Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 12 (1-4) (σελ. 271) – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 12 (1-4)

Πλήρεις λύσεις των 4 ερωτήσεων-δραστηριοτήτων του κεφαλαίου 12 — διάκριση φυσιολογικής και προβληματικής συμπεριφοράς με στατιστικά και λειτουργικά κριτήρια, αίτια και αντιμετώπιση της επιθετικότητας, διάκριση της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής - υπερκινητικότητας και εντοπισμός μορφών προβληματικής συμπεριφοράς στον βρεφονηπιακό σταθμό.


Ερώτηση 1 — Διάκριση φυσιολογικής και προβληματικής συμπεριφοράς

Ερώτηση: Πώς διακρίνουμε τη φυσιολογική από την προβληματική συμπεριφορά;

Απάντηση:

  • Το πρόβλημα (σελ. 261-262): ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούν την Ψυχολογία είναι ο προσδιορισμός της φυσιολογικής και της παθολογικής ή προβληματικής συμπεριφοράς. Δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση αλλά πολλές, οι οποίες συναρτώνται με διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, καθώς και με τις εκάστοτε πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει έναν δυναμικό χαρακτήρα και γι' αυτό τον λόγο δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να εκτιμηθεί πάντοτε με μεγάλη αξιοπιστία· δεν μπορεί να διαχωριστεί απόλυτα η φυσιολογική από την προβληματική συμπεριφορά, επειδή συχνά ορισμένες μορφές προβληματικής συμπεριφοράς, όπως είναι οι εκρήξεις οργής, οι διαταραχές του ύπνου κτλ., εμφανίζονται στα περισσότερα παιδιά.

    Η Ψυχολογία προσπαθεί να προσδιορίσει την προβληματική συμπεριφορά με βάση δύο κυρίως κατηγορίες κριτηρίων, τα στατιστικά και τα λειτουργικά.

    Α. Τα στατιστικά κριτήρια

    • Φυσιολογική είναι η συμπεριφορά που δεν αποκλίνει από τον μέσο όρο, δηλαδή προσεγγίζει ή ταυτίζεται με τη μέση, τυπική συμπεριφορά του πληθυσμού.
    • Φυσιολογική θεωρείται κάθε συμπεριφορά που συναντάται σε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, ενώ κάθε μορφή συμπεριφοράς που αποκλίνει από τον μέσο όρο θεωρείται προβληματική· όσο πιο ασυνήθης ή σπάνια είναι μια συμπεριφορά, τόσο περισσότερο τείνει να εκλαμβάνεται ως αποκλίνουσα.
    • Τα προβλήματα του κριτηρίου:
      • Κάθε σπάνια ή ασυνήθης συμπεριφορά δεν είναι και προβληματική: σπάνιες συμπεριφορές αποτελούν οι εξαιρετικές ικανότητες, οι επιδόσεις ή τα ταλέντα που διαθέτουν ορισμένα άτομασ' αυτή την περίπτωση η απόκλιση αποτελεί μια επιθυμητή κοινωνικά συμπεριφορά.
      • Κάθε συμπεριφορά η οποία είναι συνήθης δε σημαίνει ότι είναι και φυσιολογική, όπως το κάπνισμα ή η χρήση αλκοόλ.
    • Η διόρθωση: για να ξεπεραστούν αυτές οι αδυναμίες και τα προβλήματα, εξετάζουμε αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι κοινωνικά αποδεκτή και σύμφωνη με τους κοινωνικούς κανόνες και τις καθιερωμένες αξίες.

    Β. Τα λειτουργικά κριτήρια

    • Φυσιολογική είναι κάθε συμπεριφορά που δεν προκαλεί προβλήματα στη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του και δε δυσχεραίνει την κοινωνική προσαρμογή του.
    • Η συμπεριφορά αξιολογείται σ' αυτή την περίπτωση με βάση τις συνέπειες που έχει για την προσαρμογή του ατόμου.
    • Οι τομείς οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν λειτουργικά κριτήρια με βάση τα οποία εξετάζεται κάθε συμπεριφορά είναι:
      1. Οι γνωστικές ικανότητες.
      2. Η κοινωνική προσαρμογή.
      3. Η ικανότητα για αυτοέλεγχο.
      4. Οι κρίσεις άλλων σημαντικών προσώπων για τη συμπεριφορά του παιδιού — των γονέων, των δασκάλων κτλ.
      5. Η εμπιστοσύνη του παιδιού στον εαυτό του και η αυτοεκτίμησή του.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση: οι απαντήσεις συναρτώνται με τις θεωρητικές προσεγγίσεις και με τις πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις, ενώ πολλές προβληματικές συμπεριφορές (εκρήξεις οργής, διαταραχές ύπνου) εμφανίζονται στα περισσότερα παιδιά. Η Ψυχολογία χρησιμοποιεί δύο κατηγορίες κριτηρίων. Με τα στατιστικά κριτήρια φυσιολογική είναι η συμπεριφορά που δεν αποκλίνει από τον μέσο όρο του πληθυσμού — έχουν όμως αδυναμίες, αφού οι εξαιρετικές ικανότητες είναι σπάνιες αλλά επιθυμητές και το κάπνισμα ή το αλκοόλ συνήθη αλλά όχι φυσιολογικά, γι' αυτό εξετάζουμε και αν η συμπεριφορά είναι κοινωνικά αποδεκτή. Με τα λειτουργικά κριτήρια φυσιολογική είναι η συμπεριφορά που δεν προκαλεί προβλήματα στη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του και δεν δυσχεραίνει την κοινωνική του προσαρμογή· τομείς αξιολόγησης είναι οι γνωστικές ικανότητες, η κοινωνική προσαρμογή, ο αυτοέλεγχος, οι κρίσεις σημαντικών προσώπων και η αυτοεκτίμηση του παιδιού.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Αίτια και αντιμετώπιση της επιθετικότητας

Ερώτηση: Ποια είναι τα αίτια της επιθετικότητας και πώς αντιμετωπίζεται;

Απάντηση:

  • Ορισμός (σελ. 263-265): η επιθετικότητα είναι η συναισθηματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο ενεργεί με στόχο να βλάψει κάποιον. Διακρίνεται σε εχθρική επιθετικότητα, κατά την οποία το άτομο εκδηλώνει άμεσα την επιθετικότητά του προς τα πρόσωπα που το προκαλούν, και σε συντελεστική επιθετικότητα, κατά την οποία το άτομο προκαλεί έμμεσα κακό, ασκώντας κάποιας μορφής εξουσία ή διατηρώντας την κυριαρχία κάποιου δικαιώματος· η επίθεση μπορεί να είναι φυσική, σωματική ή λεκτική. Οι μορφές που μπορεί να λάβει ποικίλλουν από τους ψευτοπαλικαρισμούς ως την αισχρολογία, αλλά και την αυτοτιμωρία, κατά την οποία η επιθετικότητα στρέφεται προς τον ίδιο τον εαυτό.

    Α. Τα αίτια

    1. Ενδογενή (πρώτη θεωρητική άποψη): η επιθετικότητα είναι ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης, από το οποίο ο άνθρωπος είναι αδύνατο να ξεφύγει, αφού και αυτός υπακούει σε φυσικούς κανόνες.

    2. Περιβαλλοντικά (δεύτερη άποψη): η επιθετικότητα είναι μια μαθημένη αντίδραση σε ένα στερητικό και ματαιωτικό περιβάλλον. Ματαίωση είναι το συναίσθημα κατά το οποίο βιώνουμε ότι ένα εμπόδιο γίνεται αξεπέραστο, με συνέπεια να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε κάποια ανάγκη μας· η ματαίωση είναι μια βασική αιτία για την οποία, αν το άτομο έχει μεγαλώσει με πρότυπα συμπεριφοράς επιθετικά, είναι πολύ πιθανόν να εκδηλώσει επίθεση και βιαιότητα.

    3. Παράγοντες που καθορίζουν αν θα εκδηλωθεί: η ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση και η ανοχή από το περιβάλλον. Σχετίζεται άμεσα με τις ενισχύσεις και τα πρότυπα που κυριαρχούν στο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει το παιδί· γι' αυτό και εκδηλώνεται περισσότερο στα αγόρια, για τα οποία η κοινωνική και οικογενειακή ανοχή είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι για τα κορίτσια.

    4. Τα ευρήματα της έρευνας σε 102 παιδιά ηλικίας 4 έως 7 ετών:

    • Η επιθετικότητα μειωνόταν έντονα όσο μεγαλύτερης ηλικίας ήταν τα παιδιά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατοχή ενός αντικειμένου ή τη διατήρηση ενός δικαιώματοςτα μικρότερα παιδιά καυγάδιζαν περισσότερο για το ποιος θα κάθεται στο πρώτο θρανίο ή για το ποιο είδε πρώτο ένα παιχνίδι.
    • Η κύρια έκφραση στις μικρότερες ηλικίες ήταν εχθρική, άμεση και επιθετική κίνηση εναντίον κάποιου και όχι διαφωνία πάνω σε κάτιη σωματική και όχι η λεκτική επίθεση ήταν η κυρίως παρατηρήσιμη στις μικρότερες ηλικίες, ενώ η λεκτική επίθεση χαρακτηρίζει τα μεγαλύτερα παιδιά.
    • Και στα δύο φύλα η επιθετικότητα μειωνόταν με το πέρασμα του χρόνου, αλλά τα αγόρια παρέμεναν σε όλες τις ηλικίες πιο επιθετικά από τα κορίτσιαδιαφορά που δεν παρατηρήθηκε μόνο σε πολλές ανθρώπινες κοινωνίες, αλλά διαπιστώθηκε και σε έρευνες σε πιθήκους, γεγονός που προσδίδει και βιολογική διάσταση στο θέμα.
    • Πιο επιθετικά ήταν τα παιδιά που είχαν τιμωρητικούς γονείς και είχαν υποστεί φυσική τιμωρία, που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση προγράμματα με βία και που συνήθιζαν να παίζουν με άλλα επιθετικά παιδιά«Η βία γεννά περισσότερη βία».

    Β. Η αντιμετώπιση

    • Το επιθετικό παιδί έχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί επιτυχώς με τιμωρίες ή επιπλήξεις, γιατί με την τιμωρία το μόνο που μαθαίνει το παιδί είναι πώς να τιμωρεί και το ίδιο.
    • Είναι απαραίτητο να καταλάβουν οι γονείς και οι δάσκαλοι πως ένα παιδί που επιτίθεται είναι ένα παιδί που δεν έχει βρει έναν σωστό κώδικα για να ζητήσει, να διεκδικήσει και να αποσπάσει από το περιβάλλον την προσοχή που έχει ανάγκη.
    • Το επιθετικό παιδί χρειάζεται κατανόηση, βοήθεια και συνεργασία, διότι αυτοί είναι οι τρόποι για να μάθει και το ίδιο να συνεργάζεται και να απαλλαγεί από επιθετικές συμπεριφορές, που ούτε το ίδιο προστατεύουν ούτε το ευρύτερο περιβάλλον του.
    • Στην αντίθετη περίπτωση, αν η βία αντιμετωπιστεί με περισσότερη βία ή με αδιαφορία από πλευράς των γονέων, το παιδί απελπίζεται και εκφράζεται με τρόπους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και στην παιδική «παραβατικότητα και εγκληματικότητα», οι οποίες θα εκδηλωθούν εντονότερα στην εφηβεία, όταν η αντιμετώπιση γίνεται δυσκολότερη.
    • Όσο νωρίτερα αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα, τόσο πιο εύκολα και ριζικά επιδρά η παρέμβαση στο παιδί.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά μια άποψη τα αίτια είναι ενδογενή — η επιθετικότητα είναι ένστικτο αυτοσυντήρησης από το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει· κατά μια άλλη είναι περιβαλλοντικά — μαθημένη αντίδραση σε στερητικό και ματαιωτικό περιβάλλον, με βασική αιτία τη ματαίωση, δηλαδή το συναίσθημα ότι ένα εμπόδιο γίνεται αξεπέραστο και δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε μια ανάγκη μας. Ρόλο παίζουν η ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση, η ανοχή του περιβάλλοντος και τα πρότυπα: πιο επιθετικά είναι τα παιδιά με τιμωρητικούς γονείς, όσα βλέπουν βία στην τηλεόραση και όσα παίζουν με επιθετικά παιδιά — «η βία γεννά περισσότερη βία». Η αντιμετώπιση δεν γίνεται με τιμωρίες ή επιπλήξεις, γιατί έτσι το παιδί μαθαίνει μόνο να τιμωρεί: το επιθετικό παιδί δεν έχει βρει σωστό κώδικα για να διεκδικήσει την προσοχή που χρειάζεται και έχει ανάγκη από κατανόηση, βοήθεια και συνεργασία, ενώ η βία ή η αδιαφορία μπορεί να το οδηγήσουν σε παραβατικότητα, ιδίως στην εφηβεία.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Η διάκριση της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής - υπερκινητικότητας

Ερώτηση: Πώς διακρίνουμε τη διαταραχή της ελλειμματικής προσοχής, την υπερκινητικότητα;

Απάντηση:

  • Τι είναι (σελ. 268-270): πρόκειται για μια εμφανή πάθηση, που αφορά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό παιδιών συγκριτικά με τα άλλα προβλήματα που συναντούμε στην παιδική ηλικία· το δυσάρεστο χαρακτηριστικό του προβλήματος είναι ότι γίνεται πρόβλημα και για τους γύρω και αυτό προκαλεί τον εκνευρισμό γονέων και δασκάλων.

    Α. Τα διακριτικά χαρακτηριστικά

    • Υπερδραστηριότητα: τα υπερδραστήρια παιδιά, που αδυνατούν να μείνουν ήσυχα για λίγο, είναι φυσικό να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στο σχολείο, όπου επιβάλλεται κάποιος βαθμός πειθαρχίας· το παιδί τρέχει πάνω κάτω, σπρώχνει, σπάει, χτυπά και δαγκώνει τους γύρω του, με συνέπεια η ανατροφή του να γίνεται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
    • Ελλειμματική προσοχή: το υπερκινητικό παιδί δεν μπορεί να οργανωθεί και να μάθει αποτελεσματικά, διότι το πρόβλημά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελλειμματική προσοχή.
    • Παρορμητικότητα και αδυναμία συγκέντρωσης, και συχνά αδυναμία ελέγχου των συναισθημάτων.
    • Δυσκολίες στις σχέσεις: γίνεται εύκολα επιθετικό με τους συνομηλίκους και αντιμετωπίζει πρόβλημα στις συντροφιές και τις κοινωνικές του συναναστροφές.
    • Συναισθηματικές εκδηλώσεις: βίαιες εκδηλώσεις θυμού, καταστροφικές συμπεριφορές και, σε περιπτώσεις έντονου άγχους, ακόμη και κρίσεις πανικού· το κλάμα είναι συχνό και αδικαιολόγητο, και η διαρκής ένταση αναπόφευκτη.
    • Το κρίσιμο διαφοροδιαγνωστικό στοιχείο: παρ' όλη τη χαμηλή σχολική επίδοσή του, οι νοητικές ικανότητες του παιδιού παραμένουν άθικτες, γεγονός που το κάνει και υποφέρει περισσότερο, διότι έχει επίγνωση των αδυναμιών του, και η αυτοεκτίμησή του πλήττεται.

    Β. Πότε γίνεται αντιληπτό και σε ποιους

    • Το πρόβλημα εμφανίζεται σε ποσοστό 1%-2% και γίνεται πάρα πολύ αισθητό κατά τις πρώτες τάξεις φοίτησης στο σχολείο.
    • Τα αγόρια εμφανίζουν το πρόβλημα σε τετραπλάσιο ποσοστό συγκριτικά με τα κορίτσια, εξαιτίας των χρωμοσωμικών διαφορών στα δύο φύλα, που κάνουν τα αγόρια πιο ευπρόσβλητα.

    Γ. Η πορεία

    • Το παιδί υποφέρει από έντονη αποδιοργάνωση, που συχνά, καθώς μεγαλώνει, καταλήγει σε κατάθλιψη και αντικοινωνική συμπεριφορά.
    • Ένα στα τρία μόνο παιδιά εξακολουθούν να υποφέρουν από υπερκινητικότητα μετά την εφηβεία· τα περισσότερα βελτιώνονται αισθητά με το πέρασμα του χρόνου, αλλά παραμένουν ευερέθιστα και νευρικά και στην ενήλικη ζωή τους.

    Δ. Τα αίτια

    • Οργανικά: όσοι τα υποστηρίζουν θεωρούν τους γενετικούς παράγοντες καθοριστικούςκληρονομικό πρόβλημα, που πολύ συχνά χαρακτηρίζει και τους γονείς· παράγοντες που επηρεάζουν το έμβρυο κατά την κύηση, όπως οι μολυσματικές ασθένειες· περιγεννητικά αίτια, όπως τα τραύματα στον εγκέφαλο από τη χρήση μηχανικών μέσων κατά τον τοκετό· μεταγεννητικά, όπως η ελλιπής προστασία του παιδιού και η έκθεσή του σε κινδύνους — ατυχήματα, κακή διατροφή, δηλητηριάσεις κτλ.
    • Ψυχολογικά: αποτέλεσμα της «ψυχοκοινωνικής αποστέρησης», δηλαδή της αδυναμίας του παιδιού να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με ένα περιβάλλον που δεν προσφέρει ευκαιρίες για επαφή και συναναστροφή, όπως το ιδρυματικό περιβάλλον· συχνά τα υπερκινητικά παιδιά προέρχονται από γονείς καταθλιπτικούς, που δημιουργούν ένα φτωχό συναισθηματικό κλίμα στην οικογένεια και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του παιδιού για κοινωνικοποίηση και επαφήτο είδος της σχέσης που έχει αναπτύξει το παιδί με τη μητέρα και οι ευκαιρίες για επικοινωνία και δραστηριότητα είναι και εδώ καθοριστικά.

    Ε. Η αντιμετώπιση: χορήγηση φαρμάκων, συναισθηματική υποστήριξη των γονέων και του παιδιού και συμβουλευτική των γονέων για την έγκαιρη παρέμβαση στο πρόβλημα με αποτελεσματικό τρόπο· είναι όμως απαραίτητη και η ενημέρωση και η εκπαίδευση των δασκάλων για ένα τόσο σύνηθες πρόβλημα, ώστε το υπερκινητικό παιδί να έχει την ειδική αντιμετώπιση στο σχολείο, που θα μειώσει την αποτυχία, την ένταση και την κακή ψυχολογική κατάστασή του.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το υπερκινητικό παιδί αδυνατεί να μείνει ήσυχο, δεν μπορεί να οργανωθεί και να μάθει αποτελεσματικά, γιατί το πρόβλημα συνδέεται άρρηκτα με την ελλειμματική προσοχή· χαρακτηρίζεται από παρορμητικότητα, αδυναμία συγκέντρωσης και συχνά αδυναμία ελέγχου των συναισθημάτων, γίνεται εύκολα επιθετικό με τους συνομηλίκους, εμφανίζει βίαιες εκδηλώσεις θυμού, καταστροφικές συμπεριφορές, συχνό και αδικαιολόγητο κλάμα και, σε έντονο άγχος, κρίσεις πανικού. Καθοριστικό διακριτικό στοιχείο είναι ότι, παρά τη χαμηλή σχολική επίδοση, οι νοητικές ικανότητες παραμένουν άθικτες, γι' αυτό το παιδί υποφέρει περισσότερο και πλήττεται η αυτοεκτίμησή του. Εμφανίζεται σε ποσοστό 1%-2%, γίνεται αισθητό στις πρώτες τάξεις του σχολείου και είναι τετραπλάσιο στα αγόρια· τα αίτια είναι οργανικά (γενετικά, προγεννητικά, περιγεννητικά, μεταγεννητικά) ή ψυχολογικά (ψυχοκοινωνική αποστέρηση) και η αντιμετώπιση περιλαμβάνει φάρμακα, συναισθηματική στήριξη, συμβουλευτική γονέων και εκπαίδευση των δασκάλων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Εντοπισμός μορφών προβληματικής συμπεριφοράς στον βρεφονηπιακό σταθμό

Ερώτηση: Να εντοπίσετε στο βρεφονηπιακό σταθμό μορφές προβληματικής συμπεριφοράς στα παιδιά και να τις παρουσιάσετε στην τάξη.

Απάντηση:

  • Δραστηριότητα πεδίου. Ενδεικτικό σχέδιο εντοπισμού και παρουσίασης με βάση τις μορφές του κεφαλαίου (σελ. 261-270).

    1. Πλαίσιο και δεοντολογία

    • Άδεια από τον σταθμό και συνεργασία με την παιδαγωγό του τμήματος.
    • Απόλυτη τήρηση του απορρήτου: χωρίς ονόματαμόνο ηλικία και φύλο.
    • Καμία «διάγνωση»: η παρατήρηση καταγράφει συμπεριφορές, δεν χαρακτηρίζει παιδιά· ορισμένες μορφές προβληματικής συμπεριφοράς, όπως οι εκρήξεις οργής και οι διαταραχές του ύπνου, εμφανίζονται στα περισσότερα παιδιά.

    2. Τα κριτήρια αξιολόγησης — τι θεωρούμε προβληματικό

    • Στατιστικά κριτήρια: αν η συμπεριφορά αποκλίνει από τη μέση, τυπική συμπεριφορά των παιδιών της ίδιας ηλικίαςμε την επιφύλαξη ότι κάθε σπάνια συμπεριφορά δεν είναι και προβληματική και κάθε συνήθης δεν είναι και φυσιολογική, γι' αυτό εξετάζουμε αν είναι κοινωνικά αποδεκτή.
    • Λειτουργικά κριτήρια (τα πιο χρήσιμα εδώ): αν η συμπεριφορά προκαλεί προβλήματα στη σχέση του παιδιού με τον εαυτό του και δυσχεραίνει την κοινωνική προσαρμογή του — με τομείς τις γνωστικές ικανότητες, την κοινωνική προσαρμογή, την ικανότητα για αυτοέλεγχο, τις κρίσεις γονέων και παιδαγωγών και την αυτοεκτίμηση του παιδιού.

    3. Φύλλο εντοπισμού ανά μορφή | Μορφή | Τι παρατηρούμε | Ενδεικτικά τεκμήρια | |---|---|---| | Τραυλισμός | διακοπή της χρονικής ροής του λόγου με επαναλήψεις συλλαβών, φθόγγων ή λέξεων στην αρχή ή στη μέση του λόγου | σε ποιες περιστάσεις εμφανίζεται (ένταση, βιασύνη, κοινό) | | Επιθετικότητα | εχθρική ή συντελεστική, σωματική ή λεκτική | αφορμή, στόχος, αντίδραση του περιβάλλοντος | | Ψέμα | αν πρόκειται για φυσιολογική έκφραση της φαντασίας (π.χ. φανταστικοί σύντροφοι στο παιχνίδι) ή για συστηματικό ψέμα για αποφυγή υποχρεώσεων και τιμωριών ή για προστασία | το περιεχόμενο και η επανάληψη | | Κλοπή | οικειοποίηση αντικειμένωναν το παιδί διακρίνει ήδη κλοπή και δανεισμό | συχνότητα, ποια αντικείμενα, σε ποιον απευθύνεται η πράξη | | Υπερκινητικότητα - ελλειμματική προσοχή | αδυναμία να μείνει ήσυχο, παρορμητικότητα, αδυναμία συγκέντρωσης και ελέγχου των συναισθημάτων, βίαιες εκδηλώσεις θυμού, συχνό και αδικαιολόγητο κλάμα | διάρκεια ενασχόλησης με μία δραστηριότητα, αριθμός διακοπών |

    4. Πώς παρατηρούμε

    • Σε δύο διαφορετικές συνθήκες: ελεύθερο παιχνίδι και οργανωμένη δραστηριότητα με κανόνες.
    • Καταγραφή περιστατικού: τι προηγήθηκε, τι έκανε το παιδί, τι ακολούθησεη αφορμή είναι συχνά μια ματαίωση, το συναίσθημα κατά το οποίο βιώνουμε ότι ένα εμπόδιο γίνεται αξεπέραστο, με συνέπεια να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε κάποια ανάγκη μας.
    • Χωρίς παρέμβαση και χωρίς πρόκληση της συμπεριφοράς.

    5. Ερμηνεία

    • Αναπτυξιακή διάσταση: η επιθετικότητα μειώνεται με την ηλικία και στις μικρότερες ηλικίες είναι σωματική και άμεση, ενώ η λεκτική χαρακτηρίζει τα μεγαλύτερα παιδιά· στα νήπια το ψέμα και η κλοπή συχνά οφείλονται στο ότι η ηθική ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί και τα όρια μεταξύ επιτρεπτού και απαγορευμένου είναι δυσδιάκριτα.
    • Περιβαλλοντική διάσταση: πρότυπα και ενισχύσεις — τιμωρητικοί γονείς, τηλεοπτική βία, επιθετικοί συμπαίκτες· «Η βία γεννά περισσότερη βία».

    6. Προτάσεις αντιμετώπισης που παρουσιάζονται μαζί με τα ευρήματα

    • Για την επιθετικότητα: όχι τιμωρίες και επιπλήξειςκατανόηση, βοήθεια και συνεργασία, ώστε το παιδί να βρει έναν σωστό κώδικα για να ζητήσει και να διεκδικήσει την προσοχή που έχει ανάγκη.
    • Για το ψέμα: να αναρωτηθούν οι ενήλικες «Γιατί το παιδί έχει ανάγκη το ψέμα;» και, αν δεν αποκαλυφθεί η αιτία, να απευθυνθούν σε ειδικό.
    • Για την κλοπή: πρόληψη χωρίς συναισθηματισμούς και πανικόη γονεϊκή παρέμβαση είναι αποδοτική όταν γίνεται λίγο πριν από την πράξη και όχι μετά, γιατί η εκ των υστέρων επίπληξη ενοχοποιεί το παιδί και μειώνει την αντίστασή του μελλοντικά.
    • Για την υπερκινητικότητα: φαρμακευτική αντιμετώπιση όπου χρειάζεται, συναισθηματική υποστήριξη γονέων και παιδιού, συμβουλευτική για έγκαιρη παρέμβαση και ενημέρωση-εκπαίδευση των παιδαγωγών.
    • Για τον τραυλισμό: παραπομπή σε ειδικό, με ψυχοθεραπεία και εκγύμναση σε διαφορετικούς τύπους ομιλίας, και αποφυγή της αρνητικής επίδρασης του περιβάλλοντος, που μπορεί να μετατρέψει την απλή επανάληψη συλλαβών σε γνήσιο τραυλισμό.

    7. Παρουσίαση στην τάξη: πίνακας με τις μορφές που εντοπίστηκαν, τη συχνότητά τους και την ηλικία, δύο-τρία ανώνυμα περιστατικά με την ακολουθία «αφορμή - συμπεριφορά - συνέπεια», σύνδεση με τα αίτια που αναφέρει το κεφάλαιο και συζήτηση για τον ρόλο του βρεφονηπιοκόμου στην έγκαιρη αναγνώριση και στη σωστή αντιμετώπισηόσο νωρίτερα αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα, τόσο πιο εύκολα και ριζικά επιδρά η παρέμβαση στο παιδί.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδεικτική απάντηση: με άδεια του σταθμού και τήρηση του απορρήτου, χωρίς να χαρακτηρίζουμε παιδιά, καταγράφουμε συμπεριφορές σε δύο συνθήκες (ελεύθερο παιχνίδι και οργανωμένη δραστηριότητα) με βάση κυρίως τα λειτουργικά κριτήρια. Εντοπίζουμε τραυλισμό (επαναλήψεις συλλαβών ή λέξεων), επιθετικότητα (εχθρική ή συντελεστική, σωματική ή λεκτική), ψέμα (φυσιολογική φαντασία ή συστηματικό ψέμα για αποφυγή τιμωρίας και προστασία), κλοπή (αν το παιδί διακρίνει κλοπή από δανεισμό) και υπερκινητικότητα-ελλειμματική προσοχή (αδυναμία συγκέντρωσης, παρορμητικότητα, εκρήξεις θυμού). Ερμηνεύουμε αναπτυξιακά και περιβαλλοντικά και παρουσιάζουμε πίνακα ευρημάτων με ανώνυμα περιστατικά και προτάσεις: κατανόηση και συνεργασία αντί τιμωρίας για την επιθετικότητα, αναζήτηση της αιτίας του ψέματος, πρόληψη πριν από την πράξη για την κλοπή, φαρμακευτική και συναισθηματική στήριξη με εκπαίδευση των παιδαγωγών για την υπερκινητικότητα και παραπομπή σε ειδικό για τον τραυλισμό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ