Πλήρεις λύσεις και των 9 ερωτήσεων του 4ου κεφαλαίου: τα κύρια συστατικά για την παραγωγή κεραμικής, ο καολινίτης και η αντοχή του στις υψηλές θερμοκρασίες, η μέθοδος της επίπλευσης (levigation) και η σημασία της για τα λεπτόκοκκα κεραμικά, η διάκριση συσσωμάτωσης και υαλοποίησης με τα θερμοκρασιακά τους όρια, η οξειδωτική και η αναγωγική ατμόσφαιρα και η επίδρασή τους στο χρώμα μέσω του σιδήρου, η κάμινος ευθείας φλόγας των Αρχαίων Ελλήνων και το όριο των 1100 βαθμών, δύο τύποι επιχρισμάτων, η ταφική χρήση των λευκών ληκύθων και ο ρόλος του καολίνη στη λευκή ματ επιφάνειά τους.
Ερώτηση: Να αναφέρετε τα κύρια συστατικά που απαιτούνται για την παραγωγή κεραμικής.
Απάντηση:
① ΠΗΛΟΣ ② ΜΗ ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΕΙΞΕΙΣ
③ ΝΕΡΟ ④ ΚΑΥΣΙΜΗ ΥΛΗ (π.χ. ξύλο)
* ΟΡΥΚΤΑ ασβεστίτης ή χαλαζίας
* ΟΡΓΑΝΙΚΑ σπόροι ή φυτά
* ΒΙΟΫΛΙΚΑ όστρακα ή καμένο ξύλο
* ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΗ ΥΛΙΚΑ θραύσματα κεραμικών
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κεραμικών είναι τέσσερις: ο πηλός, οι μη πλαστικές προσμείξεις, το νερό και η καύσιμη ύλη, όπως το ξύλο. Ο πηλός είναι το δομικό υλικό για την παραγωγή κεραμικών, υπάρχει άφθονος στη φύση είτε ως λεπτόκοκκο ίζημα είτε ως προϊόν διάβρωσης ορισμένων πετρωμάτων, και όταν αναμειγνύεται με νερό αποκτά πλαστικότητα και μπορεί να πάρει εύκολα οποιοδήποτε σχήμα. Οι μη πλαστικές προσμείξεις, δηλαδή ορυκτά όπως ο ασβεστίτης ή ο χαλαζίας, οργανικά όπως σπόροι ή φυτά, βιοϋλικά όπως όστρακα ή καμένο ξύλο και ανθρωπογενή υλικά όπως θραύσματα κεραμικών, προστίθενται όταν οι πηλοί είναι πολύ πλαστικοί και δύσκολο να μορφοποιηθούν, αλλά και για να μη ραγίζουν εύκολα κατά το στέγνωμα. Το νερό είναι απαραίτητο, επειδή συνήθως ο πηλός δεν περιέχει αρκετή ποσότητα νερού ώστε να μπορεί να δουλευτεί. Τέλος, η καύσιμη ύλη επιλέγεται έτσι ώστε να επιτυγχάνονται υψηλές θερμοκρασίες ψησίματος, με το ξύλο να είναι η καλύτερη καύσιμη ύλη για φούρνους υψηλών θερμοκρασιών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι ο καολινίτης; Να αναφέρετε μια από τις βασικές ιδιότητές του.
Απάντηση:
① ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ αντέχουν σε ΥΨΗΛΕΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΚΟΝΤΑΙ
② ΧΡΩΜΑ ΛΕΥΚΟΙ, σε ΚΑΘΑΡΗ μορφή (χωρίς προσμείξεις)
ΙΛΛΙΤΕΣ πλούσιοι σε ΚΑΛΙΟ και ΣΙΔΗΡΟ · ο πηλός ΥΑΛΟΠΟΙΕΙΤΑΙ
(σκληραίνει) σε ΣΧΕΤΙΚΑ ΧΑΜΗΛΕΣ θερμοκρασίες,
ΚΑΤΩ ΑΠΟ 1000°C
ΜΟΝΤΜΟΡΙΛΛΟΝΙΤΕΣ ΠΟΛΥ ΠΛΑΣΤΙΚΟΙ (κολλώδεις) · ΠΟΤΕ δεν χρησιμοποιούνται
ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΑ · με το ψήσιμο ΚΑΦΕ, ΚΟΚΚΙΝΟ ή ΓΚΡΙ →
συχνά για ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ
ΧΛΩΡΙΤΕΣ με το ψήσιμο ΣΚΟΥΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ, αλλά ΜΙΚΡΗ ΕΡΓΑΣΙΜΟΤΗΤΑ
μεμονωμένα
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο καολινίτης είναι μία από τις κύριες ομάδες αργιλούχων ορυκτών που περιέχονται στους πηλούς, μαζί με τους ιλλίτες, τους μοντμοριλλονίτες και τους χλωρίτες. Τα αργιλούχα ορυκτά έχουν συγκεκριμένη σύνθεση και κρυσταλλική δομή, όταν θερμαίνονται αλλάζουν κρυσταλλική δομή και γίνονται σκληρά, και είναι αυτά που επηρεάζουν την εργασιμότητα και την πλαστικότητα του πηλού. Βασική ιδιότητα των καολινιτών είναι ότι είναι ανθεκτικοί, δηλαδή αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες χωρίς να τήκονται, ενώ επίσης είναι λευκού χρώματος όταν βρίσκονται σε καθαρή μορφή, χωρίς προσμείξεις. Η ανθεκτικότητα αυτή φαίνεται πρακτικά στις λευκές ληκύθους, όπου ο καολίνης του λευκού επιχρίσματος δεν έλιωνε στους 800 με 950 βαθμούς του ψησίματος, αφού χρειάζεται θερμοκρασία μεγαλύτερη από 950 βαθμούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να περιγράψετε την διαδικασία του levigation και να αναφέρετε το λόγο που την καθιστά σημαντική για την παραγωγή «λεπτόκοκκων» κεραμικών.
Απάντηση:
① ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΝΕΡΟΥ σε ΛΑΚΚΟ ή ΔΕΞΑΜΕΝΗ που περιέχει ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΞΗΡΟΥ ΠΗΛΟΥ
② «το νερό ΔΙΕΙΣΔΥΕΙ στον πηλό και τα κομμάτια ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΑΛΑΚΑ ΣΑΝ
ΛΑΣΠΗ» — «η διαδικασία αυτή διαρκεί ΜΕΡΙΚΕΣ ΩΡΕΣ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕΡΕΣ»
③ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΝΕΡΟ και ο πηλός ΑΝΑΚΑΤΕΥΕΤΑΙ με εργαλείο
— «ακόμα ο κεραμέας μπορεί να χρησιμοποιήσει τα ΠΟΔΙΑ ή τα ΧΕΡΙΑ του»
④ «δημιουργείται μια ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ των σωματιδίων του πηλού και
τα ΧΟΝΔΡΑ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ ΚΑΤΑΚΑΘΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ του λάκκου ή της
δεξαμενής και ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΦΑΙΡΕΘΟΥΝ»
① «ο πηλός ΡΕΕΙ ΑΡΓΑ μέσα από ένα ΜΑΚΡΥ ΚΑΙ ΡΗΧΟ ΑΥΛΑΚΙ, πριν περάσει
στον λάκκο ή στη δεξαμενή»
② «τα ΧΟΝΔΡΟΤΕΡΑ σωματίδια ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ»
③ «τα ΛΕΠΤΟΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΔΙΕΣΠΑΡΜΕΝΑ ΕΠΑΝΩ, ΣΑΝ ΑΙΩΡΗΜΑΤΑ»
➜ Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ: το βαρύτερο, χονδρόκοκκο υλικό κατακάθεται, ενώ το ελαφρύτερο, λεπτόκοκκο μένει αιωρούμενο — έτσι πετυχαίνεται ο μηχανικός διαχωρισμός κατά μέγεθος κόκκου.
· ΜΟΝΟ έτσι απομακρύνονται τα ΧΟΝΔΡΑ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ που θα εμπόδιζαν τη
μορφοποίηση ΛΕΠΤΩΝ ΤΟΙΧΩΜΑΤΩΝ
· δίνει «ΛΕΠΤΟΤΕΡΑ ΚΛΑΣΜΑΤΑ ΠΗΛΟΥ (που χρησιμοποιούνται ΩΣ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΑ
ΣΕ ΚΕΡΑΜΙΚΑ)»
· η ΔΕΥΤΕΡΗ διαδικασία δίνει τα ΠΙΟ ΛΕΠΤΑ κλάσματα, ΓΙΑ ΦΙΝΑ ΚΕΡΑΜΙΚΑ
⚠️ Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΓΕΙΑ (§4.6): η μαύρη γυαλιστερή επιφάνεια των αττικών μελανόμορφων «οφειλόταν σε ένα επίχρισμα που αποτελούνταν από πολύ λεπτόκοκκο πηλό χαμηλής περιεκτικότητας σε ασβέστιο» — χωρίς επίπλευση δεν θα υπήρχε τέτοιο επίχρισμα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η διαδικασία που η ερώτηση ονομάζει levigation περιγράφεται στο βιβλίο ως η μέθοδος της επίπλευσης και είναι η παραγωγή λεπτόκοκκου πηλού με διαδικασίες καθαρισμού και διαχωρισμού. Γίνεται με δύο διαδικασίες. Στην πρώτη, προστίθεται νερό σε έναν λάκκο ή σε μια δεξαμενή που περιέχει κομμάτια ξηρού πηλού, το νερό διεισδύει στον πηλό και τα κομμάτια γίνονται μαλακά σαν λάσπη, κάτι που διαρκεί μερικές ώρες ή ακόμα και μέρες. Στη συνέχεια προστίθεται περισσότερο νερό και ο πηλός ανακατεύεται με ένα εργαλείο ή με τα πόδια και τα χέρια, ώστε να δημιουργηθεί ομοιόμορφη διασπορά των σωματιδίων, ενώ τα χονδρά σωματίδια κατακάθονται στον πάτο και αφαιρούνται. Με τη δεύτερη διαδικασία παράγονται ακόμα λεπτότερα κλάσματα πηλού, που προορίζονται για φίνα κεραμικά ή επιχρίσματα: ο πηλός ρέει αργά μέσα από ένα μακρύ και ρηχό αυλάκι πριν περάσει στον λάκκο ή στη δεξαμενή, τα χονδρότερα σωματίδια παραμένουν στον πάτο και τα λεπτότερα παραμένουν διεσπαρμένα επάνω σαν αιωρήματα. Η διαδικασία είναι σημαντική για την παραγωγή λεπτόκοκκων κεραμικών, γιατί μόνο με αυτήν απομακρύνονται τα χονδρά σωματίδια και παράγονται τα λεπτά κλάσματα πηλού που χρησιμοποιούνται ως επιχρίσματα ή για την κατασκευή λεπτότερων κεραμικών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της συμπύκνωσης (sintering) και της υαλοποίησης;
Απάντηση:
ΠΟΤΕ ΞΕΚΙΝΑ «όταν τα αργιλούχα ορυκτά (πυριτικά ή οξείδια) ΑΡΧΙΖΟΥΝ
ΝΑ ΛΙΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΚΟΝΤΑΙ»
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ξεκινά ΣΤΟΥΣ 850°C, «αλλά ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΜΦΑΝΗΣ στο κεραμικό
παρά ΜΕΤΑΞΥ 900°C-950°C»
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ «η ΥΑΛΩΔΗΣ ΔΟΜΗ που σχηματίζεται ΕΛΑΤΤΩΝΕΙ ΤΟ ΠΟΡΩΔΕΣ
του κεραμικού υλικού»
⚠️ Το «γυαλί» αυτό «δεν είναι όπως το γυαλί της καθημερινής χρήσης (π.χ. δεν είναι διαφανές), αλλά ονομάζεται έτσι, επειδή έχει ορισμένες ιδιότητες παρόμοιες με αυτό».
ΣΥΣΣΩΜΑΤΩΣΗ (sintering) ΥΑΛΟΠΟΙΗΣΗ
ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΕΛΙΚΟ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ 600°C - 850°C από 850°C, εμφανής 900-950°C
ΤΙ ΤΗΚΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΟΙ ΑΚΜΕΣ των ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΑ ΑΡΓΙΛΟΥΧΑ
κρυστάλλων ΟΡΥΚΤΑ λιώνουν και τήκονται
ΤΙ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΣΥΝΔΕΣΗ των κρυστάλλων ΓΥΑΛΙ από τον πηλό
ΣΤΟ ΠΟΡΩΔΕΣ — ΕΛΑΤΤΩΝΕΤΑΙ
ΑΝ ΓΙΝΕΙ ΛΑΘΟΣ αν ΤΑΚΟΥΝ τα ορυκτά, θα —
ξαναπορροφούσαν νερό
ΤΕΡΑΚΟΤΕΣ κυριαρχεί η ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΗ φάση · η υαλώδης ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ή είναι
πολύ ελάχιστη · το σκεύος είναι ΠΟΛΥ ΠΟΡΩΔΕΣ
ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ κυριαρχεί η ΥΑΛΩΔΗΣ φάση · η κρυσταλλική ΕΛΑΧΙΣΤΗ ή σχεδόν
απούσα · το σκεύος ΔΕΝ είναι πορώδες
Σύνοψη: (ενδεικτική) Πρόκειται για δύο διαδοχικά στάδια του ψησίματος. Η συμπύκνωση, που το βιβλίο ονομάζει συσσωμάτωση, είναι το δεύτερο στάδιο και γίνεται μεταξύ 600 και 850 βαθμών Κελσίου: τα αργιλούχα ορυκτά αρχίζουν να αποσυντίθενται, ώσπου οι ακμές των κρυστάλλων των ορυκτών τήκονται και συνδέονται. Είναι σημαντικό ότι τα αργιλούχα ορυκτά συσσωματώνονται χωρίς να τήκονται τα ίδια, διαφορετικά θα απορροφούσαν ξανά νερό και θα αποκτούσαν την αρχική δομή τους. Η υαλοποίηση αντίθετα είναι το τελικό στάδιο του ψησίματος, κατά το οποίο σχηματίζεται γυαλί από τον πηλό, και ξεκινά όταν τα αργιλούχα ορυκτά, πυριτικά ή οξείδια, αρχίζουν να λιώνουν και να τήκονται. Ξεκινά στους 850 βαθμούς, αλλά δεν γίνεται εμφανής στο κεραμικό παρά μεταξύ 900 και 950 βαθμών, και η υαλώδης δομή που σχηματίζεται ελαττώνει το πορώδες του κεραμικού υλικού. Η διαφορά τους δηλαδή είναι ότι στη συσσωμάτωση τήκονται μόνο οι ακμές των κρυστάλλων και οι κρύσταλλοι απλώς συνδέονται, ενώ στην υαλοποίηση λιώνουν τα ίδια τα αργιλούχα ορυκτά και σχηματίζεται υαλώδης μάζα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της οξειδωτικής και της αναγωγικής ατμόσφαιρας, και πώς επηρεάζει η καθεμιά το χρώμα των κεραμικών;
Απάντηση:
ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ χρειάζεται ΟΞΥΓΟΝΟ
ΑΝΑΓΩΓΙΚΗ χρειάζεται ΜΟΝΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΗ χρειάζεται ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ
ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
«έχουμε, όταν η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΟΞΥΓΟΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΠΟΥ
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΥΣΙΜΗΣ ΥΛΗΣ, και εμφανίζεται, όταν
υπάρχει ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ ΣΕ ΑΕΡΑ»
ΑΝΑΓΩΓΙΚΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
«υφίσταται, όταν ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΡΚΕΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ ΤΗΣ
ΚΑΥΣΙΜΗΣ ΥΛΗΣ και ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ στην
ατμόσφαιρα, και εμφανίζεται, όταν υπάρχει ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΕΡΑ»
➜ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΡΑΜΜΗ: πλεόνασμα αέρα → οξειδωτική· έλλειψη αέρα → αναγωγική.
ΣΙΔΗΡΟΥΧΑ ΟΡΥΚΤΑ + ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗ
«ο σίδηρος θα ΟΞΕΙΔΩΘΕΙ και θα αποκτήσει ΚΟΚΚΙΝΩΠΟ ΧΡΩΜΑ
(π.χ. όπως της σκουριάς)»
ΣΙΔΗΡΟΥΧΑ ΟΡΥΚΤΑ + ΑΝΑΓΩΓΙΚΗ
«ο σίδηρος θα ΑΝΑΧΘΕΙ και θα γίνει ΓΚΡΙ ή ΜΑΥΡΟΣ»
«Έτσι, οι κεραμείς μπορούν να ρυθμίζουν και να εκμεταλλεύονται την ατμόσφαιρα ψησίματος, για να μεταβάλλουν το χρώμα του κεραμικού σκεύους.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η οξειδωτική ατμόσφαιρα χρειάζεται οξυγόνο και έχουμε όταν η ποσότητα οξυγόνου είναι μεγαλύτερη από αυτήν που απαιτείται για την καύση της καύσιμης ύλης, δηλαδή όταν υπάρχει πλεονασμός σε αέρα. Η αναγωγική ατμόσφαιρα χρειάζεται μονοξείδιο του άνθρακα και υφίσταται όταν δεν υπάρχει αρκετό οξυγόνο για την καύση της καύσιμης ύλης και σχηματίζεται μονοξείδιο του άνθρακα, δηλαδή όταν υπάρχει έλλειψη αέρα. Ως προς το χρώμα, η επίδραση είναι αντίθετη και εξαρτάται από την παρουσία σιδήρου στον πηλό, που τον επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό. Αν τα αργιλούχα ορυκτά περιέχουν σίδηρο και ψηθούν σε οξειδωτική ατμόσφαιρα, ο σίδηρος θα οξειδωθεί και θα αποκτήσει κοκκινωπό χρώμα, όπως της σκουριάς. Αν τα ίδια σιδηρούχα ορυκτά ψηθούν κάτω από αναγωγική ατμόσφαιρα, ο σίδηρος θα αναχθεί και θα γίνει γκρι ή μαύρος. Έτσι οι κεραμείς μπορούν να ρυθμίζουν και να εκμεταλλεύονται την ατμόσφαιρα ψησίματος, για να μεταβάλλουν το χρώμα του κεραμικού σκεύους, όπως έκαναν οι Μυκηναίοι κεραμείς με τις σιδηρούχες χρωστικές τους.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιο τύπο καμίνου χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες και ποια ήταν η υψηλότερη θερμοκρασία που μπορούσαν να επιτύχουν για την παραγωγή κεραμικών;
Απάντηση:
ΤΥΠΟΣ ΚΑΜΙΝΟΣ ΕΥΘΕΙΑΣ ΦΛΟΓΑΣ (ανοδικής κίνησης του αέρα)
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ 1100°C
┌─── ΑΝΟΙΓΜΑ-ΑΕΡΑΓΩΓΟΣ (διέξοδος καπνού)
╭──┴──╮
│ ΚΕΡΑΜΙΚΑ │ ← ο αέρας/η φλόγα ανεβαίνει ΕΥΘΕΙΑ, ΑΝΟΔΙΚΑ
│ │
│ ΦΩΤΙΑ │ ← η φωτιά ΚΑΤΩ από τα κεραμικά
╰──────────╯
Υλικά κατασκευής των καμίνων: πέτρα ή τούβλα.
ΑΝΟΙΧΤΗ ΦΩΤΙΑ «η ΠΙΟ ΑΠΛΗ ΜΟΡΦΗ ψησίματος· ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙ ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΔΟΜΗ
παρά μόνο καύσιμη ύλη, και ήταν ΠΙΘΑΝΩΣ Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΘΟΔΟΣ»
ΛΑΚΚΟΙ ΠΕΡΙΚΛΕΙΟΝΤΑΝ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ · ξύλο ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΩ από τα σκεύη
⚠️ «Και στις δύο περιπτώσεις είναι ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΛΕΓΧΘΕΙ Η
ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ κάτω από τέτοιες συνθήκες ψησίματος.»
➜ Ακριβώς γι' αυτό η κάμινος ήταν τεχνολογική τομή: επέτρεπε έλεγχο της ατμόσφαιρας, άρα και ρύθμιση του χρώματος (οξειδωτική/αναγωγική).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά τα αρχαία και ρωμαϊκά χρόνια χρησιμοποιούνταν περισσότερο κάμινοι ευθείας φλόγας, δηλαδή ανοδικής κίνησης του αέρα, για το ψήσιμο των κεραμικών, σε θερμοκρασίες κάτω από 1100 βαθμούς Κελσίου. Η κάμινος ευθείας φλόγας είναι μια θολωτή κατασκευή, όπου η φωτιά βρίσκεται κάτω από τα κεραμικά και υπάρχει άνοιγμα ή αεραγωγός στην κορυφή που επιτρέπει τη διέξοδο του καπνού, ενώ κατασκευαζόταν από υλικά όπως πέτρα ή τούβλα. Για να παραχθούν θερμοκρασίες υψηλότερες από 1100 βαθμούς απαιτείται κάμινος αναστρεφόμενης φλόγας, στην οποία η φωτιά βρίσκεται στο ίδιο σημείο, αλλά η θερμότητα εκτρέπεται από την οροφή του φούρνου προς τα κάτω, προς τα κεραμικά. Επομένως η υψηλότερη θερμοκρασία που μπορούσαν να επιτύχουν οι Αρχαίοι Έλληνες για την παραγωγή κεραμικών ήταν κάτω από τους 1100 βαθμούς Κελσίου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Να αναφέρετε δύο τύπους επιχρισμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διακόσμηση των κεραμικών.
Απάντηση:
① ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΣΙΔΗΡΟ
«ο ΛΑΙΜΟΣ και η ΒΑΣΗ του κεραμικού σκεύους ΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ με ένα
επίχρισμα ΥΨΗΛΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΣΙΔΗΡΟ»
→ με τον σωστό κύκλο ψησίματος δίνει το ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟ ΜΑΥΡΟ
ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ
② ΛΕΥΚΟ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ — ΑΙΩΡΗΜΑ ΚΑΟΛΙΝΗ
«το ΣΩΜΑ του αγγείου ΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ με ένα ΛΕΥΚΟ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ, που ήταν
ένα ΑΙΩΡΗΜΑ ΚΑΟΛΙΝΗ»
→ δίνει τη ΛΕΥΚΗ ΜΑΤ επιφάνεια, γιατί ο καολίνης ΔΕΝ ΛΙΩΝΕΙ κάτω
από τους 950°C
ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ ΛΕΠΤΟΚΟΚΚΟ ΚΛΑΣΜΑ ΠΗΛΟΥ, ρευστό αιώρημα · απλώνεται ΠΡΙΝ
το ψήσιμο · μεταβάλλει το ΧΡΩΜΑ
ΥΑΛΩΜΑ ΥΑΛΩΔΕΣ ΥΛΙΚΟ που ΤΗΚΕΤΑΙ και δίνει ΥΑΛΩΔΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ·
ρόλος ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ (χρωματιστό) ή ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ (κάνει το
κεραμικό ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟ ΑΠΟ ΥΓΡΑ)
ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ ουσίες που αλλάζουν το χρώμα, αλλά ΔΕΝ έχουν από μόνες τους
ικανότητα πρόσφυσης
Το βιβλίο τα απαριθμεί μαζί: «Για τη διακόσμηση των κεραμικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλοί διαφορετικοί τύποι επιφανειακών επικαλύψεων, όπως τα υαλώματα, οι χρωστικές και τα επιχρίσματα.»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Επίχρισμα είναι ένα λεπτόκοκκο κλάσμα πηλού, συνήθως ένα ρευστό αιώρημα του πηλού, που απλώνεται στην επιφάνεια των κεραμικών πριν από το ψήσιμο, ώστε να μεταβάλει το χρώμα τους, και εφαρμόζεται με εμβάπτιση, με έγχυση ή με σφουγγάρι. Δύο χαρακτηριστικοί τύποι επιχρισμάτων που αναφέρει το βιβλίο στις λευκές ληκύθους είναι, πρώτον, το επίχρισμα υψηλής περιεκτικότητας σε σίδηρο, με το οποίο καλυπτόταν πριν από το ψήσιμο ο λαιμός και η βάση του αγγείου και το οποίο δίνει το αδιαπέραστο μαύρο γυαλιστερό φινίρισμα, και δεύτερον το λευκό επίχρισμα, που ήταν ένα αιώρημα καολίνη και με το οποίο καλυπτόταν το σώμα του αγγείου, δίνοντας μια λευκή ματ επιφάνεια. Ένας ακόμη τύπος είναι το επίχρισμα των αττικών μελανόμορφων αγγείων, που αποτελούνταν από πολύ λεπτόκοκκο πηλό χαμηλής περιεκτικότητας σε ασβέστιο και ψηνόταν κάτω από αναγωγικές συνθήκες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια ήταν η χρήση των λευκών ληκύθων στην Αρχαία Ελλάδα;
Απάντηση:
ΕΙΔΟΣ ΤΑΦΙΚΑ κεραμικά αγγεία
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΛΑΔΙ
ΧΡΟΝΟΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΟΝΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ
ΠΡΙΝ ΤΟ ΨΗΣΙΜΟ ΛΑΙΜΟΣ + ΒΑΣΗ: επίχρισμα ΥΨΗΛΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΣΙΔΗΡΟ
ΣΩΜΑ: ΛΕΥΚΟ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑ = ΑΙΩΡΗΜΑ ΚΑΟΛΙΝΗ
πάνω του ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ με ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ
ΦΙΓΟΥΡΕΣ, σε τόνους ΑΠΟ ΚΑΦΕ ΕΩΣ ΚΙΤΡΙΝΟ, με ΦΥΣΙΚΕΣ
ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ ΟΠΩΣ Ο ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ
ΨΗΣΙΜΟ ΚΥΚΛΟΣ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΓΩΓΙΚΗΣ-ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ, ΜΕΓΙΣΤΗ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ 800-950°C
ΜΕΤΑ ΤΟ ΨΗΣΙΜΟ ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ ΠΡΑΣΙΝΟ και ΜΠΛΕ (π.χ. αιγυπτιακό μπλε),
«επειδή ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΑΝΤΕΞΟΥΝ ΤΟΣΟ ΥΨΗΛΕΣ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΕΣ»
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι λευκές λήκυθοι ήταν ταφικά κεραμικά αγγεία που περιείχαν λάδι. Μεταφέρονταν και χρησιμοποιούνταν μόνο κατά την ημέρα της ταφής. Αυτό που κάνει αυτά τα ταφικά αγγεία τόσο όμορφα είναι η πολύχρωμη διακόσμηση πάνω σε λευκό φόντο, με ανδρικές και γυναικείες φιγούρες σε τόνους από καφέ έως κίτρινο, που αποδίδονταν με φυσικές χρωστικές όπως ο αιματίτης, ενώ χρώματα όπως το πράσινο και το μπλε, για παράδειγμα το αιγυπτιακό μπλε, απλώνονταν μόνο μετά το ψήσιμο, επειδή δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τόσο υψηλές θερμοκρασίες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς χρησιμοποιείται ο καολινίτης στην παραγωγή των λευκών ληκύθων;
Απάντηση:
ΤΟ ΑΓΓΕΙΟ ψηνόταν σε ΚΥΚΛΟ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΓΩΓΙΚΗΣ-ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΗΣ
ατμόσφαιρας, σε ΜΕΓΙΣΤΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ 800-950°C
→ «ώστε να δημιουργηθεί το ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ
στον ΛΑΙΜΟ και στη ΒΑΣΗ»
⚠️ ΑΛΛΑ: «Σε αυτές τις θερμοκρασίες Ο ΚΑΟΛΙΝΗΣ που είχε χρησιμοποιηθεί
ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΕΝ ΕΛΙΩΝΕ (ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ 950°C)»
→ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: «να δημιουργείται μια ΛΕΥΚΗ ΜΑΤ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ, που είναι
ΜΑΛΑΚΗ, ΠΟΡΩΔΗΣ και ΑΠΟΚΟΛΛΑΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ από την επιφάνεια του αγγείου»
➜ Είναι δηλαδή ακριβώς η ιδιότητα του καολινίτη που περιγράφει η §4.1 — «είναι ανθεκτικοί (αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες χωρίς να τήκονται) και λευκού χρώματος» — που παράγει το χαρακτηριστικό λευκό, ματ φόντο των αγγείων αυτών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο καολινίτης χρησιμοποιείται στις λευκές ληκύθους ως λευκό επίχρισμα. Πριν από το ψήσιμο, ο λαιμός και η βάση του αγγείου καλύπτονταν με ένα επίχρισμα υψηλής περιεκτικότητας σε σίδηρο, ενώ το σώμα του αγγείου καλυπτόταν με ένα λευκό επίχρισμα, που ήταν ένα αιώρημα καολίνη, και πάνω σε αυτό γινόταν, επίσης πριν από το ψήσιμο, η πολύχρωμη διακόσμηση με φυσικές χρωστικές όπως ο αιματίτης. Ο λόγος που επιλεγόταν ο καολίνης είναι ότι τα αγγεία ψήνονταν σε κύκλο οξειδωτικής, αναγωγικής και οξειδωτικής ατμόσφαιρας, σε μέγιστη θερμοκρασία 800 έως 950 βαθμών Κελσίου, και σε αυτές τις θερμοκρασίες ο καολίνης δεν έλιωνε, αφού χρειάζεται θερμοκρασία μεγαλύτερη από 950 βαθμούς. Έτσι δημιουργούνταν μια λευκή ματ επιφάνεια, μαλακή και πορώδης, που αποκολλάται εύκολα από την επιφάνεια του αγγείου, ενώ χρώματα όπως το πράσινο και το μπλε απλώνονταν μόνο μετά το ψήσιμο, επειδή δεν θα άντεχαν τόσο υψηλές θερμοκρασίες.
Κριτήρια αξιολόγησης: