Λύσεις — Κεφάλαιο 10: Ανοσολογία και ανοσία (σελ. 180)
Λύσεις των 30 ερωτήσεων του κεφαλαίου 10 (Πίνακες 10.1-10.4 εμβολιασμών).
Ερώτηση 1 — Ορισμός της ανοσίας
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε ανοσία;
Απάντηση:
- Ο άνθρωπος έρχεται καθημερινά σε επαφή με ουσίες και μικρόβια που μπορούν να βλάψουν τον οργανισμό του· ο οργανισμός έχει αναπτύξει, με πλήθος οργάνων, αμυντικούς μηχανισμούς — το σύνολό τους αποτελεί το ανοσολογικό σύστημα (σελ. 167). Με τον όρο ανοσία εννοούμε το σύνολο των ιδιοτήτων του οργανισμού που τον κάνουν ανθεκτικό στη δράση λοιμογόνων αιτιών, και έτσι δεν παρουσιάζεται η νόσος. Η ανθεκτικότητα δεν είναι πάντα η ίδια — εξαρτάται από τη λοιμογόνο δύναμη και τον αριθμό των μικροβίων, τις μεταβολές της αντιγονικής τους σύστασης και τον ίδιο τον ξενιστή (ερώτηση 2). Η ανοσία διαιρείται σε φυσική (προφύλαξη χωρίς προηγούμενη επαφή με τον λοιμογόνο παράγοντα) και επίκτητη (προστασία με κύτταρα και ουσίες — αντισώματα — που παράγονται ύστερα από συγκεκριμένο ερεθισμό: ενεργητική-παθητική, φυσική-τεχνητή).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύνολο των ιδιοτήτων του οργανισμού που τον κάνουν ανθεκτικό στη δράση των λοιμογόνων αιτιών, ώστε να μην παρουσιάζεται η νόσος· διαιρείται σε φυσική και επίκτητη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 2 — Παράγοντες της ανθεκτικότητας
Ερώτηση: Από ποιους παράγοντες εξαρτάται η ανθεκτικότητα ενός οργανισμού στις διάφορες βλαπτικές ουσίες του περιβάλλοντος;
Απάντηση:
- Η ανθεκτικότητα που δείχνει κάθε οργανισμός στις διάφορες βλαπτικές ουσίες δεν είναι πάντα η ίδια, αλλά εξαρτάται από (σελ. 167): 1. τη λοιμογόνο δύναμη του μικροοργανισμού (ικανότητα επιβίωσης-πολλαπλασιασμού-επέκτασης, παραγωγή τοξινών-ενζύμων, αντοχή στη φαγοκυττάρωση — κεφ. 9)· 2. τον αριθμό των μικροβίων που προσβάλλουν τον άνθρωπο (μολυσματική δόση)· 3. τις τυχόν μεταβολές της αντιγονικής σύστασης του μικροβίου (π.χ. οι ιοί της γρίπης Α και Β μεταλλάσσονται, ώστε τα υπάρχοντα αντισώματα δεν τους αναγνωρίζουν — γι' αυτό χρειάζονται νέα εμβόλια)· 4. τον ίδιο τον ξενιστή που υφίσταται την εισβολή — τη φυσική του ανοσία (είδος, φυλή, άτομο: ηλικία, φύλο, διατροφή, ορμονικοί παράγοντες, ανοσοκαταστολή, κούραση, δηλητηριάσεις, οξέα λοιμώδη) και την επίκτητη ανοσία του (προηγούμενη νόσηση, εμβολιασμοί, οροί). Κατά την Ανακεφαλαίωση, οι οργανισμοί εμφανίζουν διαφορετική ανθεκτικότητα «ανάλογα με το είδος ή τη φυλή που ανήκουν καθώς και την ικανότητα του κάθε οργανισμού».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Από τη λοιμογόνο δύναμη του μικροοργανισμού, τον αριθμό των μικροβίων που προσβάλλουν, τις μεταβολές της αντιγονικής σύστασης του μικροβίου και τον ίδιο τον ξενιστή (φυσική και επίκτητη ανοσία του).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 3 — Διαίρεση της ανοσίας
Ερώτηση: Πώς χωρίζεται η ανοσολογία κατά τις διάφορες ταξινομήσεις;
Απάντηση:
- Η ανοσία, το αντικείμενο της ανοσολογίας, ταξινομείται ως εξής (σελ. 167-171, Σχήματα 10.1-10.2): Α) Φυσική ανοσία — προφύλαξη χωρίς προηγούμενη επαφή με τον λοιμογόνο παράγοντα και χωρίς προηγούμενη ειδική νόσο· οι παράγοντές της είναι γενικοί ή βιολογικοί (ανοσία του είδους, της φυλής, του ατόμου — ηλικία, φύλο, διατροφή-διαβίωση, ορμονικοί-μεταβολικοί, ανοσοκαταστολή, κούραση, δηλητηριάσεις, οξέα λοιμώδη) και ειδικοί (δέρμα-βλεννογόνοι, αντιμικροβιακές ουσίες, φαγοκυττάρωση, φλεγμονή-πυρετός, φυσιολογική χλωρίδα). Β) Επίκτητη ανοσία — προστασία με κύτταρα και ουσίες που παράγονται ύστερα από συγκεκριμένο ερεθισμό (αντιγόνο → αντισώματα)· χωρίζεται σε: 1. Ενεργητική (ο ίδιος ο οργανισμός φτιάχνει τα αντισώματα): φυσική ή αυτόματη (μετά από κλινική ή αφανή νόσο) και τεχνητή (με εμβόλια)· 2. Παθητική (δίνονται έτοιμα αντισώματα): φυσική ή αυτόματη (από τη μητέρα διαμέσου του πλακούντα ή με τον θηλασμό) και τεχνητή (με άνοσους ορούς). Επιπλέον, η ανοσιακή απάντηση διακρίνεται σε κυτταρική (Τ-λεμφοκύτταρα) και χυμική (Β-λεμφοκύτταρα — αντισώματα).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Φυσική ανοσία (γενικοί/βιολογικοί παράγοντες — είδος, φυλή, άτομο· ειδικοί — δέρμα-βλεννογόνοι, αντιμικροβιακές ουσίες, φαγοκυττάρωση, φλεγμονή-πυρετός, χλωρίδα) και επίκτητη ανοσία: ενεργητική (φυσική μετά από νόσο / τεχνητή με εμβόλια) και παθητική (φυσική από τη μητέρα — πλακούντας, θηλασμός / τεχνητή με ορούς)· κυτταρική και χυμική απάντηση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 4 — Γενικοί παράγοντες της φυσικής ανοσίας
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τους γενικούς ή βιολογικούς παράγοντες της φυσικής ανοσίας;
Απάντηση:
- Στους γενικούς ή βιολογικούς παράγοντες της φυσικής ανοσίας ανήκουν (σελ. 167-169): 1. Η ανοσία του είδους — μερικά είδη ζώων είναι άνοσα σε ορισμένους μικροοργανισμούς (π.χ. η κότα είναι ανθεκτική στον τέτανο· ο άνθρωπος δεν προσβάλλεται από πολλές νόσους των ζώων). 2. Η ανοσία της φυλής (γενετικές διαφορές ανθεκτικότητας μεταξύ φυλών-πληθυσμών). 3. Η ανοσία του ατόμου, που επηρεάζεται από: α) την ηλικία — τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις μικροβιακές λοιμώξεις από τους ενήλικες· στους ηλικιωμένους συχνότερες βρογχίτιδα, βρογχοπνευμονία· β) το φύλο — συνήθως χωρίς μεγάλες διαφορές· η τερηδόνα και οι αρρώστιες των ούλων αυξημένες στα κορίτσια της εφηβικής ηλικίας· γ) τη διατροφή και τον τρόπο διαβίωσης — κακή διατροφή, ανθυγιεινό περιβάλλον χωρίς κανόνες καθαριότητας (εργασία, κατοικία, ύδρευση, αποχέτευση) → μεγαλύτερη ευαισθησία και νόσηση· δ) ορμονικούς και μεταβολικούς παράγοντες — π.χ. σακχαρώδης διαβήτης → μεγαλύτερη ευαισθησία σε λοιμώξεις· ε) την ανοσοκαταστολή — ανοσοκατασταλτικά φάρμακα μετά από μεταμόσχευση οργάνου, ασθενείς με AIDS (βλάβη του ανοσοποιητικού)· στ) τη σωματική κούραση· ζ) τις χρόνιες δηλητηριάσεις (π.χ. αλκοολισμός)· η) τις οξείες δηλητηριάσεις· θ) τη νόσηση από οξέα λοιμώδη νοσήματα (εξασθένηση της άμυνας — επιπλοκές, δευτερογενείς λοιμώξεις).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανοσία του είδους (η κότα ανθεκτική στον τέτανο), ανοσία της φυλής, ανοσία του ατόμου — επηρεάζεται από ηλικία (παιδιά, ηλικιωμένοι), φύλο (τερηδόνα-ουλίτιδα στα κορίτσια), διατροφή-τρόπο διαβίωσης, ορμονικούς-μεταβολικούς παράγοντες (διαβήτης), ανοσοκαταστολή (μεταμόσχευση, AIDS), σωματική κούραση, χρόνιες (αλκοολισμός) και οξείες δηλητηριάσεις, νόσηση από οξέα λοιμώδη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τρεις γενικοί + εννέα παράγοντες ατόμου.
Ερώτηση 5 — Ειδικοί παράγοντες της φυσικής ανοσίας
Ερώτηση: Ποιοι είναι οι ειδικοί παράγοντες της φυσικής ανοσίας;
Απάντηση:
- Ειδικοί παράγοντες της φυσικής ανοσίας (σελ. 169-170, Σχήμα 10.1): 1. Το δέρμα και οι βλεννογόνοι του σώματος — όταν είναι υγιείς αποτελούν φυσικό φραγμό στην είσοδο των μικροβίων (τραυματισμένοι = πύλη εισόδου)· απομακρύνουν μηχανικά τα μικρόβια με τη ροή υγρών (σάλιο, ούρα, δάκρυα)· η βλέννα των βρόγχων, της τραχείας και του φάρυγγα εμποδίζει την προσκόλληση των μικροοργανισμών στα επιθηλιακά κύτταρα, τα δεσμεύει και τα απομακρύνει με τον βήχα ή το φτάρνισμα. 2. Αντιμικροβιακές ουσίες του αίματος και των ιστών — βασικές πρωτεΐνες που δρουν εναντίον των μικροβίων και τα καταστρέφουν: λυσοζύμη, οψωνίνες, ιντερφερόνη, συμπλήρωμα. 3. Φαγοκυττάρωση — ικανότητα διαφόρων τύπων κυττάρων (ουδετερόφιλα, μακροφάγα) να προσλαμβάνουν μικροοργανισμούς ή σωματίδια, να τα ενσωματώνουν στο κυτταρόπλασμά τους και να τα καταστρέφουν. 4. Ανάπτυξη φλεγμονής και πυρετού (τοπική συγκέντρωση αμυντικών παραγόντων· άνοδος θερμοκρασίας → ↑ μεταβολισμός → ενίσχυση άμυνας). 5. Η ανταγωνιστική επίδραση των σαπροφυτικών μικροβίων της φυσιολογικής χλωρίδας στις διάφορες ανατομικές περιοχές του σώματος (εμποδίζουν την εγκατάσταση παθογόνων, κεφ. 9).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δέρμα και βλεννογόνοι (φραγμός, μηχανική απομάκρυνση με σάλιο-ούρα-δάκρυα, βλέννα-βήχας)· αντιμικροβιακές ουσίες αίματος-ιστών (λυσοζύμη, οψωνίνες, ιντερφερόνη, συμπλήρωμα)· φαγοκυττάρωση· φλεγμονή και πυρετός· ανταγωνιστική επίδραση των σαπροφυτικών μικροβίων της φυσιολογικής χλωρίδας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Πέντε ειδικοί παράγοντες.
Ερώτηση 6 — Προστασία από δέρμα και βλεννογόνους
Ερώτηση: Πώς προφυλάσσουν το δέρμα και οι βλεννογόνοι του σώματος τον οργανισμό του ανθρώπου;
Απάντηση:
- Το δέρμα και οι βλεννογόνοι είναι ο πρώτος ειδικός παράγοντας της φυσικής ανοσίας. Προφυλάσσουν το σώμα από τα μικρόβια με τους εξής τρόπους (σελ. 169): 1. Όταν είναι υγιείς, αποτελούν έναν φυσικό φραγμό που παρεμποδίζει την είσοδο των μικροβίων (ακέραιη κεράτινη στιβάδα, όξινο pH, σμήγμα, στενές συνδέσεις των επιθηλιακών κυττάρων)· αντίθετα, μη υγιές δέρμα και βλεννογόνοι (τραυματισμοί, δερματοπάθειες, εγκαύματα) αποτελούν πύλη εισόδου των μικροβίων στο σώμα (κεφ. 9 — γι' αυτό η καθαριότητα και η φροντίδα του δέρματος, κεφ. 5). 2. Απομακρύνουν μηχανικά τα μικρόβια με τη ροή υγρών, όπως το σάλιο, τα ούρα και τα δάκρυα (έκπλυση· τα δάκρυα και το σάλιο περιέχουν και λυσοζύμη — γι' αυτό ο επιπεφυκότας δεν έχει χλωρίδα). 3. Παράγεται βλέννα στους βρόγχους, στην τραχεία και στον φάρυγγα, που εμποδίζει τους μικροοργανισμούς να προσκολληθούν στα επιθηλιακά κύτταρα· ταυτόχρονα η βλέννα δεσμεύει τα μικρόβια και τα απομακρύνει από τον οργανισμό με τον βήχα ή το φτάρνισμα (βλεννοκροσσωτή κάθαρση — από τον λάρυγγα και κάτω το αναπνευστικό είναι στείρο). Επιπλέον, το δέρμα και οι βλεννογόνοι φιλοξενούν τη φυσιολογική χλωρίδα, που ανταγωνίζεται τα παθογόνα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Υγιείς αποτελούν φυσικό φραγμό (τραυματισμένοι = πύλη εισόδου)· απομακρύνουν μηχανικά τα μικρόβια με τη ροή σάλιου, ούρων, δακρύων· η βλέννα βρόγχων-τραχείας-φάρυγγα εμποδίζει την προσκόλληση, δεσμεύει τα μικρόβια και τα απομακρύνει με βήχα-φτάρνισμα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 7 — Αντιμικροβιακές ουσίες αίματος και ιστών
Ερώτηση: Ποιες είναι οι αντιμικροβιακές ουσίες του αίματος και των ιστών;
Απάντηση:
- Στους ιστούς και τα υγρά του σώματος υπάρχουν βασικές πρωτεΐνες που δρουν εναντίον των μικροβίων, με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή τους (σελ. 169) — δεύτερος ειδικός παράγοντας της φυσικής ανοσίας: 1. Λυσοζύμη — ένζυμο των δακρύων, του σιέλου, της βλέννας και των φαγοκυττάρων που διασπά το κυτταρικό τοίχωμα (πεπτιδογλυκάνη) των βακτηρίων· ανακαλύφθηκε από τον Φλέμινγκ το 1922 (κεφ. 7). 2. Οψωνίνες — ουσίες (αντισώματα, συστατικά του συμπληρώματος) που επικαλύπτουν τα μικρόβια και τα κάνουν ευκολότερα αναγνωρίσιμα και «ορεκτικά» για τα φαγοκύτταρα (οψωνοποίηση). 3. Ιντερφερόνη — πρωτεΐνη που παράγουν τα κύτταρα μετά από ιογενή λοίμωξη και προστατεύει τα γειτονικά κύτταρα από τους ιούς, ενεργοποιεί και τα φυσικά κύτταρα-φονείς (θεραπευτική χρήση σε ηπατίτιδα, κακοήθειες — Δραστηριότητα κεφ. 9). 4. Συμπλήρωμα — σύστημα πρωτεϊνών του ορού που ενεργοποιείται αλυσιδωτά από τα μικρόβια ή τα ανοσοσυμπλέγματα, διαλύει τα μικρόβια (τρύπες στη μεμβράνη), ενισχύει τη φαγοκυττάρωση (οψωνίνη) και τη φλεγμονή (τοπική συγκέντρωσή του — κεφ. 9). Οι ουσίες αυτές δρουν μη ειδικά (χωρίς προηγούμενη επαφή) και συνεργάζονται με τη φαγοκυττάρωση και την επίκτητη ανοσία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Βασικές πρωτεΐνες των ιστών και των υγρών του σώματος που καταστρέφουν τα μικρόβια: λυσοζύμη (διασπά το τοίχωμα — δάκρυα, σάλιο), οψωνίνες (επικαλύπτουν τα μικρόβια για φαγοκυττάρωση), ιντερφερόνη (αντι-ιική προστασία γειτονικών κυττάρων), συμπλήρωμα (πρωτεΐνες ορού που διαλύουν τα μικρόβια και ενισχύουν φαγοκυττάρωση-φλεγμονή).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 8 — Αντιγόνα και αντισώματα
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε αντιγόνα και τι αντισώματα;
Απάντηση:
- Βασικοί ορισμοί της επίκτητης ανοσίας (σελ. 170): Αντιγόνο ονομάζεται κάθε ουσία που μπορεί να αναγνωρίζεται από τον οργανισμό σαν ξένη και προκαλεί ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού — μικρόβια και τα συστατικά τους (έλυτρο, βλεφαρίδες, τοιχώματα — κεφ. 8), ιοί, τοξίνες (οι εξωτοξίνες είναι ισχυρά αντιγόνα, οι ατοξίνες τους διατηρούν την αντιγονικότητα — κεφ. 9), ξένες πρωτεΐνες, αλλεργιογόνα, ακόμη και ιστοί μοσχεύματος. Αντισώματα ονομάζονται οι ουσίες που παράγει ο οργανισμός μετά την είσοδο των διαφόρων αντιγόνων (ιών, μικροβίων, τοξικών ουσιών), τα οποία δέχεται από το περιβάλλον, με σκοπό την καταπολέμησή τους — είναι πρωτεΐνες (ανοσοσφαιρίνες: IgG, IgM, IgA, IgE κ.ά.) που παράγονται από τα Β-λεμφοκύτταρα, ειδικές για κάθε αντιγόνο, με το οποίο ενώνονται σχηματίζοντας ανοσοσύμπλεγμα (καθήλωση-εξουδετέρωση του αντιγόνου). Η παραγωγή αντισωμάτων αποτελεί τη χυμική ανοσιακή απάντηση του οργανισμού (η κυτταρική απάντηση γίνεται από τα Τ-λεμφοκύτταρα). Τα αντισώματα αποκτώνται ενεργητικά (νόσος, εμβόλια) ή δίνονται έτοιμα (μητέρα, οροί).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αντιγόνο: κάθε ουσία που ο οργανισμός αναγνωρίζει ως ξένη και προκαλεί ανοσολογική αντίδραση (μικρόβια, ιοί, τοξίνες, ξένες πρωτεΐνες). Αντισώματα: οι ουσίες (ανοσοσφαιρίνες) που παράγει ο οργανισμός (Β-λεμφοκύτταρα) μετά την είσοδο αντιγόνων για την καταπολέμησή τους — χυμική ανοσιακή απάντηση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 9 — Ταξινόμηση της επίκτητης ανοσίας
Ερώτηση: Αναφέρατε την ταξινόμηση της επίκτητης ανοσίας.
Απάντηση:
- Επίκτητη ανοσία είναι η προστασία που παρέχεται στον μεγαλοοργανισμό με τη βοήθεια κυττάρων του και ουσιών που παράγονται ύστερα από ένα συγκεκριμένο ερεθισμό (σελ. 170, Σχήμα 10.2). Χωρίζεται σε: Α) Ενεργητική — ο ίδιος ο οργανισμός φτιάχνει τα αντισώματα, όταν έλθει σε επαφή με κάποιο μικρόβιο ή τοξικά προϊόντα· διακρίνεται σε: 1. Φυσική ή αυτόματη — τα αντισώματα δημιουργούνται ύστερα από κλινική εκδήλωση κάποιας νόσου, αλλά και κατά τις αφανείς νόσους χωρίς συμπτώματα (γι' αυτό πολλοί ενήλικες έχουν αντισώματα χωρίς να θυμούνται νόσηση)· 2. Τεχνητή — ο οργανισμός ενεργοποιείται για παραγωγή αντισωμάτων με τα εμβόλια. Β) Παθητική — δίνονται έτοιμα τα αντισώματα στον οργανισμό· διακρίνεται σε: 1. Φυσική ή αυτόματη — τα αντισώματα μεταφέρονται από τη μητέρα κατά την εμβρυϊκή ζωή διαμέσου του πλακούντα ή μετά τη γέννηση κατά τον θηλασμό, από το γάλα της μητέρας (προστασία του βρέφους τους πρώτους μήνες)· 2. Τεχνητή — τα αντισώματα δίνονται έτοιμα με τους άνοσους ορούς (π.χ. αντιτετανικός ορός). Η ενεργητική ανοσία είναι μακρόχρονη (μνημονικά κύτταρα), η παθητική άμεση αλλά βραχύχρονη (τα αντισώματα καταναλώνονται).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενεργητική (ο οργανισμός παράγει αντισώματα): φυσική/αυτόματη — μετά από κλινική ή αφανή νόσο· τεχνητή — με εμβόλια. Παθητική (έτοιμα αντισώματα): φυσική/αυτόματη — από τη μητέρα μέσω πλακούντα ή θηλασμού· τεχνητή — με άνοσους ορούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 10 — Όργανα του λεμφικού συστήματος
Ερώτηση: Ποια όργανα περιλαμβάνει το λεμφικό σύστημα;
Απάντηση:
- Το λεμφικό σύστημα είναι το αρμόδιο σύστημα για την παραγωγή κυττάρων της ειδικής ανοσίας (λεμφοκύτταρα) και περιλαμβάνει (σελ. 172): Α) Κεντρικά λεμφικά όργανα — όπου παράγονται και ωριμάζουν τα λεμφοκύτταρα: ο θύμος αδένας (ωρίμανση των Τ-λεμφοκυττάρων — Thymus) και ο μυελός των οστών (παραγωγή όλων των κυττάρων του αίματος, ωρίμανση των Β-λεμφοκυττάρων). Β) Περιφερικά λεμφικά όργανα — όπου τα λεμφοκύτταρα συναντούν τα αντιγόνα και ενεργοποιούνται: ο σπλήνας (φιλτράρει το αίμα), οι λεμφαδένες (φιλτράρουν τη λέμφο — διογκώνονται στις λοιμώξεις) και τα λεμφοζίδια (λεμφικός ιστός των βλεννογόνων — αμυγδαλές, πλάκες Peyer του εντέρου). Στα όργανα αυτά γίνεται η κυτταρική (Τ-λεμφοκύτταρα) και η χυμική (Β-λεμφοκύτταρα → αντισώματα) απάντηση και παράγονται τα μνημονικά κύτταρα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κεντρικά λεμφικά όργανα: θύμος αδένας και μυελός των οστών (παραγωγή-ωρίμανση λεμφοκυττάρων). Περιφερικά: σπλήνας, λεμφαδένες, λεμφοζίδια (ενεργοποίηση από τα αντιγόνα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 11 — Τα Τ-λεμφοκύτταρα
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα Τ - λεμφοκύτταρα;
Απάντηση:
- Όταν σε έναν οργανισμό εισέλθει ένα αντιγόνο, ενεργοποιείται ο ανοσολογικός μηχανισμός με κυτταρική και χυμική απάντηση (σελ. 172). Για την κυτταρική απάντηση του οργανισμού αρμόδια είναι τα Τ-λεμφοκύτταρα — λεμφοκύτταρα που παράγονται στον μυελό των οστών και ωριμάζουν στον θύμο αδένα (Τ = Thymus, κεντρικό λεμφικό όργανο). Τα κύτταρα αυτά είναι υπεύθυνα για την αναγνώριση και την καταστροφή του εισβολέα-αντιγόνου — αναγνωρίζουν το αντιγόνο στην επιφάνεια μολυσμένων κυττάρων και τα καταστρέφουν άμεσα (κυτταροτοξικά Τ), ενώ τα βοηθητικά Τ παράγουν τις κυτοκίνες που ρυθμίζουν την ανοσιακή απάντηση και ενεργοποιούν τα μακροφάγα και τα Β-λεμφοκύτταρα (κεφ. 9: «κυτταρική αντίδραση — Τ-λεμφοκύτταρα που παράγουν τις κυτοκίνες»). Η κυτταρική ανοσία είναι σημαντική κατά των ενδοκυττάριων μικροβίων (ιοί, μυκοβακτηρίδιο φυματίωσης — η δερμοαντίδραση Mantoux είναι αντίδραση Τ-λεμφοκυττάρων), των μυκήτων, των καρκινικών κυττάρων και στην απόρριψη μοσχευμάτων. Ο ιός HIV καταστρέφει τα Τ-λεμφοκύτταρα — γι' αυτό το AIDS οδηγεί σε ανοσοκαταστολή και ευκαιριακές λοιμώξεις. Κατά την Ανακεφαλαίωση, «στην άμυνα του οργανισμού συμμετέχουν δύο μεγάλες ομάδες κυττάρων, τα Τ-λεμφοκύτταρα και τα Β-λεμφοκύτταρα».
Σύνοψη: (ενδεικτική) Λεμφοκύτταρα που ωριμάζουν στον θύμο αδένα και είναι αρμόδια για την κυτταρική ανοσιακή απάντηση: αναγνωρίζουν και καταστρέφουν τον εισβολέα-αντιγόνο, παράγουν κυτοκίνες· σημαντικά κατά ιών, φυματίωσης, μυκήτων, καρκινικών κυττάρων· καταστρέφονται από τον HIV.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 12 — Τα Β-λεμφοκύτταρα
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα Β - λεμφοκύτταρα;
Απάντηση:
- Τα Β-λεμφοκύτταρα συνθέτουν και εκκρίνουν αντισώματα, όταν επιδράσει στον οργανισμό το ανάλογο αντιγόνο (σελ. 172) — είναι τα κύτταρα της χυμικής ανοσιακής απάντησης. Παράγονται και ωριμάζουν στον μυελό των οστών (Β = Bone marrow) και εγκαθίστανται στα περιφερικά λεμφικά όργανα (σπλήνας, λεμφαδένες, λεμφοζίδια). Κάθε Β-λεμφοκύτταρο αναγνωρίζει ένα συγκεκριμένο αντιγόνο· όταν το συναντήσει (με τη βοήθεια των κυτοκινών των Τ-λεμφοκυττάρων), πολλαπλασιάζεται και μετατρέπεται σε πλασματοκύτταρα που εκκρίνουν μεγάλες ποσότητες ειδικών αντισωμάτων (ανοσοσφαιρινών). Όταν παραχθούν τα αντισώματα, σχηματίζουν με τα αντιγόνα ένα ανοσοσύμπλεγμα και έτσι έχουμε καθήλωση του αντιγόνου, με αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί η νόσος ή να εμφανισθεί με ελαττωμένα και ήπια συμπτώματα. Παράλληλα παράγονται μνημονικά Β-κύτταρα, μακρόβια, που στην επανείσοδο του ίδιου αντιγόνου πολλαπλασιάζονται γρήγορα και δίνουν μεγάλο αριθμό αντισωμάτων — σε αυτό στηρίζονται τα εμβόλια και οι αναμνηστικές δόσεις. Τα αντισώματα εξουδετερώνουν τοξίνες (αντιτοξίνες), ιούς, οψωνοποιούν τα μικρόβια για φαγοκυττάρωση και ενεργοποιούν το συμπλήρωμα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Λεμφοκύτταρα του μυελού των οστών, αρμόδια για τη χυμική απάντηση: συνθέτουν και εκκρίνουν αντισώματα όταν επιδράσει το ανάλογο αντιγόνο· τα αντισώματα σχηματίζουν με τα αντιγόνα ανοσοσύμπλεγμα → καθήλωση του αντιγόνου → όχι νόσος ή ήπια· παράγουν και μνημονικά κύτταρα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ρόλος + ανοσοσύμπλεγμα + μνήμη.
Ερώτηση 13 — Ανοσοσυμπλέγματα
Ερώτηση: Τι είναι ανοσοσυμπλέγματα;
Απάντηση:
- Ανοσοσύμπλεγμα είναι το σύμπλεγμα που σχηματίζεται από την ένωση του αντισώματος με το αντιγόνο του: «όταν παραχθούν τα αντισώματα (από τα Β-λεμφοκύτταρα), σχηματίζουν με τα αντιγόνα ένα ανοσοσύμπλεγμα και έτσι έχουμε καθήλωση του αντιγόνου, με αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί η νόσος ή να εμφανισθεί με ελαττωμένα και ήπια συμπτώματα» (σελ. 172). Η ένωση είναι ειδική (κάθε αντίσωμα ταιριάζει σε ένα αντιγόνο, όπως κλειδί-κλειδαριά). Αποτελέσματα: εξουδετέρωση τοξινών (αντιτοξίνες) και ιών, συγκόλληση των μικροβίων, οψωνοποίηση (ευκολότερη φαγοκυττάρωση) και ενεργοποίηση του συμπληρώματος που διαλύει το μικρόβιο. Στο εργαστήριο, ο σχηματισμός ανοσοσυμπλεγμάτων αξιοποιείται στις ανοσολογικές δοκιμές — ιζηματινοαντίδραση, συγκολλητινοαντίδραση, ανοσοφθορισμός, ενζυματικές μέθοδοι (ELISA) — για την ανίχνευση τοξινών, μικροβίων ή αντισωμάτων (κεφ. 7, 9). Η υπερβολική εναπόθεση ανοσοσυμπλεγμάτων σε ιστούς (νεφρά, αρθρώσεις) μπορεί να προκαλέσει βλάβες (αντιδράσεις υπερευαισθησίας).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα συμπλέγματα που σχηματίζουν τα αντισώματα με τα αντιγόνα τους· έτσι καθηλώνεται το αντιγόνο και η νόσος δεν εμφανίζεται ή εμφανίζεται ήπια· οδηγούν σε εξουδετέρωση, οψωνοποίηση, ενεργοποίηση του συμπληρώματος· βάση των ανοσολογικών δοκιμών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 14 — Μνημονικά κύτταρα
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα μνημονικά κύτταρα;
Απάντηση:
- Όταν ένα αντιγόνο εισέλθει στον οργανισμό, παράγονται — εκτός από τα ενεργά Τ- και Β-λεμφοκύτταρα — και τα μνημονικά κύτταρα (σελ. 172). Χαρακτηριστικά: 1. βρίσκονται στον οργανισμό σε πολύ μεγάλο αριθμό· 2. έχουν πολύ μεγάλο χρόνο ζωής (χρόνια ή και για όλη τη ζωή)· 3. σε περίπτωση που εισέλθει στον οργανισμό το ίδιο αντιγόνο, αυξάνεται ο ρυθμός πολλαπλασιασμού τους, προσφέροντας ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό αντισωμάτων — ταχύτερη, ισχυρότερη και μακροβιότερη δευτερογενής ανοσιακή απάντηση, ώστε το μικρόβιο εξουδετερώνεται πριν προκαλέσει νόσο. Σημασία: εξηγούν γιατί πολλά λοιμώδη νοσήματα (ιλαρά, παρωτίτιδα, ανεμευλογιά) δεν ξαναπερνιούνται, γιατί η ενεργητική ανοσία (νόσος, εμβόλια) είναι μακρόχρονη ενώ η παθητική (οροί) βραχύχρονη, και αποτελούν τη βάση των εμβολιασμών και των αναμνηστικών δόσεων (π.χ. Td κάθε 5-10 χρόνια, 2η δόση MMR στα 11-12 έτη) που «ξυπνούν» τη μνήμη. Τα μικρόβια που μεταλλάσσονται (ιοί γρίπης) ξεφεύγουν από την ανοσολογική μνήμη — γι' αυτό νέα εμβόλια κάθε χρόνο.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Παράγονται με την είσοδο αντιγόνου· πολύ μεγάλος αριθμός, πολύ μεγάλος χρόνος ζωής· στην επανείσοδο του ίδιου αντιγόνου πολλαπλασιάζονται ταχύτερα και προσφέρουν μεγάλο αριθμό αντισωμάτων (δευτερογενής απάντηση)· βάση της μακρόχρονης ενεργητικής ανοσίας, των εμβολίων και των αναμνηστικών δόσεων.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Τρία χαρακτηριστικά + σημασία.
Ερώτηση 15 — Αλλεργιογόνα
Ερώτηση: Ποιες ουσίες ονομάζονται αλλεργιογόνα;
Απάντηση:
- Αλλεργιογόνα ονομάζονται οι ουσίες του περιβάλλοντος που προκαλούν αλλεργία (υπερευαισθησία) σε ορισμένα άτομα, όταν έλθουν σε επαφή μαζί τους — με προϋπόθεση την προηγούμενη επαφή (ευαισθητοποίηση) (σελ. 172-173). Σ' αυτές ανήκουν: 1. η γύρη των λουλουδιών (και δέντρων, γρασιδιού — αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα)· 2. πρωτεΐνες που υπάρχουν στα αβγά, στο κρέας και σε άλλα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (γάλα, ψάρια, οστρακοειδή — τροφικές αλλεργίες)· 3. η σκόνη (ακάρεα της οικιακής σκόνης)· 4. φτερά από πουλιά (και τρίχες-επιθήλια ζώων)· 5. διάφορα φάρμακα, όπως τα αντιβιοτικά (πενικιλλίνη — αναφυλαξία). Ευρύτερα: δηλητήρια εντόμων (μέλισσα, σφήκα), καλλυντικά, μέταλλα (νικέλιο), ξένοι οροί (ορονοσία από ορούς αλόγου). Τα αλλεργιογόνα είναι αντιγόνα που προκαλούν παραγωγή ανοσοσφαιρίνης IgE (αυξημένη στις εργαστηριακές εξετάσεις)· η επανέκθεση απελευθερώνει ισταμίνη → φαγούρα, ερυθρότητα, οίδημα, εξάνθημα, δύσπνοια, πόνος, ακόμη και θάνατος (ερώτηση 17).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ουσίες του περιβάλλοντος που προκαλούν αλλεργία-υπερευαισθησία μετά από προηγούμενη επαφή: γύρη λουλουδιών, πρωτεΐνες αβγών-κρέατος-ζωικών τροφίμων, σκόνη, φτερά πουλιών, φάρμακα (αντιβιοτικά)· είναι αντιγόνα που προκαλούν παραγωγή IgE.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 16 — Ορισμός της αλλεργίας
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε αλλεργία;
Απάντηση:
- Αλλεργία είναι η αυξημένη αντίδραση (υπερευαισθησία) ορισμένων ατόμων, που εμφανίζεται όταν τα άτομα αυτά έλθουν σε επαφή με ουσίες που υπάρχουν στο περιβάλλον (σελ. 172). Προϋπόθεση για την εμφάνιση αλλεργίας είναι η ύπαρξη προηγούμενης επαφής του ατόμου με τις ουσίες αυτές (η πρώτη επαφή ευαισθητοποιεί — παραγωγή IgE — και η επόμενη προκαλεί την αντίδραση). Η αλλεργία είναι συνώνυμη με την υπερευαισθησία. Οι ουσίες που την προκαλούν λέγονται αλλεργιογόνα (γύρη, ζωικές πρωτεΐνες τροφίμων, σκόνη, φτερά, φάρμακα-αντιβιοτικά). Πρόκειται για παθολογική μορφή επίκτητης ανοσίας: το ανοσολογικό σύστημα αντιδρά υπερβολικά σε αβλαβείς ουσίες — κλινικά φαγούρα, ερυθρότητα, οίδημα, εξάνθημα, δύσπνοια, πόνος, έως θάνατος (αναφυλακτικό shock), εργαστηριακά αυξημένη IgE. Παραδείγματα: αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα, κνίδωση, έκζεμα, τροφική-φαρμακευτική αλλεργία· γι' αυτό το εμβόλιο γρίπης αντενδείκνυται σε υπερευαισθησία στο αβγό.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αυξημένη αντίδραση (υπερευαισθησία) ορισμένων ατόμων στην επαφή με ουσίες του περιβάλλοντος (αλλεργιογόνα), με προϋπόθεση την προηγούμενη επαφή μαζί τους· συνώνυμη με την υπερευαισθησία· αυξημένη IgE.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 17 — Κλινικά σημεία της αλλεργίας
Ερώτηση: Ποια κλινικά σημεία παρατηρούμε σε περίπτωση αλλεργίας;
Απάντηση:
- Η εμφάνιση της αλλεργίας χαρακτηρίζεται από κλινικά σημεία όπως (σελ. 173): 1. φαγούρα (κνησμός)· 2. ερυθρότητα· 3. οίδημα (διόγκωση — π.χ. χειλιών, βλεφάρων, λάρυγγα)· 4. εξάνθημα (κνίδωση — «πομφοί»)· 5. δύσπνοια (βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα — άσθμα)· 6. πόνος· 7. σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να επέλθει και ο θάνατος του ανθρώπου (αναφυλακτικό shock — π.χ. από πενικιλλίνη, τσίμπημα μέλισσας). Ανάλογα με το αλλεργιογόνο και την οδό εισόδου, τα σημεία εντοπίζονται στη μύτη-μάτια (ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα — γύρη), στο δέρμα (κνίδωση, έκζεμα), στους βρόγχους (άσθμα — σκόνη, φτερά), στο πεπτικό (τροφικές αλλεργίες). Εργαστηριακά: αυξημένα επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης IgE. Αντιμετώπιση: αποφυγή του αλλεργιογόνου, αντιισταμινικά, κορτιζόνη, αδρεναλίνη στην αναφυλαξία, απευαισθητοποίηση.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Φαγούρα, ερυθρότητα, οίδημα, εξάνθημα, δύσπνοια, πόνος — σε σοβαρές περιπτώσεις θάνατος (αναφυλαξία)· εργαστηριακά αυξημένη IgE.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 18 — Εμβόλια και οροί
Ερώτηση: Τι ονομάζονται εμβόλια και τι οροί;
Απάντηση:
- Εμβόλια είναι οι ουσίες οι οποίες, όταν χορηγηθούν σε έναν οργανισμό, ενεργοποιούν τους μηχανισμούς παραγωγής αντισωμάτων, δηλαδή προκαλούν ενεργητική ανοσία (τεχνητή) (σελ. 173). Περιέχουν αντιγόνα (εξασθενημένα ή νεκρά μικρόβια, προϊόντα-ατοξίνες) που ερεθίζουν τα Β- και Τ-λεμφοκύτταρα και δημιουργούν μνημονικά κύτταρα — προστασία μακρόχρονη, που εγκαθίσταται μετά από λίγες εβδομάδες και ανανεώνεται με αναμνηστικές δόσεις· χρησιμοποιούνται προληπτικά (πρωτοβάθμια πρόληψη). Οροί είναι διαλύματα που περιέχουν έτοιμα αντισώματα, τα οποία χορηγούνται όταν δεν προλαβαίνει ο οργανισμός να τα δημιουργήσει μόνος του, και καταπολεμούν συγκεκριμένα μικροβιακά είδη, προσφέροντας στον ασθενή παθητική ανοσία (τεχνητή) (σελ. 174). Με τη χορήγησή τους ελαττώνεται η βαρύτητα της νόσου ή προλαμβάνεται η λοίμωξη σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης· η προστασία είναι άμεση αλλά βραχύχρονη (τα αντισώματα καταναλώνονται, δεν δημιουργείται μνήμη). Παρασκευάζονται από φυσικούς άνοσους ή υπεράνοσους ορούς ανθρώπων ή από ανοσοποιημένα ζώα (γ-σφαιρίνη) — παράδειγμα ο αντιτετανικός ορός (μετά από τραυματισμό, ενώ το αντιτετανικό εμβόλιο δίνεται προληπτικά).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Εμβόλια: ουσίες που ενεργοποιούν τους μηχανισμούς παραγωγής αντισωμάτων — ενεργητική (τεχνητή) ανοσία, μακρόχρονη, προληπτική. Οροί: διαλύματα με έτοιμα αντισώματα, όταν ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να τα φτιάξει — παθητική ανοσία, άμεση αλλά βραχύχρονη, μειώνουν τη βαρύτητα ή προλαμβάνουν λοίμωξη σε άτομα υψηλού κινδύνου (αντιτετανικός ορός).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 19 — Ταξινόμηση των εμβολίων
Ερώτηση: Αναφέρατε την ταξινόμηση των εμβολίων.
Απάντηση:
- Υπάρχουν διάφορες ταξινομήσεις των εμβολίων με βάση τον τρόπο παρασκευής, την προέλευση των ουσιών, τη σύνθεση, το μέσο εναιωρήματος και τον τρόπο χορήγησης (σελ. 173-174). Κατηγορίες: 1. Μικροβιακά εμβόλια — αποτελούνται από εξασθενημένα μικρόβια ή μικρόβια νεκρά: εξασθενημένα ζωντανά — εμβόλια της λύσσας, της φυματίωσης (BCG) και του κίτρινου πυρετού (και MMR, OPV)· νεκρά — εμβόλια του κοκκύτη, του τύφου και της χολέρας (και IPV, γρίπης). 2. Μη μικροβιακά εμβόλια — από προϊόντα ενός μικροβίου ή τις τοξίνες του· οι τοξίνες υφίστανται επεξεργασία (φορμόλη) για να χάσουν την τοξική ικανότητα και να διατηρήσουν μόνο την αντιγονική → ατοξίνες: εμβόλια τετάνου και διφθερίτιδας (και ανασυνδυασμένο DNA — ηπατίτιδα Β). 3. Άμεικτα εμβόλια — μονοδύναμα, από ένα είδος μικροβίου (BCG, ηπατίτιδα Β). 4. Μεικτά εμβόλια — πολυδύναμα, από πολλά μικροβιακά είδη ή προϊόντα τους (DTP, MMR, OPV με 3 τύπους). 5. Εμβόλια που χορηγούνται με ένεση — ενδοδερμικά (BCG), υποδόρια (MMR) ή ενδομυϊκά (DTP, Td). 6. Εμβόλια που χορηγούνται από το στόμα (π.χ. το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας OPV Sabin).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Μικροβιακά (εξασθενημένα ζωντανά — λύσσα, BCG, κίτρινος πυρετός· νεκρά — κοκκύτης, τύφος, χολέρα)· μη μικροβιακά (προϊόντα-τοξίνες → ατοξίνες — τέτανος, διφθερίτιδα)· άμεικτα (μονοδύναμα, ένα είδος)· μεικτά (πολυδύναμα, πολλά είδη)· με ένεση (ενδοδερμικά, υποδόρια) ή από το στόμα (πολιομυελίτιδα).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Έξι κατηγορίες με παραδείγματα.
Ερώτηση 20 — Προϋποθέσεις καταλληλότητας των εμβολίων
Ερώτηση: Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να υπάρχουν, για να θεωρηθούν τα εμβόλια κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν;
Απάντηση:
- Τα εμβόλια, για να είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν, θα πρέπει να πληρούν τα εξής (σελ. 174): 1. Να έχουν αντιγονική ικανότητα και να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού — δηλαδή να προκαλούν επαρκή παραγωγή αντισωμάτων (Β-λεμφοκύτταρα), κυτταρική απάντηση (Τ-λεμφοκύτταρα) και μνημονικά κύτταρα, ώστε η προστασία να είναι αποτελεσματική και μακρόχρονη (π.χ. οι ατοξίνες διατηρούν την αντιγονική ικανότητα ενώ χάνουν την τοξική· το εμβόλιο χολέρας έχει χαμηλή αποτελεσματικότητα 50 % και ανοσία 6 μηνών). 2. Να είναι ασφαλή για τον οργανισμό — να μην προκαλούν τη νόσο (εξασθένηση-αδρανοποίηση, ατοξίνες, ανασυνδυασμένο DNA στην ηπατίτιδα Β «χωρίς κίνδυνο εμφάνισης λοιμώδους νόσου»), να έχουν ελάχιστες παρενέργειες (DTP: ευαισθησία, ερυθρότητα, πυρετός, σπασμοί· BCG: εξέλκωση, λεμφαδενίτιδα, οστεομυελίτιδα) και να τηρούνται οι αντενδείξεις (ζωντανά εμβόλια σε ανοσοκαταστολή-AIDS-έγκαυμα, ερυθρά σε εγκυμοσύνη, γρίπη σε αλλεργία στο αβγό). Επιπλέον πρέπει να είναι σταθερά (συντήρηση-ψυκτική αλυσίδα) και οικονομικά προσιτά για μαζικούς εμβολιασμούς.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Να έχουν αντιγονική ικανότητα και να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα (αποτελεσματικότητα) και να είναι ασφαλή για τον οργανισμό (χωρίς πρόκληση νόσου, ελάχιστες παρενέργειες, τήρηση αντενδείξεων).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 21 — Φυσικοί άνοσοι οροί
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε φυσικούς άνοσους ορούς;
Απάντηση:
- Για την παρασκευή των ορών (διαλυμάτων με έτοιμα αντισώματα — παθητική ανοσία) χρησιμοποιούνται φυσικοί άνοσοι οροί από ασθενείς που αρρώστησαν από μία συγκεκριμένη νόσο ή βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης και έχουν τα αντίστοιχα αντισώματα στον ορό του αίματός τους (σελ. 174). Δηλαδή φυσικός άνοσος ορός είναι ο ορός αίματος ανθρώπου που απέκτησε ενεργητική φυσική ανοσία (αντισώματα μετά από νόσηση) και χρησιμοποιείται για να μεταφέρει τα αντισώματα σε άλλον (ορός αναρρωνυόντων — π.χ. σε ιλαρά, ηπατίτιδα Α, ανεμευλογιά, ιστορικά και σε επιδημίες γρίπης). Όταν χρησιμοποιείται μείγμα ορών ασθενών με μεγάλη περιεκτικότητα αντισωμάτων για ένα συγκεκριμένο νόσημα, έχουμε υπεράνοσο ορό (ερώτηση 22). Διαφορετική προέλευση έχουν οι προφυλακτικοί-θεραπευτικοί οροί (γ-σφαιρίνη) από ενεργητική ανοσοποίηση πειραματοζώου (άλογο): χορηγείται στο ζώο το μικροβιακό στέλεχος ή η τοξίνη, δημιουργεί αντισώματα, γίνεται αφαίμαξη και λαμβάνεται ο ορός — π.χ. αντιτετανικός ορός. Οι ζωικοί οροί μπορεί να προκαλέσουν αλλεργία (ορονοσία), γι' αυτό προτιμώνται ανθρώπινες γ-σφαιρίνες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οροί αίματος από ασθενείς που νόσησαν από συγκεκριμένη νόσο ή βρίσκονται σε ανάρρωση και έχουν τα αντίστοιχα αντισώματα στον ορό τους· χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ορών παθητικής ανοσίας (μείγμα με υψηλά αντισώματα = υπεράνοσος ορός).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Ορισμός + σχέση με υπεράνοσο.
Ερώτηση 22 — Υπεράνοσοι οροί
Ερώτηση: Τι ονομάζουμε υπεράνοσους ορούς;
Απάντηση:
- Όταν χρησιμοποιούμε μείγμα ορών αίματος ασθενών με μεγάλη περιεκτικότητα αντισωμάτων για ένα συγκεκριμένο νόσημα, έχουμε υπεράνοσο ορό (σελ. 174). Δηλαδή ο υπεράνοσος ορός είναι φυσικός άνοσος ορός (από ανθρώπους που νόσησαν ή αναρρώνουν) επιλεγμένος και συγκεντρωμένος, ώστε ο τίτλος των ειδικών αντισωμάτων να είναι πολύ υψηλός — έτσι μικρή ποσότητα προσφέρει ισχυρή παθητική ανοσία (π.χ. υπεράνοση γ-σφαιρίνη κατά της ηπατίτιδας Β σε νεογνά φορέων μητέρων ή μετά από τρύπημα με βελόνα, κατά της λύσσας, του τετάνου, της ανεμευλογιάς). Αντίστοιχα, μπορούν να δημιουργηθούν προφυλακτικοί και θεραπευτικοί οροί (γ-σφαιρίνη) ύστερα από ενεργητική ανοσοποίηση πειραματοζώου (π.χ. αλόγου): χορηγείται στο ζώο το μικροβιακό στέλεχος ή η τοξίνη, ο οργανισμός του δημιουργεί αντισώματα που κυκλοφορούν στο αίμα, γίνεται αφαίμαξη και λαμβάνεται ο ορός με τα αντισώματα — παράδειγμα ο αντιτετανικός ορός (και αντιδιφθεριτικός, αντιοφικοί οροί). Οι οροί χορηγούνται όταν ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να παράγει αντισώματα (τραύμα-τέτανος, δάγκωμα-λύσσα, έκθεση σε ηπατίτιδα Β).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Μείγμα ορών αίματος ασθενών με μεγάλη περιεκτικότητα αντισωμάτων για ένα συγκεκριμένο νόσημα — υψηλός τίτλος ειδικών αντισωμάτων για ισχυρή παθητική ανοσία· ανάλογα παρασκευάζονται προφυλακτικοί-θεραπευτικοί οροί (γ-σφαιρίνη) από ανοσοποιημένα ζώα (άλογο) με αφαίμαξη, π.χ. αντιτετανικός ορός.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 23 — Πρόγραμμα εμβολιασμού DTP
Ερώτηση: Αναφέρατε το πρόγραμμα εμβολιασμού που πρέπει να ακολουθείται στα βρέφη και στα παιδιά για το τριπλούν εμβόλιο της Διφθερίτιδας-Τετάνου και Κοκκύτη.
Απάντηση:
- Πίνακας 10.1 — Εμβολιασμοί βρεφών και παιδιών με το τριπλό εμβόλιο DTP (Diphtheria-Tetanus-Pertussis, χορηγείται ενδομυϊκά) (σελ. 175): 1η δόση DTP: 2-3 μηνών· 2η δόση: 4-5 μηνών· 3η δόση: 6-7 μηνών· 4η δόση: 18 μηνών· 5η δόση: 4-6 ετών· 14-16 ετών: Td ή Τ, το οποίο επαναλαμβάνεται κάθε 5-10 χρόνια για όλη τη ζωή του ανθρώπου. Παρατηρήσεις: Td = διπλό εμβόλιο τετάνου-διφθερίτιδας τύπου ενηλίκου, με μειωμένη ποσότητα διφθεριτικής ανατοξίνης (2 μονάδες), ενδομυϊκά· Τ = εμβόλιο τετάνου, ενδομυϊκά. Παρενέργειες του εμβολίου: ευαισθησία, ερυθρότητα, εμφάνιση πυρετού και σπασμών. Σε παιδιά > 7 ετών που δεν έχουν εμβολιασθεί: πρώτη δόση Td, δεύτερη Td μετά από ένα μήνα, τρίτη Td μετά από 6-12 μήνες από την τελευταία, και αναμνηστική δόση κάθε 5-10 χρόνια για όλη τη ζωή. Το DTP είναι μεικτό (πολυδύναμο) εμβόλιο: διφθερίτιδα-τέτανος από ατοξίνες (μη μικροβιακό), κοκκύτης από νεκρά μικρόβια. Ο εμβολιασμός κατά της διφθερίτιδας «αρχίζει από το πρώτο τρίμηνο της ζωής» (κεφ. 11)· η 1η δόση μπορεί να συγχορηγηθεί με το εμβόλιο πολιομυελίτιδας στους 2 μήνες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) DTP ενδομυϊκά: 2-3 μηνών (1η), 4-5 μηνών (2η), 6-7 μηνών (3η), 18 μηνών (4η), 4-6 ετών (5η)· 14-16 ετών Td ή Τ και επανάληψη κάθε 5-10 χρόνια για όλη τη ζωή· Td = τετάνου-διφθερίτιδας ενηλίκου με 2 μονάδες ανατοξίνης· ανεμβολίαστα > 7 ετών: Td, Td μετά 1 μήνα, Td μετά 6-12 μήνες, αναμνηστική κάθε 5-10 χρόνια· παρενέργειες ευαισθησία, ερυθρότητα, πυρετός, σπασμοί.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Πέντε δόσεις + αναμνηστικές + > 7 ετών.
Ερώτηση 24 — Πρόγραμμα εμβολιασμού MMR
Ερώτηση: Αναφέρατε το πρόγραμμα εμβολιασμού που πρέπει να ακολουθείται στα βρέφη και στα παιδιά για το εμβόλιο Ιλαράς-Παρωτίτιδας και Ερυθράς.
Απάντηση:
- Πίνακας 10.2 — Εμβολιασμοί βρεφών και παιδιών με το εμβόλιο Ιλαράς-Παρωτίτιδας-Ερυθράς (σελ. 176): 1η δόση MMR: 15 μηνών· 2η δόση MMR: 11-12 ετών. Παρατηρήσεις: MMR (Measles, Mumps, Rubella) = το εμβόλιο της Ιλαράς-Παρωτίτιδας-Ερυθράς — μεικτό (τριδύναμο) εμβόλιο από εξασθενημένους ζωντανούς ιούς· χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά στον δελτοειδή μυ. Η 1η δόση δίνεται στους 15 μήνες, όταν έχουν εξαφανιστεί τα μητρικά αντισώματα (παθητική φυσική ανοσία) που θα εξουδετέρωναν το εμβόλιο· η 2η δόση (αναμνηστική) εξασφαλίζει ανοσία σε όσους δεν ανταποκρίθηκαν στην πρώτη. Το εμβόλιο ερυθράς συνιστάται και σε νέες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (πρόληψη συγγενούς ερυθράς — μετάδοση μέσω πλακούντα, κεφ. 9) και σε εργαζόμενους νοσοκομείων, με αντένδειξη την εγκυμοσύνη και την ανοσοκαταστολή (ζωντανό εμβόλιο).
Σύνοψη: (ενδεικτική) MMR (ιλαρά-παρωτίτιδα-ερυθρά), υποδόρια ή ενδομυϊκά στον δελτοειδή: 1η δόση στους 15 μήνες, 2η δόση στα 11-12 έτη· ζωντανό εξασθενημένο τριδύναμο εμβόλιο· ερυθρά και σε νέες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (όχι σε εγκυμοσύνη-ανοσοκαταστολή).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Δύο δόσεις + παρατηρήσεις.
Ερώτηση 25 — Πρόγραμμα εμβολιασμού πολιομυελίτιδας
Ερώτηση: Αναφέρατε το πρόγραμμα εμβολιασμού που πρέπει να ακολουθείται στα βρέφη και στα παιδιά για το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας.
Απάντηση:
- Πίνακας 10.3 — Εμβολιασμοί βρεφών και παιδιών με το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας (σελ. 176): 2 μηνών: E-IPV· 4 μηνών: E-IPV· 15-18 μηνών: OPV· 4-6 ετών: OPV. Κατά την παρατήρηση 5, η πρώτη δόση μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με το DTP στους 2 μήνες, η δεύτερη στους 4 μήνες, η τρίτη στους 6 μήνες μαζί με το DTP, ενώ επαναληπτικές δίνονται στους 18 μήνες και στα 4-6 έτη. Τα εμβόλια: IPV (Inactivated Polio Vaccine) — το πρώτο εμβόλιο, που παρασκεύασε ο Jonas Salk το 1955, με αδρανοποιημένους (νεκρούς) ιούς, ενέσιμο· OPV (Oral Polio Vaccine) — παρασκευάστηκε από τον Sabin το 1960, χορηγείται από το στόμα και περιέχει εξασθενημένους ζωντανούς ιούς και των τριών τύπων του ιού της πολιομυελίτιδας· E-IPV (Enhanced IPV) — το νεότερο ενισχυμένο εμβόλιο με αδρανοποιημένους ιούς. Αν το άτομο βρίσκεται σε ανοσοκαταστολή ή είναι ανεμβολίαστο, χρησιμοποιούμε το αδρανοποιημένο IPV (το ζωντανό OPV μπορεί να προκαλέσει νόσο σε ανοσοκατασταλμένους). Το OPV είναι το παράδειγμα του βιβλίου για εμβόλιο από το στόμα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) 2 μηνών E-IPV, 4 μηνών E-IPV, (6 μηνών 3η δόση με DTP), 15-18 μηνών OPV, 4-6 ετών OPV· IPV = Salk 1955, αδρανοποιημένοι ιοί, ενέσιμο· OPV = Sabin 1960, από το στόμα, εξασθενημένοι ιοί 3 τύπων· E-IPV ενισχυμένο αδρανοποιημένο· σε ανοσοκαταστολή/ανεμβολίαστους IPV.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση 26 — Πρόγραμμα εμβολιασμού φυματίωσης
Ερώτηση: Αναφέρατε το πρόγραμμα εμβολιασμού που πρέπει να ακολουθείται στα παιδιά για το εμβόλιο της φυματίωσης.
Απάντηση:
- Πίνακας 10.4 — Εμβολιασμοί παιδιών με το εμβόλιο της φυματίωσης (σελ. 177): 5-6 ετών: BCG· 12-14 ετών: BCG. Παρατηρήσεις: BCG (Bacille Calmette-Guérin) = εναιώρημα βακίλλων που προέρχονται από παθογόνο στέλεχος μυκοβακτηριδίου βόειου τύπου, το οποίο έχει εξασθενήσει ύστερα από διαδοχικές ανακαλλιέργειες (ζωντανό εξασθενημένο, μικροβιακό, ενδοδερμικά). Χορηγείται στα παιδιά που θα παρουσιάσουν αρνητική Mantoux (φυματινοαντίδραση — ενδοδερμική ένεση φυματίνης· θετική = σκληρία ≥ 1 cm στις 48-72 ώρες, δείχνει επαφή με το μυκοβακτηρίδιο, οπότε δεν χρειάζεται εμβόλιο — κεφ. 11)· χορηγείται επίσης στο νοσηλευτικό προσωπικό-εργαζόμενους με αρνητική Mantoux, και στα βρέφη όταν υπάρχει άρρωστος από φυματίωση στην οικογένεια (κεφ. 11). Αντενδείξεις: άτομα που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, πάσχουν από AIDS ή έχουν υποστεί έγκαυμα. Παρενέργειες: εξέλκωση στο σημείο του εμβολίου, λεμφαδενίτιδα ή οστεομυελίτιδα. Κατά την Ανακεφαλαίωση, «μετά την ηλικία των 5-6 ετών χορηγείται το εμβόλιο της φυματίωσης»· περιλαμβάνεται και στα εμβόλια ενηλίκων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) BCG στα 5-6 έτη και στα 12-14 έτη, σε παιδιά με αρνητική Mantoux (και σε νοσηλευτικό προσωπικό με αρνητική Mantoux)· BCG = εξασθενημένο με διαδοχικές ανακαλλιέργειες βόειο μυκοβακτηρίδιο· αντενδείξεις ανοσοκατασταλτικά, AIDS, έγκαυμα· παρενέργειες εξέλκωση, λεμφαδενίτιδα, οστεομυελίτιδα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Δύο δόσεις + Mantoux + αντενδείξεις.
Ερώτηση 27 — Το εμβόλιο της γρίπης
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για το εμβόλιο της γρίπης;
Απάντηση:
- Το εμβόλιο γρίπης είναι το πρώτο από τα εμβόλια για ενήλικες (σελ. 177): Οι ιοί της γρίπης Α και Β έχουν την ικανότητα να μεταλλάσσονται (μεταβολή της αντιγονικής τους σύστασης — γι' αυτό η ανοσία από προηγούμενη νόσηση ή εμβόλιο δεν προστατεύει), γεγονός που καθιστά απαραίτητη την παρασκευή νέων αντιγριπικών εμβολίων (κάθε χρόνο, με τα στελέχη που κυκλοφορούν). Τα εμβόλια περιέχουν ανενεργά κύτταρα του ιού (αδρανοποιημένο, μικροβιακό εμβόλιο — δεν προκαλεί γρίπη). Θα πρέπει να εμβολιάζονται τα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως τα ηλικιωμένα άτομα (και χρόνιοι πάσχοντες — καρδιοπαθείς, πνευμονοπαθείς, διαβητικοί, κεφ. 4), το νοσηλευτικό προσωπικό και οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, τα άτομα που συγκατοικούν με ευπαθή άτομα. Ο εμβολιασμός αντενδείκνυται στα άτομα που εμφανίζουν υπερευαισθησία στο αβγό (το εμβόλιο παρασκευάζεται σε εμβρυοφόρα αβγά — αλλεργία). Γίνεται κάθε φθινόπωρο, πριν την περίοδο των επιδημιών.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ιοί γρίπης Α και Β μεταλλάσσονται → κάθε χρόνο νέα εμβόλια· περιέχουν ανενεργά κύτταρα του ιού· εμβολιάζονται οι ευπαθείς ομάδες — ηλικιωμένοι, νοσηλευτικό προσωπικό και εργαζόμενοι νοσοκομείων, συγκάτοικοι ευπαθών· αντένδειξη η υπερευαισθησία στο αβγό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Μεταλλάξεις, σύνθεση, ομάδες, αντένδειξη.
Ερώτηση 28 — Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για το εμβόλιο της Ηπατίτιδας Β;
Απάντηση:
- Σήμερα τα εμβόλια της ηπατίτιδας Β παρασκευάζονται με τη μέθοδο του ανασυνδυασμένου DNA (το γονίδιο του επιφανειακού αντιγόνου HBsAg του ιού εισάγεται σε ζυμομύκητες που παράγουν το αντιγόνο — μη μικροβιακό εμβόλιο) (σελ. 177-178). Πλεονεκτήματα: μπορούν να παρασκευασθούν σε μεγάλες ποσότητες με χαμηλό κόστος, χωρίς να παρουσιάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώδους νόσου (δεν περιέχουν ιό, σε αντίθεση με τα παλαιότερα εμβόλια από πλάσμα φορέων). Ποιοι εμβολιάζονται: εκτός από τους ενήλικες, τα νεογνά μητέρων που είναι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) (μαζί με υπεράνοση γ-σφαιρίνη — πρόληψη της περιγεννητικής μετάδοσης), τα παιδιά και οι έφηβοι, οι νεαροί ενήλικες, διότι έχουν μεγάλο κίνδυνο μόλυνσης λόγω αλλαγής ερωτικών συντρόφων (σεξουαλική μετάδοση), και οι χρήστες ενδοφλέβιων τοξικών ουσιών (ομάδα υψηλού κινδύνου — μολυσμένες σύριγγες). Στο κεφ. 4 προστίθενται οι εργαζόμενοι στον τομέα υγείας, οι πολυμεταγγιζόμενοι, οι αιμοκαθαιρόμενοι και οι στενές επαφές φορέων. Χορηγείται ενδομυϊκά σε 3 δόσεις (0, 1, 6 μήνες).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Παρασκευάζεται με ανασυνδυασμένο DNA — μεγάλες ποσότητες, χαμηλό κόστος, χωρίς κίνδυνο λοίμωξης· εμβολιάζονται ενήλικες, νεογνά μητέρων-φορέων HBV, παιδιά, έφηβοι, νεαροί ενήλικες (αλλαγή συντρόφων), χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών (και εργαζόμενοι υγείας).
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Μέθοδος, πλεονεκτήματα, ομάδες.
Ερώτηση 29 — Εμβόλια ενηλίκων
Ερώτηση: Αναφέρατε εμβόλια που χορηγούνται σε ενήλικες.
Απάντηση:
- Τα εμβόλια που χορηγούνται στους ενήλικες είναι (σελ. 177-178): 1. Εμβόλιο γρίπης — ευπαθείς ομάδες (ηλικιωμένοι, νοσηλευτικό προσωπικό, συγκάτοικοι ευπαθών)· νέο κάθε χρόνο λόγω μεταλλάξεων· όχι σε αλλεργία στο αβγό. 2. Εμβόλιο ερυθράς — νέες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, εργαζόμενοι σε νοσοκομεία· αντένδειξη η εγκυμοσύνη και η ανοσοκαταστολή. 3. Εμβόλιο ηπατίτιδας Β — ανασυνδυασμένο DNA· ενήλικες, νεογνά φορέων μητέρων, παιδιά-έφηβοι, νεαροί ενήλικες, χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. 4. Εμβόλιο άνθρακα — ομάδες υψηλού κινδύνου: εργαζόμενοι σε βιομηχανίες επεξεργασίας δερμάτων ζώων, γουναρικών, κατασκευής ψηκτρών με ζωικές τρίχες, βιομηχανίες μαλλιού ζώων. 5. Εμβόλιο χολέρας — νεκρά δονάκια της χολέρας· σε όσους ταξιδεύουν σε χώρες με κρούσματα· ανοσία 6 μήνες, αποτελεσματικότητα 50 %. 6. Εμβολιασμοί σε ταξιδιώτες — τα εμβόλια που επιβάλλει κάθε κράτος (π.χ. κίτρινος πυρετός για χώρες της Αφρικής). 7. Εμβόλιο BCG (φυματίωση — νοσηλευτικό προσωπικό με αρνητική Mantoux). 8. Εμβόλιο κατά της λύσσας — ομάδες υψηλού κινδύνου: εργαζόμενοι σε κέντρα φιλοξενίας ζώων, ταξιδιώτες σε χώρες με λύσσα, σπηλαιολόγοι (νυχτερίδες, τρωκτικά). Επίσης οι αναμνηστικές δόσεις Td κάθε 5-10 χρόνια (τέτανος-διφθερίτιδα) και το εμβόλιο πνευμονιοκόκκου (ηλικιωμένοι, σπληνεκτομηθέντες — κεφ. 11), μηνιγγιτιδοκόκκου (νεοσύλλεκτοι).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Γρίπης (ευπαθείς ομάδες), ερυθράς (νέες γυναίκες, όχι εγκύους), ηπατίτιδας Β (ανασυνδυασμένο DNA), άνθρακα (βιομηχανίες δερμάτων-γουναρικών-ψηκτρών-μαλλιού), χολέρας (νεκρά δονάκια, 6 μήνες, 50 %), ταξιδιωτών (κίτρινος πυρετός — Αφρική), BCG, λύσσας (κέντρα ζώων, ταξιδιώτες, σπηλαιολόγοι)· και Td κάθε 5-10 χρόνια, πνευμονιόκοκκος, μηνιγγιτιδόκοκκος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Οκτώ εμβόλια του βιβλίου.
Ερώτηση 30 — Εμβολιασμοί ταξιδιωτών
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τους εμβολιασμούς των ταξιδιωτών;
Απάντηση:
- Οι ταξιδιώτες σε διάφορες χώρες θα πρέπει να έχουν εμβολιασθεί με τα εμβόλια που επιβάλλει το κάθε κράτος, για να μπορούν να μπουν στη χώρα (σελ. 178) — διεθνές πιστοποιητικό εμβολιασμού. Έτσι, σε χώρες της Αφρικής θα πρέπει να έχει γίνει στον ταξιδιώτη εμβολιασμός κατά του κίτρινου πυρετού (ζωντανό εξασθενημένο μικροβιακό εμβόλιο — ιός που μεταδίδεται με κουνούπια στην τροπική Αφρική και Νότια Αμερική). Άλλα εμβόλια ταξιδιωτών που αναφέρει το βιβλίο: εμβόλιο χολέρας — με νεκρά δονάκια, σε άτομα που θα ταξιδέψουν σε χώρες όπου έχουν εμφανισθεί κρούσματα· ανοσία 6 μήνες, αποτελεσματικότητα 50 % (γι' αυτό είναι απαραίτητη και η υγιεινή νερού-τροφίμων)· εμβόλιο κατά της λύσσας — σε όσους θα ταξιδέψουν σε χώρες με κρούσματα λύσσας (και σε εργαζόμενους σε κέντρα ζώων, σπηλαιολόγους)· εμβόλιο τύφου (νεκρά μικρόβια) και ηπατίτιδας Α-Β για χώρες με χαμηλή υγιεινή. Οι ταξιδιώτες πρέπει να ενημερώνονται έγκαιρα (εβδομάδες πριν) από τις υγειονομικές υπηρεσίες για τις απαιτήσεις κάθε χώρας, να ελέγχουν τις αναμνηστικές δόσεις (Td, πολιομυελίτιδα) και να λαμβάνουν χημειοπροφύλαξη όπου δεν υπάρχει εμβόλιο (ελονοσία — κεφ. 4).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ταξιδιώτες εμβολιάζονται με τα εμβόλια που επιβάλλει κάθε κράτος για την είσοδο — π.χ. κίτρινος πυρετός για χώρες της Αφρικής· επίσης χολέρα (νεκρά δονάκια, 6 μήνες, 50 %) σε χώρες με κρούσματα, λύσσα σε χώρες με λύσσα, τύφος-ηπατίτιδα· έγκαιρη ενημέρωση, αναμνηστικές δόσεις, χημειοπροφύλαξη ελονοσίας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
- Υποχρεωτικά + συνιστώμενα.