Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 2 (1-6) (σελ. 50) – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 2 (1-6)

Πλήρεις λύσεις των 6 ερωτήσεων-δραστηριοτήτων του κεφαλαίου 2 — παράγοντες της αντίληψης, σύγκριση δοκιμής-πλάνης και ενόρασης, παραδείγματα κλασικής υποκατάστασης, συντελεστικής και διαμορφωτικής μάθησης, επίκτητη αδυναμία, ο ρόλος της λήθης και τα αμφίβολα ερεθίσματα.


Ερώτηση 1 — Παράγοντες που επηρεάζουν την αντίληψη

Ερώτηση: Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την αντίληψη;

Απάντηση:

  • Η αντίληψη είναι η πρόσληψη ερεθισμάτων μέσω των αισθήσεών μας και η επεξεργασία τους, ώστε αυτά να αποκτήσουν νόημα (σελ. 25). Επηρεάζεται από τους εξής παράγοντες:

    1. Η υποκειμενική εμπειρία (σελ. 26): ανάμεσα στο αίσθημα και στην αντίληψη δεν μεσολαβεί μόνο η φυσιολογική διαδρομή αλλά και η ιδιαιτερότητα της υποκειμενικής εμπειρίας — ένας πρωτόγνωρος ήχος θα προκαλούσε αισθητηριακή αντίδραση αλλά δεν θα μπορούσαμε να τον αντιληφθούμε, γιατί δεν θα είχαμε προηγούμενη γνώση-εμπειρία. Το δείχνει το πείραμα των Blakemore και Cooper (1970): γατάκια που ανατράφηκαν σε περιβάλλον μόνο με κάθετες ή οριζόντιες ρίγες ήταν αργότερα «τυφλά» σε κάθε άλλο ερέθισμα.

    2. Οι έμφυτοι μορφολογικοί κανόνες — αρχές αντιληπτικής οργάνωσης (σελ. 26-27): αρχή της εγγύτητας (στοιχεία που εμφανίζονται κοντά γίνονται αντιληπτά ως ομάδα), αρχή της ομοιότητας, αρχή του εγκλεισμού (ανοιχτό ή ημιτελές ερέθισμα γίνεται αντιληπτό ως ολοκληρωμένο), αρχή της συνέχειας, αρχή της απλότητας· επίσης ο νόμος της σταθερότηταςη αντίληψή μας για το μέγεθος, το σχήμα, το χρώμα και τη λαμπρότητα παραμένει σταθερή παρά τη μεταβολή των συνθηκών (σελ. 28).

    3. Το πολιτισμικό περιβάλλον (σελ. 28-30): η εμπειρία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε το άτομο — οι Πυγμαίοι Bambuti (Turnbull, 1961), μεγαλωμένοι στα δάση, αδυνατούν να αντιληφθούν τις έννοιες της απόστασης και του μεγέθους και έβλεπαν τα βουβάλια από ψηλά ως έντομα. Οι άνθρωποι, ανάλογα με τον πολιτισμό τους, τείνουν να αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους έναν διαφορετικό κόσμο.

    4. Το συναίσθημα (σελ. 29): πέρα από το αντικειμενικό ερέθισμα υπάρχει το υποκειμενικό βίωμα, που καθορίζει ποιες εκφάνσεις του ερεθίσματος θα αντιληφθούμε και με τι τρόπο θα κρίνουμε και θα αισθανθούμε — π.χ. πόσο «αιώνας» φαίνεται η αναμονή μιας ευχάριστης συνάντησης.

    5. Τα κίνητρα και οι προσδοκίες (σελ. 29): οι Gilchrist και Nesberg (1952) βρήκαν ότι οι πεινασμένοι και οι διψασμένοι αντιλαμβάνονται τις εικόνες φαγητών και ποτών ως λαμπρότερες από τις εικόνες άλλων αντικειμένων.

    6. Ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις ή ψυχικές ασθένειεςαντιληπτικές πλάνες: παραίσθηση (λανθασμένη ερμηνεία ερεθισμάτων του περιβάλλοντος) και ψευδαίσθηση (οπτικές και ακουστικές παραστάσεις χωρίς ανάλογα εξωτερικά ερεθίσματα).

    Συμπέρασμα: η αντίληψη και η κρίση της πραγματικότητας είναι μέρος της ιδιαιτερότητας της προσωπικότητάς μας (σελ. 30).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η υποκειμενική εμπειρία και η έκθεση στο ερέθισμα (πείραμα Blakemore-Cooper), οι έμφυτες αρχές αντιληπτικής οργάνωσης (εγγύτητα, ομοιότητα, εγκλεισμός, συνέχεια, απλότητα) και ο νόμος της σταθερότητας, το πολιτισμικό περιβάλλον (Πυγμαίοι Bambuti, Turnbull), το συναίσθημα ως υποκειμενικό βίωμα, τα κίνητρα και οι προσδοκίες (Gilchrist-Nesberg) και, σε ακραίες καταστάσεις, οι αντιληπτικές πλάνες (παραίσθηση, ψευδαίσθηση).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Σύγκριση δοκιμής-πλάνης και ενόρασης

Ερώτηση: Να συγκρίνετε τους δύο τρόπους επίλυσης προβλημάτων (δοκιμής και πλάνης- ενόρασης)

Απάντηση:

  • Δοκιμή και πλάνη (Thorndike) (σελ. 35):

    • Υπόθεση: όταν αντιμετωπίζουμε κάποιο πρόβλημα, δοκιμάζουμε αρχικά στην τύχη πιθανές λύσεις του, ώσπου, μετά από κάποιες αποτυχίες, να οδηγηθούμε στη λύση.
    • Πείραμα: γάτες εγκλωβισμένες σε κουτί έμαθαν να δραπετεύουν τραβώντας ένα σχοινί που άνοιγε το μπροστινό μέρος· χρονομετρώντας τις επαναλήψεις, ο Thorndike παρατήρησε ότι ο χρόνος μειωνόταν σταδιακά, καθώς η γάτα αξιοποιούσε την εμπειρία κάθε προηγούμενης απόπειρας.
    • Χαρακτηριστικά: σταδιακή, βαθμιαία πορεία, στηρίζεται στη δοκιμή, την αποτυχία και τη συσσωρευμένη εμπειρία· προέκυψε από πειράματα με ζώα.

    Ενόραση (Μορφολογική Ψυχολογία) (σελ. 36):

    • Υπόθεση: η επίλυση είναι αντιληπτική συνθήκη κατά την οποία το άτομο καλείται να συνδέσει τα μέσα επίλυσης με τον επιθυμητό στόχο· το πρόβλημα είναι σαν ένα κενό που πρέπει να συμπληρωθεί και η λύση είναι αυτό που συμπληρώνει το κενό.
    • Χαρακτηριστικά: όταν το άτομο δώσει την απαιτούμενη προσοχή, η ενόραση προκύπτει ξαφνικά και αυθόρμητα· δεν αφορά καμία μεταφυσική έννοια αλλά εσωτερική σύλληψη.

    Σύγκριση: | | Δοκιμή και πλάνη | Ενόραση | |---|---|---| | Πορεία | σταδιακή, με διαδοχικές απόπειρες | ξαφνική και αυθόρμητη | | Ρόλος της αποτυχίας | κεντρικός — μαθαίνουμε από τα λάθη | δεν απαιτείται σειρά αποτυχιών | | Βάση | εμπειρία και επανάληψη | αντιληπτική αναδιοργάνωση του προβλήματος | | Θεωρητικό πλαίσιο | Thorndike / συμπεριφορισμός | Μορφολογική (Gestalt) Ψυχολογία |

    Κοινό σημείο και σχέση τους: και οι δύο μέθοδοι χρησιμοποιούνται από κοινού για την επίλυση προβλημάτων, αλλά σε διαφορετικό βαθμό η καθεμιά από κάθε υποκείμενο. Η δοκιμή και πλάνη δεν είναι ποτέ μια εντελώς τυχαία διαδικασία: η γάτα του Thorndike είχε αρκετή ενόραση, ώστε να καταλάβει ότι κανενός άλλου είδους δοκιμή δεν θα τη βοηθούσε αν δεν άρχιζε να γρατζουνάει το κουτί. Αντίστροφα, η δοκιμή και η αποτυχία μπορεί να γίνονται αποκλειστικά μέσω νοητικών αναπαραστάσεων, ορισμένες από τις οποίες αφορούν και την πρόβλεψη πιθανών αποτελεσμάτων.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δοκιμή και πλάνη (Thorndike, πείραμα με τις γάτες στο κουτί) φτάνει στη λύση σταδιακά, δοκιμάζοντας αρχικά στην τύχη και αξιοποιώντας την εμπειρία κάθε αποτυχίας, ενώ η ενόραση (Μορφολογική Ψυχολογία) αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως κενό που πρέπει να συμπληρωθεί και η λύση προκύπτει ξαφνικά και αυθόρμητα ως εσωτερική σύλληψη· οι δύο μέθοδοι δεν αποκλείονται αλλά χρησιμοποιούνται από κοινού σε διαφορετικό βαθμό — η δοκιμή-πλάνη δεν είναι ποτέ εντελώς τυχαία και η δοκιμή μπορεί να γίνεται και νοητικά.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Παραδείγματα ειδών μάθησης

Ερώτηση: Δώστε παραδείγματα μάθησης με κλασική υποκατάσταση, συντελεστικής μάθησης και διαμορφωτικής μάθησης.

Απάντηση:

  • Α. Μάθηση με κλασική υποκατάσταση (Pavlov) (σελ. 38-40) Αρχή: ένα αρχικά αδιάφορο (ουδέτερο) ερέθισμα συνδέεται επανειλημμένα με ένα φυσικό/ανεξάρτητο ερέθισμα και τελικά προκαλεί μόνο του την αντίδραση.

    • Το πείραμα: τροφή → έκκριση σάλιου· ήχος κουδουνιού (ουδέτερο) → στροφή κεφαλής· μετά από επαναλαμβανόμενη ταυτόχρονη παρουσίαση, ήχος (εξαρτημένο ερέθισμα) → έκκριση σάλιου (εξαρτημένη αντίδραση).
    • Καθημερινά παραδείγματα: το βρέφος ηρεμεί μόλις ακούσει τη φωνή της μητέρας, γιατί έχει συνδεθεί με το τάισμα και τη φροντίδα· το παιδί αρχίζει να πεινά μόλις ακούσει το κουδούνι του διαλείμματος· ο φόβος του λευκού μπλουζιού μετά από επώδυνο εμβόλιο (φοβία — ο Watson έδειξε ακριβώς αυτή την πορεία δημιουργίας φοβίας σε βρέφος, σελ. 40).

    Β. Συντελεστική μάθηση (Skinner) (σελ. 40) Αρχή: ο οργανισμός επιδρά στο περιβάλλον — συντελεί, ενεργεί πάνω του — και η συμπεριφορά που ενισχύεται επαναλαμβάνεται.

    • Το πείραμα: το πεινασμένο ποντίκι πατά τυχαία τον μοχλό, παίρνει τροφή, και μετά από επαναλήψεις έμαθε να πατάει τον μοχλό κάθε φορά που πείναγευιοθέτησε νέα συμπεριφορά βασισμένη στην ενίσχυση και στην επιβράβευση της προσπάθειάς του.
    • Καθημερινά παραδείγματα: το παιδί μαζεύει τα παιχνίδια του γιατί επιβραβεύεται με έπαινο· ο μαθητής διαβάζει περισσότερο μετά από έναν καλό βαθμό· το νήπιο επαναλαμβάνει μια λέξη επειδή προκαλεί ενθουσιασμό στους γονείς.

    Γ. Διαμορφωτική μάθηση (διαμόρφωση της συμπεριφοράς)ενδεικτική απάντηση: το βιβλίο δεν δίνει χωριστό ορισμό, αλλά περιγράφει τη διαδικασία ως εφαρμογή της συντελεστικής μάθησης: Αρχή: η σταδιακή ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς — ενισχύονται διαδοχικά όλο και πιο κοντινές προσεγγίσεις προς τη ζητούμενη συμπεριφορά, ώσπου αυτή να διαμορφωθεί πλήρως.

    • Το παράδειγμα του βιβλίου: η εκπαίδευση των ζώων που κάνουν ακροβατικά νούμερα στο τσίρκο — «οι μαθημένες συμπεριφορές που επιδεικνύουν βασίζονται στη σταδιακή ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς (κυρίως μέσω τροφής) από τους εκπαιδευτές» (σελ. 40).
    • Παραδείγματα από τον βρεφονηπιακό σταθμό: μαθαίνουμε στο νήπιο να τρώει μόνο του με το κουτάλι επιβραβεύοντας πρώτα το κράτημα, μετά το γέμισμα, μετά τη μεταφορά στο στόμα· η εκπαίδευση στην τουαλέτα με έπαινο σε κάθε επιμέρους βήμα· η σταδιακή εκμάθηση της τακτοποίησης των παιχνιδιών, ένα κουτί τη φορά.

    Δ. (Συμπληρωματικά) Κοινωνική μάθηση (Bandura) — μάθηση με μίμηση προτύπων: το πείραμα με τις τρεις ομάδες παιδιών και την πάνινη κούκλα, όπου όλες οι ομάδες φέρθηκαν αργότερα επιθετικά στην κούκλα (σελ. 42).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κλασική υποκατάσταση: το πείραμα του Pavlov (τροφή-κουδούνι-σάλιο) και καθημερινά ανάλογα — το βρέφος ηρεμεί στη φωνή της μητέρας, ο φόβος του λευκού μπλουζιού. Συντελεστική: το ποντίκι του Skinner που πατά τον μοχλό για τροφή, ο έπαινος που κάνει το παιδί να μαζεύει τα παιχνίδια του. Διαμορφωτική (ενδεικτικά, ως σταδιακή ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς): η εκπαίδευση των ζώων του τσίρκου με σταδιακή ενίσχυση μέσω τροφής και, στον σταθμό, η βήμα προς βήμα εκμάθηση του φαγητού με το κουτάλι ή της τακτοποίησης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Στρατόπεδα συγκέντρωσης και επίκτητη αδυναμία

Ερώτηση: Αναλύστε ποιες συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης θα μπορούσαν να σχετιστούν με την επίκτητη αδυναμία;

Απάντηση:

  • Το πλαίσιο (σελ. 41): το πείραμα του Martin Seligman κατέδειξε το μαθημένο αίσθημα αβοήθητου, που προέρχεται από την αδυναμία επίδρασης στο περιβάλλον. Ο σκύλος σε διαιρεμένο κλουβί έμαθε να πηδά στο άλλο μέρος μόλις έβλεπε το φως για να αποφύγει το ηλεκτροσόκ· όταν όμως το ηλεκτροσόκ δινόταν και στα δύο μέρη, σταμάτησε να αντιδρά και να δοκιμάζει να σωθεί — και η πλήρης αδράνεια εξακολούθησε ακόμα και όταν το ένα μέρος του κλουβιού ξανάγινε ασφαλές. Η μάθηση που απέκτησε ήταν η παντοδυναμία του περιβάλλοντος, στην οποία οποιαδήποτε αντίδραση είναι μάταιη· μια τέτοια αίσθηση οδηγεί σε παραίτηση.

    Οι συνθήκες των στρατοπέδων συγκέντρωσης που αντιστοιχούν σε αυτό (σελ. 41):

    • Η ζωή ελεγχόταν από τρίτους: κάθε πτυχή της καθημερινότητας (τροφή, ύπνος, εργασία, ίδια η επιβίωση) καθοριζόταν εξωτερικά, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου από το άτομο.
    • Η αδυναμία αντίδρασης: οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης ή διαφυγής ήταν μάταιη ή τιμωρούνταν — όπως το ηλεκτροσόκ που δινόταν και στα δύο μέρη του κλουβιού.
    • Η μη προβλεψιμότητα και η απουσία σχέσης πράξης-αποτελέσματος: η τιμωρία δεν εξαρτιόταν από τη συμπεριφορά, οπότε καμία συμπεριφορά δεν οδηγούσε σε αποφυγή της — ακριβώς το στοιχείο που παράγει το αίσθημα αβοήθητου.
    • Η επανάληψη και η διάρκεια των συνθηκών, που εδραίωσαν τη μάθηση.
    • Αποτέλεσμα: η αδυναμία αντίδρασης οδήγησε πολλούς στην παραίτηση από την προσπάθεια να ζήσουν — παθητική αποδοχή κάθε ερεθίσματος, όπως στον σκύλο του Seligman.

    Γενίκευση (σελ. 41): και σε λιγότερο σκληρές συνθήκες, οι άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη χαρακτηρίζονται από παραίτηση, που προέρχεται από αλλεπάλληλες αποτυχίες στην άσκηση ελέγχου στο περιβάλλον: όταν αισθανόμαστε ότι καθετί που κάνουμε δεν οδηγεί στην ικανοποίηση των στόχων μας αλλά σε μόνιμη αποτυχία, επικρατεί μέσα μας το αίσθημα αδυναμίας και ανικανότητας.

    Παιδαγωγική προέκταση: το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε παιδί που βιώνει διαρκή αποτυχία ή αυστηρό, απρόβλεπτο έλεγχο — γι' αυτό στον βρεφονηπιακό σταθμό επιδιώκουμε εμπειρίες επιτυχίας, προβλέψιμο πλαίσιο και δυνατότητες επιλογής, ώστε το παιδί να βιώνει ότι οι πράξεις του έχουν αποτέλεσμα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι συνθήκες που αντιστοιχούν στο μαθημένο αίσθημα αβοήθητου του Seligman είναι ο πλήρης έλεγχος της ζωής από τρίτους, η αδυναμία αποτελεσματικής αντίδρασης ή διαφυγής, η απουσία σχέσης ανάμεσα στη συμπεριφορά και στο αποτέλεσμα (η τιμωρία ερχόταν ούτως ή άλλως) και η διάρκεια-επανάληψή τους· όπως ο σκύλος έπαψε να αντιδρά όταν το ηλεκτροσόκ δινόταν και στα δύο μέρη του κλουβιού, έτσι και η αδυναμία αντίδρασης οδήγησε πολλούς στην παραίτηση από την προσπάθεια να ζήσουν — το ίδιο αίσθημα εμφανίζεται και στην κατάθλιψη, ύστερα από αλλεπάλληλες αποτυχίες ελέγχου του περιβάλλοντος.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 — Άνθρωπος χωρίς φθορά της μνήμης

Ερώτηση: Πώς φαντάζεστε ότι θα ήταν ένας άνθρωπος, εάν οι πληροφορίες τις οποίες θα αποθήκευε στη μνήμη του δε θα φθείρονταν ποτέ;

Απάντηση:

  • Άσκηση φαντασίας-αναστοχασμού — ενδεικτική απάντηση με βάση τη λειτουργία της λήθης (σελ. 46-48).

    Το κλειδί δίνει το ίδιο το βιβλίο: «Ως έναν βαθμό η λήθη των πληροφοριών και η αντικατάστασή τους από νέες πληροφορίες είναι μια λειτουργία με καθοριστική σημασία, που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της γνώσης και τη συγκράτηση νέων συνδυασμών πληροφόρησης, αναβαθμισμένων ποιοτικά» (σελ. 46). Η λήθη δηλαδή δεν είναι μόνο ελάττωμα, αλλά χρήσιμη λειτουργία.

    Ενδεικτικά πλεονεκτήματα ενός τέτοιου ανθρώπου:

    • Θα θυμόταν κάθε γνώση που απέκτησε ποτέ (τεράστια σημασιολογική μνήμη) και κάθε προσωπική εμπειρία με λεπτομέρεια (μνήμη επεισοδίων).
    • Δεν θα χρειαζόταν εσωτερική επανάληψη ούτε σβολοποιήσεις για να διατηρήσει πληροφορίες.

    Ενδεικτικά μειονεκτήματα και προβλήματα:

    • Υπερφόρτωση: το βιβλίο τονίζει ότι κωδικοποιείται μόλις το 1% των ερεθισμάτων και ότι πρέπει να αποφεύγεται η κόπωση από τη συσσώρευση υπερπληθώρας πληροφοριών (σελ. 43, 48). Χωρίς φθορά, το άτομο θα κατακλυζόταν από ασήμαντες λεπτομέρειες.
    • Δυσκολία ανάσυρσης: όσο περισσότερες οι όμοιες πληροφορίες, τόσο εντονότερη η απόφραξη και η προδρομική/αναδρομική παρεμπόδιση — θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει ποια πληροφορία αφορά τι (πείραμα Underwood).
    • Αδυναμία αφαίρεσης και γενίκευσης: η λήθη επιτρέπει νέους συνδυασμούς πληροφόρησης, αναβαθμισμένους ποιοτικά — χωρίς αυτήν θα κυριαρχούσε η μηχανική συγκράτηση εις βάρος της κατανόησης.
    • Συναισθηματικό κόστος: δεν θα λειτουργούσε ο μηχανισμός της απώθησης που περιέγραψε ο Freud· κάθε τραυματική, ντροπιαστική ή ενοχική εμπειρία θα παρέμενε ζωντανή, με συνεχή αναβίωση του πόνου και αδυναμία «να προχωρήσει» το άτομο.
    • Δυσκολία προσαρμογής: η μάθηση είναι σχετικά μόνιμη αλλαγή που επιτρέπει προσαρμογή — αν καμία παλιά πληροφορία δεν έσβηνε, θα ήταν δυσκολότερο να αντικατασταθούν λανθασμένες ή ξεπερασμένες γνώσεις.

    Ενδεικτικό συμπέρασμα: ένας τέτοιος άνθρωπος θα είχε τεράστιο απόθεμα γνώσεων αλλά προβληματική επιλεκτικότητα, δυσκολία στην ανάσυρση και βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Η λήθη, μέσα σε λογικά όρια, είναι προϋπόθεση της ψυχικής ισορροπίας και της ποιοτικής μάθησης — γι' αυτό και μας ενοχλεί μόνο όταν συνδέεται με την αδυναμία να ανασύρουμε πληροφορίες που χρειαζόμαστε.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδεικτική απάντηση: θα διέθετε τεράστιο απόθεμα γνώσεων και λεπτομερή ανάμνηση κάθε εμπειρίας, χωρίς ανάγκη επανάληψης ή σβολοποιήσεων· θα υπέφερε όμως από υπερφόρτωση με ασήμαντες λεπτομέρειες, από έντονη απόφραξη και παρεμπόδιση κατά την ανάσυρση, από δυσκολία αφαίρεσης και ποιοτικής αναβάθμισης της γνώσης, από την αδυναμία απώθησης τραυματικών εμπειριών και από δυσκολία να αντικαταστήσει λανθασμένες γνώσεις — αφού, όπως λέει το βιβλίο, η λήθη και η αντικατάσταση των πληροφοριών είναι λειτουργία καθοριστικής σημασίας για την αύξηση της γνώσης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 — Αμφίβολο ερέθισμα — νέα ή ηλικιωμένη γυναίκα

Ερώτηση: Πώς αντιλαμβάνεστε τη μορφή της φωτογραφίας; Κάποιοι άνθρωποι την αντιλαμβάνονται σαν μια φιγούρα νέας γυναίκας και κάποιοι βλέπουν μια ηλικιωμένη κυρία. Ποιος παράγοντας επηρεάζει την αντίληψή τους, ώστε να δίνουν διαφορετική απάντηση;

Απάντηση:

  • Τι είναι η εικόνα: πρόκειται για αμφίβολο ερέθισμα — ερέθισμα που μπορεί να εκληφθεί με περισσότερους από έναν αντιληπτικούς τρόπους, χωρίς να πρόκειται για παραίσθηση· ο εγκέφαλος μπορεί να το αντιληφθεί με διάφορους τρόπους, πριν να καταλήξει σε συμπέρασμα (σελ. 29, όπου δίνεται και το ανάλογο παράδειγμα με το προφίλ δύο ανθρώπων ή ένα βάζο).

    Ο παράγοντας που εξηγεί τη διαφορά: η υποκειμενική εμπειρία — δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε να αντιδρούμε με βάση τις περιβαλλοντικές εμπειρίες και τις ανάγκες μας (σελ. 30). Το ίδιο φυσικό ερέθισμα οργανώνεται διαφορετικά από κάθε άτομο, επειδή:

    • η εμπειρία και οι προηγούμενες παραστάσεις καθορίζουν ποια στοιχεία θα «δεθούν» μεταξύ τους — όπως στο πείραμα των Blakemore και Cooper με τα γατάκια, όπου η φυσιολογική κατασκευή της αντίληψης δεν επαρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο, το οποίο εξηγείται μόνο με την προσθήκη της εμπειρίας, της έκθεσης στο ερέθισμα (σελ. 26)·
    • οι έμφυτες αρχές αντιληπτικής οργάνωσης (εγγύτητα, ομοιότητα, εγκλεισμός, συνέχεια, απλότητα) ομαδοποιούν τα στοιχεία, και η ομαδοποίηση που θα επικρατήσει καθορίζει ποια μορφή θα δούμε·
    • το πολιτισμικό περιβάλλον και οι προσδοκίες μας μας κάνουν να αναζητούμε οικείες μορφές·
    • το συναίσθημα, τα κίνητρα και οι προσδοκίες κατευθύνουν ποιες εκφάνσεις του ερεθίσματος θα αντιληφθούμε (Gilchrist & Nesberg — οι πεινασμένοι βλέπουν λαμπρότερες τις εικόνες φαγητών, σελ. 29).

    Ενδεικτική απάντηση για την προσωπική εμπειρία: όσοι εστιάζουν στο περίγραμμα του προσώπου και στο σαγόνι βλέπουν συνήθως τη νέα γυναίκα, ενώ όσοι εστιάζουν στα σκοτεινά τμήματα και στη μύτη βλέπουν την ηλικιωμένη κυρία· αφού δούμε τη μία μορφή, δυσκολευόμαστε αρχικά να δούμε την άλλη, και μόλις τη «βρούμε», η εικόνα αρχίζει να εναλλάσσεται — γιατί ο εγκέφαλος δοκιμάζει διαφορετικές οργανώσεις πριν καταλήξει.

    Συμπέρασμα: η άσκηση δείχνει έμπρακτα ότι η αντίληψη είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των πληροφοριών που δίνουν οι αισθήσειςοι αισθήσεις δίνουν πληροφορίες που, για να τις αντιληφθούμε, πρέπει πρώτα να ερμηνευτούν από τον εγκέφαλο (σελ. 25), και η αντίληψη και η κρίση της πραγματικότητας είναι μέρος της ιδιαιτερότητας της προσωπικότητάς μας (σελ. 30).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Πρόκειται για αμφίβολο ερέθισμα, που ο εγκέφαλος μπορεί να αντιληφθεί με περισσότερους από έναν τρόπους πριν καταλήξει σε συμπέρασμα· ο παράγοντας που εξηγεί τη διαφορά είναι η υποκειμενική εμπειρία — μαζί με τις έμφυτες αρχές αντιληπτικής οργάνωσης, το πολιτισμικό περιβάλλον, τις προσδοκίες, τα κίνητρα και το συναίσθημα — αφού οι αισθήσεις δίνουν πληροφορίες που πρέπει πρώτα να ερμηνευτούν από τον εγκέφαλο, και έτσι η αντίληψη της πραγματικότητας είναι μέρος της ιδιαιτερότητας της προσωπικότητας του καθενός.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ