Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 10 (1-6) (σελ. 244) – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 10 (1-6)

Πλήρεις λύσεις των 6 ερωτήσεων-δραστηριοτήτων του κεφαλαίου 10 — μεταβολές και χαρακτηριστικά της σκέψης του νηπίου, καταγραφή σωματικών μεταβολών και σκέψης σε βρεφονηπιακό σταθμό, εγωκεντρικός και κοινωνικοποιημένος λόγος, σχέση γλώσσας και νόησης, χαρακτηριστικά της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης και διερεύνηση της αυτονομίας και της πρωτοβουλίας των νηπίων.


Ερώτηση 1 — Μεταβολές και χαρακτηριστικά της σκέψης του νηπίου

Ερώτηση: Ποιες είναι οι πιο σημαντικές μεταβολές και ποια τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψης του νηπίου;

Απάντηση:

  • Α. Οι πιο σημαντικές μεταβολές (σελ. 225-228)

    Το παιδί των δύο ετών εισέρχεται σε μια νέα φάση νοητικής εξέλιξης: πολύ σύντομα μπορεί να μετρά, να φαντάζεται πράγματα που δε συνδέονται μόνο με τη διάσταση του εδώ και τώρα, να διαμορφώνει πεποιθήσεις κτλ., ενώ η ανάπτυξη της γλώσσας και της φαντασίας διευρύνει τις ικανότητες για σκέψη, γεγονός το οποίο αντανακλάται και στο παιχνίδι του. Το νήπιο βρίσκεται στο στάδιο της προσυλλογιστικής σκέψης, που διακρίνεται σε δύο επιμέρους φάσεις: α) την προεννοιολογική σκέψη (3ο-4ο έτος) και β) τη διαισθητική σκέψη (5ο-6ο έτος). Οι κύριες μεταβολές είναι:

    • Η ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης: αρχίζει να χρησιμοποιεί σύμβολα, για να αναπαριστά νοητικά αντικείμενα και μορφές δράσηςμαθαίνει λέξεις, χειρονομίες, καθώς και πώς να χρησιμοποιεί αντικείμενα και στάσεις, για να αναπαριστά πράγματα, ιδέες και μορφές συμπεριφοράς· κάνει τα πρώτα του σχέδια, μπορεί να προσποιείται και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να επικοινωνεί με τους άλλους.
    • Η εμφάνιση της ανακλητικής μνήμης, που κατά τον Piaget συνδέεται με την εγκαθίδρυση της συμβολικής λειτουργίας: μπορεί να αναπλάθει και να ανακαλεί γεγονότα του παρελθόντος, ενώ είναι δυνατόν να φαντάζεται το μέλλον και να ασχολείται με το παρόν.
    • Το δημιουργικό και φανταστικό παιχνίδι, η πιο προσφιλής δραστηριότητά του: αν και έχει την ικανότητα να προσποιείται (π.χ. να χρησιμοποιεί μια κάρτα για αυτοκίνητο ή να παριστάνει ότι είναι ένα πουλί που πετά), δεν είναι πάντοτε δυνατόν να ξεχωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα. Κατά τον Erikson χρησιμοποιεί το συμβολικό παιχνίδι για να επεξεργαστεί τους φόβους του και τις ματαιώσεις των επιθυμιών του, να αναβιώσει δυσάρεστα γεγονότα ή να κάνει πράγματα που στην πραγματικότητα είναι απαγορευμένα· κατά τον Piaget το φανταστικό παιχνίδι συνιστά ένδειξη της συμβολικής λειτουργίας και οι πρώτες λέξεις αποτελούν ιδιαίτερα, προσωπικά σύμβολα, όχι κανονικά σύμβολα κατανοητά από την κοινότητα.
    • Τα σχέδια, αρχικά μουντζούρες, αποτελούν έκφραση της συμβολικής ικανότητάς του· σταδιακά διαμορφώνει τις πρώτες ανθρώπινες φιγούρες, από τις οποίες συνήθως λείπουν βασικά μέρη του σώματοςτα σχέδια είναι ατελή, επειδή και οι νοητικές εικόνες του παιδιού δεν είναι ολοκληρωμένες. Γενικώς, η ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης είναι θεμελιώδης για τη μετέπειτα ανάπτυξη της τυπικής λογικής σκέψης του παιδιού.

    Β. Τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψης

    Β1. Προεννοιολογική σκέψη (3ο και 4ο έτος)το παιδί δεν έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί τους κανόνες της λογικής· οι νοητικές λειτουργίες εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά και κάποιες ατέλειες:

    • α) Οι προέννοιες, οι πρώτες έννοιες που χρησιμοποιεί το παιδί, που αποτελούν «αυθαίρετες γενικεύσεις, αφελείς και ατελείς σημασίες που δίνει στις λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί» — με τη λέξη «μαμά» μπορεί να αναφέρεται σε οτιδήποτε έχει σχέση με τη μητέρα του, γιατί δεν μπορεί να εννοήσει ότι τα αντικείμενα και τα όντα κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες.
    • β) Ο μεταγωγικός συλλογισμός: οι συλλογισμοί είναι ατελείς, επειδή κινούνται από το μερικό προς το μερικό, από τη μια προέννοια σε μια άλλη προέννοια. Εάν κατανοήσει ότι δύο αντικείμενα ή στοιχεία έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, τείνει να θεωρεί ότι είναι όμοια ως προς όλα τα χαρακτηριστικά τους«Δεν κοιμήθηκα, άρα δεν είναι απόγευμα», «Ο μπαμπάς ζεσταίνει νερό, θα ξυριστεί»· διαφαίνεται η τάση του παιδιού να συνδέει με αιτιώδη σχέση όσα στοιχεία εμφανίζονται συγχρόνως.
    • γ) Ο εγωκεντρισμός: δεν έχει την ικανότητα να διακρίνει το υποκειμενικό από το αντικειμενικό, γι' αυτό ερμηνεύει και εξηγεί τον κόσμο κυρίως από υποκειμενική άποψη, με αποτέλεσμα να παραποιεί και να διαστρέφει την πραγματικότητα«Τα σκαλιά είναι απαίσια, με χτύπησαν» ή, στην ερώτηση «γιατί υπάρχουν κύματα στη θάλασσα», «γιατί τα έβαλαν εκεί».
    • δ) Ο ανθρωπομορφισμός και ο ανιμισμός: ερμηνεύει τα φαινόμενα ανθρωπομορφικά, δηλαδή δίνοντας ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα, ή ανιμιστικά, αποδίδοντας ψυχικές λειτουργίες στα άψυχα«η κούκλα κρυώνει, πρέπει να την ντύσω».
    • ε) Η επικέντρωση: επικεντρώνεται σε ένα μόνο κύριο στοιχείο ή χαρακτηριστικό αποκλείοντας τα άλλα.
    • στ) Η έλλειψη αναστρεψιμότητας: δεν μπορεί να κατανοήσει ότι ορισμένοι μετασχηματισμοί είναι αντιστρέψιμοι και ότι ορισμένες διαστάσεις, ενέργειες κτλ. είναι συμπληρωματικές ή αντίθετεςδεν κατανοεί ότι, αν πλάσουμε ένα βόλο πλαστελίνης σε κυλινδρικό σχήμα, μπορούμε να αναπλάσουμε το κυλινδρικό σχήμα σε σχήμα σφαίρας.

    Β2. Διαισθητική σκέψη (5ο και 6ο έτος)μεταβατική φάση: παρακμάζουν ο εγωκεντρισμός, οι μεταγωγικοί συλλογισμοί, η επικέντρωση και οι προέννοιες και αναδύονται νέες νοητικές λειτουργίες:

    • Ικανότητα να διαμορφώνει λογικές κατηγορίες.
    • Αντίληψη των σχέσεων.
    • Χειρισμός των αριθμητικών εννοιών.
    • Ο σχηματισμός εννοιών: οι έννοιες εκφράζουν τις ομοιότητες μεταξύ των αντικειμένων και δηλώνονται με λέξεις· είναι αποτέλεσμα δύο κυρίως νοητικών διεργασιών, της γενίκευσης και της αφαίρεσης (στην έννοια «υγρό» υπάγονται το νερό, το λάδι, το κρασί). Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι κατηγοριοποίησης είναι η μορφολογική κατηγοριοποίηση (με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά), η μερική κατηγοριοποίηση (με βάση ένα ή δύο κεντρικά χαρακτηριστικά) και η ολική ταξινόμηση (με βάση ένα ή δύο χαρακτηριστικά όλων των αντικειμένων).
    • Ο ρόλος της γλώσσας καθίσταται αποφασιστικός τόσο για τη νοητική διαδικασία του σχηματισμού εννοιών όσο και για τη διαδικασία της μάθησης γενικότερα: το νήπιο χρησιμοποιεί το λόγο για να κατευθύνει τη δράση και τη συμπεριφορά του, αλλά και για να προσδιορίσει χαρακτηριστικά και ιδιότητες των αντικειμένων.

    Η διαισθητική σκέψη γενικώς χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη πρόοδο ως προς τα επιτεύγματα από ό,τι η προεννοιολογική.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το νήπιο περνά στην προσυλλογιστική σκέψη, με δύο φάσεις: την προεννοιολογική (3ο-4ο έτος) και τη διαισθητική (5ο-6ο έτος). Οι σημαντικότερες μεταβολές είναι η ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης και της χρήσης συμβόλων, η εμφάνιση της ανακλητικής μνήμης, το δημιουργικό και φανταστικό παιχνίδι και τα πρώτα σχέδια. Χαρακτηριστικά της προεννοιολογικής σκέψης είναι οι προέννοιες, ο μεταγωγικός συλλογισμός (από το μερικό στο μερικό), ο εγωκεντρισμός, ο ανθρωπομορφισμός και ο ανιμισμός, η επικέντρωση και η έλλειψη αναστρεψιμότητας. Στη διαισθητική σκέψη τα χαρακτηριστικά αυτά παρακμάζουν και αναδύονται η διαμόρφωση λογικών κατηγοριών, ο σχηματισμός εννοιών με γενίκευση και αφαίρεση, η αντίληψη σχέσεων και ο χειρισμός αριθμητικών εννοιών, ενώ ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αποφασιστικός.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Καταγραφή σωματικών μεταβολών και χαρακτηριστικών της σκέψης

Ερώτηση: Οι μαθητές, κατά τη διάρκεια των επισκέψεών τους στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, να καταγράψουν και να επισημάνουν τις σωματικές μεταβολές και τα χαρακτηριστικά της σκέψης ορισμένων παιδιών και να τα παρουσιάσουν στην τάξη.

Απάντηση:

  • Δραστηριότητα πεδίου. Ακολουθεί ενδεικτικό σχέδιο καταγραφής και παρουσίασης με βάση τα δεδομένα του κεφαλαίου (σελ. 219-228).

    1. Προετοιμασία

    • Συνεννόηση με τον σταθμό για την ημέρα και τις ώρες της επίσκεψης και άδεια για την παρατήρηση, με τήρηση του απορρήτου (χωρίς ονόματα — μόνο ηλικία σε έτη και μήνες και φύλο).
    • Επιλογή 3-4 νηπίων διαφορετικών ηλικιών (π.χ. ενός 2½ ετών, ενός 4 ετών και ενός 5½ ετών), ώστε να φανεί η εξελικτική πορεία.
    • Ετοιμασία φύλλου καταγραφής με δύο μέρη: σωματικές μεταβολές και χαρακτηριστικά της σκέψης.

    2. Φύλλο καταγραφής — σωματικές μεταβολές | Στοιχείο | Τι σημειώνουμε | Κριτήριο του βιβλίου | |---|---|---| | Βάρος - ύψος | τιμές από την καρτέλα του σταθμού | 1-2 κιλά και 7-8 εκ. τον χρόνο· περί το 5ο έτος έως 20 κιλά και ~110 εκ. | | Σωματότυπος | αν έχει χάσει το βρεφικό πάχος | το νήπιο χάνει το βρεφικό πάχος καθώς τα οστά αναπτύσσονται | | Ύπνος - διατροφή - τουαλέτα | διάρκεια ύπνου, μεσοδιαστήματα γευμάτων, έλεγχος κύστης | το παιδί των 5 ετών μπορεί να περάσει μεγάλο διάστημα χωρίς γεύμα ή τουαλέτα | | Αδρή κινητικότητα | τρέξιμο, πήδημα, ισορροπία, σκάλες | στο 3ο έτος ρυθμίζει καλύτερα βάδισμα και τρέξιμο, στο 4ο ο έλεγχος των μυών γίνεται αυτόματος, στο 6ο αποκτά ευρυθμία | | Λεπτή κινητικότητα | κορδόνια, κουμπιά, ψαλίδι, μολύβι | οι λεπτές κινήσεις ακολουθούν σταδιακή πορεία | | Ζωγραφική | συλλογή ενός σχεδίου με την άδεια του σταθμού | τα τέσσερα στάδια κατά Kellog: μουντζούρες → γεωμετρικά σχήματα → σχέδιο (3½ ετών) → εικόνα (4ο-5ο έτος) | | Πλευρίωση | με ποιο χέρι ζωγραφίζει, τρώει, κλωτσά την μπάλα | από τα δύο έτη σαφής προτίμηση προς τη μία πλευρά | | Αυτοεξυπηρέτηση | ντύσιμο, φαγητό, περιποίηση σώματος | σταδιακή εξέλιξη και διαμόρφωση |

    3. Φύλλο καταγραφής — χαρακτηριστικά της σκέψης

    • Συμβολικό παιχνίδι: αν χρησιμοποιεί ένα αντικείμενο στη θέση ενός άλλου (π.χ. μια κάρτα για αυτοκίνητο) ή παριστάνει έναν ρόλο.
    • Προέννοιες: αν χρησιμοποιεί μια λέξη με πολύ πλατιά ή πολύ στενή σημασία (π.χ. «μαμά» για οτιδήποτε σχετίζεται με τη μητέρα).
    • Μεταγωγικός συλλογισμός: φράσεις τύπου «Δεν κοιμήθηκα, άρα δεν είναι απόγευμα»σύνδεση με αιτιώδη σχέση όσων εμφανίζονται συγχρόνως.
    • Εγωκεντρισμός: αν ερμηνεύει τα γεγονότα μόνο από τη δική του σκοπιά («τα σκαλιά με χτύπησαν»).
    • Ανθρωπομορφισμός - ανιμισμός: αν αποδίδει ανθρώπινες ιδιότητες ή ψυχικές λειτουργίες στα άψυχα («η κούκλα κρυώνει»).
    • Επικέντρωση - έλλειψη αναστρεψιμότητας: με ένα απλό παιχνίδι πλαστελίνης ή δύο ποτηριών με νερό, αν κρίνει από ένα μόνο χαρακτηριστικό και αν αντιλαμβάνεται ότι η αλλαγή είναι αντιστρέψιμη.
    • Ενδείξεις διαισθητικής σκέψης στα μεγαλύτερα νήπια: ταξινόμηση αντικειμένων σε κατηγορίες, αντίληψη σχέσεων, μέτρημα και χειρισμός αριθμών.
    • Λόγος: επανάληψη, μονόλογος, συλλογικός μονόλογος ή κοινωνικοποιημένος λόγος με πραγματική ανταλλαγή πληροφοριών.

    4. Τρόπος παρατήρησης

    • Διακριτική παρατήρηση χωρίς παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι και σε μια οργανωμένη δραστηριότητα, με σύντομες σημειώσεις επί τόπου και συμπλήρωση αμέσως μετά.
    • Καταγραφή αυτούσιων φράσεων των παιδιών, γιατί είναι το ασφαλέστερο τεκμήριο για τα χαρακτηριστικά της σκέψης.
    • Σύντομη συζήτηση με την παιδαγωγό για στοιχεία που δεν φαίνονται στη μία επίσκεψη (ύπνος, διατροφή, εξέλιξη μέσα στη χρονιά).

    5. Παρουσίαση στην τάξη

    • Πίνακας με τα τρία παιδιά ανά ηλικία και τα ευρήματα σε σωματικές μεταβολές και σκέψη.
    • Δείγματα ζωγραφικής αντιστοιχισμένα στα στάδια του Kellog.
    • Σύγκριση των ευρημάτων με τα δεδομένα του βιβλίου και σχολιασμός των ατομικών διαφορώνο ιδιαίτερος ρυθμός ανάπτυξης κάθε παιδιού, η εθνική προέλευση, η διατροφή και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας.
    • Συμπέρασμα: οι νόρμες είναι βάση σύγκρισης και όχι κανόναςοι αποκλίσεις αξιολογούνται από ειδικούς.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδεικτική απάντηση: οργανώνουμε την επίσκεψη με άδεια και τήρηση του απορρήτου, επιλέγουμε 3-4 νήπια διαφορετικών ηλικιών και χρησιμοποιούμε φύλλο καταγραφής με δύο μέρη. Στις σωματικές μεταβολές σημειώνουμε βάρος και ύψος (1-2 κιλά και 7-8 εκ. τον χρόνο), απώλεια του βρεφικού πάχους, ύπνο-διατροφή-έλεγχο κύστης, αδρή και λεπτή κινητικότητα, στάδιο ζωγραφικής κατά Kellog, πλευρίωση και δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης. Στα χαρακτηριστικά της σκέψης σημειώνουμε συμβολικό παιχνίδι, προέννοιες, μεταγωγικό συλλογισμό, εγωκεντρισμό, ανθρωπομορφισμό-ανιμισμό, επικέντρωση, έλλειψη αναστρεψιμότητας, ενδείξεις διαισθητικής σκέψης και μορφή λόγου, καταγράφοντας αυτούσιες φράσεις των παιδιών. Παρουσιάζουμε πίνακα ανά ηλικία, δείγματα ζωγραφικής και σύγκριση με τα δεδομένα του βιβλίου, με έμφαση στις ατομικές διαφορές.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Εγωκεντρικός και κοινωνικοποιημένος λόγος

Ερώτηση: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του εγωκεντρικού και ποια του κοινωνικοποιημένου λόγου;

Απάντηση:

  • Α. Ο εγωκεντρικός λόγος (σελ. 229-230)

    Η γνωστική ανωριμότητα του νηπίου χαρακτηρίζεται από τον εγωκεντρισμό στη σκέψη του, ο οποίος αυτόματα επηρεάζει και εκφράζεται και μέσα από το λόγο του. Χαρακτηριστικά:

    • Ο κύριος στόχος δεν είναι η επικοινωνία.
    • Η ικανότητα του παιδιού να μπορεί να λαμβάνει υπ' όψιν του τις γνώσεις και τις ανάγκες του συνομιλητή δεν είναι ακόμα αναπτυγμένη.
    • Το νήπιο εκφράζει ανάγκες, επιθυμίες, σκέψεις και εμπειρίες, θεωρώντας την «πραγματικότητά του» ως μοναδική, δηλαδή αυτονόητη για το συνομιλητή· πιστεύει ότι ο συνομιλητής του ξέρει και αντιλαμβάνεται ό,τι ακριβώς και το ίδιο.
    • Λόγω των γνωστικών περιορισμών, βάζει στο επίκεντρο της εμπειρίας και της επικοινωνίας τον ίδιο του τον εαυτόκαμιά σχέση λοιπόν δεν υπάρχει με τον εγωισμό ή την αυτοπροβολή.

    Οι τρεις μορφές του εγωκεντρικού λόγου κατά τον Piaget:

    1. Η επανάληψη: το νήπιο απλώς επαναλαμβάνει ό,τι λέει ο συνομιλητής του.
    2. Ο μονόλογος: ένα είδος παραμιλητού, λόγος δηλαδή χωρίς την παρουσία συνομιλητή.
    3. Ο συλλογικός μονόλογος: παρατηρείται σε ομάδες παιδιών που, ενώ συνυπάρχουν, δεν κάνουν προσπάθεια να επικοινωνήσουν μεταξύ τουςτο καθένα εκφράζεται σαν να είναι εντελώς μόνο.

    Η άποψη του Vygotsky: ο εγωκεντρικός λόγος είναι αυτός που στη συνέχεια, κατά την ενηλικίωση, εξελίσσεται σε εσωτερική γλώσσα· είναι ένας τρόπος με τον οποίο το μικρό παιδί αμύνεται έναντι του άγχους και των απαιτήσεων προσαρμογής στο περιβάλλον και όχι απλώς μια γνωστική ανωριμότητατο μικρό παιδί «σκέφτεται δυνατά» και καθοδηγεί έτσι τις κινήσεις του με μεγαλύτερη ευκολία, ιδιαίτερα σε συνθήκες περισσότερο αγχογόνες και απαιτητικές.

    Β. Ο κοινωνικοποιημένος λόγος

    • Γύρω στο 6ο έτος της ηλικίας, σύμφωνα με τον Piaget, ο εγωκεντρικός λόγος αντικαθίσταται από τον κοινωνικοποιημένο.
    • Στον κοινωνικοποιημένο λόγο το παιδί επικοινωνεί με το συνομιλητή ανταλλάσσοντας πραγματικά πληροφορίεςλαμβάνει δηλαδή υπ' όψιν του τον άλλο και τις ανάγκες του.

    Γ. Η ένσταση του Vygotsky: θεωρεί ότι η προσπάθεια επικοινωνίας αρχίζει από νωρίτερα, παρά τις αδυναμίες του εγωκεντρικού λόγουόταν ένα νήπιο μιλά ψευδά, γιατί προσπαθεί να πλησιάσει στη γλώσσα που μιλά το μικρότερό του παιδί, κάνει μια προσπάθεια επικοινωνίας λαμβάνοντας υπ' όψιν τις αδυναμίες του συνομιλητή. Ωστόσο, ο εγωκεντρικός λόγος είναι ένα κύριο χαρακτηριστικό της γνωστικής ανάπτυξης του νηπίου, το οποίο, ακόμα και όταν υπάρχει προσπάθεια επικοινωνίας, δυσκολεύει το αποτέλεσμα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο εγωκεντρικός λόγος του νηπίου δεν έχει ως κύριο στόχο την επικοινωνία: το παιδί δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις γνώσεις και τις ανάγκες του συνομιλητή και θεωρεί την πραγματικότητά του μοναδική και αυτονόητη, χωρίς αυτό να σχετίζεται με εγωισμό ή αυτοπροβολή. Ο Piaget διακρίνει τρεις μορφές του: την επανάληψη (επαναλαμβάνει ό,τι λέει ο συνομιλητής), τον μονόλογο (παραμιλητό χωρίς συνομιλητή) και τον συλλογικό μονόλογο (παιδιά που συνυπάρχουν χωρίς να προσπαθούν να επικοινωνήσουν). Κατά τον Vygotsky ο λόγος αυτός εξελίσσεται σε εσωτερική γλώσσα και λειτουργεί ως άμυνα στο άγχος. Ο κοινωνικοποιημένος λόγος εμφανίζεται γύρω στο 6ο έτος και χαρακτηρίζεται από πραγματική ανταλλαγή πληροφοριών με τον συνομιλητή.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Η σχέση γλώσσας και νόησης

Ερώτηση: Ποια είναι η σχέση γλώσσας και νόησης;

Απάντηση:

  • Το ερώτημα (σελ. 230-232) είναι: «Άραγε το παιδί σκέφτεται πρώτα μια ιδέα και κατόπιν προσπαθεί να την εκφράσει με λέξεις ή η γλωσσική ικανότητά του τού επιτρέπει να κάνει καινούριες σκέψεις;»τα ερωτήματα αυτά αφορούν τη σχέση μεταξύ γλώσσας και σκέψης.

    Α. Η άποψη του Piaget: πρώτα η σκέψη

    • Ο Piaget πίστευε ότι πρώτα αναπτύσσεται η σκέψη και αυτή ακριβώς κάνει εφικτή την ανάπτυξη του λόγου.
    • Το πείραμά του: ζήτησε από μικρά παιδιά να συρθούν στο πάτωμα και κατόπιν να περιγράψουν τι έκαναν. Ακόμη και τα τρίχρονα μπορούσαν να συρθούν χωρίς δυσκολία, μέχρι όμως τα 5-6 χρόνια δεν μπορούσαν να περιγράψουν τι έκαναν.
    • Συμπέρασμα: η κατάκτηση των κινητικών δεξιοτήτων και του λεξιλογίου δε σημαίνουν απαραίτητα ότι το παιδί καταλαβαίνει και μπορεί να εκφράσει ό,τι κάνει.

    Β. Η αντίθετη άποψη: η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη

    • Άλλοι θεωρητικοί διαφωνούν με τον Piaget και πιστεύουν ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσο αναπαράστασης της σκέψης και των εμπειριών, αλλά και ένα μέσο που τις διαμορφώνει.
    • Με αυτόν τον τρόπο η ανάπτυξη της σκέψης αλληλεπιδρά με τη γλωσσική ανάπτυξη, και η πορεία τους είναι παράλληλη.
    • Η έρευνα-τεκμήριο: δύο ερευνητές συνέκριναν τη γλώσσα δύο διαφορετικών φυλών Ινδιάνων και απέδειξαν ότι μέσα από το διαφορετικό λεξιλόγιο και τη διαφορετική δομή της κάθε γλώσσας εκφράζονταν και οι έννοιες τις οποίες κάθε φυλή ήθελε να αποδώσει· κάθε φυλή ερμήνευε και αντιλαμβανόταν τον κόσμο διαφορετικά, με βάση τις διαφορετικές κατηγορίες κάθε γλωσσικής μάθησης. Η γλώσσα διευκολύνει και καθορίζει ακόμα και τις πιο ρεαλιστικές εκφράσεις της πραγματικότητας, στον τρόπο που τις προσλαμβάνουμεμια φυλή Εσκιμώων που χρησιμοποιεί τρεις διαφορετικές λέξεις για το χιόνι αντιλαμβάνεται περισσότερες ποιότητες χιονιού από έναν Έλληνα, που στη γλώσσα του χρησιμοποιεί μία μόνο λέξη.

    Γ. Η σημερινή θέση

    • Οι περισσότεροι ψυχολόγοι συμφωνούν με τον Piaget, στο ότι τα πολύ μικρά παιδιά διαμορφώνουν τη σκέψη τους πρώτα και αργότερα είναι έτοιμα να την εκφράσουν.
    • Άλλοι πάλι θεωρούν ότι κάποια στιγμή στην παιδική ηλικία, γύρω στα 5-6 χρόνια, η γλώσσα διευκολύνει την ανάπτυξη και μορφοποίηση των ιδεών.

    Δ. Συμπληρωματικά: στο στάδιο της διαισθητικής σκέψης ο ρόλος της γλώσσας καθίσταται αποφασιστικός τόσο για τη νοητική διαδικασία του σχηματισμού εννοιών όσο και για τη διαδικασία της μάθησης γενικότερατο νήπιο χρησιμοποιεί το λόγο για να κατευθύνει τη δράση και τη συμπεριφορά του, αλλά και για να προσδιορίσει χαρακτηριστικά και ιδιότητες των αντικειμένων (σελ. 228), ενώ κατά τον Vygotsky ο εγωκεντρικός λόγος, το «να σκέφτεται δυνατά», καθοδηγεί τις κινήσεις του παιδιού (σελ. 230).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο Piaget υποστήριξε ότι πρώτα αναπτύσσεται η σκέψη και αυτή κάνει εφικτή την ανάπτυξη του λόγου: στο πείραμά του ακόμη και τα τρίχρονα μπορούσαν να συρθούν, αλλά μέχρι τα 5-6 χρόνια δεν μπορούσαν να περιγράψουν τι έκαναν. Άλλοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι η γλώσσα δεν αναπαριστά μόνο τη σκέψη αλλά και τη διαμορφώνει, με παράλληλη πορεία των δύο, όπως δείχνει η σύγκριση της γλώσσας δύο φυλών Ινδιάνων και το παράδειγμα των Εσκιμώων με τις τρεις λέξεις για το χιόνι. Σήμερα οι περισσότεροι ψυχολόγοι συμφωνούν με τον Piaget, ενώ άλλοι δέχονται ότι γύρω στα 5-6 χρόνια η γλώσσα διευκολύνει την ανάπτυξη και μορφοποίηση των ιδεών· στη διαισθητική σκέψη ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αποφασιστικός για τον σχηματισμό εννοιών και τη μάθηση.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 — Χαρακτηριστικά της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης

Ερώτηση: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης;

Απάντηση:

  • Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του νηπίου (σελ. 234-242) περιλαμβάνει δύο αναπτυξιακές κρίσεις κατά τον Erikson, τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου, τους παιδικούς φόβους και το παιδικό παιχνίδι.

    1. Η αναπτυξιακή κρίση αυτονομίας - αμφιβολίας

    • Η δεύτερη αναπτυξιακή κρίση στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, σύμφωνα με τον Erikson· ακολουθεί την κρίση εμπιστοσύνης - δυσπιστίας του προηγούμενου σταδίου και σχετίζεται άμεσα με αυτό.
    • Γύρω στο τέλος του 2ου έτους το παιδί εγκαταλείπει την εξάρτηση από τα πρόσωπα φροντίδας και προσπαθεί μόνο του να αναπτύξει επιλογές και δραστηριότητες«μόνος μου θέλω να το κάνω».
    • Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσουν οι γονείς έχει πολύ μεγάλη σημασία: το παιδί ελέγχει τους γονείς και το περιβάλλον, μαθαίνοντας τι μπορεί να διευθετήσει μόνο του και τι όχι. Η ανάπτυξη του αισθήματος του ελέγχου του εαυτού μας, χωρίς την απώλεια της αυτοεκτίμησης, είναι τα απαραίτητα συναισθήματα που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη της υγιούς αυτονομίας.
    • Η υπερπροστασία και ο υπερβολικός έλεγχος από τους γονείς προκαλούν στα παιδιά αμφιβολία για τις ικανότητές τους και ντροπή για τις ανάγκες τους, ενώ η προσκόλληση στη μητέρα δημιουργεί αίσθηση ανελευθερίας. Αν κατά το προηγούμενο στάδιο η σχέση με τη μητέρα οδήγησε στην απόκτηση εμπιστοσύνης, τότε η ανάπτυξη της αυτονομίας έχει ήδη μια βάση.

    2. Η κρίση πρωτοβουλίας - ενοχής

    • Από το 3ο έτος ζωής και μετά· παίζει καθοριστικό ρόλο η πορεία που ακολουθήθηκε κατά τις προηγούμενες αναπτυξιακές κρίσεις εμπιστοσύνης-δυσπιστίας και αυτονομίας-αμφιβολίας.
    • Με την απόκτηση εμπιστοσύνης και την αίσθηση αυτονομίας το παιδί μπορεί να πάρει κάποιες πρωτοβουλίες: να αναπτύξει δραστηριότητες, να γνωρίσει πρόσωπα και να δημιουργήσει, να πάει μόνο του σε άγνωστα μέρη και να ικανοποιήσει την περιέργειά του.
    • Την ίδια περίοδο αναπτύσσεται και η συνείδησή του: οι συμβουλές των γονέων, τα «όχι», τα «πρέπει», τα γονεϊκά «μη» έχουν πλέον εμπεδωθεί και εσωτερικευθεί· το παιδί μαθαίνει την απαγόρευση και, όταν δεν την τηρεί, είτε στην πραγματικότητα είτε με τη φαντασία του, αισθάνεται ενοχές.
    • Οι γονείς και οι δάσκαλοι που απαγορεύουν και εμποδίζουν την πρωτοβουλία δημιουργούν ενοχές στο παιδί και εμποδίζουν τη γνωστική και συναισθηματική του ανάπτυξη, ενώ όσοι δεν παρεμβαίνουν καθόλου εμποδίζουν την ανάπτυξη της συνείδησής του. Το επιθυμητό αποτέλεσμα προκύπτει από την ισορροπία μεταξύ της πρωτοβουλίας και της ενοχήςοι γονείς ενθαρρύνουν την εξερεύνηση και διαβεβαιώνουν ότι οι αποτυχίες δεν είναι ανεπανόρθωτες αλλά ευκαιρίες για μάθηση: «Είμαι αυτό που φαντάζομαι ότι θα γίνω».

    3. Η διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου

    • Ένα παιδί 2-3 χρονών δε γνωρίζει τη διαφοροποίηση των φύλων, αλλά αποκτά μια κάποια αίσθηση της ταυτότητάς του, όταν ακούει εκφράσεις από τους γύρω («Είσαι πολύ όμορφο κοριτσάκι»δεν έχει επίγνωση της σταθερότητας και της κοινωνικής διάστασης του φύλου και των ρόλων.
    • Αργότερα, μέσα από την οικογένεια, γνωρίζουμε πρότυπα συμπεριφοράς του άνδρα και της γυναίκας και συνειδητοποιούμε την κοινωνικά επιθυμητή συμπεριφορά κάθε φύλουδημιουργούνται τα πρώτα στερεότυπα, που εκφράζονται και μέσα στα παιδικά παραμύθια.
    • Το μικρό παιδί αρχίζει να ταυτίζεται με τις συμπεριφορές που ενισχύονται από το περιβάλλον του ως ανδρικές ή γυναικείες, ανάλογα με το φύλο του. Όσο πιο ευφυές είναι ένα παιδί, τόσο πιο εύκολα και γρήγορα ανταποκρίνεται στους ρόλους του φύλου του. Το φύλο είναι και αυτό μια έννοια και ακολουθεί μια γνωστική πορεία ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των επιθυμητών συμπεριφορών από το περιβάλλον.

    4. Οι παιδικοί φόβοι

    • Ο φόβος είναι η συναισθηματική αντίδραση του παιδιού απέναντι στον κίνδυνο· καθετί άγνωστο, απρόσμενο και ανεξέλεγκτο προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Διαφοροποιείται από τη φοβία, γιατί η τελευταία αφορά ένα συγκεκριμένο και αδικαιολόγητο φόβο (κλειστοφοβία).
    • Η σπουδαιότητά του είναι μεγάλη, γιατί επιτρέπει την προστασία και την προσαρμογή του παιδιού και γιατί η αίσθηση του κινδύνου εξασφαλίζει την αντίδραση και την αυτοσυντήρηση· οι φόβοι παύουν να είναι λειτουργικοί, αν παραμένουν αδιαφοροποίητοι με το πέρασμα του χρόνου.
    • Αναπτυξιακά χαρακτηριστικά: στη βρεφική ηλικία οι φόβοι αφορούν κυρίως συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα (ο φόβος για τα ξένα πρόσωπα), ενώ καθώς το παιδί μεγαλώνει φοβάται περισσότερο αφηρημένους και φανταστικούς κινδύνους, όπως το σκοτάδι, τα φαντάσματα. Με την πάροδο του χρόνου μειώνεται ο αριθμός τους και τα μεγαλύτερα παιδιά έχουν την τάση να εκδηλώνουν λιγότερο τον φόβο τους. Τα κορίτσια εκδηλώνουν σε όλες τις ηλικίες περισσότερους φόβους απ' ό,τι τα αγόριαστην πραγματικότητα δεν φοβούνται περισσότερο, αλλά το κοινωνικό στερεότυπο «συγχωρεί» ευκολότερα το φόβο στα κορίτσια.
    • Οι φόβοι δημιουργούνται από δυσάρεστες εμπειρίες που βίωσε το ίδιο το παιδί ή ένα κοντινό του πρόσωπο, το οποίο το παιδί μιμείται· χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση και ενδιαφέρον από τους γονείς και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια παιδική ιδιοτροπία.

    5. Το παιδικό παιχνίδι

    • Η αναπτυγμένη κοινωνικότητα του νηπίου εκφράζεται στις σχέσεις του με τους συνομηλίκους, που αποτυπώνονται έντονα στο παιδικό παιχνίδι. Είδη: μοναχικό (παίζει μόνο του κοντά σε άλλα παιδιά), παράλληλο (πολλά παιδιά μαζί με παρόμοιο τρόπο και παρόμοια αντικείμενα, αλλά χωρίς να αλληλεπιδρούν), θεατής, συντροφικό (συναλλάσσεται με άλλα παιδιά, αλλά δε συνεργάζεται μαζί τους) και συνεργατικό (με κατανομή εργασιών και ρόλωνη πρώτη απόπειρα του παιδιού να συνυπάρξει σε ομάδα συνομηλίκων).
    • Με την ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης το παιδί δραματοποιεί μέσα από το παιχνίδι σκηνές από την καθημερινή του εμπειρία: ενσαρκώνει τους κοινωνικούς ρόλους, αντιμετωπίζει τους φόβους και εκφράζει τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει να συνεργάζεται και να συνυπάρχει.
    • Όλες οι θεωρίες συμφωνούν στο ότι η σχέση με τους συνομηλίκους, μέσα από το παιχνίδι, είναι μια αναντικατάστατη εμπειρία στην κοινωνική εξέλιξη του παιδιούτα παιδιά που μεγάλωσαν απομονωμένα σε φάρμες στη Νορβηγία, ακόμα και μετά τις δύο πρώτες τάξεις του Δημοτικού, είχαν ιδιαίτερη δυσκολία να καταλάβουν την οπτική ενός άλλου συνομηλίκου τους και να ανταποκριθούν στις κοινωνικές δεξιότητες.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του νηπίου χαρακτηρίζεται από δύο αναπτυξιακές κρίσεις κατά τον Erikson: την κρίση αυτονομίας-αμφιβολίας στο τέλος του 2ου έτους, όπου το παιδί εγκαταλείπει την εξάρτηση και θέλει να κάνει πράγματα μόνο του (η υπερπροστασία και ο υπερβολικός έλεγχος προκαλούν αμφιβολία και ντροπή), και την κρίση πρωτοβουλίας-ενοχής από το 3ο έτος, όπου αναπτύσσει δραστηριότητες ενώ ταυτόχρονα εσωτερικεύει τις απαγορεύσεις και αισθάνεται ενοχές, με ζητούμενο την ισορροπία πρωτοβουλίας και ενοχής. Περιλαμβάνει επίσης τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου μέσα από πρότυπα και στερεότυπα, τους παιδικούς φόβους (που ακολουθούν αναπτυξιακούς κανόνες, μειώνονται με τον χρόνο και εκδηλώνονται περισσότερο από τα κορίτσια λόγω κοινωνικού στερεοτύπου) και το παιδικό παιχνίδι στις μορφές του — μοναχικό, παράλληλο, θεατής, συντροφικό και συνεργατικό — που είναι αναντικατάστατη εμπειρία για την κοινωνική εξέλιξη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 — Διερεύνηση της αυτονομίας και της πρωτοβουλίας των νηπίων

Ερώτηση: Οι μαθητές, κατά την επίσκεψή τους στο βρεφονηπιακό σταθμό, να διερευνήσουν ποια νήπια έχουν αναπτύξει την αυτονομία και την πρωτοβουλία και σε ποιο βαθμό.

Απάντηση:

  • Δραστηριότητα πεδίου. Ενδεικτικό σχέδιο διερεύνησης με βάση τα δύο ψυχοκοινωνικά στάδια του Erikson (σελ. 234-237).

    1. Τι διερευνούμε

    • Αυτονομία (κρίση αυτονομίας - αμφιβολίας, από το τέλος του 2ου έτους): αν το παιδί εγκαταλείπει την εξάρτηση από τα πρόσωπα φροντίδας και προσπαθεί μόνο του να αναπτύξει επιλογές και δραστηριότητες.
    • Πρωτοβουλία (κρίση πρωτοβουλίας - ενοχής, από το 3ο έτος): αν αναπτύσσει δραστηριότητες, γνωρίζει πρόσωπα και δημιουργεί, αν πηγαίνει μόνο του σε άγνωστα μέρη και ικανοποιεί την περιέργειά του.

    2. Δείκτες παρατήρησης Α. Αυτονομία

    • Λέει «μόνος μου θέλω να το κάνω» σε καθημερινές δραστηριότητες για τις οποίες φρόντιζε ως τότε ο ενήλικας (π.χ. το τάισμα).
    • Τρώει, πίνει, πλένει τα χέρια του, ντύνεται ή γδύνεται και πηγαίνει στην τουαλέτα με λίγη ή καθόλου βοήθεια.
    • Διαλέγει μόνο του παιχνίδι, γωνιά ή δραστηριότητα.
    • Αντέχει σύντομες περιόδους χωρίς την παιδαγωγό, όπως ο Sam του παραδείγματος, που στα 2½ του έπαιζε είκοσι λεπτά χωρίς να χρειαστεί τους γονείς του.
    • Τακτοποιεί τα πράγματά του και ζητά βοήθεια μόνο όταν χρειάζεται.

    Β. Πρωτοβουλία

    • Ξεκινά μόνο του ένα παιχνίδι ή μια κατασκευή και προτείνει ρόλους στα άλλα παιδιά.
    • Κάνει ερωτήσεις, εξερευνά νέους χώρους και υλικά, δοκιμάζει καινούριες δραστηριότητες (χορό, ζωγραφική).
    • Πλησιάζει άγνωστα πρόσωπα ή νέα παιδιά.
    • Αντιδρά στο λάθος χωρίς υπερβολική ενοχήδοκιμάζει ξανά.

    3. Κλίμακα βαθμού (ενδεικτική τρίβαθμη): 1 = δεν εμφανίζεται, 2 = εμφανίζεται με στήριξη του ενήλικα, 3 = εμφανίζεται σταθερά και αυθόρμητα. Σε κάθε δείκτη σημειώνουμε ένα σύντομο περιστατικό ως τεκμήριο.

    4. Πώς γίνεται η παρατήρηση

    • Σε δύο διαφορετικές στιγμές: στο ελεύθερο παιχνίδι και σε μια στιγμή φροντίδας-ρουτίνας (φαγητό, ντύσιμο, τουαλέτα).
    • Χωρίς παρέμβαση και χωρίς προτροπές, γιατί η προτροπή αλλοιώνει το ευρήματα.
    • Καταγραφή μόνο ηλικίας και φύλου, με τήρηση του απορρήτου και έγκριση του σταθμού.
    • Σύγκριση με την ηλικία: στα 2-3 έτη περιμένουμε κυρίως δείκτες αυτονομίας, από τα 3 έτη και μετά και δείκτες πρωτοβουλίας.

    5. Ερμηνεία των ευρημάτων

    • Υψηλή αυτονομία και πρωτοβουλία: συνήθως συνδέεται με γονείς και παιδαγωγούς που ενθαρρύνουν την εξερεύνηση και δίνουν τη διαβεβαίωση ότι οι αποτυχίες δεν είναι ανεπανόρθωτες αλλά ευκαιρίες για μάθηση.
    • Χαμηλή αυτονομία (αμφιβολία - ντροπή): μπορεί να σχετίζεται με υπερπροστασία και υπερβολικό έλεγχο, που προκαλούν αμφιβολία για τις ικανότητες και ντροπή για τις ανάγκες, ή με προσκόλληση στη μητέρα, που δημιουργεί αίσθηση ανελευθερίας.
    • Χαμηλή πρωτοβουλία (ενοχή): μπορεί να σχετίζεται με πρώιμες και αυστηρές παρεμβάσεις και απαγορεύσεις, ενώ η παντελής απουσία ορίων εμποδίζει την ανάπτυξη της συνείδησηςτο ζητούμενο είναι η ισορροπία μεταξύ πρωτοβουλίας και ενοχής.
    • Επισήμανση: ένα εύρημα από μία επίσκεψη δεν είναι διάγνωση· αποτυπώνει μια στιγμή και συζητείται με την παιδαγωγό του τμήματος.

    6. Παρουσίαση στην τάξη: πίνακας με τους δείκτες και τον βαθμό ανά παιδί και ηλικία, δύο-τρία χαρακτηριστικά περιστατικά και συμπεράσματα για τον ρόλο των ενηλίκων στη στήριξη της αυτονομίας και της πρωτοβουλίας.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδεικτική απάντηση: διερευνούμε τους δείκτες αυτονομίας (λέει «μόνος μου θέλω να το κάνω», τρώει, ντύνεται και πηγαίνει στην τουαλέτα με ελάχιστη βοήθεια, διαλέγει μόνο του δραστηριότητα, αντέχει σύντομα διαστήματα χωρίς τον ενήλικα) και τους δείκτες πρωτοβουλίας (ξεκινά μόνο του παιχνίδι, προτείνει ρόλους, κάνει ερωτήσεις, εξερευνά νέους χώρους και υλικά, πλησιάζει νέα πρόσωπα, ξαναδοκιμάζει μετά το λάθος). Βαθμολογούμε με τρίβαθμη κλίμακα (δεν εμφανίζεται / με στήριξη / σταθερά και αυθόρμητα), παρατηρώντας χωρίς παρέμβαση στο ελεύθερο παιχνίδι και σε στιγμές ρουτίνας, με τήρηση του απορρήτου. Ερμηνεύουμε τα ευρήματα με βάση τον Erikson: η υπερπροστασία και ο υπερβολικός έλεγχος οδηγούν σε αμφιβολία και ντροπή, οι αυστηρές απαγορεύσεις σε ενοχή, ενώ η ενθάρρυνση της εξερεύνησης με σαφή όρια στηρίζει την υγιή αυτονομία και πρωτοβουλία.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ