Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 14 (σελ. 206) – ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΛΙΚΩΝ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 14

Πλήρεις λύσεις και των 11 ερωτήσεων του 14ου κεφαλαίου: ο ορισμός του βερνικιού ως μονοφασικού υλικού που μεταβαίνει από την υγρή στη στερεή κατάσταση, ο προστατευτικός και ο αισθητικός του ρόλος, οι ιδιότητες πρόσφυσης, ευκαμψίας και δυσθραυστότητας με τους πλαστικοποιητές, οι τέσσερις κατηγορίες κατά τη σύσταση, τα βερνίκια διαλύτη και ο αντιστρέψιμος χαρακτήρας τους, τα βερνίκια λαδιού και η διπλή στερεοποίησή τους που τα καθιστά αδιάλυτα, η σύσταση των σύγχρονων βερνικιών, και τα επιμέρους συστατικά — κοπάλια, κολοφώνιο, γομμαλάκα, δάμαρη και μαστίχη — με την προέλευση, τις εφαρμογές και τα μειονεκτήματα του καθενός.


Τι είναι τα βερνίκια και γιατί χρησιμοποιούνται

Ερώτηση: Τι είναι τα βερνίκια και γιατί χρησιμοποιούνται στις ζωγραφικές επιφάνειες;

Απάντηση:

  • Ο ΟΡΙΣΜΟΣ (§14.1, σελ. 200): «Το βερνίκι χαρακτηρίζεται από μία μόνο ομογενή φάση που έχει την ιδιότητα με την πάροδο του χρόνου να μεταβαίνει από την υγρή στη στερεή κατάσταση. Σχηματίζει ένα διαφανές, στερεό λεπτό στρώμα, του οποίου η σκληρότητα, η ελαστικότητα και η στιλπνότητα εξαρτώνται από τη σύστασή του.» ⚠️ Προσέξτε το «μία μόνο ομογενή φάση»: σε αντίθεση με τα συνδετικά της τέμπερας (κεφ. 13), που έχουν υδατική + μη υδατική φάση + γαλακτωματοποιητή, το βερνίκι είναι μονοφασικό.
  • Ο ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ: «Προστατεύει τα υποκείμενα χρωματικά στρώματα από επιφανειακούς ρύπους και ως ένα βαθμό από επιφανειακές κακώσεις.» Ο ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ: «Στις ζωγραφικές επιφάνειες το βερνίκι προσφέρει επιπλέον γυαλάδα, δίνει βάθος στα χρωματικά στρώματα και κάνει τα χρώματα να φαίνονται πιο σκούρα
  •   ΒΕΡΝΙΚΙ
       ├── ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ  · από ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΟΥΣ ΡΥΠΟΥΣ
       │               · ΩΣ ΕΝΑ ΒΑΘΜΟ από ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ
       └── ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ  · ΓΥΑΛΑΔΑ
                       · ΒΑΘΟΣ στα χρωματικά στρώματα
                       · τα χρώματα ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΣΚΟΥΡΑ

    ⚠️ Το τελευταίο είναι παρενέργεια, όχι πλεονέκτημα: ο συντηρητής πρέπει να γνωρίζει ότι μέρος του σκούρου τόνου ενός παλαιού έργου οφείλεται στο βερνίκι, το οποίο μάλιστα κιτρινίζει επιπλέον με τη γήρανση (βλ. δάμαρη, μαστίχη, ήλεκτρο, κοπάλια).

  • ΑΠΟ ΤΙ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: «Τα βερνίκια χρησιμοποιούνται για προστασία της ζωγραφικής επιφάνειας και η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από:
    
      · τη ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΥΣΗΣ τους στο στρώμα που πρόκειται να επικαλύψουν
      · τις ΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ τους (ΕΥΚΑΜΨΙΑ, ΔΥΣΘΡΑΥΣΤΟΤΗΤΑ), όταν
        βρίσκονται σε στερεή κατάσταση, ώστε να ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ τις ενδεχόμενες
        μεταβολές της υποκείμενης ζωγραφικής επιφάνειας (ΣΥΣΤΟΛΕΣ, ΔΙΑΣΤΟΛΕΣ,
        ΣΚΕΒΡΩΜΑ) ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΤΟΥΣ
    ```»
    «**Ενίσχυση αυτών των ιδιοτήτων επιτυγχάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσθήκη ειδικών ουσιών που ονομάζονται πλαστικοποιητές.**»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το βερνίκι χαρακτηρίζεται από μία μόνο ομογενή φάση που έχει την ιδιότητα, με την πάροδο του χρόνου, να μεταβαίνει από την υγρή στη στερεή κατάσταση. Σχηματίζει ένα διαφανές, στερεό λεπτό στρώμα, του οποίου η σκληρότητα, η ελαστικότητα και η στιλπνότητα εξαρτώνται από τη σύστασή του. Χρησιμοποιείται για την προστασία της ζωγραφικής επιφάνειας, καθώς προστατεύει τα υποκείμενα χρωματικά στρώματα από επιφανειακούς ρύπους και ως έναν βαθμό από επιφανειακές κακώσεις. Στις ζωγραφικές επιφάνειες προσφέρει επιπλέον γυαλάδα, δίνει βάθος στα χρωματικά στρώματα και κάνει τα χρώματα να φαίνονται πιο σκούρα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι ιδιότητες που πρέπει να έχουν τα βερνίκια ζωγραφικής

Ερώτηση: Ποιες ιδιότητες πρέπει να έχουν τα βερνίκια, για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη ζωγραφική;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (§14.1, σελ. 200): «Τα βερνίκια χρησιμοποιούνται για προστασία της ζωγραφικής επιφάνειας και η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από:
    
      ① τη ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΥΣΗΣ τους στο στρώμα που πρόκειται να επικαλύψουν
      ② τις ΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ τους (ΕΥΚΑΜΨΙΑ, ΔΥΣΘΡΑΥΣΤΟΤΗΤΑ) όταν βρίσκονται
         σε ΣΤΕΡΕΗ κατάσταση
    ```»
  • ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ: «ώστε να παρακολουθούν τις ενδεχόμενες μεταβολές της υποκείμενης ζωγραφικής επιφάνειας (συστολές, διαστολές, σκέβρωμα) χωρίς διακοπή της συνοχής τους». ➜ Το υπόστρωμα ενός ζωγραφικού έργου — ξύλο ή ύφασμα — κινείται με τις μεταβολές θερμοκρασίας και υγρασίας. Ένα άκαμπτο ή εύθραυστο βερνίκι θα ραγίσει· γι' αυτό απαιτούνται ευκαμψία (να ακολουθεί τη μεταβολή) και δυσθραυστότητα (να μη σπάει).
  • Η ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥΣ: «Ενίσχυση αυτών των ιδιοτήτων επιτυγχάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσθήκη ειδικών ουσιών που ονομάζονται πλαστικοποιητές.» Παράδειγμα από το ίδιο το κεφάλαιο (§14.2, μαστίχη): «Για να αυξηθεί η ελαστικότητά τους, πολλές φορές προστίθεται λινέλαιο, βενετσιάνικη τερεβινθίνη κτλ.»
  • ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ §14.2 — ό,τι το βιβλίο ζητά να αποφεύγεται ορίζει και τι πρέπει να έχει ένα καλό βερνίκι:
      ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ και ΑΝΟΙΧΤΟ ΧΡΩΜΑ  — τα κοπάλια απορρίπτονται για το «ΠΟΛΥ
         ΣΚΟΥΡΟ ΧΡΩΜΑ» τους
      ΧΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ        — απορρίπτονται όσα ΚΙΤΡΙΝΙΖΟΥΝ ΕΝΤΟΝΑ
         (κοπάλια, ήλεκτρο, κολοφώνιο)
      ΜΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΤΗΤΑ             — τα κοπάλια είναι «ΕΥΘΡΥΠΤΑ λόγω της
         σκληρότητάς τους»
      ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΦΑΙΡΕΣΗΣ         — τα βερνίκια ήλεκτρου είναι «ΔΥΣΚΟΛΑ ΣΤΗΝ
         ΑΦΑΙΡΕΣΗ»· τα βερνίκια λαδιού «ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΔΙΑΛΥΤΑ» με τον χρόνο
      ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΥΓΡΑΣΙΑ          — η γομμαλάκα ΑΠΟΣΥΝΤΙΘΕΤΑΙ και γίνεται
         ΚΥΑΝΩΠΗ με την υγρασία
      ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΟ ΦΩΣ               — το κολοφώνιο ΜΑΛΑΚΩΝΕΙ με το ηλιακό φως,
         λόγω του χαμηλού σημείου τήξης του
      ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ     — τα κυτταρινικά βερνίκια αποφεύγονται
         λόγω «ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη ζωγραφική, τα βερνίκια πρέπει να έχουν δύο βασικές ιδιότητες, από τις οποίες εξαρτάται και η αποτελεσματικότητά τους. Πρώτον, τη δυνατότητα πρόσφυσής τους στο στρώμα που πρόκειται να επικαλύψουν. Δεύτερον, κατάλληλες μηχανικές ιδιότητες, δηλαδή ευκαμψία και δυσθραυστότητα, όταν βρίσκονται σε στερεή κατάσταση, ώστε να παρακολουθούν τις ενδεχόμενες μεταβολές της υποκείμενης ζωγραφικής επιφάνειας, δηλαδή συστολές, διαστολές και σκέβρωμα, χωρίς διακοπή της συνοχής τους. Ενίσχυση αυτών των ιδιοτήτων επιτυγχάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσθήκη ειδικών ουσιών που ονομάζονται πλαστικοποιητές. Επιπλέον, από τα όσα επισημαίνει το βιβλίο για τα επιμέρους συστατικά προκύπτει ότι ένα κατάλληλο βερνίκι πρέπει να είναι διαφανές και ανοιχτόχρωμο, να μην κιτρινίζει ούτε να γίνεται εύθρυπτο με τον χρόνο, να μην προσβάλλεται από την υγρασία ή το ηλιακό φως και να μπορεί να αφαιρεθεί με οργανικούς διαλύτες.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι κατηγορίες των βερνικιών ανάλογα με τη σύστασή τους

Ερώτηση: Να αναφέρετε τις κατηγορίες στις οποίες μπορούν να διακριθούν τα βερνίκια, ανάλογα με τη σύστασή τους.

Απάντηση:

  • ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ (§14.1.1 - 14.1.4, σελ. 202-203):
      ① ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ ΦΥΣΙΚΩΝ ή ΤΕΧΝΗΤΩΝ ΡΗΤΙΝΩΝ ΣΕ ΔΙΑΛΥΤΕΣ («βερνίκια διαλύτη»)
      ② ΜΕΙΓΜΑΤΑ ΕΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΡΗΤΙΝΩΝ («βερνίκια λαδιού»)
      ③ ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ
      ④ ΜΟΝΟΜΕΡΗ
  • ① ΒΕΡΝΙΚΙΑ ΔΙΑΛΥΤΗ: «Τέτοια διαλύματα είναι, για παράδειγμα, το βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο και το βερνίκι γομμαλάκας σε αιθυλική αλκοόλη. Αυτά τα βερνίκια στερεοποιούνται με απλή εξάτμιση του διαλύτη. Πάνω στην επιφάνεια που εφαρμόζονται παραμένει μια λεπτή διάφανη επικάλυψη καθαρής ρητίνης. Ονομάζονται συνήθως βερνίκια διαλύτη.»
  • ② ΒΕΡΝΙΚΙΑ ΛΑΔΙΟΥ: «αποτέλεσαν έως το 17ο αιώνα τα κύρια υλικά επικάλυψης των ζωγραφικών έργων. Αποτελούνται από διαλύματα φυσικών ή συνθετικών ρητινών που παρασκευάζονται με θέρμανσή τους με έλαια και στη συνέχεια με αραίωση του προϊόντος με τερεβινθίνη ή κάποιον άλλο οργανικό διαλύτη, π.χ. βερνίκι λινελαίου-κοπαλίου, λινέλαιου-ηλέκτρου (κεχριμπάρι), λινέλαιου-κολοφώνιου.» ⚠️ «Όσο πιο σκληρή είναι η ρητίνη, τόσο υψηλότερη θερμοκρασία απαιτείται για τη θέρμανσή της.» «Τα βερνίκια αυτά στερεοποιούνται ύστερα από εξάτμιση του διαλύτη και στη συνέχεια οξείδωση του ελαίου. Είναι σκουρόχρωμα και με τη γήρανσή τους γίνονται αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες. Η παρασκευή τους είναι δύσκολη, γι' αυτό παρασκευάζονταν συνήθως σε βιομηχανική βάση
  • ③ ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ: «Σύγχρονα βερνίκια που αποτελούνται από οξική κυτταρίνη, νιτροκυτταρίνη και άλλα κυτταρινικά παράγωγα, π.χ. παράγωγα της κυτταρίνης σε έναν οργανικό διαλύτη. Είναι σημαντικά στη βιομηχανία, αλλά η εφαρμογή τους σε ζωγραφικά έργα αποφεύγεται λόγω της αμφισβητούμενης ανθεκτικότητάς τους.» ④ ΜΟΝΟΜΕΡΗ: «Τα μονομερή πολυμεριζόμενα δημιουργούν ένα διαφανές στρώμα στην επιφάνεια πάνω στην οποία εφαρμόζονται (π.χ. λινέλαιο).»
  • ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΕΙ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ — Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΕΡΕΟΠΟΙΗΣΗΣ:
      ① ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΔΙΑΛΥΤΗ                       ← αντιστρέψιμο
      ② ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΔΙΑΛΥΤΗ + ΟΞΕΙΔΩΣΗ ΕΛΑΙΟΥ     ← γίνεται ΑΔΙΑΛΥΤΟ
      ③ ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΔΙΑΛΥΤΗ (πολυμερές ήδη σχηματισμένο)
      ④ ΠΟΛΥΜΕΡΙΣΜΟΣ επί τόπου                 ← χημική μεταβολή

    ➜ Γι' αυτό τα βερνίκια διαλύτη είναι η προτιμώμενη επιλογή στη συντήρηση: η αντιστρεψιμότητα διατηρείται.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανάλογα με τη σύστασή τους τα βερνίκια διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες. Πρώτον, στα διαλύματα φυσικών ή τεχνητών ρητινών σε διαλύτες, όπως το βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο και το βερνίκι γομμαλάκας σε αιθυλική αλκοόλη, τα οποία στερεοποιούνται με απλή εξάτμιση του διαλύτη και ονομάζονται βερνίκια διαλύτη. Δεύτερον, στα μείγματα ελαίων και ρητινών, τα λεγόμενα βερνίκια λαδιού, που παρασκευάζονται με θέρμανση φυσικών ή συνθετικών ρητινών με έλαια και αραίωση με τερεβινθίνη ή άλλον οργανικό διαλύτη. Τρίτον, στα διαλύματα ενός πολυμερούς, δηλαδή σύγχρονα βερνίκια από οξική κυτταρίνη, νιτροκυτταρίνη και άλλα κυτταρινικά παράγωγα σε οργανικό διαλύτη. Τέταρτον, στα μονομερή, τα οποία πολυμεριζόμενα δημιουργούν ένα διαφανές στρώμα στην επιφάνεια πάνω στην οποία εφαρμόζονται.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Τα βερνίκια διαλύτη

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα βερνίκια διαλύτη;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (§14.1.1, σελ. 202), αυτούσια: «Τέτοια διαλύματα είναι, για παράδειγμα, το βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο και το βερνίκι γομμαλάκας σε αιθυλική αλκοόλη. Αυτά τα βερνίκια στερεοποιούνται με απλή εξάτμιση του διαλύτη. Πάνω στην επιφάνεια που εφαρμόζονται παραμένει μια λεπτή διάφανη επικάλυψη καθαρής ρητίνης. Ονομάζονται συνήθως βερνίκια διαλύτη.»
  •   ΡΗΤΙΝΗ (φυσική ή τεχνητή) + ΔΙΑΛΥΤΗΣ
                │
                ▼ εφαρμογή στην επιφάνεια
                │
                ▼ ΑΠΛΗ ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΥΤΗ (καμία χημική μεταβολή)
                │
       ΛΕΠΤΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ ΚΑΘΑΡΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ
  • ⚠️ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ: επειδή δεν συμβαίνει χημική αντίδραση, η ρητίνη παραμένει ίδια και άρα επαναδιαλυτή στον ίδιο διαλύτη — δηλαδή η επέμβαση είναι αντιστρέψιμη. Αντίθετα τα βερνίκια λαδιού στερεοποιούνται «ύστερα από εξάτμιση του διαλύτη και στη συνέχεια οξείδωση του ελαίου» και «με τη γήρανσή τους γίνονται αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες». Γι' αυτό ακριβώς, όπως λέει η §14.1, τα βερνίκια λαδιού «παραμερίστηκαν κυρίως από διαλύματα φυσικών ρητινών όπως τη δάμαρη ή τη μαστίχη σε οργανικούς διαλύτες, τα οποία είναι πιο εύκολα στην παρασκευή τους».
  • Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥΣ: «Από το 17ο αιώνα και μετά τα βερνίκια αυτά [τα ελαιώδη] αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από διαλύματα φυσικών ρητινών σε πτητικούς διαλύτες όπως το τερεβινθέλαιο.» Και σήμερα: «εκτός από δάμαρη ή μαστίχη διαλυμένη σε τερεβινθέλαιο, διαλύματα συνθετικών ρητινών χρησιμοποιούνται συχνά ως βερνίκια».
  • ⚠️ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ: το ότι ένα βερνίκι είναι «διαλύτη» δεν το κάνει αυτόματα κατάλληλο. Το βερνίκι γομμαλάκας σε αλκοόλη, αν και βερνίκι διαλύτη, «δε συνιστάται η εφαρμογή της σε ζωγραφικά έργα», είναι ευαίσθητο στην υγρασία που το καθιστά κυανωπό, και «με τη γήρανση το χρώμα τους σκουραίνει και διαλύονται δύσκολα από τους οργανικούς διαλύτες».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Βερνίκια διαλύτη ονομάζονται συνήθως τα διαλύματα φυσικών ή τεχνητών ρητινών σε διαλύτες, όπως το βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο και το βερνίκι γομμαλάκας σε αιθυλική αλκοόλη. Τα βερνίκια αυτά στερεοποιούνται με απλή εξάτμιση του διαλύτη και, πάνω στην επιφάνεια που εφαρμόζονται, παραμένει μια λεπτή διάφανη επικάλυψη καθαρής ρητίνης. Επειδή κατά τη στερεοποίησή τους δεν συμβαίνει χημική μεταβολή, η ρητίνη παραμένει επαναδιαλυτή, γι' αυτό και από τον 17ο αιώνα και μετά τα βερνίκια λαδιού αντικαταστάθηκαν όλο και περισσότερο από τέτοια διαλύματα φυσικών ρητινών σε πτητικούς διαλύτες, όπως το τερεβινθέλαιο, ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται συχνά και διαλύματα συνθετικών ρητινών.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Τα βερνίκια λαδιού

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα βερνίκια λαδιού;

Απάντηση:

  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ (§14.1.2, σελ. 202): «Τα βερνίκια λαδιού όπως συνήθως ονομάζονται αποτέλεσαν έως το 17ο αιώνα τα κύρια υλικά επικάλυψης των ζωγραφικών έργων. Αποτελούνται από διαλύματα φυσικών ή συνθετικών ρητινών που παρασκευάζονται με θέρμανσή τους με έλαια και στη συνέχεια με αραίωση του προϊόντος με τερεβινθίνη ή κάποιον άλλο οργανικό διαλύτη, π.χ. βερνίκι λινελαίου-κοπαλίου, λινέλαιου-ηλέκτρου (κεχριμπάρι), λινέλαιου-κολοφώνιου
  • Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ: «Όσο πιο σκληρή είναι η ρητίνη, τόσο υψηλότερη θερμοκρασία απαιτείται για τη θέρμανσή της.» (Παράδειγμα από την §14.2: τα κοπάλια έχουν «υψηλά σημεία τήξης» και «για να διαλυθούν… πρέπει να λιώσουν σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, περίπου 320 °C, να πραγματοποιηθεί δηλαδή πυρόλυση».)
  • Η ΣΤΕΡΕΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΑΔΙΑ: «Τα βερνίκια αυτά στερεοποιούνται ύστερα από εξάτμιση του διαλύτη και στη συνέχεια οξείδωση του ελαίου
      ΣΤΑΔΙΟ 1  ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΥΤΗ   (φυσική μεταβολή)
      ΣΤΑΔΙΟ 2  ΟΞΕΙΔΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΥ    (ΧΗΜΙΚΗ μεταβολή) → ΜΗ ΑΝΤΙΣΤΡΕΨΙΜΗ
  • ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ: «Είναι σκουρόχρωμα και με τη γήρανσή τους γίνονται αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες. Η παρασκευή των βερνικιών αυτών είναι δύσκολη, γι' αυτό παρασκευάζονταν συνήθως σε βιομηχανική βάση.» Και από την §14.1: «Αυτά παρασκευάζονται δύσκολα, καθώς πολλές φορές ήταν απαραίτητη η θέρμανση του μείγματος πριν από την εφαρμογή τους. Εξάλλου, με το πέρασμα του χρόνου γίνονται αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες. Εξαιτίας των μειονεκτημάτων τους τα βερνίκια λαδιού παραμερίστηκαν κυρίως από διαλύματα φυσικών ρητινών όπως τη δάμαρη ή τη μαστίχη σε οργανικούς διαλύτες, τα οποία είναι πιο εύκολα στην παρασκευή τους.»
  • ⚠️ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΗ: ένα έργο πριν από τον 17ο αιώνα πιθανότατα φέρει βερνίκι λαδιού που σήμερα είναι σκουρόχρωμο και αδιάλυτο — δηλαδή δεν αφαιρείται με τους συνήθεις οργανικούς διαλύτες και αλλοιώνει μόνιμα τη χρωματική ανάγνωση του έργου. Η ιστορική εφαρμογή τους περιγράφεται μάλιστα ως εξής: τα μείγματα «έχουν εφαρμοστεί με την παλάμη του χεριού του καλλιτέχνη ύστερα από τοποθέτηση του ολοκληρωμένου έργου στο ηλιακό φως, για να ζεσταθεί».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα βερνίκια λαδιού, δηλαδή τα μείγματα ελαίων και ρητινών, αποτέλεσαν έως τον 17ο αιώνα τα κύρια υλικά επικάλυψης των ζωγραφικών έργων. Αποτελούνται από διαλύματα φυσικών ή συνθετικών ρητινών που παρασκευάζονται με θέρμανσή τους με έλαια και στη συνέχεια με αραίωση του προϊόντος με τερεβινθίνη ή κάποιον άλλο οργανικό διαλύτη, όπως το βερνίκι λινελαίου-κοπαλίου, λινελαίου-ηλέκτρου ή κεχριμπαριού και λινελαίου-κολοφωνίου. Όσο πιο σκληρή είναι η ρητίνη, τόσο υψηλότερη θερμοκρασία απαιτείται για τη θέρμανσή της. Τα βερνίκια αυτά στερεοποιούνται ύστερα από εξάτμιση του διαλύτη και στη συνέχεια οξείδωση του ελαίου, είναι σκουρόχρωμα και με τη γήρανσή τους γίνονται αδιάλυτα στους οργανικούς διαλύτες. Η παρασκευή τους είναι δύσκολη, γι' αυτό παρασκευάζονταν συνήθως σε βιομηχανική βάση, και εξαιτίας των μειονεκτημάτων τους παραμερίστηκαν κυρίως από διαλύματα φυσικών ρητινών, όπως η δάμαρη ή η μαστίχη, σε οργανικούς διαλύτες.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η σύσταση των σύγχρονων βερνικιών

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τη σύσταση των συγχρόνων βερνικιών;

Απάντηση:

  • ΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ (§14.1, σελ. 201): «Σήμερα, εκτός από δάμαρη ή μαστίχη διαλυμένη σε τερεβινθέλαιο, διαλύματα συνθετικών ρητινών χρησιμοποιούνται συχνά ως βερνίκια.» ➜ Δηλαδή δύο σύγχρονες οικογένειες: φυσικές ρητίνες σε πτητικό διαλύτη (δάμαρη, μαστίχη) και συνθετικές ρητίνες.
  • ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΒΕΡΝΙΚΙΑ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ (§14.1.3, σελ. 202): «Σύγχρονα βερνίκια που αποτελούνται από οξική κυτταρίνη, νιτροκυτταρίνη και άλλα κυτταρινικά παράγωγα, π.χ. παράγωγα της κυτταρίνης σε έναν οργανικό διαλύτη.» ⚠️ «Είναι σημαντικά στη βιομηχανία, αλλά η εφαρμογή τους σε ζωγραφικά έργα αποφεύγεται λόγω της αμφισβητούμενης ανθεκτικότητάς τους.»
  •   ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΒΕΡΝΙΚΙΑ
       ├── ΦΥΣΙΚΕΣ ΡΗΤΙΝΕΣ σε ΤΕΡΕΒΙΝΘΕΛΑΙΟ
       │      ΔΑΜΑΡΗ   «κρυσταλλικά», ονομαστά για τη διαφάνειά τους —
       │               αλλά ΚΙΤΡΙΝΙΖΟΥΝ με οξείδωση και γίνονται
       │               ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΔΙΑΛΥΤΑ
       │      ΜΑΣΤΙΧΗ  ανοιχτόχρωμα, γυαλιστερά, εύκαμπτα — αλλά
       │               ΚΙΤΡΙΝΙΖΟΥΝ, ΡΩΓΜΑΤΩΝΟΝΤΑΙ, γίνονται ΕΥΘΡΥΠΤΑ
       ├── ΣΥΝΘΕΤΙΚΕΣ ΡΗΤΙΝΕΣ  «χρησιμοποιούνται ΣΥΧΝΑ ως βερνίκια»
       └── ΚΥΤΤΑΡΙΝΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ (οξική κυτταρίνη, νιτροκυτταρίνη)
              → ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ, ΟΧΙ στα ζωγραφικά έργα
  • ΤΑ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΣΥΝΤΑΓΩΝ: «Ενίσχυση αυτών των ιδιοτήτων [ευκαμψίας, δυσθραυστότητας] επιτυγχάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσθήκη ειδικών ουσιών που ονομάζονται πλαστικοποιητές.» Για τη μαστίχη ειδικά: «Για να αυξηθεί η ελαστικότητά τους, πολλές φορές προστίθεται λινέλαιο, βενετσιάνικη τερεβινθίνη κτλ.»
  • ⚠️ Η ΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ: από μείγματα λαδιού-ρητίνης που απαιτούσαν θέρμανση και γίνονταν αδιάλυτα, προς διαλύματα σε πτητικούς διαλύτες που στερεοποιούνται με απλή εξάτμιση και παραμένουν επαναδιαλυτά. Η μετάβαση ξεκινά τον 17ο αιώνα («αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από διαλύματα φυσικών ρητινών σε πτητικούς διαλύτες όπως το τερεβινθέλαιο») και ολοκληρώνεται με τις συνθετικές ρητίνες της εποχής μας.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σήμερα, εκτός από τη δάμαρη ή τη μαστίχη διαλυμένη σε τερεβινθέλαιο, χρησιμοποιούνται συχνά ως βερνίκια και διαλύματα συνθετικών ρητινών. Υπάρχουν επίσης σύγχρονα βερνίκια που αποτελούνται από οξική κυτταρίνη, νιτροκυτταρίνη και άλλα κυτταρινικά παράγωγα, δηλαδή παράγωγα της κυτταρίνης σε έναν οργανικό διαλύτη· αυτά είναι σημαντικά στη βιομηχανία, αλλά η εφαρμογή τους σε ζωγραφικά έργα αποφεύγεται λόγω της αμφισβητούμενης ανθεκτικότητάς τους. Στα σύγχρονα βερνίκια προστίθενται σε ορισμένες περιπτώσεις ειδικές ουσίες, οι πλαστικοποιητές, για την ενίσχυση της ευκαμψίας και της δυσθραυστότητάς τους, ενώ στα βερνίκια μαστίχης προστίθενται συχνά λινέλαιο ή βενετσιάνικη τερεβινθίνη για να αυξηθεί η ελαστικότητά τους.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Τα κοπάλια

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα κοπάλια;

Απάντηση:

  • Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (§14.2, σελ. 203), αυτούσια: «Τα κοπάλια είναι σκληρές, απολιθωμένες, φυσικές ρητίνες. Τα περισσότερα από τα κοπάλια έχουν υψηλά σημεία τήξης και είναι αδιάλυτα σε πολλούς διαλύτες και έλαια. Για να διαλυθούν σε ορισμένους από αυτούς, πρέπει να λιώσουν σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, περίπου 320 °C, να πραγματοποιηθεί δηλαδή πυρόλυση.»
  • ΤΑ ΒΕΡΝΙΚΙΑ ΤΟΥΣ: «Τα βερνίκια που περιέχουν κοπάλια έχουν πολύ σκούρο χρώμα και λόγω της σκληρότητάς τους είναι εύθρυπτα. Για τους λόγους αυτούς, όπως επίσης και για το έντονο κιτρίνισμά τους, πρέπει να αποφεύγονται στην επικάλυψη έργων ζωγραφικής.»
      ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΛΟΓΟΥΣ
         ① ΠΟΛΥ ΣΚΟΥΡΟ ΧΡΩΜΑ
         ② ΕΥΘΡΥΠΤΑ λόγω της σκληρότητάς τους
         ③ ΕΝΤΟΝΟ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΑ
  • ⚠️ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ: η σκληρότητα, που θα περίμενε κανείς ότι είναι πλεονέκτημα, είναι εδώ μειονέκτημα — κάνει το βερνίκι εύθρυπτο, δηλαδή αναιρεί ακριβώς τη δυσθραυστότητα που η §14.1 απαιτεί ώστε το βερνίκι να «παρακολουθεί τις ενδεχόμενες μεταβολές της υποκείμενης ζωγραφικής επιφάνειας (συστολές, διαστολές, σκέβρωμα) χωρίς διακοπή της συνοχής του».
  • ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ: στα βερνίκια λαδιού — «π.χ. βερνίκι λινελαίου-κοπαλίου» (§14.1.2). Και επειδή «όσο πιο σκληρή είναι η ρητίνη, τόσο υψηλότερη θερμοκρασία απαιτείται για τη θέρμανσή της», τα κοπάλια είναι ακριβώς η ακραία περίπτωση που εξηγεί γιατί «η παρασκευή των βερνικιών αυτών είναι δύσκολη, γι' αυτό παρασκευάζονταν συνήθως σε βιομηχανική βάση».
  • Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟ: «Το ήλεκτρο έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο από τα κοπάλια» — και τα δύο είναι απολιθωμένες ρητίνες, αλλά το ήλεκτρο «προέρχεται από κωνοφόρο δέντρο» και είναι «πολύτιμη και δυσεύρετη». ⚠️ Στο κεφ. 7 το κοπάλιο εμφανίζεται ως κόλλα ορυκτής προέλευσης: «ρητίνες ορυκτολογικής προέλευσης, όπως κοπάλιο και ήλεκτρο (κεχριμπάρι)» — δηλαδή το ίδιο υλικό υπηρετεί και ως συγκολλητικό και ως συστατικό βερνικιού.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα κοπάλια είναι σκληρές, απολιθωμένες, φυσικές ρητίνες. Τα περισσότερα από αυτά έχουν υψηλά σημεία τήξης και είναι αδιάλυτα σε πολλούς διαλύτες και έλαια. Για να διαλυθούν σε ορισμένους από αυτούς, πρέπει να λιώσουν σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, περίπου 320 βαθμών Κελσίου, δηλαδή να πραγματοποιηθεί πυρόλυση. Τα βερνίκια που περιέχουν κοπάλια έχουν πολύ σκούρο χρώμα και, λόγω της σκληρότητάς τους, είναι εύθρυπτα. Για τους λόγους αυτούς, όπως επίσης και για το έντονο κιτρίνισμά τους, πρέπει να αποφεύγονται στην επικάλυψη έργων ζωγραφικής, αν και ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν σε βερνίκια λαδιού, όπως το βερνίκι λινελαίου-κοπαλίου.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η προέλευση και οι εφαρμογές του κολοφώνιου

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την προέλευση και τις εφαρμογές του κολοφώνιου;

Απάντηση:

  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ (§14.2, σελ. 203-204): «Το κολοφώνιο είναι μια εύθραυστη, διαφανής ρητίνη με υψηλή οξύτητα και χαμηλό σημείο τήξης. Το χρώμα της ποικίλλει από καστανοκόκκινο έως κίτρινο ανοικτό.»
  • Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: «Περιέχεται στην τερεβινθίνη, γνωστή με την ονομασία «ρετσίνι», που εκκρίνεται από τους κορμούς των δέντρων, και στη συνέχεια υφίσταται βιομηχανική επεξεργασία.»
      ΚΟΡΜΟΙ ΔΕΝΤΡΩΝ → ΕΚΚΡΙΣΗ ΤΕΡΕΒΙΝΘΙΝΗΣ («ΡΕΤΣΙΝΙ»)
                            │
                            ▼ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
                            │
                       ΚΟΛΟΦΩΝΙΟ
  • ΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ: «Έχει χαμηλό κόστος και χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βιομηχανία χάρτου για το κολάρισμα.» Ιστορικά και στα βερνίκια: από την §14.1, «Από τον 9ο αιώνα έως το 15ο αιώνα χρησιμοποιήθηκαν βερνίκια που περιέχουν μαστίχη ή σανδαράχη, διαλυμένες σε λινέλαιο με προσθήκη κολοφώνιου», και από την §14.1.2, «βερνίκι… λινέλαιου-κολοφώνιου». Επίσης (κεφ. 13, §13.1.6) χρησιμοποιείται για το φιξάρισμα του παστέλ: «διαλύματα κολοφώνιου σε βενζίνη».
  • ⚠️ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΦΕΥΓΕΤΑΙ ΣΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ: «Αν και έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως συστατικό των βερνικιών για τα ζωγραφικά έργα, καλό είναι να αποφεύγεται, επειδή με την πάροδο του χρόνου κιτρινίζει και γίνεται εύθρυπτο, επίσης μαλακώνει με την επίδραση ηλιακού φωτός λόγω του χαμηλού σημείου τήξης του.» (Στο βιβλίο λείπει η στίξη ανάμεσα στις δύο τελευταίες προτάσεις.)
      ΤΡΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
         ① ΚΙΤΡΙΝΙΖΕΙ με τον χρόνο
         ② γίνεται ΕΥΘΡΥΠΤΟ
         ③ ΜΑΛΑΚΩΝΕΙ με το ΗΛΙΑΚΟ ΦΩΣ (χαμηλό σημείο τήξης)
      ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ: ΥΨΗΛΗ ΟΞΥΤΗΤΑ — που κατά το κεφ. 7 «ΕΠΙΤΑΧΥΝΕΙ
         ΤΗ ΦΘΟΡΑ του αντικειμένου»
  • ⚠️ Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΗΛΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΗΞΗΣ: στα κοπάλια το υψηλό σημείο τήξης είναι πρόβλημα (απαιτεί πυρόλυση στους 320 °C)· στο κολοφώνιο το χαμηλό σημείο τήξης είναι επίσης πρόβλημα (μαλακώνει στον ήλιο). Το ζητούμενο είναι λοιπόν ενδιάμεσο — και αυτό ακριβώς προσφέρουν η δάμαρη και η μαστίχη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το κολοφώνιο είναι μια εύθραυστη, διαφανής ρητίνη με υψηλή οξύτητα και χαμηλό σημείο τήξης, της οποίας το χρώμα ποικίλλει από καστανοκόκκινο έως κίτρινο ανοικτό. Περιέχεται στην τερεβινθίνη, γνωστή με την ονομασία ρετσίνι, που εκκρίνεται από τους κορμούς των δέντρων, και στη συνέχεια υφίσταται βιομηχανική επεξεργασία. Έχει χαμηλό κόστος και χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βιομηχανία χάρτου για το κολάρισμα. Αν και έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως συστατικό των βερνικιών για τα ζωγραφικά έργα, καλό είναι να αποφεύγεται, επειδή με την πάροδο του χρόνου κιτρινίζει και γίνεται εύθρυπτο, ενώ επίσης μαλακώνει με την επίδραση του ηλιακού φωτός λόγω του χαμηλού σημείου τήξης του.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η παρασκευή και οι ιδιότητες των βερνικιών γομμαλάκας

Ερώτηση: Πώς παρασκευάζονται τα βερνίκια γομμαλάκας και ποιες οι ιδιότητές τους;

Απάντηση:

  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΓΟΜΜΑΛΑΚΑ (§14.2, σελ. 204): «Η γομμαλάκα είναι φυσική ρητίνη ζωικής προέλευσης. Συγκεκριμένα, εκκρίνεται από το έντομο Laccifer lacca. Έχει χρησιμοποιηθεί ως βερνίκι ξύλου ή μεταλλικών επιφανειών από το 16ο αιώνα στην Ευρώπη, αλλά δε συνιστάται η εφαρμογή της σε ζωγραφικά έργα.»
  • Η ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: «Ως βερνίκια χρησιμοποιούνται τα διαλύματα της γομμαλάκας σε αλκοόλη.» (Στην §14.1.1 αναφέρεται ρητά το «βερνίκι γομμαλάκας σε αιθυλική αλκοόλη» ως παράδειγμα βερνικιού διαλύτη — άρα στερεοποιείται με απλή εξάτμιση του διαλύτη.) «Αν και αυτά είναι θολά κατά την εφαρμογή τους, κατά το στέγνωμα αποκτούν διαφάνεια.»
  • ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ:
      + ΣΚΛΗΡΑ
      + ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ
      − ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΣΤΗΝ ΥΓΡΑΣΙΑ, «η οποία τα ΑΠΟΣΥΝΘΕΤΕΙ και τα καθιστά
        ΚΥΑΝΩΠΑ»
      − με τη ΓΗΡΑΝΣΗ «το χρώμα τους ΣΚΟΥΡΑΙΝΕΙ»
      − «ΔΙΑΛΥΟΝΤΑΙ ΔΥΣΚΟΛΑ από τους οργανικούς διαλύτες»

    ⚠️ Το τελευταίο είναι το σοβαρότερο για τη συντήρηση: χάνεται η αντιστρεψιμότητα, δηλαδή ακριβώς το πλεονέκτημα που θα έπρεπε να έχει ένα βερνίκι διαλύτη.

  • ΠΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΟΥ ΟΧΙ:
      ΝΑΙ  ΞΥΛΟ και ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ — από τον 16ο αιώνα στην Ευρώπη
      ΝΑΙ  ΦΙΞΑΡΙΣΜΑ ΠΑΣΤΕΛ (κεφ. 13): «είναι απαραίτητο να ψεκαστεί με ένα
           ΕΛΑΦΡΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΟΜΜΑΛΑΚΑΣ, που αγκαλιάζει τα μόρια της χρωστικής
           και τα κρατάει σταθερά»
      ΟΧΙ  ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ — «ΔΕ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ η εφαρμογή της»
  • ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: η γομμαλάκα απαριθμείται ανάμεσα στις ζωικές κόλλες — «η γομμαλάκα (που αποτελεί κυρίως τη βάση βερνικιών)». Το ίδιο δηλαδή υλικό εμφανίζεται και ως κόλλα και ως βερνίκι, με το ίδιο μειονέκτημα και στις δύο χρήσεις: οι φυσικές ρητίνες ζωικής προέλευσης προσβάλλονται από την υγρασία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η γομμαλάκα είναι φυσική ρητίνη ζωικής προέλευσης και συγκεκριμένα εκκρίνεται από το έντομο Laccifer lacca. Ως βερνίκια χρησιμοποιούνται τα διαλύματα της γομμαλάκας σε αλκοόλη, τα οποία, αν και είναι θολά κατά την εφαρμογή τους, κατά το στέγνωμα αποκτούν διαφάνεια. Τα βερνίκια γομμαλάκας είναι σκληρά και ανθεκτικά, αλλά ευαίσθητα στην υγρασία, η οποία τα αποσυνθέτει και τα καθιστά κυανωπά, ενώ με τη γήρανση το χρώμα τους σκουραίνει και διαλύονται δύσκολα από τους οργανικούς διαλύτες. Έχουν χρησιμοποιηθεί ως βερνίκι ξύλου ή μεταλλικών επιφανειών από τον 16ο αιώνα στην Ευρώπη, δεν συνιστάται όμως η εφαρμογή τους σε ζωγραφικά έργα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Η προέλευση και η χρήση της δάμαρης

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την προέλευση της δάμαρης και για τη χρήση της ως συστατικό βερνικιών;

Απάντηση:

  • Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ (§14.2, σελ. 204): «Η δάμαρη είναι φυτικής προέλευσης φυσική ρητίνη. Εξάγεται από τους κορμούς τροπικών δέντρων με χάραξη των κορμών τους.» Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ: «Πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως βερνίκι στις αρχές του 19ου αιώνα.» ⚠️ Είναι δηλαδή από τα νεότερα υλικά του κεφαλαίου — για σύγκριση, η γομμαλάκα χρησιμοποιείται από τον 16ο αιώνα και η μαστίχη από την αρχαιότητα.
  • Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΒΕΡΝΙΚΙΩΝ ΤΗΣ: «Τα μικρής σκληρότητας βερνίκια της είναι ονομαστά για τη διαφάνειά τους και χαρακτηρίζονται ως «κρυσταλλικά».»
      ΜΙΚΡΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ → δεν είναι εύθρυπτα (αντίθετα από τα κοπάλια)
      ΟΝΟΜΑΣΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ → «ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΑ»
  • ⚠️ ΤΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ: «Κατά τη γήρανσή τους, όμως, κιτρινίζουν. Η αλλαγή του χρώματός τους οφείλεται σε οξείδωση της ρητίνης, που επιπλέον καθιστά τη δάμαρη λιγότερο διαλυτή στους οργανικούς διαλύτες.» ➜ Ένας μηχανισμός, δύο συνέπειες: η οξείδωση προκαλεί ταυτόχρονα κιτρίνισμα (αισθητικό πρόβλημα) και μειωμένη διαλυτότητα (πρόβλημα αντιστρεψιμότητας).
  • Η ΧΡΗΣΗ ΩΣ ΒΕΡΝΙΚΙ ΔΙΑΛΥΤΗ: το «βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο» δίνεται ως το πρώτο παράδειγμα βερνικιού διαλύτη (§14.1.1) — στερεοποιείται «με απλή εξάτμιση του διαλύτη», αφήνοντας «μια λεπτή διάφανη επικάλυψη καθαρής ρητίνης». Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΑ: «Σήμερα, εκτός από δάμαρη ή μαστίχη διαλυμένη σε τερεβινθέλαιο, διαλύματα συνθετικών ρητινών χρησιμοποιούνται συχνά ως βερνίκια.» Και ιστορικά: τα βερνίκια λαδιού «παραμερίστηκαν κυρίως από διαλύματα φυσικών ρητινών όπως τη δάμαρη ή τη μαστίχη σε οργανικούς διαλύτες, τα οποία είναι πιο εύκολα στην παρασκευή τους».

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δάμαρη είναι φυτικής προέλευσης φυσική ρητίνη, που εξάγεται από τους κορμούς τροπικών δέντρων με χάραξη των κορμών τους, και πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως βερνίκι στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα μικρής σκληρότητας βερνίκια της είναι ονομαστά για τη διαφάνειά τους και χαρακτηρίζονται ως κρυσταλλικά. Κατά τη γήρανσή τους όμως κιτρινίζουν, και η αλλαγή του χρώματός τους οφείλεται σε οξείδωση της ρητίνης, η οποία επιπλέον καθιστά τη δάμαρη λιγότερο διαλυτή στους οργανικούς διαλύτες. Το βερνίκι δάμαρης σε τερεβινθέλαιο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα βερνικιού διαλύτη, που στερεοποιείται με απλή εξάτμιση του διαλύτη, και μαζί με τη μαστίχη είναι από τα υλικά που παραμέρισαν τα παλαιότερα βερνίκια λαδιού.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Οι ιδιότητες των βερνικιών που περιέχουν μαστίχη

Ερώτηση: Ποιες οι ιδιότητες των βερνικιών που περιέχουν μαστίχη;

Απάντηση:

  • ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ (§14.2, σελ. 205): «Με την πλήρη διάλυσή της σε τερεβινθέλαιο σχηματίζει βερνίκια ζωγραφικής που είναι ανοιχτόχρωμα, γυαλιστερά και εύκαμπτα.»
      + ΑΝΟΙΧΤΟΧΡΩΜΑ  (αντίθετα από τα κοπάλια, «πολύ σκούρο χρώμα»)
      + ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΑ    (το βερνίκι «προσφέρει επιπλέον γυαλάδα»)
      + ΕΥΚΑΜΠΤΑ      (η ΕΥΚΑΜΨΙΑ είναι ρητή απαίτηση της §14.1)
  • Η ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: «Για να αυξηθεί η ελαστικότητά τους, πολλές φορές προστίθεται λινέλαιο, βενετσιάνικη τερεβινθίνη κτλ.» — πρόκειται δηλαδή για την πρακτική εφαρμογή των πλαστικοποιητών που αναφέρει η §14.1.
  • ⚠️ ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ: «Με την πάροδο του χρόνου, τα βερνίκια αυτά κιτρινίζουν, σχηματίζουν ρωγματώσεις στην επιφάνειά τους και γίνονται εύθρυπτα.»
      ΤΩΡΑ            ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ
      ανοιχτόχρωμα →  ΚΙΤΡΙΝΙΖΟΥΝ
      γυαλιστερά   →  ΡΩΓΜΑΤΩΣΕΙΣ στην επιφάνεια
      εύκαμπτα     →  ΕΥΘΡΥΠΤΑ

    ➜ Δηλαδή και οι τρεις αρχικές αρετές αντιστρέφονται — γι' αυτό τα βερνίκια μαστίχης χρειάζονται περιοδική αντικατάσταση, εργασία που ανήκει στον συντηρητή.

  • Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ: «Η μαστίχη αποτελεί συχνά συστατικό βερνικιών για ελαιογραφίες. Προέρχεται από τον θάμνο πιστάκη η κοινή, που φύεται στη Χίο και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου. Στην Αρχαία Ελλάδα, ήδη από την εποχή του Διοσκουρίδη, αναφέρεται η παραγωγή και εξαγωγή της μαστίχης από τη Χίο, η χρήση της στη μαγειρική και στην ιατρική, καθώς και η χρήση της ως υλικού συγκόλλησης.» ⚠️ Στο βιβλίο τυπώνεται «στη ιατρική» και «πιστάκη η κοινή» — ορθογραφικά.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΧΥΣΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ: η §14.1 προειδοποιεί ότι «συχνά συγχέονται οι όροι «μαστίχη» και «σανδαράχη»». Οι δύο ρητίνες όμως διαφέρουν:
                  ΜΑΣΤΙΧΗ                 ΣΑΝΔΑΡΑΧΗ
      ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ   θάμνος πιστάκη, Χίος    μικρά κωνοφόρα, κυρίως ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ
                                          των ακτών της Μεσογείου
      ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ  βερνίκια ΕΥΚΑΜΠΤΑ       ΣΚΛΗΡΗ ρητίνη, βερνίκια ΕΥΘΡΑΥΣΤΑ
      ΧΡΗΣΗ       ΕΛΑΙΟΓΡΑΦΙΕΣ            ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ — επικάλυψη
                                          ΦΥΛΛΩΝ ΑΡΓΥΡΟΥ στις ρώσικες εικόνες,
                                          δίνοντας «ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΧΡΥΣΟΥ»
      ΓΗΡΑΝΣΗ     κιτρινίζουν             ΣΚΟΥΡΑΙΝΟΥΝ ΕΝΤΟΝΑ

    Και οι δύο πάντως χρησιμοποιήθηκαν μαζί ιστορικά: «Από τον 9ο αιώνα έως το 15ο αιώνα χρησιμοποιήθηκαν βερνίκια που περιέχουν μαστίχη ή σανδαράχη, διαλυμένες σε λινέλαιο με προσθήκη κολοφώνιου.»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η μαστίχη, που προέρχεται από τον θάμνο πιστάκη η κοινή και φύεται στη Χίο και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, αποτελεί συχνά συστατικό βερνικιών για ελαιογραφίες. Με την πλήρη διάλυσή της σε τερεβινθέλαιο σχηματίζει βερνίκια ζωγραφικής που είναι ανοιχτόχρωμα, γυαλιστερά και εύκαμπτα. Για να αυξηθεί η ελαστικότητά τους, πολλές φορές προστίθεται λινέλαιο, βενετσιάνικη τερεβινθίνη και άλλα. Με την πάροδο του χρόνου όμως τα βερνίκια αυτά κιτρινίζουν, σχηματίζουν ρωγματώσεις στην επιφάνειά τους και γίνονται εύθρυπτα, δηλαδή αντιστρέφονται και οι τρεις αρχικές τους αρετές.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ