χώρα με την αρχή ALARA, που ζητά κάθε δόση να διατηρείται τόσο χαμηλή όσο είναι λογικά εφικτό, με συνυπολογισμό τεχνολογικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων. Απαγόρευσαν την υπέρβαση των ορίων δόσεων —50 mSv για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους και 5 mSv για το κοινό— με εξαίρεση μόνο τις ιατρικές εφαρμογές σε ασθενείς, και προέβλεψαν την ιατρική επίβλεψη των επαγγελματικά εκτιθεμένων από εξουσιοδοτημένο ιατρό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια ήταν τα όρια δόσης για το κοινό το 1991 και ποια με τους κανονισμούς του 2001;
Απάντηση:
Το 1991 (σελ. 114): τα όρια δόσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του 1991 ήταν: για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους 50 mSv ολόσωμης έκθεσης· για το κοινό 5 mSv (υποδεκαπλάσιο όριο επαγγελματικά εκτιθέμενων).
Με τους κανονισμούς του 2001 (Πίνακας 5.2, σελ. 120): Μεμονωμένα Άτομα του Κοινού — ενεργός δόση 1 mSv κατά τη διάρκεια ενός έτους· φακός των οφθαλμών 15 mSv ανά έτος· δέρμα 50 mSv ανά έτος.
Η σύγκριση | | 1991 | 2001 | |---|---|---| | Κοινό (ολόσωμη / ενεργός δόση) | 5 mSv | 1 mSv ανά έτος | | Σχέση με τους επαγγελματίες | υποδεκαπλάσιο του ορίου των επαγγελματικά εκτιθέμενων (50 mSv) | το ένα εικοστό του ορίου των 20 mSv |
Τι σημαίνει αυτό: το όριο για το κοινό μειώθηκε στο 1/5 του προηγούμενου — μια εξέλιξη που αποτυπώνει αυτό που σημειώνει το βιβλίο ήδη στην εισαγωγή του κεφαλαίου (σελ. 109): βλέποντας τη σημαντική μείωση που έχει γίνει στις μέρες μας σε ό,τι ονομάζεται όριο δόσης, καθώς και την απομάκρυνση από εκφράσεις όπως «ασφαλής δόση», γίνεται αντιληπτή κι η σημαντική αλλαγή που έχει συμβεί στην τεχνολογία παραγωγής ακτινοβολίας για ιατρικές χρήσεις.
Και για τους μαθητευόμενους / σπουδαστές (16 έως 18 ετών, Πίνακας 5.2): ενεργός δόση 6 mSv κατά τη διάρκεια ενός έτους· φακός των οφθαλμών 50 mSv ανά έτος· δέρμα 150 mSv ανά έτος· άκρες χείρες, αντιβράχια, κάτω μέρος της κνήμης κι άκροι πόδες 150 mSv ανά έτος.
Πώς διασφαλίζονται στην πράξη (σελ. 120): η χρήση των περιοριστικών επιπέδων δόσεων εξασφαλίζει την τήρηση των ορίων δόσεων για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους και το κοινό από το σύνολο των ιατρικών εκθέσεων με ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με τον κανονισμό του 1991 το όριο δόσης για το κοινό ήταν 5 mSv, δηλαδή το ένα δέκατο του ορίου των 50 mSv που ίσχυε για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους. Με τους κανονισμούς του 2001 το όριο για τα μεμονωμένα άτομα του κοινού μειώθηκε σε ενεργό δόση 1 mSv κατά τη διάρκεια ενός έτους, με ισοδύναμες δόσεις 15 mSv ανά έτος για τον φακό των οφθαλμών και 50 mSv ανά έτος για το δέρμα. Το όριο δηλαδή περιορίστηκε στο ένα πέμπτο του προηγούμενου, εξέλιξη που αποτυπώνει τη γενικότερη μείωση των ορίων και την απομάκρυνση από τον όρο «ασφαλής δόση».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια ήταν τα όρια δόσης των επαγγελματικά εκτιθέμενων το 1981 και ποια με τους κανονισμούς του 2001;
Απάντηση:
Σημείωση για τη χρονολογία: το κείμενο του κεφαλαίου δίνει τα προγενέστερα όρια με τους κανονισμούς του 1991 (σελ. 114) — τα όρια δόσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του 1991 ήταν: για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους 50 mSv ολόσωμης έκθεσης· για το κοινό 5 mSv. (Οι ελληνικοί κανονισμοί εκδόθηκαν 1978, 1991 και 2001.)
Με τους κανονισμούς του 2001 (Πίνακας 5.1, σελ. 119) — Όρια Δόσεων για Επαγγελματικά Εκτιθέμενους | Μέγεθος | Όριο | |---|---| | Ενεργή δόση | 20 mSv/χρόνο — 50 mSv/χρόνο αν τα 5 προηγούμενα χρόνια η συνολική δόση < 100 mSv | | Φακός των οφθαλμών | 150 mSv/χρόνο | | Δέρμα | 500 mSv /1 cm² /χρόνο | | Άκρες χείρες, αντιβράχια, κάτω μέρος κνήμης και άκροι πόδες | 500 mSv/χρόνο | | Εργαζόμενη έγκυος γυναίκα | 1 mSv σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης | | Εκθέσεις με ειδική έγκριση | < 40 mSv/χρόνο και < 100 mSv συνολικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του εργαζομένου |
Η μεταβολή: από 50 mSv ολόσωμης έκθεσης (1991) σε 20 mSv ενεργής δόσης τον χρόνο (2001) — δηλαδή μείωση στο 40% του προηγούμενου ορίου, με δυνατότητα 50 mSv σε ένα έτος μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η πενταετής συνολική δόση παραμένει κάτω από 100 mSv.
Η κατάταξη των εργαζομένων (σελ. 119): Κατηγορία Α — εκτιθέμενοι εργαζόμενοι που ενδέχεται να δεχτούν ενεργό δόση μεγαλύτερη από 6 mSv ανά έτος ή ισοδύναμη δόση μεγαλύτερη από τα τρία δέκατα των ορίων δόσης για τους φακούς των οφθαλμών, το δέρμα και τα άκρα· Κατηγορία Β — όσοι εκτιθέμενοι εργαζόμενοι δεν κατατάσσονται στους εκτιθέμενους εργαζόμενους της κατηγορίας Α.
Ο έλεγχος: δοσίμετρο φορούν υποχρεωτικά όλοι οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι (Εικ. 5.1).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με τους προγενέστερους κανονισμούς — αυτούς του 1991, όπως τους δίνει το κείμενο του βιβλίου — το όριο για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους ήταν 50 mSv ολόσωμης έκθεσης. Με τους κανονισμούς του 2001 η ενεργή δόση περιορίζεται σε 20 mSv τον χρόνο, με δυνατότητα 50 mSv σε ένα έτος μόνο εφόσον τα πέντε προηγούμενα χρόνια η συνολική δόση είναι κάτω από 100 mSv. Οι ισοδύναμες δόσεις ορίζονται σε 150 mSv τον χρόνο για τον φακό των οφθαλμών, 500 mSv ανά τετραγωνικό εκατοστό τον χρόνο για το δέρμα και 500 mSv τον χρόνο για άκρες χείρες, αντιβράχια, κάτω μέρος κνήμης και άκρους πόδες, ενώ για την εργαζόμενη έγκυο ισχύει 1 mSv σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: τι είναι η ιατρική επίβλεψη επαγγελματικά εκτιθέμενου που προβλέπεται από τον κανονισμό ακτινοπροστασίας και τι περιλαμβάνει;
Απάντηση:
Η πρόβλεψη (σελ. 114): ο κανονισμός του 1991 περιλάμβανε ακόμη την ιατρική επίβλεψη των επαγγελματικά εκτιθέμενων· η επίβλεψη αυτή ορίζεται ότι πρέπει να γίνεται από εξουσιοδοτημένο ιατρό (ο όρος εξουσιοδοτημένος προσδιορίζεται επακριβώς στον κανονισμό).
Τι περιλάμβανε πριν από την πρόσληψη
Η περιοδική επανάληψη: εφόσον ο υποψήφιος εργαζόμενος είχε κριθεί ικανός για εργασία με ακτινοβολίες, τότε έπρεπε περιοδικά κάθε χρόνο να υποβάλλεται στις ίδιες εξετάσεις (εκτός από την ακτινογραφία θώρακα).
Η αρχειοθέτηση: τα στοιχεία αυτά επιβαλλόταν να καταχωρούνται σε ατομικό του φάκελο, που να διατηρείται για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών μετά την παύση της εργασίας του.
Γιατί εξετάζεται ο φακός του οφθαλμού: γιατί ο φακός είναι από τα πλέον ακτινοευαίσθητα σημεία — γι' αυτό και στα όρια δόσεων ορίζεται χωριστή ισοδύναμη δόση για τον φακό των οφθαλμών: 150 mSv/χρόνο για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους, 50 mSv για τους σπουδαστές και 15 mSv για το κοινό (Πίνακες 5.1 και 5.2).
Το πλαίσιο παρακολούθησης: οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι, για λόγους επίβλεψης και παρακολούθησης, κατατάσσονται στις κατηγορίες Α και Β (σελ. 119) και φορούν υποχρεωτικά δοσίμετρο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ιατρική επίβλεψη είναι η παρακολούθηση της υγείας του επαγγελματικά εκτιθέμενου από εξουσιοδοτημένο ιατρό, όπως προβλέφθηκε από τον κανονισμό. Πριν από την πρόσληψη περιλαμβάνει λήψη ιατρικού ιστορικού με όλες τις γνωστές προηγούμενες εκθέσεις σε ιοντίζουσα ακτινοβολία, είτε από επαγγελματική απασχόληση είτε από ιατρικές εξετάσεις και θεραπείες, και μια σειρά εξετάσεων: πλήρη κλινική εξέταση, γενική ούρων και γενική αίματος, ακτινογραφία θώρακα, οφθαλμολογική εξέταση με έμφαση στον φακό του οφθαλμού και ψυχιατρική εξέταση. Εφόσον κριθεί ικανός, ο εργαζόμενος υποβάλλεται κάθε χρόνο στις ίδιες εξετάσεις εκτός από την ακτινογραφία θώρακα, ενώ τα στοιχεία καταχωρούνται σε ατομικό φάκελο που διατηρείται τουλάχιστον 30 χρόνια μετά την παύση της εργασίας του.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πού αναφέρεται η Οδηγία 97/43 EURATOM και ποια είναι τα πιο σημαντικά σημεία της;
Απάντηση:
Πλαίσιο (σελ. 117): η οδηγία 97/43 Euratom εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου του 1997 κι οι χώρες-μέλη όφειλαν να εναρμονιστούν με αυτήν έως τις 13 Μαΐου του 2000· από τις 6 Μαρτίου 2001 ισχύει στη χώρα μας ο νέος κανονισμός ακτινοπροστασίας που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 216 τεύχος Β, με τον οποίο η χώρα μας εναρμονίζεται με την κοινοτική Οδηγία 96/29 EURATOM αλλά και την Οδηγία 97/43 EURATOM· η οδηγία αποτελείται από 16 άρθρα. Προήλθε ως συμπλήρωση της Οδηγίας των Βασικών Σταθερών Ασφαλείας (ΒΣΑ) και είναι γνωστή ως Οδηγία Προστασίας του Ασθενούς.
Πού εφαρμόζεται (1ο άρθρο): στην έκθεση ασθενών για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς· στην έκθεση εργαζομένων στα πλαίσια της ιατρικής εξέτασής τους (ιατρική της εργασίας)· στην έκθεση ατόμων στα πλαίσια της προληπτικής εξέτασης του πληθυσμού· στην έκθεση ατόμων που συνειδητά και με τη θέλησή τους βοηθούν (εκτός του πλαισίου του επαγγέλματός τους) στην υποστήριξη κι ανακούφιση ατόμων που υποβάλλονται σε ιατρικές εκθέσεις.
Οι νέοι όροι (2ο άρθρο): ο παραπέμπων — ιατρός, οδοντίατρος ή άλλος επαγγελματίας υγείας εξουσιοδοτημένος να παραπέμπει άτομα σε «ανάδοχο επαγγελματία»· ο «ανάδοχος επαγγελματίας» (practitioner) — εξουσιοδοτημένος να αναλαμβάνει την κλινική ευθύνη για μια ατομική ιατρική έκθεση· η κλινική ευθύνη — αιτιολόγηση, βελτιστοποίηση, κλινική αξιολόγηση του αποτελέσματος, συνεργασία με άλλους ειδικούς, συλλογή πληροφοριών προηγούμενων εξετάσεων, παροχή ακτινολογικών πληροφοριών και φακέλων και παροχή πληροφοριών για τον κίνδυνο της ιοντίζουσας ακτινοβολίας· πρακτικές πτυχές — η πραγματοποίηση της έκθεσης και κάθε υποστηρικτική της πτυχή, συμπεριλαμβανομένων του χειρισμού και της χρήσεως του ακτινολογικού εξοπλισμού, της εκτίμησης τεχνικών και φυσικών παραμέτρων, της βαθμονόμησης κι της συντήρησης, της παρασκευής κι της χορήγησης ραδιοφαρμάκων κι της εμφάνισης των φιλμ.
Τα κύρια άρθρα | Άρθρο | Θέμα | |---|---| | 3ο | αιτιολόγηση των ιατρικών εκθέσεων — για έρευνα απαιτείται έγκριση από επιτροπή δεοντολογίας· όταν μια έκθεση δεν μπορεί να αιτιολογηθεί πρέπει να απαγορεύεται | | 4ο | βελτιστοποίηση: επιλογή εξοπλισμού, σταθερότητα του διαγνωστικού ή θεραπευτικού αποτελέσματος, διασφάλιση ποιότητας και ποιοτικός έλεγχος, εκτίμηση κι αξιολόγηση των δόσεων | | 5ο | ρόλοι παραπέμποντος και αναδόχου — η πρακτική πλευρά μπορεί να ανατίθεται σε εξουσιοδοτημένα άτομα με τη σχετική εκπαίδευση | | 6ο | τυποποίηση των διαδικασιών και γραπτά πρωτόκολλα ανά εξέταση κι εξοπλισμό | | 7ο | κατάρτιση όλων των εμπλεκομένων και υποχρέωση των κρατών για συνεχή εκπαίδευση μετά τις σπουδές | | 8ο | εξοπλισμός και συστηματικός έλεγχός του | | 9ο | εξετάσεις που απαιτούν ειδική προσοχή (παιδιά, προληπτικός έλεγχος πληθυσμού) | | 10ο | ειδική προστασία της εγκυμονούσας και της γυναίκας που θηλάζει, με ενημέρωση σε δημόσιους χώρους | | 11ο - 14ο | δόσεις από ατυχήματα· εκτιμήσεις δόσεων του πληθυσμού· σύστημα επιθεώρησης· μεταφορά στο εθνικό δίκαιο πριν από τις 13 Μαΐου 2000 |
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η Οδηγία 97/43 EURATOM εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου 1997 ως Οδηγία Προστασίας του Ασθενούς, με προθεσμία εναρμόνισης των κρατών-μελών έως τις 13 Μαΐου 2000· η Ελλάδα εναρμονίστηκε με τον κανονισμό του 2001 (ΦΕΚ 216 τεύχος Β). Αποτελείται από 16 άρθρα και εφαρμόζεται στην έκθεση ασθενών για διάγνωση ή θεραπεία, εργαζομένων στο πλαίσιο της ιατρικής της εργασίας, ατόμων σε προληπτικό έλεγχο πληθυσμού και όσων βοηθούν εθελοντικά στην υποστήριξη εξεταζομένων. Εισάγει τους όρους του παραπέμποντος, του αναδόχου επαγγελματία, της κλινικής ευθύνης και των πρακτικών πτυχών, ενώ τα κύρια άρθρα της αφορούν την αιτιολόγηση —με ρητή απαγόρευση κάθε μη αιτιολογημένης έκθεσης— τη βελτιστοποίηση, τους ρόλους παραπέμποντος και αναδόχου, τα γραπτά πρωτόκολλα, την κατάρτιση και συνεχή εκπαίδευση, τον έλεγχο του εξοπλισμού, τις εξετάσεις που απαιτούν ειδική προσοχή και την ειδική προστασία της εγκύου και της θηλάζουσας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποιες ομάδες διακρίνονται οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι από τους κανονισμούς ακτινοπροστασίας του 2001;
Απάντηση:
Η κατάταξη (σελ. 119): οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι, για λόγους επίβλεψης και παρακολούθησης, κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
Τι σημαίνουν αριθμητικά τα «τρία δέκατα» (με βάση τον Πίνακα 5.1): φακός των οφθαλμών 150 mSv/χρόνο → 45 mSv· δέρμα 500 mSv/χρόνο → 150 mSv· άκρα 500 mSv/χρόνο → 150 mSv.
Γιατί γίνεται η διάκριση: για λόγους επίβλεψης και παρακολούθησης — δηλαδή η κατηγορία Α υπόκειται σε αυστηρότερη ατομική δοσιμετρία και ιατρική παρακολούθηση· δοσίμετρο φορούν υποχρεωτικά όλοι οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι (Εικ. 5.1).
Τα σχετικά όρια που πρέπει να τηρούνται (Πίνακας 5.1): ενεργή δόση 20 mSv/χρόνο (ή 50 mSv/χρόνο αν τα 5 προηγούμενα χρόνια η συνολική δόση είναι μικρότερη από 100 mSv)· φακός των οφθαλμών 150 mSv/χρόνο· δέρμα 500 mSv /1 cm² /χρόνο· άκρες χείρες, αντιβράχια, κάτω μέρος κνήμης και άκροι πόδες 500 mSv/χρόνο· εργαζόμενη έγκυος γυναίκα 1 mSv σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης· εκθέσεις με ειδική έγκριση < 40 mSv/χρόνο και < 100 mSv συνολικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του εργαζομένου.
Και τα περιοριστικά επίπεδα (σελ. 120): εσωτερική έκθεση (από πρόσληψη ή εισπνοή ισοτόπου) > 3/10 των ορίων δόσεως· εξωτερική έκθεση > 5/10 των ορίων δόσεων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι κατατάσσονται, για λόγους επίβλεψης και παρακολούθησης, σε δύο κατηγορίες. Στην κατηγορία Α ανήκουν οι εργαζόμενοι που ενδέχεται να δεχτούν ενεργό δόση μεγαλύτερη από 6 mSv ανά έτος ή ισοδύναμη δόση μεγαλύτερη από τα τρία δέκατα των ορίων δόσης για τους φακούς των οφθαλμών, το δέρμα και τα άκρα. Στην κατηγορία Β ανήκουν όσοι εκτιθέμενοι εργαζόμενοι δεν εντάσσονται στην κατηγορία Α. Η διάκριση εξυπηρετεί την αυστηρότερη δοσιμετρική και ιατρική παρακολούθηση της κατηγορίας Α, ενώ δοσίμετρο φορούν υποχρεωτικά όλοι οι επαγγελματικά εκτιθέμενοι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: τι είναι τα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 120): Διαγνωστικά Επίπεδα Αναφοράς (Diagnostic Reference Levels, DRLs): επίπεδα δόσης που δεν πρέπει να παραβιάζονται κατά τις τυποποιημένες διαδικασίες.
Πού εντάσσονται: αποτελούν εργαλείο της βελτιστοποίησης — της αρχής που κρατά όλες τις εκθέσεις τόσο χαμηλές όσο λογικά εφικτό (αρχή ALARA), λαμβανομένων υπόψη οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων (ICRP26, σελ. 116) — και συνδέονται με το 4ο άρθρο της Οδηγίας 97/43, που αναφέρεται στη βελτιστοποίηση και περιλαμβάνει την επιλογή του εξοπλισμού, τη σταθερότητα στην παραγωγή του επαρκούς διαγνωστικού ή θεραπευτικού αποτελέσματος, τη διασφάλιση ποιότητας συμπεριλαμβανομένου του ποιοτικού ελέγχου και τον κλινικό έλεγχο, την εκτίμηση κι αξιολόγηση των δόσεων του ασθενούς (σελ. 118).
Η διαφορά από τα όρια δόσης | | Όρια δόσης | Διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς | |---|---|---| | Ποιους αφορούν | επαγγελματικά εκτιθέμενους, σπουδαστές, κοινό | τις τυποποιημένες εξετάσεις ασθενών | | Χαρακτήρας | απόλυτο ανώτατο όριο | επίπεδο αναφοράς που δεν πρέπει να παραβιάζεται στις τυποποιημένες διαδικασίες |
Γιατί χρειάζονται στους ασθενείς: δεν επιτρέπεται η υπέρβαση των ορίων δόσεων που προβλέπει ο κανονισμός· ωστόσο, είναι δυνατές οι υπερβάσεις, μόνον για ιατρικές εφαρμογές σε ασθενείς, σε αντίθεση με το κοινό και τους επαγγελματικά εκτιθέμενους (σελ. 114) — δηλαδή για τον ασθενή δεν ισχύει «ταβάνι» δόσης με την ίδια έννοια, γι' αυτό η προστασία του στηρίζεται στην αιτιολόγηση, στη βελτιστοποίηση και στα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς.
Και το συμπληρωματικό εργαλείο (σελ. 120): η χρήση των περιοριστικών επιπέδων δόσεων εξασφαλίζει την τήρηση των ορίων δόσεων για τους επαγγελματικά εκτιθέμενους και το κοινό από το σύνολο των ιατρικών εκθέσεων με ιοντίζουσες ακτινοβολίες — εσωτερική έκθεση > 3/10 των ορίων δόσεως· εξωτερική έκθεση > 5/10 των ορίων δόσεων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς (Diagnostic Reference Levels, DRLs) είναι επίπεδα δόσης που δεν πρέπει να παραβιάζονται κατά τις τυποποιημένες διαδικασίες. Αποτελούν εργαλείο της βελτιστοποίησης, δηλαδή της αρχής που κρατά κάθε έκθεση τόσο χαμηλή όσο είναι λογικά εφικτό, και συνδέονται με το τέταρτο άρθρο της Οδηγίας 97/43, που καλύπτει την επιλογή εξοπλισμού, τη διασφάλιση ποιότητας και την εκτίμηση των δόσεων του ασθενούς. Διαφέρουν από τα όρια δόσης, τα οποία αφορούν εργαζόμενους, σπουδαστές και κοινό: για τον ασθενή επιτρέπονται υπερβάσεις όταν το επιβάλλει η ιατρική ανάγκη, οπότε η προστασία του στηρίζεται στην αιτιολόγηση, τη βελτιστοποίηση και τα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες οι διαδικασίες για την έκδοση ακτινολογικής άδειας εργαστηρίου και ποια εργαστήρια είναι υποχρεωτικό να την έχουν;
Απάντηση:
Η αρχή (σελ. 120): για να λειτουργήσει ένα ακτινολογικό εργαστήριο στην Ελλάδα χρειάζεται να εκπληρώνει ορισμένες προϋποθέσεις και να έχει περάσει με επιτυχία τις διαδικασίες που περιγράφονται στην Ελληνική νομοθεσία Ακτινοπροστασίας· αποτέλεσμα των επιμέρους διαδικασιών είναι να έχει εξασφαλίσει διαδοχικά τρεις άδειες, κάθε μια από τις οποίες είναι προϋπόθεση για την επόμενη.
Οι τρεις άδειες
Ποιοι υποχρεούνται: κάθε φυσικό πρόσωπο (ιδιώτης ακτινολόγος γιατρός) ή κάθε νομικό πρόσωπο (νοσοκομείο, κέντρο υγείας, ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο κτλ.), προκειμένου να προβεί σε οποιαδήποτε δραστηριότητα με ιοντίζουσες ακτινοβολίες για ιατρικούς σκοπούς, πρέπει προηγουμένως να έχει ειδική άδεια για τον σκοπό αυτό (σελ. 115).
Η υποχρέωση του εργαζόμενου: το θέμα της ύπαρξης αδείας είναι ιδιαίτερα σοβαρό κι οφείλει κάθε εργαζόμενος με ιοντίζουσες ακτινοβολίες να ελέγχει πριν ξεκινήσει την εργασιακή του ασχολία σε ένα εργαστήριο αν το εργαστήριο αυτό λειτουργεί νόμιμα έχοντας σε ισχύ τη συγκεκριμένη άδεια.
Η πραγματικότητα: η διενέργεια εξετάσεων σε ασθενείς αλλά κι η εργασία του προσωπικού σε εργαστήριο που δε διαθέτει άδεια λειτουργίας είναι κάτι που παραβαίνει τους κανονισμούς ακτινοπροστασίας· δυστυχώς, υπάρχουν ακόμα κι εργαστήρια νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, τα οποία εργάζονται χωρίς την τελική άδεια λειτουργίας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Απαιτούνται διαδοχικά τρεις άδειες, καθεμία προϋπόθεση για την επόμενη: η άδεια σκοπιμότητας, που κρίνει αν είναι σκόπιμο να υπάρξει νέο εργαστήριο ή μηχάνημα σε μια περιοχή και θεωρείται αυτονόητη για νοσοκομεία και κέντρα υγείας· η άδεια προέγκρισης κατασκευής, με μελέτη για την καταλληλότητα των χώρων, την πυρασφάλεια και τη θωράκιση· και η άδεια λειτουργίας, η τελική άδεια που ισχύει για τρία έτη και ανανεώνεται από τη νομαρχία της περιοχής. Ειδική άδεια οφείλει να έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα με ιοντίζουσες ακτινοβολίες για ιατρικούς σκοπούς, ενώ κάθε εργαζόμενος οφείλει να ελέγχει πριν αναλάβει εργασία αν το εργαστήριο λειτουργεί νόμιμα, καθώς η εργασία σε εργαστήριο χωρίς άδεια παραβαίνει τους κανονισμούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: τι είναι η EURATOM;
Απάντηση:
Η ίδρυση (σελ. 115): στις 25 Μαρτίου του 1957, στη Ρώμη, οι χώρες που το 1951 είχαν ιδρύσει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα-Χάλυβα (ΕΚΑΧ) υπογράφουν τη συνθήκη της Ρώμης για τη συγκρότηση 2 ακόμα κοινοτήτων: της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (EURATOM).
Ο σκοπός της (1ο άρθρο της Συνθήκης ίδρυσης): «Θα είναι καθήκον των μελών της κοινότητας να συνεργαστούν για την άνοδο των επιπέδων διαβίωσης των χωρών μελών και την ανάπτυξη των σχέσεων με άλλες χώρες με τη δημιουργία συνθηκών απαραίτητων για την ταχεία καθιέρωση και διεύρυνση των πυρηνικών βιομηχανιών».
Η σχέση με την ακτινοπροστασία (2ο άρθρο): «προκειμένου να εκτελεστεί αυτό το καθήκον, όπως προβλέπεται από τη συνθήκη, … θα πρέπει να καθιερωθούν ομοιόμορφα πρότυπα για να προστατευθεί η υγεία των εργαζομένων και του πληθυσμού και να διασφαλιστεί ότι αυτά εφαρμόζονται».
Τα νομικά εργαλεία (άρθρο 161): το Συμβούλιο κι η Commission πρέπει να δημιουργήσουν Κανονισμούς, να εκδώσουν Οδηγίες, να λάβουν Αποφάσεις, να κάνουν Συστάσεις ή να διατυπώσουν Απόψεις | Εργαλείο | Ισχύς | |---|---| | Κανονισμοί | γενική εφαρμογή, δεσμευτικοί και πλήρως κι άμεσα εφαρμοστέοι σε όλα τα κράτη μέλη | | Οδηγίες | δεσμευτικές ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά εναπόκειται σε κάθε κράτος να αποφασίσει τη μορφή και τους τρόπους εφαρμογής | | Αποφάσεις | δεσμευτικές στην ολότητά τους για εκείνους που προορίζονται | | Συστάσεις / απόψεις | δε θα έχουν δεσμευτική ισχύ |
Το όργανο: με βάση τα άρθρα αυτά της συνθήκης της EURATOM η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος (Directorate-Generale Environment) που εδρεύει στις Βρυξέλλες· η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος έχει κατά καιρούς εκδώσει Κοινοτικές Οδηγίες (Directives), που θέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διεξάγονται οι δραστηριότητες με ιοντίζουσες ακτινοβολίες και με βάση τις Οδηγίες αυτές εναρμονίζονται αντίστοιχα κι οι ελληνικοί κανονισμοί ακτινοπροστασίας.
Οι σημαντικότερες Οδηγίες: 80/836/Euratom (τροποποιήθηκε από την 84/476 EURATOM) — Βασικές Σταθερές Ασφαλείας (Basic Safety Standards - BSS)· 96/29 EURATOM (13η Μαΐου 1996) — αναθεώρηση των ΒΣΑ· 97/43 EURATOM (30ή Ιουνίου 1997) — Οδηγία Προστασίας του Ασθενούς, με τις δύο τελευταίες να τίθενται σε ισχύ στις 13 Μαΐου του 2000.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η EURATOM είναι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, που συγκροτήθηκε με τη συνθήκη της Ρώμης στις 25 Μαρτίου 1957, μαζί με την ΕΟΚ, από τις χώρες που είχαν ιδρύσει το 1951 την ΕΚΑΧ. Καθήκον της είναι η συνεργασία των μελών για την άνοδο του επιπέδου διαβίωσης και για την ταχεία καθιέρωση και διεύρυνση των πυρηνικών βιομηχανιών, ενώ το δεύτερο άρθρο της συνθήκης ορίζει ότι πρέπει να καθιερωθούν ομοιόμορφα πρότυπα για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού. Με βάση τη συνθήκη λειτουργεί η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος στις Βρυξέλλες, η οποία εκδίδει Κοινοτικές Οδηγίες — όπως η 96/29 και η 97/43 — με τις οποίες εναρμονίζονται οι ελληνικοί κανονισμοί· οι Κανονισμοί είναι άμεσα δεσμευτικοί για όλα τα κράτη μέλη, ενώ οι Οδηγίες δεσμεύουν ως προς το αποτέλεσμα, αφήνοντας στο κάθε κράτος τη μορφή εφαρμογής.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: τι είναι η Διεθνής Επιτροπή Ακτινοπροστασίας και σε τι έχει χρησιμεύσει στη διεθνή κοινότητα;
Απάντηση:
Η ίδρυση (σελ. 116): η αυξημένη συναίσθηση των κινδύνων από την ακτινοβολία οδήγησε στην ίδρυση το 1928 της International Commission on Radiological Protection (ICRP) (Διεθνούς Επιτροπής Ακτινοπροστασίας).
Η συμβολή της: από τότε οι συστάσεις της επιτροπής έχουν χαράξει τις βασικές αρχές της νομοθεσίας, στον τομέα αυτό, για ολόκληρο τον κόσμο.
ICRP26 (1977): η ICRP δημοσίευσε γενικές οδηγίες σε ένα έγγραφο, που είναι γνωστό ως ICRP26· οι αρχές-κλειδιά που καθορίζονται σε αυτό το έγγραφο είναι:
Πώς πέρασε στη νομοθεσία
Η αλυσίδα: ICRP (συστάσεις) → Οδηγίες EURATOM (ευρωπαϊκό πλαίσιο) → ελληνικοί κανονισμοί ακτινοπροστασίας (ΦΕΚ) — γι' αυτό οι ελληνικοί κανονισμοί του 2001 έχουν ενσωματώσει την Οδηγία 97/43 στην ελληνική νομοθεσία (Ανακεφαλαίωση, σελ. 122).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η Διεθνής Επιτροπή Ακτινοπροστασίας (International Commission on Radiological Protection, ICRP) ιδρύθηκε το 1928, καθώς αυξανόταν η συναίσθηση των κινδύνων από την ακτινοβολία, και οι συστάσεις της έχουν έκτοτε χαράξει τις βασικές αρχές της νομοθεσίας για ολόκληρο τον κόσμο. Με το έγγραφο ICRP26 του 1977 καθόρισε τις τρεις αρχές-κλειδιά: την αιτιολόγηση, δηλαδή την απόδειξη σαφούς οφέλους που αντισταθμίζει την πιθανή βλάβη, τη βελτιστοποίηση κατά την αρχή ALARA και τον περιορισμό των δόσεων εντός των ορίων. Η ICRP26 οδήγησε στην Οδηγία 80/836/Euratom με τις Βασικές Σταθερές Ασφαλείας, ενώ οι νέες συστάσεις ICRP60 του 1991 οδήγησαν στην αναθεώρηση 96/29 EURATOM και στη συμπληρωματική Οδηγία 97/43, την οποία ενσωμάτωσαν οι ελληνικοί κανονισμοί του 2001.
Κριτήρια αξιολόγησης: