Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 12 (σελ. 187-188) – ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΛΙΚΩΝ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 12

Πλήρεις λύσεις και των 16 ερωτήσεων του 12ου κεφαλαίου: τα τρία χαρακτηριστικά μιας έγχρωμης ουσίας για τη ζωγραφική, οι έγχρωμες ουσίες των θερμών, ψυχρών και ουδέτερων τόνων στις νωπογραφίες της αρχαιότητας, ο συμβολισμός των χρωμάτων στην αγιογραφία, η διάκριση χρωστικών και βαφών με κριτήριο τη διαλυτότητα, οι κατηγορίες και οι χρήσεις των βαφών, οι κατηγορίες των χρωστικών, οι γεώδεις ή ορυκτές χρωστικές, ο ορισμός και οι αδρανείς βάσεις των λακών, οι κόκκινες λάκες και η παρασκευή της λάκας της αλιζαρίνης, η προέλευση και οι χρήσεις της σέπιας, η διαφορά οργανικών και ανόργανων συνθετικών χρωστικών και ο πλήρης κατάλογος των σημαντικότερων συνθετικών ανόργανων χρωστικών.


Τα χαρακτηριστικά μιας έγχρωμης ουσίας για τη ζωγραφική

Ερώτηση: Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει μια έγχρωμη ουσία, για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (§12.1, σελ. 172), αυτούσια: «Από πολύ παλιά ήταν γνωστό ότι μια έγχρωμη ουσία, για να χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική, πρέπει να»:
      − ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
      − να ΕΧΕΙ ΣΤΑΘΕΡΗ ΧΗΜΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ
      − να ΕΙΝΑΙ ΑΔΡΑΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΛΛΑ ΥΛΙΚΑ που συνθέτουν το ζωγραφικό έργο
  • ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΕ ΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ:
      ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ    η χρωστική πρέπει να ΛΕΙΟΤΡΙΒΕΙΤΑΙ σε ΜΙΚΡΟΥΣ
         ΚΟΚΚΟΥΣ και να ΔΙΑΣΠΕΙΡΕΤΑΙ μέσα στο συνδετικό — το χρωματικό
         στρώμα ορίζεται ακριβώς έτσι στο κεφ. 11 (σελ. 163)
      ΣΤΑΘΕΡΗ ΧΗΜΙΚΗ     αν η σύσταση ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΤΑΙ, ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΩΜΑ
         ΣΥΣΤΑΣΗ           με τον χρόνο
      ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ    ώστε να ΜΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑ με τα γειτονικά υλικά —
         ΑΛΛΑ ΥΛΙΚΑ        συνδετικά, άλλες χρωστικές, προετοιμασία, βερνίκι
  • ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ στη §12.3 — χρωστικές που δεν είναι αδρανείς ή σταθερές:
      ΛΕΥΚΟ ΤΟΥ ΜΟΛΥΒΔΟΥ  με ΑΡΑΒΙΚΗ ΓΟΜΜΑ στην υδατογραφία → ΜΑΥΡΙΣΜΑ
      ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΟΛΥΒΔΟΥ -  με ΥΓΡΑΣΙΑ → μετατρέπεται σε ΛΕΥΚΟ ΤΟΥ ΜΟΛΥΒΔΟΥ
         ΚΑΣΣΙΤΕΡΟΥ
      ΑΖΟΥΡΙΤΗΣ           με ΥΓΡΑΣΙΑ → μετατρέπεται σε ΜΑΛΑΧΙΤΗ (πράσινο)
      ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ «ΑΜΦΙΒΟΛΗΣ ΧΗΜΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ», ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ
         ΑΠΟ ΤΟ ΥΔΡΟΘΕΙΟ
      VERDIGRIS, EMERALD  ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ με χρωστικές που περιέχουν ΘΕΙΟ
      ORPIMENT            «ΑΠΟΦΕΥΧΘΗΚΕ η ανάμειξή του με άλλες χρωστικές
         που περιέχουν ΧΑΛΚΟ και ΜΟΛΥΒΔΟ»

    ➜ Η αδράνεια, δηλαδή, δεν είναι θεωρητική απαίτηση: οι περισσότερες ιστορικές χρωστικές την παραβιάζουν σε συγκεκριμένους συνδυασμούς.

  • ⚠️ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΛΕΨΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: μετά το «πρέπει να:» η πρώτη κουκκίδα γράφεται «βρίσκεται σε στερεά κατάσταση» (χωρίς «να»), ενώ οι δύο επόμενες επαναλαμβάνουν το μόριο («να έχει», «να είναι») — ασύμμετρη σύνταξη μέσα στην ίδια πρόταση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Από πολύ παλιά ήταν γνωστό ότι μια έγχρωμη ουσία, για να χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική, πρέπει να βρίσκεται σε στερεά κατάσταση, να έχει σταθερή χημική σύσταση και να είναι αδρανής προς τα άλλα υλικά που συνθέτουν το ζωγραφικό έργο.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι έγχρωμες ουσίες των θερμών τόνων στην αρχαιότητα

Ερώτηση: Ποιες έγχρωμες ουσίες χρησιμοποιήθηκαν για τους θερμούς ζωγραφικούς τόνους στις νωπογραφίες της αρχαιότητας;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 172): «Στις νωπογραφίες της αρχαιότητας για τους θερμούς τόνους χρησιμοποιήθηκαν ένυδρα οξείδια του σιδήρου, όπως»:
      ΛΙΜΟΝΙΤΗΣ    με ΚΙΤΡΙΝΟΠΟΡΤΟΚΑΛΙ χρώμα
      ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ    με ΚΟΚΚΙΝΟ χρώμα
      ΣΚΟΥΡΙΑ      με ΚΑΦΕ χρώμα
      ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ   με ΜΑΥΡΟ χρώμα
  • Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗ §12.3: οι ίδιες ουσίες επανέρχονται ως γεώδεις χρωστικές στις σελ. 180 και 182:
      ΩΧΡΕΣ  «μείγματα ΑΡΓΙΛΟΠΥΡΙΤΙΚΩΝ ΟΞΕΙΔΙΩΝ και ΟΞΕΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ»
         ΚΙΤΡΙΝΗ ΩΧΡΑ  οφείλεται σε ΕΝΥΔΡΑ οξείδια, κυρίως στον ΓΚΑΙΤΙΤΗ
         ΚΟΚΚΙΝΗ ΩΧΡΑ (ΣΙΝΩΠΗ)  οφείλεται σε ΑΝΥΔΡΑ οξείδια, κυρίως στον
            ΑΙΜΑΤΙΤΗ · «Παρασκευάζεται συνήθως με ΦΡΥΞΗ ΤΗΣ ΚΙΤΡΙΝΗΣ ΩΧΡΑΣ»

    ⚠️ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: στη σελ. 172 ο αιματίτης κατατάσσεται στα «ένυδρα οξείδια του σιδήρου», ενώ στη σελ. 182 το χρώμα της κόκκινης ώχρας αποδίδεται σε «διάφορα άνυδρα οξείδια του σιδήρου και κυρίως… αιματίτη».

  • ⚠️ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΣΥΝΕΠΕΙΑ: ο μαγνητίτης, που δίνει μαύρο χρώμα, κατατάσσεται από το βιβλίο στους θερμούς τόνους — ενώ το μαύρο αναφέρεται λίγο παρακάτω στους ουδέτερους (κάρβουνο). Η κατάταξη εδώ γίνεται κατά χημική οικογένεια (ενώσεις σιδήρου) και όχι κατά χρωματικό τόνο, και αυτό γεννά την ασυνέπεια. ➜ Στην απάντηση αποδίδουμε τον κατάλογο όπως τον δίνει το βιβλίο, χωρίς σιωπηρή διόρθωση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις νωπογραφίες της αρχαιότητας για τους θερμούς τόνους χρησιμοποιήθηκαν ένυδρα οξείδια του σιδήρου, όπως ο λιμονίτης με κιτρινοπορτοκαλί χρώμα, ο αιματίτης με κόκκινο χρώμα, η σκουριά με καφέ χρώμα και ο μαγνητίτης με μαύρο χρώμα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι έγχρωμες ουσίες των ψυχρών τόνων στην αρχαιότητα

Ερώτηση: Ποιες έγχρωμες ουσίες χρησιμοποιήθηκαν για τους ψυχρούς ζωγραφικούς τόνους στις νωπογραφίες της αρχαιότητας;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 172): «Για τους ψυχρούς τόνους χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ενώσεις του χαλκού, όπως»:
      ΜΑΛΑΧΙΤΗΣ            με ΠΡΑΣΙΝΟ χρώμα
      ΑΖΟΥΡΙΤΗΣ            με ΜΠΛΕ χρώμα
      ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ή ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟ ΜΠΛΕ
  • ΤΙ ΠΡΟΣΘΕΤΕΙ Η §12.3 ΓΙΑ ΚΑΘΕΜΙΑ:
      ΜΑΛΑΧΙΤΗΣ (σελ. 185)  ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΝΘΡΑΚΙΚΟΣ ΧΑΛΚΟΣ, ΦΥΣΙΚΟ ΟΡΥΚΤΟ ·
         «η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΟΙΚΤΗ χρωστική» · «χρησιμοποιήθηκε
         ΑΔΙΑΚΟΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΩΣ ΤΟ 1800»
      ΑΖΟΥΡΙΤΗΣ (σελ. 183)  ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΝΘΡΑΚΙΚΟΣ ΧΑΛΚΟΣ, ΦΥΣΙΚΗ χρωστική ·
         «η ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΜΠΛΕ χρωστική… από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα» ·
         ⚠️ «Με την ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΥΓΡΑΣΙΑΣ μπορεί να ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΜΑΛΑΧΙΤΗ
         ΜΕ ΠΡΑΣΙΝΟ ΧΡΩΜΑ»
      ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟ ΜΠΛΕ (σελ. 183)  «ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΑΝΟΡΓΑΝΗ μπλε χρωστική που
         περιέχει ΧΑΛΚΟ, ΑΣΒΕΣΤΙΟ και ΠΥΡΙΤΙΟ» · «Συναντάται στις
         ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΕΣ και ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ»
  • ⚠️ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: το αιγυπτιακό μπλε εντάσσεται εδώ στις ουσίες που «χρησιμοποιήθηκαν» στην αρχαιότητα ως «ένωση του χαλκού», αλλά στη σελ. 179 το ίδιο βιβλίο το κατατάσσει στις συνθετικές ανόργανες χρωστικές που ήταν γνωστές από την αρχαιότητα (πυριτικό άλας ασβεστίου - χαλκού). Δηλαδή είναι η μόνη τεχνητή ουσία μέσα σε έναν κατά τα άλλα κατάλογο φυσικών ορυκτών — και αυτό το βιβλίο δεν το επισημαίνει.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις νωπογραφίες της αρχαιότητας για τους ψυχρούς τόνους χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ενώσεις του χαλκού, όπως ο μαλαχίτης με πράσινο χρώμα, ο αζουρίτης με μπλε χρώμα και το μπλε της Αιγύπτου ή αιγυπτιακό μπλε.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι έγχρωμες ουσίες των ουδέτερων τόνων στην αρχαιότητα

Ερώτηση: Ποιες έγχρωμες ουσίες χρησιμοποιήθηκαν για τους ουδέτερους ζωγραφικούς τόνους στις νωπογραφίες της αρχαιότητας;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 172): «Για τους ουδέτερους τόνους χρησιμοποιήθηκαν»:
      ΚΑΡΒΟΥΝΟ   για το ΜΑΥΡΟ
      ΑΣΒΕΣΤΗΣ   για το ΑΣΠΡΟ
  • ΓΙΑΤΙ «ΟΥΔΕΤΕΡΟΙ» ΤΟΝΟΙ: το ίδιο το βιβλίο εξηγεί στην εισαγωγή του κεφαλαίου (σελ. 171) ότι «το άσπρο και το μαύρο δε θεωρούνται χρώματα, επειδή το μεν άσπρο διαχέει όλες τις ακτινοβολίες του, όταν φωτίζεται με λευκό φως, το δε μαύρο, αντίθετα, τις απορροφά όλες». ⚠️ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ: αν το άσπρο και το μαύρο «δε θεωρούνται χρώματα», τότε κάρβουνο και ασβέστης δύσκολα λέγονται «έγχρωμες ουσίες» — όπως τα ονομάζει η ίδια η ερώτηση και η ενότητα.
  • ΤΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ: στη σελ. 177 ο άνθρακας αναφέρεται ότι συναντάται στις ανόργανες χρωστικές «α) σε ελεύθερη μορφή, ως αιθάλη (φούμο), κάρβουνο ή μαύρο του ελεφαντοστού, και β) στη μορφή ανθρακικών». Στη σελ. 186 δίνονται οι δύο κύριες μαύρες χρωστικές: Ivory black («άριστης ποιότητας μαύρο από καμένο ελεφαντοστό ή από άλλα κόκκαλα») και Φούμο (Lamp black) («σχεδόν άμορφος… από τον λεπτό καπνό δαδιού», με μπλε-μαύρο χρώμα, κατάλληλο για γκρίζους τόνους). Ο ΑΣΒΕΣΤΗΣ στη νωπογραφία δεν είναι μόνο λευκή χρωστική αλλά και το συνδετικό της τεχνικής — γι' αυτό και η χρήση του ήταν αυτονόητη στις αρχαίες τοιχογραφίες.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις νωπογραφίες της αρχαιότητας για τους ουδέτερους τόνους χρησιμοποιήθηκαν το κάρβουνο για το μαύρο και ο ασβέστης για το άσπρο.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η συμβολική σημασία των χρωμάτων στην αγιογραφία

Ερώτηση: Ποια είναι η συμβολική σημασία των χρωμάτων στην τέχνη της αγιογραφίας;

Απάντηση:

  • ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (σελ. 173): «Ειδικά στη θεολογική τέχνη της αγιογραφίας τα χρώματα έχουν και συμβολική σημασία.»
  • Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΩΝ, ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ:
      ΛΕΥΚΟ    «συμβολίζει ΤΟ ΦΩΣ και ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ»
      ΜΑΥΡΟ    «είναι το χρώμα ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ ΒΑΘΟΥΣ»
      ΚΥΑΝΟ    «συμβολίζει ΤΗ ΔΡΟΣΕΡΟΤΗΤΑ και ΤΗ ΔΙΑΥΓΕΙΑ»
      ΠΡΑΣΙΝΟ  «ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ και ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΑΥΣΗ»
      ΚΙΤΡΙΝΟ  «ΤΗ ΘΕΙΑ ΔΟΞΑ και ΤΗ ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ»
      ΙΩΔΕΣ    «ΤΗΝ ΑΓΝΟΤΗΤΑ»
      ΕΡΥΘΡΟ   «ΤΟ ΦΛΟΓΕΡΟ ΖΕΟΝ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΟΥΣΙΑΣ»
      ΓΛΑΥΚΟ   «ΜΑΡΜΑΡΥΓΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΦΩΤΟΣ»
  • ⚠️ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΛΩΣΣΑΣ: οι δύο τελευταίες διατυπώσεις είναι λόγιες και ελλειπτικές — «το φλογερό ζέον» (μετοχή του ρήματος «ζέω», δηλαδή αυτό που βράζει, η καυτή ένταση) και «μαρμαρυγές» (λάμψεις, ανταύγειες). Το βιβλίο δεν τις επεξηγεί. ⚠️ Σημειώνεται επίσης ότι στον κατάλογο συμβολίζουν και το λευκό και το μαύρο, δηλαδή ακριβώς τα δύο που η εισαγωγή του κεφαλαίου δηλώνει ότι «δε θεωρούνται χρώματα».
  • Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΛΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ: ο συμβολισμός δεν είναι άσχετος με την τεχνολογία των υλικών — π.χ. η θεία δόξα του κίτρινου αποδίδεται και με τον στιλβωτό χρυσό (κεφ. 11), ενώ το κυανό των βυζαντινών χειρογράφων έδινε λόγο για την ακριβή εισαγωγή του lapis lazuli, που «από τον 7ο αιώνα χρονολογείται η χρήση του στην εικονογράφηση των βυζαντινών χειρογράφων» (σελ. 184).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ειδικά στη θεολογική τέχνη της αγιογραφίας τα χρώματα έχουν και συμβολική σημασία. Το λευκό συμβολίζει το φως και την καθαρότητα. Το μαύρο είναι το χρώμα του μυστικού βάθους. Το κυανό συμβολίζει τη δροσερότητα και τη διαύγεια, ενώ το πράσινο την ελπίδα και την κατάπαυση και το κίτρινο τη θεία δόξα και τη λαμπρότητα. Το ιώδες συμβολίζει την αγνότητα, το ερυθρό το φλογερό ζέον της μυστικής ουσίας και το γλαυκό μαρμαρυγές του ουράνιου φωτός.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η διαφορά χρωστικών και βαφών

Ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ χρωστικών και βαφών;

Απάντηση:

  • Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ (§12.2, σελ. 173): «Οι έγχρωμες ουσίες που χρησιμοποιούνται στη ζωγραφική μπορούν να διακριθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις χρωστικές και τις βαφές
  • ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΥΤΟΤΗΤΑ, αυτολεξεί: «Οι χρωστικές είναι λεπτόκοκκες έγχρωμες ουσίες οι οποίες δε διαλύονται σε συνδετικά υλικά ή σε διαλύτες, αλλά σχηματίζουν αιωρήματα μέσα σε αυτά. Αν αντίθετα διαλύονται στο νερό ή σε άλλα υγρά, ονομάζονται βαφές.»
                     ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ                 ΒΑΦΕΣ
      μορφή          ΛΕΠΤΟΚΟΚΚΕΣ ουσίες        ΣΥΜΠΛΟΚΕΣ ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ
      διαλυτότητα    ΔΕ ΔΙΑΛΥΟΝΤΑΙ σε          ΔΙΑΛΥΟΝΤΑΙ στο ΝΕΡΟ ή
                     συνδετικά ή διαλύτες      σε ΑΛΛΑ ΥΓΡΑ
      συμπεριφορά    σχηματίζουν ΑΙΩΡΗΜΑΤΑ     ΑΠΟΡΡΟΦΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΝΕΣ,
                     μέσα στο μέσο             όπου ΚΑΘΙΣΤΑΝΤΑΙ ΑΔΙΑΛΥΤΕΣ
  • Η ΓΕΦΥΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΛΑΚΑ (σελ. 176): «Με λίγες εξαιρέσεις, οι φυτικής ή ζωικής προέλευσης χρωστικές είναι βαφές που έχουν υποστεί καθίζηση σε μια αδρανή βάση» — δηλαδή μια βαφή γίνεται χρωστική όταν καθιζάνει σε αδιάλυτη βάση. ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ: ινδικό μπλε, ινδικό κίτρινο, σέπια, gamboge «μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χρωστικές ως έχουν, δηλαδή χωρίς να είναι πρώτα απαραίτητος ο σχηματισμός λάκας, καθώς είναι αδιάλυτες στο νερό αλλά και σε μη υδατικά συνδετικά υλικά».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι έγχρωμες ουσίες που χρησιμοποιούνται στη ζωγραφική διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις χρωστικές και τις βαφές. Οι χρωστικές είναι λεπτόκοκκες έγχρωμες ουσίες οι οποίες δεν διαλύονται σε συνδετικά υλικά ή σε διαλύτες, αλλά σχηματίζουν αιωρήματα μέσα σε αυτά. Αν αντίθετα διαλύονται στο νερό ή σε άλλα υγρά, ονομάζονται βαφές.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Τι είναι οι βαφές και οι κατηγορίες τους

Ερώτηση: Τι είναι οι βαφές και ποιες κατηγορίες βαφών γνωρίζετε;

Απάντηση:

  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ (§12.2.1, σελ. 173-174): «Οι περισσότερες βαφές είναι σύμπλοκες οργανικές ενώσεις» — και, κατά τον ορισμό της §12.2, έγχρωμες ουσίες που διαλύονται στο νερό ή σε άλλα υγρά.
  • ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ:
      ΦΥΣΙΚΕΣ     «Οι περισσότερες φυσικές βαφές είναι ΦΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ,
                  ενώ άλλες είναι ΖΩΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ.»
      ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ  «Τους τελευταίους αιώνες, όμως, με την ΠΡΟΟΔΟ ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ,
                  βαφές είναι δυνατόν να παρασκευαστούν και ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ.»
  • ΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΣΥΝΘΕΤΙΚΩΝ:
      2ο ήμισυ 18ου αι.  ΠΙΚΡΙΚΟ ΟΞΥ — «η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΒΑΦΗ που
         παρασκευάστηκε», «μια ΚΙΤΡΙΝΗ ΧΗΜΙΚΗ ΕΝΩΣΗ που ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ»
      γύρω στα 1870      ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ
      τέλη 19ου αι.      ΣΥΝΘΕΤΙΚΟ ΙΝΔΙΚΟ
      μέσα - τέλη 19ου   «Πολλές βαφές ανακαλύφθηκαν σε ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ
         ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ»
      ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ  ΑΝΙΛΙΝΕΣ και παράγωγά τους (ΜΑΤΖΕΝΤΑ, ΜΟΒ, ΜΠΛΕ ΑΝΙΛΙΝΗ)
         και αργότερα ΑΝΘΡΑΚΟΠΙΣΣΑ

    Η ΣΧΕΣΗ ΦΥΣΙΚΩΝ - ΣΥΝΘΕΤΙΚΩΝ: «εκτός από αυτές τις δύο βαφές — την αλιζαρίνη και το ινδικό —, που ταυτίζονται με τις αντίστοιχες φυσικές, όλες οι άλλες συνθετικές βαφές δεν υπάρχουν στη φύση και παρασκευάζονται μόνο εργαστηριακά».

  • ⚠️ ΣΟΒΑΡΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 174): «Από τις συνθετικές βαφές που συναντώνται στη φύση μόνο η κόκκινη (βυσσινί) αλιζαρίνη και το μπλε ινδικό εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται έως τις μέρες μας.» ➜ Η πρόταση είναι λογικά αδύνατη: συνθετικές βαφές εξ ορισμού δεν συναντώνται στη φύση — όπως λέει ρητά η επόμενη παράγραφος. Το σωστό είναι «Από τις φυσικές βαφές…». Την αποδίδουμε ως έχει και τη σημειώνουμε. ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΟΧΕΣ (σελ. 175): οι βαφές «δρουν, καθώς απορροφώνται από τις ίνες, όπου καθίστανται αδιάλυτες»· «δεν επηρεάζονται από τη θέρμανση, από τα αλκάλια, και από τα οξέα, αλλά είναι ευαίσθητες στο φως», ανάλογα με τη χημική σύσταση, το μήκος κύματος του φωτός, τις προσμείξεις, τη σχετική υγρασία και θερμοκρασία — ⚠️ δήλωση που αντιφάσκει με τη σελ. 178 («οι οργανικές χρωστικές και βαφές απανθρακώνονται και καίγονται, όταν θερμανθούν»).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι περισσότερες βαφές είναι σύμπλοκες οργανικές ενώσεις, δηλαδή έγχρωμες ουσίες που διαλύονται στο νερό ή σε άλλα υγρά, οι οποίες ανάλογα με την προέλευσή τους μπορούν να διακριθούν σε φυσικές και σε συνθετικές. Οι περισσότερες φυσικές βαφές είναι φυτικής προέλευσης, ενώ άλλες είναι ζωικής προέλευσης, και από αυτές μόνο η κόκκινη ή βυσσινί αλιζαρίνη και το μπλε ινδικό εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται έως τις μέρες μας. Τους τελευταίους αιώνες, με την πρόοδο της Χημείας, βαφές είναι δυνατόν να παρασκευαστούν και εργαστηριακά: η συνθετική αλιζαρίνη πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1870 και το συνθετικό ινδικό στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ η πρώτη συνθετική βαφή που παρασκευάστηκε, κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, είναι το πικρικό οξύ, μια κίτρινη χημική ένωση που δεν υπάρχει στη φύση. Πολλές συνθετικές βαφές, όπως η ματζέντα, το μοβ και η μπλε ανιλίνη, παρασκευάστηκαν από ανιλίνες και παράγωγά τους, και άλλες αργότερα από ανθρακόπισσα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι χρήσεις των βαφών

Ερώτηση: Ποιες χρήσεις των βαφών γνωρίζετε;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 175), αυτούσια: «Οι βαφές έχουν χρησιμοποιηθεί για το χρωματισμό υφασμάτων, ως συστατικά των τυπογραφικών μελανιών, ως λάκες στη ζωγραφική, για το χρωματισμό ξύλου, δέρματος ή περγαμηνής.»
      ① ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΣ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ
      ② ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΩΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΜΕΛΑΝΙΩΝ
      ③ ΩΣ ΛΑΚΕΣ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
      ④ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΣ ΞΥΛΟΥ
      ⑤ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΣ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ή ΠΕΡΓΑΜΗΝΗΣ
  • ΓΙΑΤΙ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΤΟ ΥΦΑΣΜΑ: η χρήση στα υφάσματα προκύπτει από τον ίδιο τον μηχανισμό δράσης — «οι βαφές δρουν, καθώς απορροφώνται από τις ίνες, όπου καθίστανται αδιάλυτες». Η βαφή, δηλαδή, χρειάζεται ίνα για να στερεωθεί· γι' αυτό και οι υπόλοιπες χρήσεις (ξύλο, δέρμα, περγαμηνή) αφορούν επίσης ινώδη ή πορώδη οργανικά υλικά.
  • ΓΙΑΤΙ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΑΚΑ: πάνω σε μη ινώδη επιφάνεια η βαφή δεν έχει πού να απορροφηθεί και, καθώς είναι διαλυτή, θα «έτρεχε» μέσα στο συνδετικό. Γι' αυτό μετατρέπεται σε χρωστική με καθίζηση σε αδρανή αδιάλυτη βάση — αυτό ακριβώς είναι η λάκα (σελ. 176). ⚠️ Το βιβλίο επισημαίνει ότι οι βαφές είναι ευαίσθητες στο φως· η αδυναμία αυτή μεταφέρεται και στις λάκες — π.χ. η carmine «δεν είναι ανθεκτική στο φως» (σελ. 183).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι βαφές έχουν χρησιμοποιηθεί για τον χρωματισμό υφασμάτων, ως συστατικά των τυπογραφικών μελανιών, ως λάκες στη ζωγραφική και για τον χρωματισμό ξύλου, δέρματος ή περγαμηνής.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι κατηγορίες των χρωστικών

Ερώτηση: Να αναφέρετε τις κατηγορίες στις οποίες μπορούν να διακριθούν οι χρωστικές.

Απάντηση:

  • ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ (§12.2.2, σελ. 175): «Οι χρωστικές μπορούν να διακριθούν σε κατηγορίες ανάλογα με το χρώμα, την προέλευση ή τη χημική σύστασή τους
  • Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΤΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ — ΑΥΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
      Α. ΓΕΩΔΕΙΣ ή ΟΡΥΚΤΕΣ ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ
         ώχρες, όμπρες, πράσινη γη (terre verte) κ.ά.
      Β. ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ ΦΥΤΙΚΗΣ ή ΖΩΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ - ΛΑΚΕΣ
      Γ. ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ
            α) ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΑΝΟΡΓΑΝΕΣ
            β) ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ
  • Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΤΑ ΧΡΩΜΑ — έτσι οργανώνεται ολόκληρη η §12.3 (σελ. 179-186): λευκές · κίτρινες · κόκκινες · μπλε · πράσινες · καφέ και μαύρες. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΤΑ ΧΗΜΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ — οι συνθετικές ανόργανες «μπορούν να διακριθούν, ανάλογα με τα βασικά στοιχεία τους, π.χ. σε χρωστική σιδήρου, καδμίου, χρωμίου, μολύβδου, χαλκού, τιτανίου και ψευδαργύρου» (σελ. 178).
  • ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΘΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ:
      ΓΕΩΔΕΙΣ/ΟΡΥΚΤΕΣ  «ΕΝΩΣΕΙΣ, συνήθως ΟΡΥΚΤΑ ΟΞΕΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ, που
         περιέχουν μερικές φορές και ΜΑΓΓΑΝΙΟ»
      ΦΥΤΙΚΗΣ/ΖΩΙΚΗΣ   «με λίγες εξαιρέσεις… ΒΑΦΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΣΤΕΙ
         ΚΑΘΙΖΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΑΔΡΑΝΗ ΒΑΣΗ» → ΛΑΚΕΣ
      ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ  «Πολλές… ΜΟΙΑΖΟΥΝ στη χημική σύστασή τους με τις ΦΥΤΙΚΕΣ
         ΒΑΦΕΣ, καθώς και τις ΓΕΩΔΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΥΚΤΕΣ χρωστικές που
         συναντώνται στη φύση. Κάποιες άλλες ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΗ ΦΥΣΗ και
         προέρχονται από ΧΗΜΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ.»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι χρωστικές μπορούν να διακριθούν σε κατηγορίες ανάλογα με το χρώμα, την προέλευση ή τη χημική σύστασή τους. Ανάλογα με την προέλευσή τους διακρίνονται σε γεώδεις ή ορυκτές χρωστικές, όπως οι ώχρες, οι όμπρες και η πράσινη γη, σε χρωστικές φυτικής ή ζωικής προέλευσης, οι οποίες με λίγες εξαιρέσεις είναι βαφές που έχουν υποστεί καθίζηση σε μια αδρανή βάση και ονομάζονται λάκες, και σε συνθετικές χρωστικές, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται σε ανόργανες και σε οργανικές.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι γεώδεις ή ορυκτές χρωστικές

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τις γεώδεις ή ορυκτές χρωστικές;

Απάντηση:

  • ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ (σελ. 175): «Ώχρες, όμπρες, πράσινη γη (terre verte) κ.ά. συγκαταλέγονται στα γεώδη χρώματα.» ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΗΜΙΚΑ: «Πρόκειται για ενώσεις, συνήθως ορυκτά οξείδια του σιδήρου, που περιέχουν μερικές φορές και μαγγάνιοΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ: «Χημικές ενώσεις με παρόμοια χημική σύσταση παρασκευάζονται εργαστηριακά από το 18ο αιώνα.»
  • ΟΙ ΟΡΥΚΤΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ:
      ΚΙΤΡΙΝΟ ΘΕΙΙΚΟ ΑΡΣΕΝΙΚΟ «ORPIMENT»
      ΜΠΛΕ ΑΖΟΥΡΙΤΗΣ
      ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΜΑΛΑΧΙΤΗΣ
      ΜΠΛΕ ΤΟΥ LAPIS LAZULI
      ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΙΝΝΑΒΑΡΙ

    ⚠️ Το «orpiment» ονομάζεται «κίτρινο θειικό αρσενικό», ενώ ο τύπος που δίνει το ίδιο το βιβλίο στη σελ. 181 είναι As2S3, δηλαδή θειούχο (τρισουλφίδιο) αρσενικό — λάθος χημικής ονομασίας.

  • Η ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ:
      ΦΥΣΙΚΟ ULTRAMARINE ή ΛΑΖΟΥΡΙ  «προέρχεται από μια ΠΟΛΥΠΛΟΚΗ
         ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ LAPIS LAZULI»
      ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΟΡΥΚΤΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ  «μπορούσαν ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΤΡΙΦΤΟΥΝ ΣΕ ΛΕΠΤΗ
         ΣΚΟΝΗ, να ΚΟΝΙΟΡΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ»

    ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ: «Εκτός από τις φυσικές ορυκτές ενώσεις, χρησιμοποιήθηκαν και συνθετικές χρωστικές με παρόμοια χημική σύσταση. Τεχνητό κόκκινο κιννάβαρι «vermilion» παρασκευάζεται από πολύ παλιά, ενώ συνθετικό μπλε ultramarine και κίτρινο orpiment μόλις από το 19ο αιώνα

  • Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΣΗΜΕΡΑ: «Από αυτές τις ορυκτές χρωστικές μόνο το συνθετικό μπλε ultramarine χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα στις μέρες μας.» ➜ Δηλαδή από μια ολόκληρη οικογένεια χρωστικών με χιλιετή ιστορία, μόνο μία επιβιώνει σε ευρεία χρήση — και αυτή στη συνθετική της μορφή.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στα γεώδη ή ορυκτά χρώματα συγκαταλέγονται οι ώχρες, οι όμπρες, η πράσινη γη ή terre verte και άλλα. Πρόκειται για ενώσεις, συνήθως ορυκτά οξείδια του σιδήρου, που περιέχουν μερικές φορές και μαγγάνιο, ενώ χημικές ενώσεις με παρόμοια χημική σύσταση παρασκευάζονται εργαστηριακά από τον 18ο αιώνα. Οι ορυκτές ενώσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως στο παρελθόν είναι το κίτρινο θειικό αρσενικό orpiment, ο μπλε αζουρίτης, ο πράσινος μαλαχίτης, το μπλε του lapis lazuli και το κόκκινο κιννάβαρι. Το φυσικό ultramarine ή λαζούρι προέρχεται από μια πολύπλοκη διαδικασία καθαρισμού του lapis lazuli, ενώ οι άλλες ορυκτές ενώσεις μπορούσαν απλώς να τριφτούν σε λεπτή σκόνη, να κονιορτοποιηθούν. Εκτός από τις φυσικές ορυκτές ενώσεις, χρησιμοποιήθηκαν και συνθετικές χρωστικές με παρόμοια χημική σύσταση: τεχνητό κόκκινο κιννάβαρι ή vermilion παρασκευάζεται από πολύ παλιά, ενώ συνθετικό μπλε ultramarine και κίτρινο orpiment μόλις από τον 19ο αιώνα. Από αυτές τις ορυκτές χρωστικές μόνο το συνθετικό μπλε ultramarine χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα στις μέρες μας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Τι είναι οι λάκες

Ερώτηση: Τι είναι οι λάκες;

Απάντηση:

  • Ο ΟΡΙΣΜΟΣ (σελ. 176), αυτούσιος: «Οι χρωστικές που προέρχονται από καθίζηση βαφών σε αδρανείς αδιάλυτες βάσεις ονομάζονται λάκες.»
  • ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: «Με λίγες εξαιρέσεις, οι φυτικής ή ζωικής προέλευσης χρωστικές είναι βαφές που έχουν υποστεί καθίζηση σε μια αδρανή βάση.» ➜ Η λάκα είναι, δηλαδή, ο μηχανισμός με τον οποίο μια διαλυτή βαφή γίνεται αδιάλυτη χρωστική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική.
      ΒΑΦΗ (ΔΙΑΛΥΤΗ)  +  ΑΔΡΑΝΗΣ ΑΔΙΑΛΥΤΗ ΒΑΣΗ
                      ↓ ΚΑΘΙΖΗΣΗ
                  ΛΑΚΑ = ΧΡΩΣΤΙΚΗ (ΑΔΙΑΛΥΤΗ)
  • ΟΙ ΑΔΡΑΝΕΙΣ ΒΑΣΕΙΣ — «διάφορες λευκές, ιδιαίτερα απορροφητικές ουσίες»:
      ΚΙΜΩΛΙΑ                 (ΑΝΘΡΑΚΙΚΟ ΑΣΒΕΣΤΙΟ)
      ΓΥΨΟΣ                   (ΘΕΙΙΚΟ ΑΣΒΕΣΤΙΟ)
      ΘΕΙΙΚΟ ΒΑΡΙΟ
      ΥΔΡΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ
  • ΤΟ ΙΧΝΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΡΜΑΝΣΗ (σελ. 178): «Στις λάκες, εκτός από το υπόλειμμα που προαναφέρθηκε, είναι παρούσα και η ανόργανη βάση τους.» ➜ Δηλαδή μια λάκα, στην ανάλυση με θέρμανση, συμπεριφέρεται ενδιάμεσα: καίγεται το οργανικό της μέρος (η βαφή) και απομένει η ανόργανη βάση. Αυτό είναι και αναλυτικό κριτήριο ταυτοποίησης για τον συντηρητή. ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΤΕΡΕΣ: η κόκκινη λάκα της αλιζαρίνης, το κρεμέζι και η carmine.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι χρωστικές που προέρχονται από καθίζηση βαφών σε αδρανείς αδιάλυτες βάσεις ονομάζονται λάκες. Με λίγες εξαιρέσεις, οι φυτικής ή ζωικής προέλευσης χρωστικές είναι βαφές που έχουν υποστεί καθίζηση σε μια αδρανή βάση. Ως αδρανείς βάσεις για τις λάκες έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες λευκές, ιδιαίτερα απορροφητικές ουσίες, όπως η κιμωλία, δηλαδή το ανθρακικό ασβέστιο, ο γύψος, δηλαδή το θειικό ασβέστιο, το θειικό βάριο και το υδροξείδιο του ασβεστίου.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι κόκκινες λάκες και η προέλευσή τους

Ερώτηση: Να αναφέρετε τις κόκκινες λάκες που γνωρίζετε καθώς και την προέλευσή τους.

Απάντηση:

  • ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΛΑΚΕΣ (σελ. 176):
      ΚΟΚΚΙΝΗ ΛΑΚΑ ΤΗΣ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗΣ  «Μια από τις ΠΙΟ ΓΝΩΣΤΕΣ»
         ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: «ΑΝΑΜΕΙΞΗ ΕΝΟΣ ΕΚΧΥΛΙΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΡΙΖΑ ΕΝΟΣ ΦΥΤΟΥ
         με ΣΤΥΠΤΗΡΙΑ και ΑΝΘΡΑΚΙΚΟ ΝΑΤΡΙΟ»
         ΣΗΜΕΡΑ: «χρησιμοποιείται ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ για την παρασκευή της»
      ΚΡΕΜΕΖΙ  «προέρχεται από ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΕΝΤΟΜΟΥ, τον ΚΕΡΜΗ ΤΟ ΒΑΦΙΚΟ»
      CARMINE  «προέρχεται από ΕΝΑ ΕΝΤΟΜΟ ΠΟΥ ΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΑΚΤΟΥΣ
         ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ»
  • Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗ §12.3 (σελ. 183): «Καρμίνα (carmine). Πρόκειται για κόκκινη χρωστική που προέρχεται από τη φυσική ζωική βαφή κοχενίλη. Είναι ένωση καρμινικού οξέος με αργίλιο και ασβέστιο. Δεν είναι ανθεκτική στο φως.» ➜ Το βιβλίο δίνει το ίδιο υλικό δύο φορές, με δύο ονόματα («carmine» στη σελ. 176, «Καρμίνα (carmine)» στη σελ. 183) και δύο περιγραφές της προέλευσης (έντομο των κάκτων του Μεξικού / βαφή κοχενίλη) — που είναι, στην πραγματικότητα, η ίδια πηγή.
  • ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ:
      ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ  ΦΥΤΙΚΗ προέλευση — ΡΙΖΑ ΦΥΤΟΥ
      ΚΡΕΜΕΖΙ    ΖΩΙΚΗ προέλευση — ΕΝΤΟΜΟ (κέρμης ο βαφικός)
      CARMINE    ΖΩΙΚΗ προέλευση — ΕΝΤΟΜΟ (κοχενίλη, κάκτοι Μεξικού)
      ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ: ΒΑΦΕΣ που έγιναν ΧΡΩΣΤΙΚΕΣ με ΚΑΘΙΖΗΣΗ σε ΑΔΡΑΝΗ ΒΑΣΗ

    ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΙΤΡΙΝΗ, ΓΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΗ: «Μια κίτρινη βαφή προέρχεται από τα διάφορων ειδών άγουρα μούρα ενός θάμνου (Rhamnus)» (σελ. 176).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι κόκκινες λάκες που αναφέρει το βιβλίο είναι τρεις. Μία από τις πιο γνωστές είναι η κόκκινη λάκα της αλιζαρίνης, που προέρχεται από ανάμειξη ενός εκχυλίσματος από τη ρίζα ενός φυτού με στυπτηρία και ανθρακικό νάτριο, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται συνθετική αλιζαρίνη για την παρασκευή της. Άλλες κόκκινες λάκες είναι το κρεμέζι, που προέρχεται από ένα είδος εντόμου, τον κέρμη το βαφικό, και η carmine ή καρμίνα, που προέρχεται από ένα έντομο που ζει πάνω σε κάκτους στο Μεξικό, δηλαδή από τη φυσική ζωική βαφή κοχενίλη, και είναι ένωση καρμινικού οξέος με αργίλιο και ασβέστιο, μη ανθεκτική στο φως.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η παρασκευή της κόκκινης λάκας της αλιζαρίνης

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την παρασκευή της κόκκινης λάκας της αλιζαρίνης;

Απάντηση:

  • Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (σελ. 176), αυτούσια: «Μια από τις πιο γνωστές είναι η κόκκινη λάκα της αλιζαρίνης, που προέρχεται από ανάμειξη ενός εκχυλίσματος από τη ρίζα ενός φυτού με στυπτηρία και ανθρακικό νάτριο. Παράγεται τότε υδροξείδιο του αργιλίου, που σχηματίζει ίζημα απορροφώντας ταυτόχρονα τα έγχρωμα μόρια της βαφής. Σήμερα χρησιμοποιείται συνθετική αλιζαρίνη για την παρασκευή της κόκκινης λάκας.»
  • Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΗΜΑ-ΒΗΜΑ:
      ① ΕΚΧΥΛΙΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΙΖΑ ΕΝΟΣ ΦΥΤΟΥ   (η βαφή — η αλιζαρίνη)
      ② + ΣΤΥΠΤΗΡΙΑ                        (η πηγή του αργιλίου)
      ③ + ΑΝΘΡΑΚΙΚΟ ΝΑΤΡΙΟ                 (το αλκαλικό αντιδραστήριο)
      ④ ΠΑΡΑΓΕΤΑΙ ΥΔΡΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΡΓΙΛΙΟΥ  (η αδρανής αδιάλυτη βάση,
                                            που δημιουργείται ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ)
      ⑤ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΙ ΙΖΗΜΑ ΑΠΟΡΡΟΦΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΤΑ ΕΓΧΡΩΜΑ ΜΟΡΙΑ
         ΤΗΣ ΒΑΦΗΣ
      → ΤΟ ΙΖΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΛΑΚΑ, δηλαδή ΑΔΙΑΛΥΤΗ ΧΡΩΣΤΙΚΗ
  • ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ: η περίπτωση της αλιζαρίνης δείχνει ότι η αδρανής βάση δεν προϋπάρχει πάντοτε — εδώ σχηματίζεται μέσα στο ίδιο το μείγμα (το υδροξείδιο του αργιλίου από τη στυπτηρία και το ανθρακικό νάτριο) και συγκαθιζάνει με τη βαφή. Έτσι τα έγχρωμα μόρια παγιδεύονται μέσα στο ίζημα τη στιγμή που αυτό σχηματίζεται. ➜ Το αποτέλεσμα ικανοποιεί τον ορισμό της λάκας: «χρωστικές που προέρχονται από καθίζηση βαφών σε αδρανείς αδιάλυτες βάσεις».
  • ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ:
      ΦΥΣΙΚΗ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ   «η ΚΟΚΚΙΝΗ (ΒΥΣΣΙΝΙ) ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ» — μία από τις δύο
         βαφές που «ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΕΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ»
      ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗ  «πρωτοεμφανίστηκε… ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1870» και
         «ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΦΥΣΙΚΗ»
      ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΛΑΚΑ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗΣ (σελ. 179)  «προέκυψε από ΒΑΦΗ ΑΛΙΖΑΡΙΝΗΣ»
         στις πρώτες ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ χρωστικές του 19ου αιώνα

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η κόκκινη λάκα της αλιζαρίνης, μία από τις πιο γνωστές λάκες, προέρχεται από ανάμειξη ενός εκχυλίσματος από τη ρίζα ενός φυτού με στυπτηρία και ανθρακικό νάτριο. Παράγεται τότε υδροξείδιο του αργιλίου, που σχηματίζει ίζημα απορροφώντας ταυτόχρονα τα έγχρωμα μόρια της βαφής. Σήμερα χρησιμοποιείται συνθετική αλιζαρίνη για την παρασκευή της κόκκινης λάκας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η προέλευση και οι χρήσεις της σέπιας

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε σχετικά με την προέλευση και τις χρήσεις της σέπιας;

Απάντηση:

  • Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ (σελ. 177): «Η σέπια προέρχεται από τις μαύρες και καφέ σκούρου χρώματος εκκρίσεις της σουπιάςΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΧΡΩΣΤΙΚΗΣ: «Για την παραγωγή της χρωστικής οι σάκοι που περιέχουν το μελάνι αποκόπτονται από το υπόλοιπο σώμα της σουπιάς και ξηραίνονται, αφού εκτεθούν για λίγο στον ήλιο
  • ΟΙ ΧΡΗΣΕΙΣ: «Η σέπια έχει χρησιμοποιηθεί ως μελάνι στην αρχαιότητα αλλά και ως υδατόχρωμα μόλις από τα τέλη του 18ου αιώνα
      ΩΣ ΜΕΛΑΝΙ      ήδη ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
      ΩΣ ΥΔΑΤΟΧΡΩΜΑ  ΜΟΛΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ
      ΧΡΩΜΑ          ΚΑΣΤΑΝΟΜΑΥΡΗ (σελ. 176)
  • ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΑΚΑ: η σέπια ανήκει στην ομάδα που το βιβλίο ξεχωρίζει ρητά μαζί με το ινδικό μπλε, το ινδικό κίτρινο και την gamboge (σελ. 176): πρόκειται για χρωστικές φυτικής ή ζωικής προέλευσης που «μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χρωστικές ως έχουν, δηλαδή χωρίς να είναι πρώτα απαραίτητος ο σχηματισμός λάκας, καθώς είναι αδιάλυτες στο νερό αλλά και σε μη υδατικά συνδετικά υλικά». ➜ Η σέπια, δηλαδή, είναι εξ αρχής χρωστική και όχι βαφή που μετατρέπεται σε χρωστική.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η σέπια προέρχεται από τις μαύρες και καφέ σκούρου χρώματος εκκρίσεις της σουπιάς. Για την παραγωγή της χρωστικής οι σάκοι που περιέχουν το μελάνι αποκόπτονται από το υπόλοιπο σώμα της σουπιάς και ξηραίνονται, αφού εκτεθούν για λίγο στον ήλιο. Η σέπια έχει χρησιμοποιηθεί ως μελάνι στην αρχαιότητα αλλά και ως υδατόχρωμα μόλις από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ανήκει στις χρωστικές φυτικής ή ζωικής προέλευσης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν, χωρίς να είναι πρώτα απαραίτητος ο σχηματισμός λάκας, καθώς είναι αδιάλυτες στο νερό αλλά και σε μη υδατικά συνδετικά υλικά.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οργανικές και ανόργανες συνθετικές χρωστικές

Ερώτηση: Ποια η διαφορά μεταξύ των οργανικών και των ανόργανων συνθετικών χρωστικών;

Απάντηση:

  • Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ (σελ. 177): «Οι συνθετικές χρωστικές μπορούν να χωριστούν σε ανόργανες και σε οργανικές
  • ① ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΧΗΜΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ:
      ΑΝΟΡΓΑΝΕΣ  «αποτελούνται από ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, όπως ΑΡΓΙΛΙΟ,
         ΑΝΤΙΜΟΝΙΟ, ΑΡΣΕΝΙΚΟ, ΒΑΡΙΟ, ΜΟΛΥΒΔΟ, ΚΑΔΜΙΟ, ΑΣΒΕΣΤΙΟ, ΧΡΩΜΙΟ,
         ΣΙΔΗΡΟ, ΚΑΛΙΟ, ΚΟΒΑΛΤΙΟ, ΧΑΛΚΟ, ΜΑΓΝΗΣΙΟ, ΜΑΓΓΑΝΙΟ, ΘΕΙΟ,
         ΤΙΤΑΝΙΟ, ΥΔΡΟΓΟΝΟ, ΚΑΣΣΙΤΕΡΟ και ΨΕΥΔΑΡΓΥΡΟ»
         Ο ΑΝΘΡΑΚΑΣ συναντάται σε αυτές: α) σε ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΟΡΦΗ, ως ΑΙΘΑΛΗ
         (ΦΟΥΜΟ), ΚΑΡΒΟΥΝΟ ή ΜΑΥΡΟ ΤΟΥ ΕΛΕΦΑΝΤΟΣΤΟΥ, και β) στη ΜΟΡΦΗ
         ΑΝΘΡΑΚΙΚΩΝ
      ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ  «αποτελούνται ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟ ΑΝΘΡΑΚΑ, ΥΔΡΟΓΟΝΟ και ΟΞΥΓΟΝΟ.
         Μερικές φορές μπορεί να περιέχουν ΑΖΩΤΟ και ΘΕΙΟ και ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ
         μικρές ποσότητες άλλων στοιχείων.»
  • ② ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΡΜΑΝΣΗ — το πρακτικό αναλυτικό κριτήριο (σελ. 178):
      ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ  «ΑΠΑΝΘΡΑΚΩΝΟΝΤΑΙ και ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ, όταν θερμανθούν,
         αφήνοντας ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΣΤΕΡΕΟΥ ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΟΣ»
      ΛΑΚΕΣ      «εκτός από το υπόλειμμα που προαναφέρθηκε, είναι παρούσα
         και Η ΑΝΟΡΓΑΝΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ»
      ΑΝΟΡΓΑΝΕΣ  «ΔΕΝ ΑΠΑΝΘΡΑΚΩΝΟΝΤΑΙ κατά τη θέρμανσή τους και ΑΦΗΝΟΥΝ
         ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΩΝ»

    ⚠️ Η διατύπωση «οι οργανικές χρωστικές και βαφές απανθρακώνονται και καίγονται, όταν θερμανθούν» αντιφάσκει ευθέως με τη σελ. 175, όπου δηλώνεται ότι «οι βαφές δεν επηρεάζονται από τη θέρμανση».

  • ③ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ (σελ. 177): «Πολλές συνθετικές χρωστικές μοιάζουν στη χημική σύστασή τους με τις φυτικές βαφές, καθώς και τις γεώδεις και ορυκτές χρωστικές που συναντώνται στη φύση. Κάποιες άλλες δεν υπάρχουν στη φύση και προέρχονται από χημικές ενώσεις.» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: ανόργανες → λευκό του μολύβδου, μίνιο, verdigris, αιγυπτιακό μπλε, vermilion, σμάλτο, μπλε της Πρωσίας, χρωστικές χρωμίου και καδμίου, λευκό τιτανίου, μπλε μαγγανίου· οργανικές → βαφές ανθρακόπισσας στερεοποιημένες πάνω σε υποστρώματα, συνθετική λάκα αλιζαρίνης, κίτρινες με διαζώτωση, πρώτες κόκκινες στις αρχές του 20ού αιώνα, και γύρω στα 1930 μπλε και πράσινες με την ανακάλυψη του φθαλοκυανιδίου.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι συνθετικές χρωστικές χωρίζονται σε ανόργανες και σε οργανικές. Οι ανόργανες αποτελούνται από διάφορα στοιχεία, όπως αργίλιο, αντιμόνιο, αρσενικό, βάριο, μόλυβδο, κάδμιο, ασβέστιο, χρώμιο, σίδηρο, κάλιο, κοβάλτιο, χαλκό, μαγνήσιο, μαγγάνιο, θείο, τιτάνιο, υδρογόνο, κασσίτερο και ψευδάργυρο, ενώ ο άνθρακας συναντάται σε αυτές σε ελεύθερη μορφή, ως αιθάλη ή φούμο, κάρβουνο ή μαύρο του ελεφαντοστού, και στη μορφή ανθρακικών. Οι οργανικές αποτελούνται κυρίως από άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο, ενώ μερικές φορές μπορεί να περιέχουν άζωτο και θείο και σπανιότατα μικρές ποσότητες άλλων στοιχείων. Η βασική πρακτική διαφορά τους φαίνεται στη θέρμανση: οι οργανικές χρωστικές και βαφές απανθρακώνονται και καίγονται, όταν θερμανθούν, αφήνοντας ελάχιστες ποσότητες στερεού υπολείμματος, ενώ στις λάκες είναι παρούσα και η ανόργανη βάση τους. Αντίθετα, οι ανόργανες χρωστικές δεν απανθρακώνονται κατά τη θέρμανσή τους και αφήνουν μεγάλες ποσότητες υπολειμμάτων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι σημαντικότερες συνθετικές ανόργανες χρωστικές

Ερώτηση: Να αναφέρετε τις σημαντικότερες συνθετικές ανόργανες χρωστικές.

Απάντηση:

  • Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ (σελ. 178): «Οι συνθετικές ανόργανες χρωστικές μπορούν να διακριθούν, ανάλογα με τα βασικά στοιχεία τους, π.χ. σε χρωστική σιδήρου, καδμίου, χρωμίου, μολύβδου, χαλκού, τιτανίου και ψευδαργύρου
  • ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ — «ήταν γνωστές διάφορες μέθοδοι παρασκευής ανόργανων χρωστικών»:
      ΛΕΥΚΟ ΤΟΥ ΜΟΛΥΒΔΟΥ   (ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΝΘΡΑΚΙΚΟΣ ΜΟΛΥΒΔΟΣ)
      ΜΙΝΙΟ ή ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΜΟΛΥΒΔΟΣ  (ΕΠΙΤΕΤΑΡΤΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΜΟΛΥΒΔΟΥ)
      VERDIGRIS            (ΟΞΙΚΟΣ ΧΑΛΚΟΣ)
      ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟ ΜΠΛΕ      (ΠΥΡΙΤΙΚΟ ΑΛΑΣ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ - ΧΑΛΚΟΥ)

    ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ — «συντίθενται»:

      VERMILION            (ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΘΕΙΙΚΟΣ ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΣ)
      ΚΙΤΡΙΝΟ ΜΟΛΥΒΔΟΥ - ΚΑΣΣΙΤΕΡΟΥ  (ΚΑΣΣΙΤΕΡΙΚΟ ΑΛΑΣ ΜΟΛΥΒΔΟΥ)
      ΣΜΑΛΤΟ               (ΚΟΝΙΟΡΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΓΥΑΛΙ ΚΟΒΑΛΤΙΟΥ)

    ⚠️ Το vermilion λέγεται εδώ «κόκκινος θειικός υδράργυρος», ενώ στη σελ. 182 «ερυθρός θειούχος υδράργυρος [HgS]» — αντιφατική χημική ονομασία μέσα στο ίδιο κεφάλαιο, με τη σελ. 182 να είναι η σωστή.

  • ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
      18ος αι.      ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΠΡΩΣΙΑΣ (ΣΙΔΗΡΟΚΥΑΝΟΥΧΟΣ ΣΙΔΗΡΟΣ) —
         «η ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» (σελ. 185: «εφευρέθηκε το 1704»)
      ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟ 1800, με την ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ:
         ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ            (ΧΡΩΜΙΟΥΧΟΣ ΜΟΛΥΒΔΟΣ)
         ΑΔΙΑΦΑΝΕΣ ΠΡΑΣΙΝΟ ΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ
         VIRIDIAN — ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΠΡΑΣΙΝΟ ΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ
         ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ  ΜΕΙΓΜΑ ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΠΡΩΣΙΑΣ + ΚΙΤΡΙΝΟΥ
                              ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΟΥ
      ΑΡΓΟΤΕΡΑ      ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΟΥ ΚΑΔΜΙΟΥ (ΣΟΥΛΦΙΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΔΜΙΟΥ) ·
                    ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΟΥ ΚΑΔΜΙΟΥ
      20ός αι.      ΛΕΥΚΟ ΤΟΥ ΤΙΤΑΝΙΟΥ · ΜΠΛΕ ΜΑΓΓΑΝΙΟΥ
  • ⚠️ ΔΥΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ: · Στη σελ. 179 το «πράσινο του χρωμίου» ορίζεται σωστά ως μείγμα μπλε της Πρωσίας και κίτρινου του χρωμίου, διακριτό από το «αδιαφανές πράσινο οξείδιο του χρωμίου». Στη σελ. 186 όμως τα δύο συγχέονται: «Πράσινο χρωμίου [Cr2O3]. Το άνυδρο οξείδιο χρωμίουΕίναι μείγμα των χρωστικών μπλε της Πρωσίας και κίτρινου του χρωμίου» — ασύμβατη διατύπωση. · Στη σελ. 181 το κίτρινο καδμίου δίνεται με τον τύπο [CdS] και αμέσως μετά ως «σύνθεση θειούχου καδμίου, αντιμονιούχου μολύβδου και θειικού ασβεστίου». ➜ Στην απάντηση παραθέτουμε τον κατάλογο όπως τον δίνει το βιβλίο, σημειώνοντας τις αντιφάσεις.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Από την αρχαιότητα ήταν γνωστές διάφορες μέθοδοι παρασκευής ανόργανων χρωστικών, όπως είναι το λευκό του μολύβδου, δηλαδή ο βασικός ανθρακικός μόλυβδος, το μίνιο ή κόκκινος μόλυβδος, δηλαδή το επιτεταρτοξείδιο του μολύβδου, το verdigris, δηλαδή ο οξικός χαλκός, και το αιγυπτιακό μπλε, δηλαδή το πυριτικό άλας ασβεστίου-χαλκού. Τον Μεσαίωνα συντίθενται το vermilion, δηλαδή ο κόκκινος θειικός υδράργυρος, το κίτρινο μολύβδου-κασσίτερου, δηλαδή το κασσιτερικό άλας μολύβδου, και το σμάλτο, δηλαδή κονιορτοποιημένο γυαλί κοβαλτίου. Τον 18ο αιώνα γίνεται η πολύ σημαντική ανακάλυψη της χρωστικής μπλε της Πρωσίας, δηλαδή του σιδηροκυανούχου σιδήρου. Με την ανακάλυψη του χρωμίου, λίγο μετά το 1800, άρχισε η παραγωγή νέων χρωστικών, όπως είναι το κίτρινο του χρωμίου, δηλαδή ο χρωμιούχος μόλυβδος, το αδιαφανές πράσινο οξείδιο του χρωμίου, το viridian, δηλαδή το διαφανές πράσινο οξείδιο του χρωμίου, και το πράσινο του χρωμίου, που είναι μείγμα μπλε της Πρωσίας και κίτρινου του χρωμίου. Αργότερα ακολουθούν το κίτρινο του καδμίου, δηλαδή το σουλφίδιο του καδμίου, και το κόκκινο του καδμίου, ενώ τον 20ό αιώνα ανακαλύπτεται το λευκό του τιτανίου και το μπλε μαγγανίου.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ