Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 11 (41 ερωτήσεις) (σελ. 192, 200, 207, 233, 241) – ΦΑΡΜΑΚΟΓΝΩΣΙΑ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις ερωτήσεων κεφ. 11 (41 ερωτήσεις)

Πλήρεις λύσεις όλων των ερωτήσεων του κεφαλαίου 11 — οι δρόγες με αιθέρια έλαια (ευκάλυπτος, χαμομήλι), με αλκαλοειδή (ευθαλεία, όπιο, στρύχνος), με λιπαρά (ελιά, λινάρι), με γλυκοσίδες (αλόη, άρνικα, βαλεριάνα, γεντιανή, γκίνγκο, γλυκύρριζα, δακτυλίτιδα, εχινάτσεα, καλέντουλα, σέννα, σκόρδο, ταράξακο, τζίνσενγκ, υπερικό) και οι αντικαρκινικές δρόγες.


Ερώτηση 1 (11.1.4) — Flores chamomillae

Ερώτηση: Από ποιο φυτό λαμβάνεται η δρόγη Flores chamomillae και ποια μέρη του φυτού χρησιμοποιούμε;

Απάντηση:

  • Το φυτό (σελ. 190): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Matricaria recutita της οικογένειας Compositae (Asteraceae).

    Πού φυτρώνει: το φυτό είναι ετήσιο ζιζάνιο που φυτρώνει από αιώνες στους αγρούς και στους κήπους της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας, με τη βοήθεια δε των σιτηρών έφθασε στην Αμερική και στην Αυστραλία.

    Οι ελληνικές ονομασίες: στην Ελλάδα είναι γνωστό με τα ονόματα: χαμομήλι, χαμόμηλο, λουλούδι του Αγίου Γεωργίου, παναϊρίτσα κτλ.· το χαμομήλι πήρε το όνομά του από το άρωμά του (μήλο του εδάφους) και ο πρώτος που αναφέρει το όνομά του είναι ο πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, ο οποίος το θεωρούσε εμμηναγωγό και φάρμακο κατά της υστερίας.

    Τα μέρη που χρησιμοποιούμε: η δρόγη αποτελείται αποκλειστικά από αποξηραμένα άνθη με κοντό κοτσάνι — και στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 192): η δρόγη αποτελείται μόνο από τις αποξηραμένες κεφαλίδες των λουλουδιών (Flores Chamomillae).

    Η συλλογή: μετά την άνθιση γίνεται η συλλογή των λουλουδιών, με ξηρό καιρό, με τα χέρια ή ειδικά εργαλεία· τα λουλούδια απλώνονται σε λεπτές στιβάδες και ξηραίνονται στη σκιάτο φυτό ανθίζει τους μήνες Απρίλιο-Ιούνιο.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δρόγη Flores chamomillae λαμβάνεται από το φυτό Matricaria recutita της οικογένειας Compositae ή Asteraceae, δηλαδή από το χαμομήλι, ετήσιο ζιζάνιο της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας. Χρησιμοποιούμε αποκλειστικά τα αποξηραμένα άνθη με κοντό κοτσάνι, δηλαδή τις αποξηραμένες κεφαλίδες των λουλουδιών. Η συλλογή γίνεται μετά την άνθιση, με ξηρό καιρό, με τα χέρια ή με ειδικά εργαλεία, και τα λουλούδια απλώνονται σε λεπτές στιβάδες και ξηραίνονται στη σκιά.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 (11.1.4) — Η δρόγη της ευκαλυπτόλης

Ερώτηση: Από ποια δρόγη παίρνουμε την ευκαλυπτόλη;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 188): 11.1.1 ΦΥΛΛΑ ΕΥΚΑΛΥΠΤΟΥ - FOLIA EUCALYPTI· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Eucalyptus globulus της οικογένειας Myrtaceae.

    Ποια φύλλα: στη Φαρμακευτική χρησιμοποιούνται τα φύλλα που προέρχονται από τους παλαιότερους βλαστούς· η συλλογή των φύλλων μπορεί να γίνει όλον τον χρόνο, είναι όμως προτιμότερο να γίνεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο.

    Πού βρίσκεται η ευκαλυπτόλη: το κύριο συστατικό των φύλλων είναι το αιθέριο έλαιο σε αναλογία 1 έως 3%· αυτό είναι ένα υγρό άχρωμο με έντονο άρωμα σαν της καμφοράς· το κυριότερο συστατικό του αιθέριου ελαίου είναι η ευκαλυπτόλη 70-80%.

    Πώς την παίρνουμε: από τα φύλλα του ευκαλύπτου, με απόσταξη με υδρατμούς, παίρνουμε το αιθέριο έλαιο· από το αιθέριο έλαιο αποχωρίζεται, με ψύξη, η ευκαλυπτόλη.

    Οι δρόγες της Ελληνικής Φαρμακοποιίας: η Ελληνική Φαρμακοποιία αναγράφει τις δρόγες Folium Eucalypti και το Oleum Eucalypti.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Την ευκαλυπτόλη την παίρνουμε από τη δρόγη Folia Eucalypti, δηλαδή από τα φύλλα του ευκαλύπτου (Eucalyptus globulus, οικογένεια Myrtaceae), και συγκεκριμένα από τα φύλλα των παλαιότερων βλαστών. Το κύριο συστατικό των φύλλων είναι το αιθέριο έλαιο, σε αναλογία 1 έως 3%, το οποίο λαμβάνεται με απόσταξη με υδρατμούς και έχει ως κυριότερο συστατικό την ευκαλυπτόλη σε ποσοστό 70-80%. Από το αιθέριο έλαιο η ευκαλυπτόλη αποχωρίζεται με ψύξη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 (11.1.4) — Αιθέριο έλαιο χαμομηλιού

Ερώτηση: Πώς παίρνουμε το αιθέριο έλαιο του χαμομηλιού και ποια τα δραστικά συστατικά του;

Απάντηση:

  • Η παραλαβή (σελ. 191): το αιθέριο έλαιο λαμβάνεται από τη δρόγη με απόσταξη με υδρατμούς και έχει χρώμα βαθύ μπλε ή γαλανοπράσινο.

    Τα δραστικά συστατικά του: τα σπουδαιότερα δραστικά συστατικά του αιθέριου ελαίου είναι το χαμαζουλένιο (σε αυτό οφείλεται το χρώμα του) και η βισαβολόλη και πολύνη.

    Τα υπόλοιπα συστατικά της δρόγης: η δρόγη περιέχει νερό 8-10%, ανόργανα συστατικά 8-10%, πικρές ουσίες, χολίνη· από τα πιο σπουδαία συστατικά αναφέρονται το αιθέριο έλαιο και τα πολυφαινολικά παράγωγα (φλαβονικές και κουμαρινικές ενώσεις).

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 192): από τη δρόγη με απόσταξη με υδρατμούς παίρνουμε το αιθέριο έλαιο που έχει βαθύ μπλε χρώμα και κυριότερο δραστικό συστατικό το χαμαζουλένιο.

    Η Ελληνική Φαρμακοποιία: αναφέρει τη δρόγη Chamomillae vulgaris και Oleum Chamomillae Aethereum (αιθέριο έλαιο).

    Ιστορικά: η παρασκευή του κυανού χαμαιμηλελαίου αναφέρεται για πρώτη φορά το 1588 από τον Camerarius.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το αιθέριο έλαιο του χαμομηλιού λαμβάνεται από τη δρόγη με απόσταξη με υδρατμούς και έχει χρώμα βαθύ μπλε ή γαλανοπράσινο. Τα σπουδαιότερα δραστικά του συστατικά είναι το χαμαζουλένιο, στο οποίο οφείλεται και το χρώμα του, η βισαβολόλη και η πολύνη. Η ίδια η δρόγη περιέχει επίσης νερό 8-10%, ανόργανα συστατικά 8-10%, πικρές ουσίες, χολίνη και πολυφαινολικά παράγωγα, δηλαδή φλαβονικές και κουμαρινικές ενώσεις.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 (11.1.4) — Χρήσεις χαμομηλιού

Ερώτηση: Χρήσεις χαμομηλιού.

Απάντηση:

  • Η βασική δράση (σελ. 191): η δρόγη έχει κυρίως αντιφλογιστική δράση.

    Εξωτερική χρήση: αφέψημα, ροώδες εκχύλισμα και διάφορες άλλες θεραπευτικές μορφές χρησιμοποιούνται με επιτυχία σε φλογώσεις του δέρματος και των βλεννογόνων, σε μολύνσεις των ματιών, σε πληγές, εγκαύματα και δοθιήνες, σε κλύσματα, σε πλύσεις του κόλπου και σε γαργαρισμούς· σε ασθένειες των ριζών των τριχών το χαμομήλι ασκεί ευνοϊκή δράση.

    Εσωτερική χρήση: εσωτερικά χρησιμοποιείται σε φλογώσεις κατά την πέψη, ως σπασμολυτικό σε κωλικούς του γαστρεντερικού σωλήνα, ως αντιδιαρροϊκό, σε δυσμηνόρροια και μητρορραγία, καθώς και στο βρογχικό άσθμα των παιδιών· επίσης, σε αϋπνίες, ημικρανίες, αλλά και ως ανθελμινθικό και αντιπυρετικό, καθώς και ως τονωτικό.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 192): το χαμομήλι έχει αντιφλογιστική δράση· χρησιμοποιείται ως αφέψημα ή εκχύλισμα σε φλογώσεις του δέρματος και των βλεννογόνων, σε εγκαύματα, σε πλύσεις του κόλπου και γαργαρισμούς· εσωτερικά χρησιμοποιείται ως σπασμολυτικό του γαστροεντερικού σωλήνα, σε δυσμηνόρροια και μητρορραγία, καθώς και στο βρογχικό άσθμα των παιδιών· επίσης, σε αϋπνίες, ημικρανίες και ως καταπραϋντικό.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το χαμομήλι έχει κυρίως αντιφλογιστική δράση. Εξωτερικά, ως αφέψημα, ροώδες εκχύλισμα και σε άλλες θεραπευτικές μορφές, χρησιμοποιείται με επιτυχία σε φλογώσεις του δέρματος και των βλεννογόνων, σε μολύνσεις των ματιών, σε πληγές, εγκαύματα και δοθιήνες, σε κλύσματα, σε πλύσεις του κόλπου και σε γαργαρισμούς, ενώ ασκεί ευνοϊκή δράση και σε ασθένειες των ριζών των τριχών. Εσωτερικά χρησιμοποιείται σε φλογώσεις κατά την πέψη, ως σπασμολυτικό σε κωλικούς του γαστρεντερικού σωλήνα, ως αντιδιαρροϊκό, σε δυσμηνόρροια και μητρορραγία, στο βρογχικό άσθμα των παιδιών, σε αϋπνίες και ημικρανίες, καθώς και ως ανθελμινθικό, αντιπυρετικό και τονωτικό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 (11.1.4) — Σύγκριση των δύο αιθέριων ελαίων

Ερώτηση: Ομοιότητες και διαφορές των αιθέριων ελαίων του χαμομηλιού και του ευκαλύπτου.

Απάντηση:

  • Οι ομοιότητες

    • Και τα δύο λαμβάνονται με απόσταξη με υδρατμούςαπό τα φύλλα του ευκαλύπτου, με απόσταξη με υδρατμούς, παίρνουμε το αιθέριο έλαιο (σελ. 189)· το αιθέριο έλαιο λαμβάνεται από τη δρόγη με απόσταξη με υδρατμούς (σελ. 191).
    • Και τα δύο είναι το κύριο ή από τα πιο σπουδαία συστατικά της δρόγης.
    • Και τα δύο αναγράφονται στην Ελληνική Φαρμακοποιία (Oleum Eucalypti και Oleum Chamomillae Aethereum).
    • Και τα δύο έχουν ένα κύριο δραστικό συστατικό στο οποίο οφείλονται οι ιδιότητές τους (ευκαλυπτόλη - χαμαζουλένιο).

    Οι διαφορές | | Αιθέριο έλαιο ευκαλύπτου | Αιθέριο έλαιο χαμομηλιού | |---|---|---| | Δρόγη | φύλλα των παλαιότερων βλαστών (Folia Eucalypti) | αποξηραμένες κεφαλίδες των λουλουδιών (Flores Chamomillae) | | Οικογένεια φυτού | Myrtaceae | Compositae (Asteraceae) | | Ποσοστό | 1 έως 3% των φύλλων | — | | Χρώμα | υγρό άχρωμο έως κίτρινο με έντονη μυρωδιά | βαθύ μπλε ή γαλανοπράσινο | | Κύριο δραστικό συστατικό | ευκαλυπτόλη 70-80% | χαμαζουλένιο (σε αυτό οφείλεται το χρώμα του), βισαβολόλη, πολύνη | | Δράση | αντισηπτική· σε παθήσεις του αναπνευστικού, στη γρίπη, σε ασθένειες της κύστης και των ουροφόρων αγωγών | κυρίως αντιφλογιστική· σε φλογώσεις δέρματος και βλεννογόνων, σπασμολυτικό, καταπραϋντικό |

Σύνοψη: (ενδεικτική) Και τα δύο αιθέρια έλαια λαμβάνονται με απόσταξη με υδρατμούς, αποτελούν το κύριο ή από τα σπουδαιότερα συστατικά της δρόγης τους, αναγράφονται στην Ελληνική Φαρμακοποιία και οφείλουν τη δράση τους κυρίως σε ένα δραστικό συστατικό. Διαφέρουν όμως ως προς τη δρόγη: του ευκαλύπτου προέρχεται από τα φύλλα των παλαιότερων βλαστών του Eucalyptus globulus της οικογένειας Myrtaceae, ενώ του χαμομηλιού από τις αποξηραμένες κεφαλίδες των λουλουδιών του Matricaria recutita της οικογένειας Compositae. Διαφέρουν και ως προς το χρώμα, αφού το αιθέριο έλαιο του ευκαλύπτου είναι άχρωμο έως κίτρινο με έντονη μυρωδιά, ενώ του χαμομηλιού βαθύ μπλε ή γαλανοπράσινο. Τέλος διαφέρουν στα δραστικά συστατικά και στη δράση: η ευκαλυπτόλη σε ποσοστό 70-80% δίνει αντισηπτική δράση και χρησιμοποιείται σε παθήσεις του αναπνευστικού, στη γρίπη και σε ασθένειες της κύστης, ενώ το χαμαζουλένιο, η βισαβολόλη και η πολύνη δίνουν κυρίως αντιφλογιστική δράση.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 (11.1.4) — Η ευκαλυπτόλη

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την ευκαλυπτόλη;

Απάντηση:

  • Πού βρίσκεται (σελ. 188-189): το κύριο συστατικό των φύλλων [του ευκαλύπτου] είναι το αιθέριο έλαιο σε αναλογία 1 έως 3%… το κυριότερο συστατικό του αιθέριου ελαίου είναι η ευκαλυπτόλη 70-80%.

    Πώς λαμβάνεται: από το αιθέριο έλαιο αποχωρίζεται, με ψύξη, η ευκαλυπτόλη.

    Οι χρήσεις της: χρησιμοποιείται για παθήσεις των αναπνευστικών οργάνων (του λαιμού, της μύτης, των βρόγχων), για τη θεραπεία της γρίπης και των ασθενειών της κύστης και των ουροφόρων αγωγών και αλλού.

    Οι μορφές χορήγησης: με όποια μορφή και αν χρησιμοποιείται (καταπότια, καψάκια, σιρόπια, υπόθετα, λάδια για τη μύτη, αλοιφές κλπ.) για εσωτερική ή εξωτερική χρήση, συνδυάζεται και με άλλες ουσίες, όπως η καμφορά, η ασπιρίνη, η πενικιλίνη κ.ά.· ευρείας χρήσεως είναι οι καραμέλες ευκαλύπτου για την αντιμετώπιση του πονόλαιμου.

    Η τύχη του αιθέριου ελαίου στον οργανισμό: το αιθέριο έλαιο απορροφάται από το δέρμα και αποβάλλεται από τους πνεύμονες και τα ούρα.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 192): σπουδαιότερο δραστικό συστατικό του αιθέριου ελαίου είναι η ευκαλυπτόλη (70-80%)· η ευκαλυπτόλη χρησιμοποιείται σε παθήσεις του αναπνευστικού, στη γρίπη, σε ασθένειες της κύστης και των ουροφόρων αγωγών.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ευκαλυπτόλη είναι το κυριότερο συστατικό του αιθέριου ελαίου του ευκαλύπτου, σε ποσοστό 70-80%, και αποτελεί το σπουδαιότερο δραστικό του συστατικό· το ίδιο το αιθέριο έλαιο βρίσκεται στα φύλλα σε αναλογία 1 έως 3% και λαμβάνεται με απόσταξη με υδρατμούς, ενώ η ευκαλυπτόλη αποχωρίζεται από αυτό με ψύξη. Χρησιμοποιείται για παθήσεις των αναπνευστικών οργάνων, δηλαδή του λαιμού, της μύτης και των βρόγχων, για τη θεραπεία της γρίπης και των ασθενειών της κύστης και των ουροφόρων αγωγών. Χορηγείται σε καταπότια, καψάκια, σιρόπια, υπόθετα, λάδια για τη μύτη και αλοιφές, συχνά σε συνδυασμό με άλλες ουσίες όπως η καμφορά, η ασπιρίνη και η πενικιλίνη, ενώ ευρείας χρήσεως είναι και οι καραμέλες ευκαλύπτου για τον πονόλαιμο.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 1 (3.2.5) — Αλκαλοειδή των φύλλων ευθαλείας

Ερώτηση: Ποια είναι τα κυριότερα αλκαλοειδή των φύλλων ευθαλείας;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 193): 11.2.1 ΦΥΛΛΑ ΕΥΘΑΛΙΑΣ - FLORES FOLIA BELLADONNAE· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Atropa belladonna, της οικογένειας Solanaceae.

    Τα δραστικά συστατικά (σελ. 193-194): τα δραστικά συστατικά της δρόγης ανήκουν στην κατηγορία των αλκαλοειδών· πρόκειται για αλκαλοειδή της ομάδας του τροπανίου, με κύριο εκπρόσωπο την υοσκυαμίνη, η οποία αποτελεί το 80% των περιεχομένων αλκαλοειδών, την ατροπίνη, την σκοπολαμίνη και άλλα δευτερεύοντα αλκαλοειδή.

    Η διαφορά φρέσκων και ξερών φύλλων: τα φρέσκα φύλλα περιέχουν υοσκυαμίνη και πολύ λίγη σκοπολαμίνη, η δε ατροπίνη υπάρχει μόνο στα ξερά φύλλα, που σημαίνει ότι σχηματίζεται κατά τη διαδικασία της ξήρανσης.

    Τα υπόλοιπα συστατικά: η δρόγη περιέχει νερό 7%, ανόργανα συστατικά 14%, δεψικές ουσίες και φλαβονικές ενώσεις.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 200): τα φύλλα του φυτού Atropa belladonna της οικογένειας Solanaceae περιέχουν αλκαλοειδή της ομάδας του τροπανίου, κυριότερα των οποίων είναι η υοσκυαμίνη, η ατροπίνη και η σκοπολαμίνη· τα αλκαλοειδή αυτά έχουν παρασυμπαθολυτική δράση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα δραστικά συστατικά των φύλλων ευθαλείας, δηλαδή του φυτού Atropa belladonna της οικογένειας Solanaceae, είναι αλκαλοειδή της ομάδας του τροπανίου. Κύριος εκπρόσωπός τους είναι η υοσκυαμίνη, που αποτελεί το 80% των περιεχομένων αλκαλοειδών, και ακολουθούν η ατροπίνη, η σκοπολαμίνη και άλλα δευτερεύοντα αλκαλοειδή. Τα φρέσκα φύλλα περιέχουν υοσκυαμίνη και πολύ λίγη σκοπολαμίνη, ενώ η ατροπίνη υπάρχει μόνο στα ξερά φύλλα, πράγμα που σημαίνει ότι σχηματίζεται κατά τη διαδικασία της ξήρανσης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 (3.2.5) — Χρήσεις ευθαλείας

Ερώτηση: Χρήσεις ευθαλείας.

Απάντηση:

  • Σε τι βασίζονται (σελ. 194): η χρησιμοποίηση της δρόγης στη θεραπευτική βασίζεται, κυρίως, στα αλκαλοειδή, ατροπίνη και υοσκυαμίνη.

    Η φαρμακολογική δράση: η ατροπίνη, η υοσκυαμίνη και η σκοπολαμίνη έχουν παρασυμπαθολυτική δράση· δηλαδή προκαλούν μυδρίαση, ελαττώνουν τις αδενικές εκκρίσεις (γάλα, σάλιο, ιδρώτα), χαλαρώνουν τους λείους μύες, σταματούν τις σπασμωδικές συστολές της χοληδόχου και της ουροδόχου κύστης και των ουρητήρων· διευρύνουν τους βρόγχους με στένωση, σε μικρή ποσότητα αυξάνουν την πίεση ενώ σε μεγάλη την ελαττώνουν.

    Οι χρήσεις: έτσι, χρησιμοποιούνται στη βυθοσκόπηση του ματιού, για την αντιμετώπιση των σπασμών (κωλικών) των λείων μυών, καθώς και για τον περιορισμό των εκκρίσεων, π.χ., την υπερέκκριση υδροχλωρικού οξέος από το στομάχι· τα παραπάνω αλκαλοειδή χρησιμοποιούνται ως αντίδοτα σε δηλητηριάσεις προερχόμενες από αναστολείς της χολινεστεράσης, όπως είναι η φυσοστιγμίνη ή τα οργανοφωσφορικά εντομοκτόνα.

    Οι παρενέργειες: στις παρενέργειες μπορεί να έχουμε ξηροστομία, η οποία οφείλεται σε μειωμένη έκκριση σάλιου, και να έχουμε διαστολή της κόρης των ματιών, κάτι που δημιουργεί πρόβλημα κατά την έκθεση στο έντονο φως· σε περιπτώσεις υπερβολικής δόσης υοσκυαμίνης μπορεί να εμφανιστούν, ως τοξική συνέπεια, παραισθήσεις.

    Ο κίνδυνος: η ατροπίνη αρχικά διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα (Κ.Ν.Σ.) μέχρι μανίας και μπορεί στη συνέχεια να ακολουθήσει παράλυση και θάνατος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η χρήση της ευθαλείας στη θεραπευτική βασίζεται κυρίως στα αλκαλοειδή ατροπίνη και υοσκυαμίνη, τα οποία μαζί με τη σκοπολαμίνη έχουν παρασυμπαθολυτική δράση: προκαλούν μυδρίαση, ελαττώνουν τις αδενικές εκκρίσεις, όπως το γάλα, το σάλιο και τον ιδρώτα, χαλαρώνουν τους λείους μύες, σταματούν τις σπασμωδικές συστολές της χοληδόχου και της ουροδόχου κύστης και των ουρητήρων και διευρύνουν τους βρόγχους με στένωση, ενώ σε μικρή ποσότητα αυξάνουν την πίεση και σε μεγάλη την ελαττώνουν. Έτσι χρησιμοποιούνται στη βυθοσκόπηση του ματιού, για την αντιμετώπιση των σπασμών των λείων μυών και για τον περιορισμό των εκκρίσεων, όπως η υπερέκκριση υδροχλωρικού οξέος από το στομάχι, καθώς και ως αντίδοτα σε δηλητηριάσεις από αναστολείς της χολινεστεράσης. Παρενέργειές τους είναι η ξηροστομία και η διαστολή της κόρης των ματιών, ενώ σε υπερβολική δόση υοσκυαμίνης μπορεί να εμφανιστούν παραισθήσεις.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 (3.2.5) — Τι είναι το όπιο

Ερώτηση: Τι είναι και από πού προέρχεται το όπιο;

Απάντηση:

  • Ο ορισμός (σελ. 195): δρόγη είναι ο αποξηραμένος γαλακτώδης οπός που λαμβάνεται από τις άγουρες κωδειές του φυτού Papaver somniferum, της παπαρούνας του οπίου (μήκων η υπνοφόρος), της οικογένειας Papaveraceae.

    Πού καλλιεργείται: το φυτό είναι ετήσιο, φυτρώνει μόνο του ή καλλιεργείται στη Δυτική Ασία, Ιράν, Ιράκ, Ινδία, Κίνα και στη ΝΑ Ευρώπη· στην Ελλάδα απαγορεύεται η καλλιέργεια του φυτού για την παραγωγή οπίου.

    Η συλλογή: ο άγουρος καρπός περιέχει γαλακτώδη οπό· αν η κάψα χαραχθεί, ο οπός τρέχει με τη μορφή άσπρων σταγόνων, οι οποίες γρήγορα γίνονται καστανές και ημιστερεοποιούνται· αυτό είναι το όπιο.

    Η παραγωγή: η παραγωγή είναι επίπονη και εφαρμόζεται σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος· σήμερα μπορούμε να παίρνουμε τη μορφίνη από όλα τα μέρη του φυτού εκτός της ρίζας.

    Οι ποικιλίες: επειδή το φυτό είναι αυτοφυές, αναπτύχθηκαν πολλές ποικιλίες με διαφορές που δεν περιορίζονται μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και στην περιεκτικότητα σε αλκαλοειδή· με φυσική επιλογή και υβριδισμό γίνεται προσπάθεια να παραχθούν φυτά ειδικά πλούσια σε ένα αλκαλοειδές (μορφίνη, κωδεΐνη, θηβαΐνη).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Όπιο είναι ο αποξηραμένος γαλακτώδης οπός που λαμβάνεται από τις άγουρες κωδειές του φυτού Papaver somniferum, δηλαδή της παπαρούνας του οπίου ή μήκωνος της υπνοφόρου, της οικογένειας Papaveraceae. Ο άγουρος καρπός περιέχει τον γαλακτώδη οπό· όταν η κάψα χαραχθεί, ο οπός τρέχει με τη μορφή άσπρων σταγόνων, οι οποίες γρήγορα γίνονται καστανές και ημιστερεοποιούνται, και αυτό είναι το όπιο. Το φυτό είναι ετήσιο και φυτρώνει μόνο του ή καλλιεργείται στη Δυτική Ασία, το Ιράν, το Ιράκ, την Ινδία, την Κίνα και τη ΝΑ Ευρώπη, ενώ στην Ελλάδα απαγορεύεται η καλλιέργειά του για την παραγωγή οπίου.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 (3.2.5) — Συστατικά οπίου

Ερώτηση: Συστατικά οπίου.

Απάντηση:

  • Τα γενικά συστατικά (σελ. 196): το όπιο περιέχει 5-10% νερό, 5-6% ανόργανα συστατικά, σάκχαρα, βλέννες, πηκτίνες (20%), λίγα λευκώματα, λιπαρές ουσίες, ένζυμα, οργανικά οξέα (μηκωνικό οξύ, φουμαρικό, γαλακτικό, βανιλλικό) κ.ά.

    Τα δραστικά συστατικά: τα αλκαλοειδή αποτελούν τα δραστικά στοιχεία του οπίου, βρίσκονται ενωμένα με οξέα σαν άλατα, σε ποσότητα 10-20% και ανέρχονται σε 40 περίπου, βρίσκονται δε σε διάφορες αναλογίες και ανήκουν σε τέσσερις ομάδες· το σπουδαιότερο αλκαλοειδές είναι η μορφίνη.

    Οι τέσσερις ομάδες αλκαλοειδών | Ομάδα | Αλκαλοειδή | |---|---| | Τύπου Φαινανθρενίου | Μορφίνη, Κωδεΐνη, Θηβαΐνη, Ψευδομορφίνη, Πορφυροξίνη | | Τύπου Πρωτοπίνης | Πρωτοπίνη, Κρυπτοπίνη | | Τύπου Βενζυλοϊσοκινολίνης | Παπαβερίνη, Ναρκωτίνη, Ναρκεΐνη, Λαβδανίνη, Ξανθαλίνη | | Τύπου Τετραϋδροϊσοκινολίνης | Υδροκοταρνίνη |

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 200): δραστικά συστατικά της δρόγης είναι τα αλκαλοειδή μορφίνη, κωδεΐνη, ναρκωτίνη, ναρκεΐνη, παπαβερίνη και θηβαΐνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το όπιο περιέχει 5-10% νερό, 5-6% ανόργανα συστατικά, σάκχαρα, βλέννες, πηκτίνες σε ποσοστό 20%, λίγα λευκώματα, λιπαρές ουσίες, ένζυμα και οργανικά οξέα, όπως το μηκωνικό, το φουμαρικό, το γαλακτικό και το βανιλλικό. Τα δραστικά του στοιχεία είναι τα αλκαλοειδή, τα οποία βρίσκονται ενωμένα με οξέα σαν άλατα, σε ποσότητα 10-20%, ανέρχονται σε 40 περίπου και ανήκουν σε τέσσερις ομάδες: τύπου φαινανθρενίου, με τη μορφίνη, την κωδεΐνη, τη θηβαΐνη, την ψευδομορφίνη και την πορφυροξίνη· τύπου πρωτοπίνης, με την πρωτοπίνη και την κρυπτοπίνη· τύπου βενζυλοϊσοκινολίνης, με την παπαβερίνη, τη ναρκωτίνη, τη ναρκεΐνη, τη λαβδανίνη και την ξανθαλίνη· και τύπου τετραϋδροϊσοκινολίνης, με την υδροκοταρνίνη. Το σπουδαιότερο αλκαλοειδές είναι η μορφίνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 (3.2.5) — Περιεκτικότητα του οπίου

Ερώτηση: Περιεκτικότητα του οπίου στα σπουδαιότερα αλκαλολειδή του.

Απάντηση:

  • Ο πίνακας του βιβλίου (σελ. 196) — ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΟΠΙΟΥ ΣΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ | Αλκαλοειδές | Ποσοστό | |---|---| | Μορφίνη | 8% | | Ναρκωτίνη | 5% | | Παπαβερίνη | 1% | | Κωδεΐνη | 1% | | Θηβαΐνη | 0,5% | | Ναρκεΐνη | 0,5% |

    Το πλαίσιο: τα αλκαλοειδή αποτελούν τα δραστικά στοιχεία του οπίου, βρίσκονται ενωμένα με οξέα σαν άλατα, σε ποσότητα 10-20% και ανέρχονται σε 40 περίπου, βρίσκονται δε σε διάφορες αναλογίες και ανήκουν σε τέσσερις ομάδες· το σπουδαιότερο αλκαλοειδές είναι η μορφίνη.

    Γιατί έχει σημασία: η θεραπευτική του δράση καθορίζεται από τη μορφίνη (σελ. 197) — και με φυσική επιλογή και υβριδισμό γίνεται προσπάθεια να παραχθούν φυτά ειδικά πλούσια σε ένα αλκαλοειδές (μορφίνη, κωδεΐνη, θηβαΐνη) (σελ. 195).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η μέση περιεκτικότητα του οπίου στα σπουδαιότερα αλκαλοειδή του είναι: μορφίνη 8%, ναρκωτίνη 5%, παπαβερίνη 1%, κωδεΐνη 1%, θηβαΐνη 0,5% και ναρκεΐνη 0,5%. Συνολικά τα αλκαλοειδή βρίσκονται στο όπιο ενωμένα με οξέα σαν άλατα, σε ποσότητα 10-20%, και ανέρχονται σε 40 περίπου, με σπουδαιότερο τη μορφίνη, από την οποία καθορίζεται και η θεραπευτική δράση του οπίου.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 (3.2.5) — Χρήσεις οπίου

Ερώτηση: Χρήσεις οπίου.

Απάντηση:

  • Η γενική δράση (σελ. 197): το όπιο είναι αναλγητικό, ναρκωτικό που προκαλεί εθισμό· η θεραπευτική του δράση καθορίζεται από τη μορφίνη, η οποία πήρε το όνομά της από τον θεό του ύπνου Μορφέα.

    Πού δρα: το όπιο δρα στον φλοιό του εγκεφάλου και στο κέντρο του πόνου.

    Ανάλογα με τη δόση | Δόση | Αποτέλεσμα | |---|---| | Μικρή | προκαλεί ευφορία, ευεξία και στη συνέχεια σταματά τον πόνο | | Μεγάλες | είναι υπνωτικό και αντιβηχικό, διεγείρει την κινητικότητα του στομάχου προκαλώντας ναυτία, εμετούς και ελαττώνει τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου προκαλώντας δυσκοιλιότητα· επίσης, προκαλεί παράλυση του κέντρου της αναπνοής και επιφέρει τον θάνατο |

    Η προφύλαξη: η δρόγη είναι τοξική και η χρησιμοποίηση των αλκαλοειδών της είναι έργο των γιατρών.

    Τα συνθετικά παράγωγα: συνθετικά παράγωγα της μορφίνης είναι η πεθιδίνη και η μεθαδόνη.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 200): έχει αναλγητικές, υπνωτικές, αντιβηχικές και αντιδιαρροϊκές ιδιότητες, προκαλεί όμως εθισμό.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το όπιο είναι αναλγητικό και ναρκωτικό που προκαλεί εθισμό, ενώ η θεραπευτική του δράση καθορίζεται από τη μορφίνη. Δρα στον φλοιό του εγκεφάλου και στο κέντρο του πόνου: σε μικρή δόση προκαλεί ευφορία και ευεξία και στη συνέχεια σταματά τον πόνο, ενώ σε μεγάλες δόσεις είναι υπνωτικό και αντιβηχικό, διεγείρει την κινητικότητα του στομάχου προκαλώντας ναυτία και εμετούς και ελαττώνει τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου προκαλώντας δυσκοιλιότητα· μπορεί επίσης να προκαλέσει παράλυση του κέντρου της αναπνοής και θάνατο. Έχει δηλαδή αναλγητικές, υπνωτικές, αντιβηχικές και αντιδιαρροϊκές ιδιότητες. Η δρόγη είναι τοξική και η χρησιμοποίηση των αλκαλοειδών της είναι έργο των γιατρών, ενώ συνθετικά παράγωγα της μορφίνης είναι η πεθιδίνη και η μεθαδόνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 7 (3.2.5) — Αλκαλοειδή σπερμάτων στρύχνου

Ερώτηση: Ποια αλκαλοειδή περιέχονται στα σπέρματα στρύχνου και ποια είναι η δράση τους;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 197): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Strychnos nux-vomica της οικογένειας Loganiaceae· η δρόγη αποτελείται από τα αποξηραμένα ώριμα σπέρματα (εμετικά κάρυα) — η δρόγη είναι άοσμη, αλλά έχει έντονη, πικρή γεύση.

    Τα αλκαλοειδή (σελ. 198): τα δραστικά συστατικά όμως της δρόγης είναι τα αλκαλοειδή, σε ποσότητα 2,5-3%· τα κυριότερα αλκαλοειδή είναι η στρυχνίνη και η βρυκίνη, σε αναλογία ένα προς ένα· στη δρόγη υπάρχουν και άλλα αλκαλοειδή όπως η βομικίνη, η ισοστρυχνίνη, η ψευδοστρυχνίνη και η νοβακίνη.

    Η στρυχνίνη: είναι μια βάση που απομονώθηκε το 1818, αλλά η χημική της σύνθεση έγινε μόλις το 1954· διαλύεται στην αλκοόλη και το χλωροφόρμιο, είναι σχεδόν αδιάλυτη στο νερό και αδιάλυτη στον αιθέρα· η βρυκίνη είναι μια βάση πολύ πικρή.

    Η δράση τους (σελ. 199): τα σπέρματα στρύχνου έχουν τοξική δράση και αυτή οφείλεται κυρίως στη στρυχνίνη· την ίδια δράση, αλλά κατά πολύ ασθενέστερη (έως και 100 φορές), έχει και η βρυκίνη· η στρυχνίνη δρα διεγερτικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα· αυξάνει την αντανακλαστικότητα του νωτιαίου μυελού και προκαλεί τετανικούς σπασμούς· προκαλεί επιτάχυνση και κατόπιν έκπτωση της αναπνοής, στένωση των αρτηριών και αύξηση της πίεσης.

    Οι χρήσεις: η δράση της αυτή εξηγεί και τη χρήση της παλαιότερα σε παραλύσεις· σήμερα, η στρυχνίνη συνιστάται σε περιπτώσεις Collapsus, ως διεγερτικό· το εκχύλισμα και το βάμμα στρυχνίνης, τα οποία χρησιμοποιούνται ως διεγερτικά και τονωτικά σε καταστάσεις αδυναμίας, χορηγούνται σε δυσπεψία, σε ατονία του εντέρου και στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα σπέρματα στρύχνου, δηλαδή τα εμετικά κάρυα του φυτού Strychnos nux-vomica της οικογένειας Loganiaceae, περιέχουν αλκαλοειδή σε ποσότητα 2,5-3%. Κυριότερα είναι η στρυχνίνη και η βρυκίνη, σε αναλογία ένα προς ένα, ενώ υπάρχουν και άλλα, όπως η βομικίνη, η ισοστρυχνίνη, η ψευδοστρυχνίνη και η νοβακίνη. Η τοξική δράση της δρόγης οφείλεται κυρίως στη στρυχνίνη, ενώ η βρυκίνη έχει την ίδια δράση αλλά κατά πολύ ασθενέστερη, έως και 100 φορές. Η στρυχνίνη δρα διεγερτικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα, αυξάνει την αντανακλαστικότητα του νωτιαίου μυελού και προκαλεί τετανικούς σπασμούς, ενώ προκαλεί επιτάχυνση και κατόπιν έκπτωση της αναπνοής, στένωση των αρτηριών και αύξηση της πίεσης. Γι' αυτό χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα σε παραλύσεις και σήμερα συνιστάται σε περιπτώσεις Collapsus ως διεγερτικό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 8 (3.2.5) — Αντιστοίχιση αλκαλοειδών με φυτά

Ερώτηση: Αντιστοιχίστε τα αλκαλοειδή με τα φυτά στα οποία βρίσκονται.

Απάντηση:

  • Η αντιστοίχιση | Αλκαλοειδές | Φυτό | |---|---| | Παπαβερίνη | Papaver somniferum | | Ατροπίνη | Atropa belladonna | | Κωδεΐνη | Papaver somniferum | | Στρυχνίνη | Strychnos nux-vomica | | Σκοπολαμίνη | Atropa belladonna | | Μορφίνη | Papaver somniferum |

    Η τεκμηρίωση

    • Atropa belladonna (σελ. 193-194): αλκαλοειδή της ομάδας του τροπανίου, με κύριο εκπρόσωπο την υοσκυαμίνη, η οποία αποτελεί το 80% των περιεχομένων αλκαλοειδών, την ατροπίνη, την σκοπολαμίνη και άλλα δευτερεύοντα αλκαλοειδή — άρα ατροπίνη και σκοπολαμίνη (μαζί με την υοσκυαμίνη).
    • Papaver somniferum (σελ. 196, 200): δραστικά συστατικά της δρόγης είναι τα αλκαλοειδή μορφίνη, κωδεΐνη, ναρκωτίνη, ναρκεΐνη, παπαβερίνη και θηβαΐνη — άρα μορφίνη, κωδεΐνη και παπαβερίνη.
    • Strychnos nux-vomica (σελ. 198): τα κυριότερα αλκαλοειδή είναι η στρυχνίνη και η βρυκίνη, σε αναλογία ένα προς ένα — άρα στρυχνίνη.

    Η ομαδοποίηση κατά φυτό

    • Atropa belladonna → ατροπίνη, σκοπολαμίνη (και υοσκυαμίνη).
    • Papaver somniferum → μορφίνη, κωδεΐνη, παπαβερίνη (και ναρκωτίνη, ναρκεΐνη, θηβαΐνη).
    • Strychnos nux-vomica → στρυχνίνη (και βρυκίνη).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η παπαβερίνη, η κωδεΐνη και η μορφίνη βρίσκονται στο Papaver somniferum, δηλαδή στο όπιο, μαζί με τη ναρκωτίνη, τη ναρκεΐνη και τη θηβαΐνη. Η ατροπίνη και η σκοπολαμίνη βρίσκονται στην Atropa belladonna, μαζί με την υοσκυαμίνη, που αποτελεί το 80% των αλκαλοειδών της. Η στρυχνίνη βρίσκεται στο Strychnos nux-vomica, μαζί με τη βρυκίνη, σε αναλογία ένα προς ένα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 1 (11.4.4) — Το ελαιόλαδο

Ερώτηση: Από ποιο φυτό και με ποιο τρόπο παίρνουμε το ελαιόλαδο;

Απάντηση:

  • Το φυτό (σελ. 201): η ελιά, Olea Europaea, της οικογένειας Oleaceae, είναι δέντρο αυτοφυές της Ανατολικής Μεσογείου, σήμερα όμως καλλιεργείται σε όλες τις χώρες της Μεσογείου αλλά και στις Η.Π.Α. και στην Αργεντινή· από τους ώριμους καρπούς του φυτού παίρνουμε το έλαιο των ελιών, oleum olivarum, το ελαιόλαδο.

    Η συλλογή (σελ. 202): ο καρπός της ελιάς είναι η μοναδική δρύπη του φυτικού βασιλείου που μπορεί η συλλογή του να γίνει σε όλα τα στάδια της ωρίμανσής του· η συλλογή μπορεί να αρχίσει όταν ο καρπός είναι ακόμη πράσινος, να συνεχιστεί κατά την ωρίμανση και την υπερωρίμανση, αφού για κάθε στάδιο έχει αναπτυχθεί και ξεχωριστή τεχνολογία επεξεργασίας· το ελαιόλαδο των άγουρων καρπών έχει λίγο πικρή γεύση.

    Ο τρόπος λήψης: η λήψη του ελαιόλαδου διαφέρει στα διάφορα ελαιοτριβεία· κατά κανόνα γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: οι καρποί καθαρίζονται και πλένονται και μετά από λίγο αλέθονται σε μύλους, στην αρχή χωρίς θέρμανση και με χαμηλή πίεση, οπότε λαμβάνεται το λεγόμενο «παρθένο έλαιο»· στη συνέχεια πιέζονται σε υψηλότερη θέρμανση και πίεση.

    Η διαύγαση: το ελαιόλαδο στην αρχή είναι σχεδόν θολό και προκειμένου να διαυγασθεί τοποθετείται σε μεγάλα δοχεία σε δροσερό μέρος προστατευμένο από το φως· μετά από τρεις περίπου μήνες, όταν τα κομμάτια βλέννας κατακαθίσουν στον πυθμένα, το έλαιο διηθείται.

    Το ελαιόλαδο της Φαρμακοποιίας: το ελαιόλαδο που αναγράφεται στην Ελληνική Φαρμακοποιία είναι το πρώτο έλαιο που παίρνεται στην έκθλιψη χωρίς θέρμανση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το ελαιόλαδο, oleum olivarum, το παίρνουμε από τους ώριμους καρπούς της ελιάς, Olea europaea, της οικογένειας Oleaceae. Ο καρπός της ελιάς είναι η μοναδική δρύπη του φυτικού βασιλείου που μπορεί να συλλεχθεί σε όλα τα στάδια της ωρίμανσής του. Η λήψη γίνεται κατά κανόνα ως εξής: οι καρποί καθαρίζονται και πλένονται και μετά αλέθονται σε μύλους, στην αρχή χωρίς θέρμανση και με χαμηλή πίεση, οπότε λαμβάνεται το λεγόμενο παρθένο έλαιο, και στη συνέχεια πιέζονται σε υψηλότερη θέρμανση και πίεση. Το ελαιόλαδο είναι αρχικά σχεδόν θολό και, για να διαυγασθεί, τοποθετείται σε μεγάλα δοχεία σε δροσερό μέρος προστατευμένο από το φως και μετά από τρεις περίπου μήνες διηθείται. Στην Ελληνική Φαρμακοποιία αναγράφεται το πρώτο έλαιο που παίρνεται στην έκθλιψη χωρίς θέρμανση.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 (11.4.4) — Λιπαρά οξέα του ελαιόλαδου

Ερώτηση: Ποια είναι τα λιπαρά οξέα του ελαιόλαδου και ποια η χρησιμότητά τους;

Απάντηση:

  • Τα συστατικά (σελ. 203): το έλαιο των ελιών αποτελείται κυρίως από γλυκερίδια ακόρεστων λιπαρών οξέων: ελαϊκό (70-80%) και λινολεϊκό (7-10%) που συνοδεύονται από μια μικρή ποσότητα (10-15%) κορεσμένων οξέων: παλμιτικό και στεατικό· περιέχει σκουαλένιο και μικρές ποσότητες βιταμίνης Α και Β· η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα κυμαίνεται σε πλατιά όρια. | Λιπαρό οξύ | Ποσοστό | Χαρακτήρας | |---|---|---| | Ελαϊκό | 70-80% | ακόρεστο | | Λινολεϊκό | 7-10% | ακόρεστο | | Παλμιτικό, στεατικό | 10-15% | κορεσμένα |

    Η χρησιμότητά τους (Ανακεφαλαίωση, σελ. 207): το ελαιόλαδο αποτελείται κυρίως από γλυκερίδια των ακόρεστων λιπαρών οξέων, ελαϊκού και λινολεϊκού· αυτά το κάνουν σημαντική λιπαρή τροφή με ευεργετικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό.

    Οι θεραπευτικές χρήσεις (σελ. 203): εσωτερικά το ελαιόλαδο είναι χολαγωγό στη λιθίαση της χολής· όταν λαμβάνεται αυτούσιο είναι ελαφρό καθαρτικό και διαλυτικό μέσο· εξωτερικά χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό σε διάφορες δερματικές παθήσεις όπως το έκζεμα, η ψωρίαση, για την παρασκευή λαδιού για εντριβές μαζί με άλλα φάρμακα και για την παρασκευή εμπλάστρων· στη Φαρμακευτική χρησιμοποιείται ως διαλυτικό ορισμένων φαρμάκων, όπως είναι η καμφορά.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το έλαιο των ελιών αποτελείται κυρίως από γλυκερίδια ακόρεστων λιπαρών οξέων: ελαϊκό σε ποσοστό 70-80% και λινολεϊκό σε ποσοστό 7-10%, τα οποία συνοδεύονται από μικρή ποσότητα, 10-15%, κορεσμένων οξέων, δηλαδή παλμιτικού και στεατικού· περιέχει επίσης σκουαλένιο και μικρές ποσότητες βιταμίνης Α και Β. Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα, το ελαϊκό και το λινολεϊκό, είναι εκείνα που κάνουν το ελαιόλαδο σημαντική λιπαρή τροφή με ευεργετικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Θεραπευτικά, εσωτερικά είναι χολαγωγό στη λιθίαση της χολής και, όταν λαμβάνεται αυτούσιο, ελαφρό καθαρτικό και διαλυτικό μέσο, ενώ εξωτερικά χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό σε δερματικές παθήσεις και για την παρασκευή λαδιού για εντριβές και εμπλάστρων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 (11.4.4) — Αφέψημα φύλλων ελιάς

Ερώτηση: Πού χρησιμοποιείται το αφέψημα των φύλλων της ελιάς;

Απάντηση:

  • Η χρήση (σελ. 203): το αφέψημα των φύλλων είναι χρήσιμο σε περιπτώσεις υπέρτασης, αρτηριοσκλήρωσης, δρα αγγειοδιασταλτικά, είναι διουρητικό, έχει υπογλυκαιμική και αντιοξειδωτική δράση.

    Η αντιδιαστολή με τον φλοιό: το αφέψημα του φλοιού της ελιάς είναι ένα καλό αντιπυρετικό και στυπτικό. | Μέρος του φυτού | Δράση του αφεψήματος | |---|---| | Φύλλα | υπέρταση, αρτηριοσκλήρωση, αγγειοδιασταλτικό, διουρητικό, υπογλυκαιμικό, αντιοξειδωτικό | | Φλοιός | αντιπυρετικό και στυπτικό |

    Η συλλογή τους (σελ. 202): ο φλοιός της ελιάς, που χρησιμοποιείται για φαρμακευτικούς σκοπούς, συλλέγεται την Άνοιξη από τρυφερούς βλαστούς· τα φύλλα συλλέγονται όλον τον χρόνο.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 207): το αφέψημα του φλοιού της ελιάς χρησιμοποιείται ως αντιπυρετικό, ενώ το αφέψημα των φύλλων ως αγγειοδιασταλτικό, διουρητικό, αντιοξειδωτικό, υπογλυκαιμικό.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το αφέψημα των φύλλων της ελιάς είναι χρήσιμο σε περιπτώσεις υπέρτασης και αρτηριοσκλήρωσης, δρα αγγειοδιασταλτικά, είναι διουρητικό και έχει υπογλυκαιμική και αντιοξειδωτική δράση. Τα φύλλα συλλέγονται όλον τον χρόνο. Αντίθετα, το αφέψημα του φλοιού της ελιάς, ο οποίος συλλέγεται την άνοιξη από τρυφερούς βλαστούς, είναι ένα καλό αντιπυρετικό και στυπτικό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 (11.4.4) — Η δρόγη του λινελαίου

Ερώτηση: Από ποια δρόγη παίρνουμε το λινέλαιο;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 204): 11.4.2 ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΛΙΝΟΥ - SEMINA LINI· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Linum usitatissimum της οικογένειας Linaceae· είναι φυτό που καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στην Ευρώπη.

    Πού καλλιεργείται: σήμερα οι σπουδαιότερες χώρες παραγωγής του λιναριού είναι η Αργεντινή, το Μαρόκο, η Αίγυπτος, οι Ινδίες, η Ρωσία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ολλανδία.

    Πόσο λινέλαιο περιέχουν (σελ. 205): τα σπέρματα του λίνου περιέχουν αιθέριο έλαιο σε αναλογία 30-40% (Oleum Lini - λινέλαιο)· το λινέλαιο περιέχει γλυκερίδια λινολενικού, λινελαϊκού, ελαϊκού και σε μικρό ποσοστό παλμιτικού και στεατικού οξέος.

    Ποια σπέρματα: τα σπέρματα του λίνου, που χρησιμοποιούνται για φαρμακευτικούς σκοπούς, θα πρέπει να μαζεύονται αφού ωριμάσουν, επειδή στα άγουρα σπέρματα το άμυλο που υπάρχει στα επιδερμικά κύτταρα δεν έχει όλο μετατραπεί σε βλέννα και κατά συνέπεια η περιεκτικότητα σε βλέννα είναι μικρή· από τα άγουρα σπέρματα του λίνου όμως βγάζουμε το λινέλαιο και παίρνουμε τις ίνες του για την υφαντουργία· άρα, ο χρόνος συλλογής των σπερμάτων εξαρτάται από τη χρήση τους.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 207): το λινάρι, Linum usitatissimum της οικογένειας Linaceae, καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στην Ευρώπη, για τα σπέρματά του, από τα οποία παίρνουμε το λινέλαιο, και για τις ίνες του χρήσιμες στην υφαντουργία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το λινέλαιο (Oleum Lini) το παίρνουμε από τη δρόγη Semina Lini, δηλαδή από τα σπέρματα του λίνου, που προέρχονται από το φυτό Linum usitatissimum της οικογένειας Linaceae. Τα σπέρματα περιέχουν λινέλαιο σε αναλογία 30-40%, το οποίο περιέχει γλυκερίδια λινολενικού, λινελαϊκού και ελαϊκού οξέος και σε μικρό ποσοστό παλμιτικού και στεατικού. Για το λινέλαιο και για τις ίνες της υφαντουργίας χρησιμοποιούνται τα άγουρα σπέρματα, ενώ για φαρμακευτικούς σκοπούς μαζεύονται ώριμα, γιατί τότε έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βλέννα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 (11.4.4) — Χρήσεις σπερμάτων λιναριού

Ερώτηση: Πού και πώς χρησιμοποιούνται τα σπέρματα του λιναριού;

Απάντηση:

  • Ως καθαρτικό (σελ. 205): τα σπέρματα λίνου, ολόκληρα ή κομματιασμένα μαζί με νερό, χρησιμοποιούνται ως ήπιο καθαρτικό· η δράση αυτή οφείλεται στη βλέννα και στο λινέλαιο που περιέχουν· όταν η βλέννα απορροφά νερό, φουσκώνει και δρα σαν λιπαντικό για το έντερο, το ίδιο και το λάδι.

    Το λινέλαιο (σελ. 206): στο λινέλαιο, το οποίο είναι πλούσιο σε ακόρεστα λιπαρά οξέα, αποδίδονται ιδιότητες βιταμίνης F και πιστεύεται ότι προλαμβάνει ασθένειες ή περιορίζει τη διάρκειά τους· τα λιπαρά οξέα βοηθούν στην αντιμετώπιση του εκζέματος, της αρθρίτιδας και της αθηροσκλήρωσης.

    Εσωτερικά και εξωτερικά | Μορφή | Χρήση | |---|---| | Βρασμένα λιωμένα σπέρματα | για φλεγμονές του λαιμού με πόνους στο στήθος | | Κομματιασμένοι λιναρόσποροι με ζεστό νερό | ως καταπλάσματα για μολύνσεις, αποστήματα και για ρευματισμούς | | Το λάδι | για την παρασκευή σαπουνιών καλίου, επιχρισμάτων σε εγκαύματα, καθώς και για την παρασκευή αλοιφών | | Πολύ καθαρό λάδι | ως τρόφιμο για την πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων |

    Τα συστατικά που εξηγούν τις χρήσεις (σελ. 205): τα σπέρματα του λιναριού περιέχουν 10-12% νερό, 3-4% ανόργανα συστατικά, 20-25% λευκωματούχες ουσίες, 10% βλέννα, η οποία με υδρόλυση δίνει γαλακτουρινικό οξύ, γαλακτόζη, ξυλόζη, αραβινόζη κ.ά.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 207): τα σπέρματα είναι ήπιο καθαρτικό· βρασμένα χορηγούνται σε φλεγμονές του λαιμού.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα σπέρματα του λιναριού, ολόκληρα ή κομματιασμένα μαζί με νερό, χρησιμοποιούνται ως ήπιο καθαρτικό· η δράση αυτή οφείλεται στη βλέννα και στο λινέλαιο που περιέχουν, γιατί η βλέννα απορροφά νερό, φουσκώνει και δρα σαν λιπαντικό για το έντερο, όπως και το λάδι. Βρασμένα και λιωμένα χρησιμοποιούνται για φλεγμονές του λαιμού με πόνους στο στήθος, ενώ εξωτερικά οι κομματιασμένοι λιναρόσποροι αναμιγνύονται με ζεστό νερό και χρησιμοποιούνται ως καταπλάσματα για μολύνσεις, αποστήματα και ρευματισμούς. Το λάδι τους χρησιμοποιείται για την παρασκευή σαπουνιών καλίου, επιχρισμάτων σε εγκαύματα και αλοιφών, ενώ πολύ καθαρό λινέλαιο χρησιμοποιείται ως τρόφιμο για την πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων, καθώς είναι πλούσιο σε ακόρεστα λιπαρά οξέα και βοηθά στην αντιμετώπιση του εκζέματος, της αρθρίτιδας και της αθηροσκλήρωσης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 1 (11.5.16) — Οικογένειες με γλυκοσίδες

Ερώτηση: Αναφέρατε οικογένειες φυτών που περιέχουν γλυκοσίδες.

Απάντηση:

  • Οι οικογένειες των δρογών του κεφαλαίου 11.5 | Οικογένεια | Δρόγη / φυτό | |---|---| | Liliaceae | αλόη (Aloe ferox, Aloe vera)· σκόρδο (Allium sativum) | | Compositae | άρνικα (Arnica montana, Arnica chamissonis)· εχινάτσεα (Echinacea angustifolia)· καλέντουλα (Calendula officinalis, Calendula arvensis)· ταράξακο (Taraxacum officinalis) | | Valerianaceae | βαλεριάνα (Valeriana officinalis) | | Gentianaceae | γεντιανή (Gentiana lutea) | | Ginkgoaceae | γκίνγκο (Ginkgo bilobae) | | Leguminosae | γλυκύρριζα (Glycyrrhiza glabra)· σέννα (Cassia angustifolia, Cassia acutifolia) | | Scrophulariaceae | δακτυλίτιδα (Digitalis purpurea, Digitalis lanata) | | Araliaceae | τζίνσενγκ (Panax ginseng) | | Hypericaceae (Υπερικίδες) | υπερικό (Hypericum perforatum) |

    Οι αντίστοιχοι γλυκοσίδες: αλοεμοδίνη, βαρβαλοΐνη και αλαϊνοσίδες (αλόη), βαλεποτριάτες (βαλεριάνα), γεντιοπικρίνη, αμαρογεντίνη (γεντιανή), γκιγκολίδες (γκίνγκο), γλυκυρριζίνη (γλυκύρριζα), καρδιακοί γλυκοζίτες — διγιτοξίνη κ.ά. (δακτυλίτιδα), εχινακοσίδιο (εχινάτσεα), σεννοσίδες A, B, C, D (σέννα), υπερικίνη, υπεροσίδη (υπερικό), γκινσενοσίδες και παναξοσίδες (τζίνσενγκ).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Γλυκοσίδες περιέχουν φυτά πολλών οικογενειών. Στις Liliaceae ανήκουν η αλόη και το σκόρδο, στις Compositae η άρνικα, η εχινάτσεα, η καλέντουλα και το ταράξακο, στις Valerianaceae η βαλεριάνα, στις Gentianaceae η γεντιανή, στις Ginkgoaceae το γκίνγκο, στις Leguminosae η γλυκύρριζα και η σέννα, στις Scrophulariaceae η δακτυλίτιδα, στις Araliaceae το τζίνσενγκ και στις Hypericaceae το υπερικό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 (11.5.16) — Φυτά Compositae με γλυκοσίδες

Ερώτηση: Ποια φυτά της οικογένειας Compositae περιέχουν γλυκοσίδες;

Απάντηση:

  • Τα φυτά της οικογένειας Compositae στο κεφάλαιο των γλυκοσιδών | Φυτό | Δρόγη και συστατικά | |---|---| | Άρνικα (Arnica montana και Arnica chamissonis) | η δρόγη αποτελείται από ολόκληρα τα αποξηραμένα άνθη· περιέχει αιθέριο έλαιο με αζουλένιο, θυμόλη, θυμολομεθυλαιθέρα, τριτερπενικές αλκοόλες και χλωρογενικό οξύ, φλαβονικές ενώσεις και το καροτενοειδές ζεαξανθίνη | | Εχινάτσεα (Echinacea angustifolia) | χρησιμοποιείται κυρίως η ρίζα· η δρόγη περιέχει αλκαμίδια, αιθέριο έλαιο, ρητίνη, πολυσακχαρίτες και το ετεροσίδιο εχινακοσίδιο | | Καλέντουλα (Calendula officinalis και Calendula arvensis) | η δρόγη είναι τα άνθη· περιέχει αιθέριο έλαιο, φλαβονοειδή, ρητίνη, πικρές ουσίες, σαπωνίνες και στεροειδείς ενώσεις | | Ταράξακο (Taraxacum officinalis) | η δρόγη είναι η ρίζα (Radix Taraxaci)· περιέχει ινουλίνη, την πικρή ουσία ταραξακίνη, οργανικά οξέα, στερίνες και τερπενικές αλκοόλες (ταραξερόλη, ταραξαστερόλη) |

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 231-232): η ρίζα του φυτού Echinacea angustifolia της οικογένειας Compositae περιέχει το ετεροσίδιο εχινακοσίδιο… στην ίδια οικογένεια ανήκει και το φυτό καλέντουλα· τα αποξηραμένα λουλούδια της πόας Arnica montana και Arnica chamissonis της οικογένειας Compositae· το φυτό Taraxacum officinalis της οικογένειας Compositae είναι γνωστό ως ταραξάκο, αγριοράδικο, πικραλίδα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Από την οικογένεια Compositae περιέχουν γλυκοσίδες η άρνικα (Arnica montana και Arnica chamissonis), της οποίας η δρόγη είναι τα αποξηραμένα άνθη, η εχινάτσεα (Echinacea angustifolia), από τη ρίζα της οποίας λαμβάνεται το ετεροσίδιο εχινακοσίδιο, η καλέντουλα (Calendula officinalis και Calendula arvensis), της οποίας η δρόγη είναι τα άνθη με φλαβονοειδή, σαπωνίνες και στεροειδείς ενώσεις, και το ταράξακο (Taraxacum officinalis), του οποίου η ρίζα περιέχει ινουλίνη και την πικρή ουσία ταραξακίνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 (11.5.16) — Χρήσεις αλόης

Ερώτηση: Πού χρησιμοποιείται η αλόη;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 208): η δρόγη είναι ο οπός που λαμβάνεται από τα φύλλα των φυτών του γένους Aloe της οικογένειας Liliaceae, μετά από χάραξη· τα δύο σημαντικότερα είδη είναι η Aloe ferox, που ευδοκιμεί στη Νότια Αφρική και παρέχει την αλόη του Ακρωτηρίου (Cap aloes) και η Aloe vera (Aloe barbadensis), που ευδοκιμεί στις Δυτικές Ινδίες και δίνει την αλόη των Barbados (Curacao aloes).

    Τα συστατικά (σελ. 209): η δρόγη περιέχει νερό 5% περίπου, ανόργανα συστατικά 1-2%, ίχνη αιθέριου ελαίου, ρητίνη 10-20%, γλυκοσίδες παράγωγα ανθρακινόνης, όπως αλοεμοδίνη, βαρβαλοΐνη και αλαϊνοσίδες.

    Οι χρήσεις: η δρόγη χρησιμοποιείται ως καθαρτικό για τη χρόνια δυσκοιλιότητα· διεγείρει την έκκριση της χολής, είναι εμμηναγωγό· η γέλη είναι ιδανική πρώτη βοήθεια για εγκαύματα, πληγές και κάψιμο από τον ήλιο· είναι χρήσιμη σε περιπτώσεις ξηροδερμίας, ιδιαίτερα για το έκζεμα γύρω από τα μάτια και για το ευαίσθητο δέρμα του προσώπου· χρησιμοποιείται επίσης και στη θεραπεία μυκητιακών λοιμώξεων.

    Το εμπορικό παρασκεύασμα: στο εμπόριο κυκλοφορεί παρασκεύασμα με το όνομα «Aloe vera» για την παρασκευή καλλυντικών και τη φυτοθεραπεία εγκαυμάτων, το οποίο δεν περιέχει όμως παράγωγα ανθρακινόνης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αλόη, δηλαδή ο οπός που λαμβάνεται μετά από χάραξη από τα φύλλα των φυτών του γένους Aloe της οικογένειας Liliaceae, χρησιμοποιείται ως καθαρτικό για τη χρόνια δυσκοιλιότητα, διεγείρει την έκκριση της χολής και είναι εμμηναγωγό. Η γέλη της είναι ιδανική πρώτη βοήθεια για εγκαύματα, πληγές και κάψιμο από τον ήλιο, ενώ είναι χρήσιμη και σε περιπτώσεις ξηροδερμίας, ιδιαίτερα για το έκζεμα γύρω από τα μάτια και για το ευαίσθητο δέρμα του προσώπου· χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία μυκητιακών λοιμώξεων. Στο εμπόριο κυκλοφορεί παρασκεύασμα με το όνομα «Aloe vera» για καλλυντικά και για τη φυτοθεραπεία εγκαυμάτων, το οποίο όμως δεν περιέχει παράγωγα ανθρακινόνης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 (11.5.16) — Ιδιότητες της άρνικας

Ερώτηση: Ποιες ιδιότητες έχει η άρνικα;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 209): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Arnica montana και Arnica chamissonis, της οικογένειας Compositae· η δρόγη αποτελείται από ολόκληρα τα αποξηραμένα άνθη.

    Οι ιδιότητες (σελ. 211): η άρνικα έχει απολυμαντικές και ανθελμινθικές ιδιότητες· χρησιμοποιείται σε πυρετούς, κατά του κοκίτη, της αιμόπτυσης, των πόνων της αρθρίτιδας και των ρευματισμών, κατά της δυσεντερίας, κατά της τυφοειδούς αλλά και της χρόνιας διάρροιας· είναι τονωτικό της πέψης, του νευρικού συστήματος, της μήτρας και του κυκλοφορικού συστήματος (ανεβάζει την πίεση).

    Το βάμμα: το βάμμα της χρησιμοποιείται κατά των ερεθισμών των αιμορροΐδων και των εκχυμώσεων.

    Οι προφυλάξεις: όταν η άρνικα χρησιμοποιείται εξωτερικά (π.χ., αλοιφή), στο σημείο εφαρμογής δεν πρέπει να υπάρχει λύση της συνέχειας του δέρματος, γιατί προκαλείται ερεθισμός· όταν λαμβάνεται εσωτερικά, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στη δοσολογία, γιατί η δρόγη μπορεί να γίνει τοξική· δόση μεγαλύτερη της κανονικής μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, εμετό, σπασμούς, κρύο ιδρώτα, ακόμη και αιμορραγίες· τα συμπτώματα αυτά μπορούν να γίνουν σοβαρά, ώστε να οδηγήσουν ακόμη και στον θάνατο.

    Το αντίδοτο: σε περίπτωση δηλητηρίασης αντίδοτο είναι το όπιο και η ταννίνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η άρνικα έχει απολυμαντικές και ανθελμινθικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται σε πυρετούς, κατά του κοκίτη, της αιμόπτυσης, των πόνων της αρθρίτιδας και των ρευματισμών, κατά της δυσεντερίας, της τυφοειδούς αλλά και της χρόνιας διάρροιας, ενώ είναι τονωτικό της πέψης, του νευρικού συστήματος, της μήτρας και του κυκλοφορικού συστήματος, καθώς ανεβάζει την πίεση. Το βάμμα της χρησιμοποιείται κατά των ερεθισμών των αιμορροΐδων και των εκχυμώσεων. Εξωτερικά δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε σημείο με λύση της συνέχειας του δέρματος, ενώ εσωτερικά χρειάζεται μεγάλη προσοχή στη δοσολογία, γιατί δόση μεγαλύτερη της κανονικής μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, εμετό, σπασμούς, κρύο ιδρώτα, αιμορραγίες, ακόμη και θάνατο· αντίδοτο σε δηλητηρίαση είναι το όπιο και η ταννίνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 (11.5.16) — Η βαλεριάνα

Ερώτηση: Από πού προέρχεται η βαλεριάνα και ποια η χρήση της;

Απάντηση:

  • Η προέλευση (σελ. 211): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Valeriana officinalis, της οικογένειας Valerianaceae· είναι φυτό πολυετές, αειθαλές, βρίσκεται σε όλη την Ευρώπη και τα εύκρατα τμήματα της Ασίας.

    Ποιο μέρος (σελ. 212): 11.5.3 ΡΙΖΑ ΒΑΛΕΡΙΑΝΑΣ - RADIX VALERIANAE· η δρόγη αποτελείται από κοντό ρίζωμα μήκους περίπου 5 εκατοστών και πάχους 3 εκατοστών… από το ρίζωμα βγαίνουν πολυάριθμες ρίζες μήκους 20 εκατοστών.

    Η συλλογή: η δρόγη λαμβάνεται μόνο από τα καλλιεργούμενα φυτά· τα μονοετή φυτά ξεθάβονται το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο), πλένονται καλά οι ρίζες τους, με σιδερένια χτένια απομακρύνονται τα παράσιτα και στη συνέχεια ξηραίνονται· η ρίζα βαλεριάνας που έχει ξεριζωθεί πρόσφατα έχει αδύναμη μυρωδιά, όταν όμως ξεραθεί, αποκτά έντονη και χαρακτηριστική δυσάρεστη μυρωδιά.

    Τα δραστικά συστατικά: κύρια δραστικά συστατικά της δρόγης είναι το αιθέριο έλαιο και οι βαλεποτριάτες.

    Η χρήση (σελ. 213): τα παρασκευάσματα της ρίζας της βαλεριάνας χρησιμοποιούνται ως ήπια ηρεμιστικά· συνήθως, η βαλεριάνα χορηγείται σε αϋπνίες που οφείλονται σε νευρική εξάντληση και πνευματική υπερκόπωση· η καταπραϋντική δράση της εκδηλώνεται ευνοϊκά σε νευρική καρδιοπάθεια, επιληψία, υστερία, πονοκέφαλο, διεγερτικές καταστάσεις της περιόδου, κατά την εγκυμοσύνη και την κλιμακτήριο, σε σπασμούς της μήτρας κ.ά.· μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως αποχρεμπτικό και να ανακουφίσει τον γαργαλιστικό νευρικό βήχα.

    Η καλύτερη μορφή: η καλύτερη μορφή χορήγησης της δρόγης είναι το υδατικό, με κρύο νερό, κατέργασμά της.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βαλεριάνα προέρχεται από τη ρίζα και το ρίζωμα του φυτού Valeriana officinalis, της οικογένειας Valerianaceae, και λαμβάνεται μόνο από καλλιεργούμενα φυτά, τα οποία ξεθάβονται το φθινόπωρο· η φρέσκια ρίζα έχει αδύναμη μυρωδιά, ενώ ξεραμένη αποκτά έντονη και χαρακτηριστική δυσάρεστη μυρωδιά. Κύρια δραστικά της συστατικά είναι το αιθέριο έλαιο και οι βαλεποτριάτες. Τα παρασκευάσματά της χρησιμοποιούνται ως ήπια ηρεμιστικά και χορηγείται συνήθως σε αϋπνίες που οφείλονται σε νευρική εξάντληση και πνευματική υπερκόπωση, ενώ η καταπραϋντική της δράση εκδηλώνεται ευνοϊκά σε νευρική καρδιοπάθεια, επιληψία, υστερία, πονοκέφαλο, διεγερτικές καταστάσεις της περιόδου, κατά την εγκυμοσύνη και την κλιμακτήριο και σε σπασμούς της μήτρας· μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως αποχρεμπτικό.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 (11.5.16) — Οι γλυκοσίδες της γεντιανής

Ερώτηση: Ποιους γλυκοσίδες έχει η γεντιανή, ποια είναι η χαρακτηριστική τους ιδιότητα και πού χρησιμοποιούνται;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 213): η δρόγη προέρχεται από διάφορα είδη γεντιανής, κυρίως δε από το φυτό Gentiana lutea της οικογένειας Gentianaceae, η οποία αναγράφεται και στην Ελληνική Φαρμακοποιία11.5.4 ΡΙΖΑ ΓΕΝΤΙΑΝΗΣ - RADIX GENTIANAE.

    Οι γλυκοσίδες (σελ. 214): τα κύρια συστατικά είναι οι γλυκοσίδες (γεντιοπικρίνη, αμαρογεντίνη), στους οποίους οφείλεται η πικρή γεύση της δρόγης· επίσης, περιέχει τον τρισακχαρίτη γεντιανόση και το αλκαλοειδές γεντιανίνη.

    Η χαρακτηριστική ιδιότητα: η πικρή γεύσηη αμαρογεντίνη είναι η πιο πικρή μέχρι σήμερα γνωστή φυτική ουσία (βαθμός πικρότητας 58.000.000).

    Οι χρήσεις: η δρόγη χρησιμοποιείται με τη μορφή βάμματος, εκχυλίσματος ή σε μείγμα με άλλες αρωματικές ουσίες ως διεγερτικό της όρεξης και για την ενίσχυση της πέψης· η δρόγη που έχει υποστεί ζύμωση χρησιμοποιείται για την παρασκευή πικρών ποτών (Apéritif).

    Η διόρθωση μιας παλιάς πεποίθησης: παλαιότερα πίστευαν ότι η δρόγη είχε αντιπυρετική και ανθελονοσιακή δράση· κλινικές παρατηρήσεις όμως έδειξαν ότι δεν έχει καμιά επίδραση στο παράσιτο της ελονοσίας.

    Η συλλογή ανάλογα με τη χρήση: οι ρίζες που προορίζονται για την παρασκευή αλκοολούχου ποτού αποθηκεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα· με τον τρόπο αυτό οι ρίζες παθαίνουν ζύμωση, παίρνουν καστανοκόκκινο χρώμα και έντονη μυρωδιά· οι ρίζες που προορίζονται για φαρμακευτικούς σκοπούς, μετά το ξεφλούδισμα, τοποθετούνται σε λεπτές στρώσεις σε χώρο που αερίζεται καλά, για να μην πάθουν ζύμωση.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ρίζα της γεντιανής (Gentiana lutea, οικογένεια Gentianaceae) περιέχει ως κύρια συστατικά τους γλυκοσίδες γεντιοπικρίνη και αμαρογεντίνη, καθώς και τον τρισακχαρίτη γεντιανόση και το αλκαλοειδές γεντιανίνη. Χαρακτηριστική ιδιότητα των γλυκοσιδών αυτών είναι η πικρή γεύση που δίνουν στη δρόγη — μάλιστα η αμαρογεντίνη είναι η πιο πικρή μέχρι σήμερα γνωστή φυτική ουσία, με βαθμό πικρότητας 58.000.000. Η δρόγη χρησιμοποιείται με τη μορφή βάμματος, εκχυλίσματος ή σε μείγμα με άλλες αρωματικές ουσίες ως διεγερτικό της όρεξης και για την ενίσχυση της πέψης, ενώ όταν έχει υποστεί ζύμωση χρησιμοποιείται για την παρασκευή πικρών ποτών (aperitif).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 7 (11.5.16) — Χρήσεις γλυκύρριζας

Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες χρήσεις της γλυκύρριζας;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 216): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Glycyrrhiza glabra της οικογένειας Leguminosae και αποτελείται από αποξηραμένες ρίζες και ριζίδια11.5.6 ΓΛΥΚΥΡΡΙΖΑ - RADIX LIQUIRITIAE.

    Τα συστατικά (σελ. 217-218): η δρόγη του εμπορίου περιέχει 7% νερό, 5% ανόργανα συστατικά, 25-30% άμυλο, σάκχαρα (γλυκόζη, σακχαρόζη, μαννιτόλη) και λιπαρές ουσίες· κύρια συστατικά είναι οι σαπωνίνες, ο γλυκοσίδης γλυκυρριζίνη, ο οποίος είναι 50-60 φορές γλυκύτερος από την κρυσταλλική ζάχαρη, φλαβονοειδή και οιστρογόνα.

    Οι χρήσεις (σελ. 218): η γλυκύρριζα χρησιμοποιείται ως αποχρεμπτικό, αντιβηχικό, σπασμολυτικό, με τη μορφή σκόνης σε πολλά φαρμακοτεχνικά σκευάσματα (π.χ., αντιβηχικά τσάγια, σε συνδυασμό με αλταία κ.ά.)· χρησιμοποιείται ακόμη η γλυκύρριζα σε ενοχλήσεις του στομάχου, ως διορθωτικό της γεύσης και εξαιτίας της γλυκιάς της γεύσης και στη βιομηχανία σακχαρωδών προϊόντων.

    Ιστορικά: η ρίζα της γλυκύρριζας ήταν γνωστή στους Σκύθες από την αρχαιότητα, οι Έλληνες δε την ονόμαζαν «ρίζα των Σκυθών»· ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., αναφέρει τη ρίζα ως φάρμακο για νοσήματα του θώρακα, για έλκη και κατά της δίψας· ο Ναπολέων, που υπέφερε από το στομάχι του, είχε πάντοτε μαζί του ένα κουτάκι με μικρά κομμάτια γλυκύρριζας τα οποία μασούσε.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 231): η ρίζα και το ρίζωμα του φυτού Glycyrrhiza glabra της οικογένειας Leguminosae ξηραίνονται και χρησιμοποιούνται για τις αποχρεμπτικές, αντιβηχικές και σπασμολυτικές ιδιότητές τους, αλλά και σε ενοχλήσεις του στομάχου καθώς και ως διορθωτικά της γεύσης· αυτή η δράση οφείλεται στον γλυκοσίδη γλυκυρριζίνη τον οποίο περιέχουν.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η γλυκύρριζα, δηλαδή οι αποξηραμένες ρίζες και τα ριζίδια του φυτού Glycyrrhiza glabra της οικογένειας Leguminosae, χρησιμοποιείται ως αποχρεμπτικό, αντιβηχικό και σπασμολυτικό, με τη μορφή σκόνης σε πολλά φαρμακοτεχνικά σκευάσματα, όπως αντιβηχικά τσάγια σε συνδυασμό με αλταία. Χρησιμοποιείται ακόμη σε ενοχλήσεις του στομάχου, ως διορθωτικό της γεύσης και, εξαιτίας της γλυκιάς της γεύσης, στη βιομηχανία σακχαρωδών προϊόντων. Οι δράσεις αυτές οφείλονται στον γλυκοσίδη γλυκυρριζίνη, ο οποίος είναι 50-60 φορές γλυκύτερος από την κρυσταλλική ζάχαρη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 8 (11.5.16) — Οι γκιγκολίδες

Ερώτηση: Σε ποια δρόγη βρίσκονται οι γκιγκολίδες και ποια είναι η δράση τους;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 215): 11.5.5 ΓΚΙΝΓΚΟ - GINKGO· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Ginkgo bilobae της οικογένειας Ginkgoaceae· το φυτό φυτρώνει στην Ασία, Αμερική, Αυστραλία και στην Ευρώπη και σήμερα καλλιεργείται ως διακοσμητικό φυτό.

    Τι είναι το φυτό (σελ. 216): το Ginkgo ανήκει στα γυμνόσπερμα· είναι δέντρο φυλλοβόλο, πολυετές που μπορεί να ζήσει πάνω από 1000 χρόνια· το ύψος του φθάνει τα 40 μέτρα· έχει χωριστά άρρενα και θήλεα άνθη.

    Τα συστατικά: το γκίνγκο περιέχει φλαβονοειδή όπως κερκετίνη, λουτεολίνη, καιμφερόλη, ετεροσίδες, γκιγκολίδες (γιγκετίνη, ισογιγκετίνη, αμεντοφλαβόνη), κατεχίνη.

    Η δράση: χρησιμοποιείται ως αγγειοδιασταλτικό, σπασμολυτικό, σε ανωμαλίες περιφερειακής και εγκεφαλικής κυκλοφορίας του αίματος.

    Τα χρησιμοποιούμενα μέρη: χρησιμοποιούμενα μέρη του φυτού είναι τα φύλλα και οι σπόροι· τα φύλλα χαλαρώνουν τα αιμοφόρα αγγεία και τονώνουν την κυκλοφορία του αίματος· είναι ιδιαίτερα δραστικά στη βελτίωση της ροής του αίματος στον εγκέφαλο· χρησιμοποιούνται επίσης στις κιρσώδεις φλέβες, στις αιμορροΐδες και στα έλκη των ποδιών· οι σπόροι είναι στυπτικοί, αντιμυκητιακοί, αντιβακτηριακοί.

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 231): τα φύλλα αλλά και οι σπόροι του φυτού Ginkgo bilobae της οικογένειας Ginkgoaceae περιέχουν γλυκοσίδες (γκιγκολίδες), στους οποίους οφείλεται η δράση της δρόγης ως αγγειοδιασταλτικού και τονωτικού της κυκλοφορίας του αίματος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι γκιγκολίδες βρίσκονται στη δρόγη γκίνγκο, δηλαδή στα φύλλα και τους σπόρους του φυτού Ginkgo biloba της οικογένειας Ginkgoaceae· σε αυτές ανήκουν η γιγκετίνη, η ισογιγκετίνη και η αμεντοφλαβόνη. Στους γλυκοσίδες αυτούς οφείλεται η δράση της δρόγης ως αγγειοδιασταλτικού και σπασμολυτικού, σε ανωμαλίες της περιφερειακής και εγκεφαλικής κυκλοφορίας του αίματος. Τα φύλλα χαλαρώνουν τα αιμοφόρα αγγεία και τονώνουν την κυκλοφορία, είναι ιδιαίτερα δραστικά στη βελτίωση της ροής του αίματος στον εγκέφαλο και χρησιμοποιούνται και στις κιρσώδεις φλέβες, στις αιμορροΐδες και στα έλκη των ποδιών, ενώ οι σπόροι είναι στυπτικοί, αντιμυκητιακοί και αντιβακτηριακοί.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 9 (11.5.16) — Καρδιακοί γλυκοσίδες

Ερώτηση: Από ποια δρόγη παίρνουμε τους καρδιακούς γλυκοσίδες;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 218): 11.5.7 ΦΥΛΛΑ ΔΑΚΤΥΛΙΤΙΔΑΣ - FOLIUM DIGITALIS· η δρόγη αποτελείται από τα αποξηραμένα φύλλα δύο ειδών του φυτού δακτυλίτιδα: Digitalis purpurea και Digitalis lanata της οικογένειας Scrophulariaceae.

    Η συλλογή (σελ. 219): η συγκομιδή των φύλλων γίνεται τον πρώτο χρόνο, γιατί αυτά τα φύλλα δίνουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση, από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως και το τέλος Οκτωβρίου· τα φύλλα ξηραίνονται αμέσως σε θερμοκρασία 50-60° βαθμών, για να αποφύγουμε την υδρόλυση των γλυκοσιδών από τα ένζυμα.

    Τα συστατικά: τα φύλλα της δακτυλίτιδας περιέχουν μεγάλο αριθμό γλυκοζιτών· οι περισσότεροι από αυτούς είναι καρδιακοί γλυκοζίτες, ορισμένοι του τύπου σαπωνίνης και άλλοι περιέχουν στεροειδές άγλυκο· οι κυριότεροι καρδιακοί γλυκοζίτες είναι η διγιτοξίνη, η διγιτοξιγενίνη, η γιτοξιγενίνη, η γοξιγενίνη, η γιτοξίνη, η γιταλοξίνη.

    Οι ποσότητες: από τα αποξηραμένα φύλλα δακτυλίτιδας έχουν απομονωθεί περίπου 30 γλυκοζίτες, οι περισσότεροι δε σε πολύ μικρή ποσότητα· η συνολική ποσότητα καρδιακών γλυκοζιτών στα αποξηραμένα φύλλα της Digitalis purpurea είναι περίπου 0,3%, ενώ της Digitalis lanata είναι μεγαλύτερη του 1% περίπου.

    Οι χρήσεις: τα κονιοποιημένα φύλλα δακτυλίτιδας χορηγούνται υπό μορφή δισκίων σε καρδιακές παθήσεις για την τόνωση της καρδιακής συσταλτικότητας· σήμερα, σε αρκετές χώρες δεν χορηγείται επίσημη κρατική άδεια γι' αυτά τα παρασκευάσματα· αυτό συμβαίνει, γιατί όλες οι παρτίδες δεν μπορούν να έχουν σταθερή αναλογία καρδιακών γλυκοζιτών αφενός και αφετέρου οι τρίχες που υπάρχουν στα φύλλα συντελούν στην επιμόλυνση της δρόγης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τους καρδιακούς γλυκοσίδες τους παίρνουμε από τη δρόγη Folium Digitalis, δηλαδή από τα αποξηραμένα φύλλα των ειδών Digitalis purpurea και Digitalis lanata της οικογένειας Scrophulariaceae. Κυριότεροι είναι η διγιτοξίνη, η διγιτοξιγενίνη, η γιτοξιγενίνη, η γοξιγενίνη, η γιτοξίνη και η γιταλοξίνη· συνολικά έχουν απομονωθεί περίπου 30 γλυκοζίτες, με τη συνολική ποσότητα καρδιακών γλυκοζιτών να είναι περίπου 0,3% στη Digitalis purpurea και μεγαλύτερη του 1% στη Digitalis lanata. Τα κονιοποιημένα φύλλα χορηγούνται υπό μορφή δισκίων σε καρδιακές παθήσεις για την τόνωση της καρδιακής συσταλτικότητας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 10 (11.5.16) — Δραστικά συστατικά και ιδιότητες σκόρδου

Ερώτηση: Τα δραστικά συστατικά του σκόρδου και οι ιδιότητές του.

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 224): η δρόγη προέρχεται από το φυτό Allium sativum (άλλιον το εδώδιμον) της οικογένειας Liliaceae· από το σκόρδο (Garlic) παίρνουμε τον βολβό (Bulbus allii sativi).

    Τα συστατικά (σελ. 225): η δρόγη περιέχει σάκχαρα (σακχαρόζη, φρουκτοσάνες), μικρές ποσότητες βιταμινών A, Β1, Β2, C, αιθέριο έλαιο, το οποίο βρίσκεται στη νωπή δρόγη και όχι στη σκόνη και περιέχει αλλυλοδισουλφίδιο, αλλιϊκίνη, αλιΐνη κ.ά. και ένζυμα (υπεροξειδάση, αλλεϊνάση κ.ά.)· η χαρακτηριστική μυρωδιά του σκόρδου οφείλεται στις θειούχες ενώσεις που περιέχει.

    Οι ιδιότητες

    • Το σκόρδο χρησιμοποιείται ως υποτασικό, διουρητικό, αντισηπτικό, χορηγείται σε παθήσεις διαβήτη και εναντίον των οξυούρων.
    • Καταπολεμά τις θρομβώσεις, αναστέλλει την αρτηριοσκλήρωση, μειώνει τα επίπεδα της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων και σώζει την καρδιά.
    • Έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες έναντι μικροβίων, τα οποία ευθύνονται για ασθένειες όπως η διάρροια, δυσεντερία, φυματίωση, τυφοειδής πυρετός κ.ά., καθώς και αντιμυκητιακές ιδιότητες έναντι μυκήτων του δέρματος· καταπολεμά τον ιό της γρίπης και του έρπητα· καταπολεμά τις τοξίνες του γαστροεντερικού συστήματος και μειώνει τα επικίνδυνα βακτηρίδια στο παχύ έντερο.
    • Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα, χάρη στο μεταλλικό ιχνοστοιχείο γερμάνιο, το οποίο διεγείρει το ανοσοποιητικό, ώστε να ξεπερνά τις λοιμώδεις ασθένειες και να αντιστέκεται στις καρκινογενέσεις, ιδίως του καρκίνου του εντέρου και του προστάτη.

    Η επιφύλαξη: μερικοί αμφισβητούν την αντικαρκινική δράση του σκόρδου, καθώς αυτή δεν έχει αποδειχθεί· αμφισβητούν ακόμη ότι μπορεί το σκόρδο μακροχρόνια να προστατεύει το καρδιαγγειακό.

    Οι εμπορικές μορφές: στο εμπόριο κυκλοφορεί ως ακατέργαστος βολβός (Bulbus Allii sativi), αρωματικό έλαιο (Oleum Allii sativi), χάπια από λάδι σκόρδου, αποξηραμένο σκόρδο σε σκόνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η δρόγη του σκόρδου είναι ο βολβός του φυτού Allium sativum της οικογένειας Liliaceae. Περιέχει σάκχαρα, όπως σακχαρόζη και φρουκτοσάνες, μικρές ποσότητες βιταμινών A, Β1, Β2 και C, ένζυμα και αιθέριο έλαιο, το οποίο υπάρχει στη νωπή δρόγη και όχι στη σκόνη και περιέχει αλλυλοδισουλφίδιο, αλλιϊκίνη και αλιΐνη· η χαρακτηριστική μυρωδιά του οφείλεται στις θειούχες ενώσεις. Χρησιμοποιείται ως υποτασικό, διουρητικό και αντισηπτικό, χορηγείται σε παθήσεις διαβήτη και εναντίον των οξυούρων, καταπολεμά τις θρομβώσεις, αναστέλλει την αρτηριοσκλήρωση και μειώνει τη χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια. Έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες έναντι μικροβίων που προκαλούν διάρροια, δυσεντερία, φυματίωση και τυφοειδή πυρετό, αντιμυκητιακές ιδιότητες έναντι μυκήτων του δέρματος, ενώ καταπολεμά τον ιό της γρίπης και του έρπητα και ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα χάρη στο ιχνοστοιχείο γερμάνιο.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 11 (11.5.16) — Το ταράξακο

Ερώτηση: Ποιες είναι οι κοινές ονομασίες του ταραξάκου και ποιους γλυκοσίδες περιέχει;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 225): 11.5.12 ΡΙΖΑ ΑΓΡΙΟΡΑΔΙΚΟΥ - RADIX TARAXACI· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Taraxacum officinalis, της οικογένειας Compositae (Asteraceae).

    Οι κοινές ονομασίες (σελ. 226): είναι γνωστό ως αγριοράδικο, αγριομάρουλο, πικραλίδα — και στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 232): το φυτό Taraxacum officinalis της οικογένειας Compositae είναι γνωστό ως ταραξάκο, αγριοράδικο, πικραλίδα.

    Τα συστατικά (σελ. 226): η δρόγη περιέχει ινουλίνη, η ποσότητα της οποίας, από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, κυμαίνεται από 1,7 μέχρι 40%· περιέχει άλλη μία πικρή ουσία, την ταραξακίνη· από τα οργανικά οξέα βρέθηκαν καφεϊκό οξύ, τρυγικό οξύ, νικοτινικό οξύ και τα ανώτερα λιπαρά οξέα (παλμιτικό, λινολικό, μελισσιλικό και κηροτινικό)· περιέχει λίγη χολίνη, σάκχαρα, στερίνες, τερπενικές αλκοόλες (ταραξερόλη, ταραξαστερόλη)· από τα άνθη του φυτού απομονώθηκε η βιταμίνη Β1 και από τα φύλλα του φλαβονοειδή.

    Η γεύση: η δρόγη είναι άοσμη και έχει πικρή γεύσηη δρόγη άλλοτε είναι πικρή και άλλοτε γλυκίζουσα, γιατί αλλάζει η σύστασή της ανάλογα με την εποχή.

    Οι χρήσεις (σελ. 227): είναι διουρητικό, υπακτικό, τονωτικό, καθαρτικό, καθαριστικό του αίματος σε χρόνιες ασθένειες (ρευματισμοί, αρθρίτιδα, αναιμία)· είναι τονωτικό του στομάχου, ευεργετικό στη χολή και κατά των χολόλιθων και των χρόνιων παθήσεων του ήπατος, και επιπλέον ελαττώνει τη χοληστερίνη του αίματος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το ταράξακο (Taraxacum officinalis, οικογένεια Compositae) είναι γνωστό με τις κοινές ονομασίες αγριοράδικο, αγριομάρουλο και πικραλίδα. Η δρόγη του, δηλαδή η ρίζα, περιέχει ινουλίνη, της οποίας η ποσότητα κυμαίνεται από 1,7 έως 40% ανάλογα με την εποχή, καθώς και την πικρή ουσία ταραξακίνη. Περιέχει επίσης οργανικά οξέα, όπως καφεϊκό, τρυγικό και νικοτινικό, ανώτερα λιπαρά οξέα, λίγη χολίνη, σάκχαρα, στερίνες και τις τερπενικές αλκοόλες ταραξερόλη και ταραξαστερόλη, ενώ από τα άνθη απομονώθηκε βιταμίνη Β1 και από τα φύλλα φλαβονοειδή.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 12 (11.5.16) — Το κορεατικό τσίνσενγκ

Ερώτηση: Τι είναι το κορεατικό τσίνσενγκ και πού χρησιμοποιείται;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 227): 11.5.13 ΤΖΙΝΣΕΓΚ - GINSENG· η δρόγη προέρχεται από τη ρίζα του φυτού Panax ginseng της οικογένειας Araliaceae· το τζίνσενγκ φυτρώνει μόνο του στις ορεινές δασώδεις περιοχές του Νεπάλ, της Ματζουρίας, της Ανατολικής Σιβηρίας και της Κορέας· καλλιεργείται στον Ανατολικό Καναδά, στη Φλόριντα και στη Σοβιετική Ένωση.

    Η δρόγη και η κατεργασία της: η δρόγη αποτελείται από τις ρίζες που συλλέγονται από φυτά 6 ετών, τα οποία στη συνέχεια πλένονται προσεκτικά και ξηραίνονται· αν η ξήρανση γίνει μετά την αφαίρεση της εξωτερικής στοιβάδας του φλοιού, η δρόγη είναι λευκή· αντίθετα, αν κατεργαστεί με θερμό νερό ή ατμούς και ξηρανθεί είναι κόκκινη.

    Τα δραστικά συστατικά (σελ. 228): τα κύρια δραστικά συστατικά είναι οι σαπωνίνες, γκινσενοσίδες και οι παναξοσίδες· περιέχει επίσης άμυλο, ρητίνη, ίχνη αιθέριου ελαίου και λιπαρού ελαίου, στερόλες, αμινοξέα, μια οιστρογόνο ουσία, βιταμίνες (A, C, D, Β1, Β2, Β6, Β12)… ανόργανα συστατικά.

    Οι χρήσεις: σύμφωνα με τη λαϊκή κινεζική ιατρική ο Πάναξ χαρίζει ζωή, δύναμη και ευτυχία· χορηγείται σε συνδυασμό με αρωματικές δρόγες ως τονωτικό, αφροδισιακό, καθαρτικό· θεωρείται καλό τονωτικό του νευρικού συστήματος και δίδεται επίσης ως αντιαναιμικό, αντιδιαβητικό, κατά της γαστρίτιδας, σε γεροντικές καταστάσεις, ως τονωτικό στην κόπωση, στην απώλεια μνήμης και κατά την ανάρρωση.

    Στη Δύση: τα τελευταία χρόνια, το τσίνσενγκ είναι ένα πολύ δημοφιλές γιατρικό, ιδίως για τη βελτίωση της ζωτικότητας, της αντοχής, της συγκέντρωσης, της αντίστασης στο στρες· θεωρείται φάρμακο προσαρμογόνο, δηλαδή επαναφέρει τον οργανισμό στη φυσιολογική κατάσταση υγείας, χωρίς να έχει κάποια χαρακτηριστική φαρμακολογική δράση· βιοχημικώς είναι αναβολικό και διεγείρει τη σύνθεση του RNA και του DNA· λαμβάνεται εσωτερικά υπό μορφή σκόνης 2-3 gr εκχυλίσματος, βάμματος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το τσίνσενγκ είναι η δρόγη που προέρχεται από τη ρίζα του φυτού Panax ginseng της οικογένειας Araliaceae, το οποίο φυτρώνει μόνο του στις ορεινές δασώδεις περιοχές του Νεπάλ, της Ματζουρίας, της Ανατολικής Σιβηρίας και της Κορέας — εξ ου και η ονομασία κορεατικό. Η δρόγη αποτελείται από τις ρίζες φυτών 6 ετών, που πλένονται και ξηραίνονται, και κύρια δραστικά της συστατικά είναι οι σαπωνίνες γκινσενοσίδες και παναξοσίδες. Χορηγείται ως τονωτικό, αφροδισιακό και καθαρτικό, θεωρείται καλό τονωτικό του νευρικού συστήματος και δίνεται ως αντιαναιμικό, αντιδιαβητικό, κατά της γαστρίτιδας, σε γεροντικές καταστάσεις, στην κόπωση, στην απώλεια μνήμης και κατά την ανάρρωση. Στη Δύση χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της ζωτικότητας, της αντοχής, της συγκέντρωσης και της αντίστασης στο στρες και θεωρείται φάρμακο προσαρμογόνο, δηλαδή επαναφέρει τον οργανισμό στη φυσιολογική κατάσταση υγείας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 13 (11.5.16) — Το υπερικό

Ερώτηση: Κοινές ονομασίες του υπερικού και οι χρήσεις του.

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 229): 11.5.14 ΥΠΕΡΙΚΟ - HYPERICUM· η δρόγη προέρχεται από το φυτό Hypericum perforatum (υπερικό το διάτρητο) της οικογένειας Hypericaceae (Υπερικίδες).

    Οι κοινές ονομασίες: το υπερικό είναι γνωστό με τα ονόματα βάλσαμο, βαλσαμόχορτο, λειχηνόχορτο, σπαθόχορτο, περίκη, χελωνόχορτο, βότανο του Προδρόμου.

    Πού φυτρώνει: το υπερικό θεωρείται κοσμοπολίτικο φυτό· στην Ευρώπη είναι πλατιά διαδεδομένο σε δάση, θαμνώδεις περιοχές, στις άκρες των δρόμων· στην Ελλάδα είναι αυτοφυές σε ακαλλιέργητους τόπους.

    Η συλλογή (σελ. 230): το υπερικό ανθίζει Ιούλιο έως Σεπτέμβριο· συλλέγεται τους μήνες Ιούλιο έως Αύγουστο και ξηραίνεται στη σκιά· χρησιμοποιείται ολόκληρο το φυτό (Herba-Oleum Hyperici).

    Τα συστατικά: το φυτό περιέχει ίχνη αιθέριου ελαίου, ένα γλυκοσίδιο, την υπερικίνη, που είναι μια κόκκινη χρωστική, ένα φλαβονικό πολυφαινολικό παράγωγο, την υπεροσίδη, ρουτίνη, τανίνη.

    Οι χρήσεις: το έγχυμα του υπερικού, όταν λαμβάνεται εσωτερικά, είναι σπασμολυτικό, ήπια διουρητικό, διεγείρει τις γαστροεντερικές εκκρίσεις και τις εκκρίσεις της χολής· είναι επίσης καταπραϋντικό, αντιπυρετικό, ανθελμινθικό, αντισηπτικό· το αιθέριο έλαιο του υπερικού, το οποίο λαμβάνεται με μούλιασμα του φυτού σε λάδι, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία εγκαυμάτων, ελκών, πληγών, μωλώπων.

    Ιστορικά: λένε ότι πήρε το όνομα, βότανο του Προδρόμου, από τους ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, οι οποίοι θεράπευαν με αυτό τις πληγές από τις μάχες των Σταυροφοριών.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το υπερικό (Hypericum perforatum, οικογένεια Hypericaceae) είναι γνωστό με τα ονόματα βάλσαμο, βαλσαμόχορτο, λειχηνόχορτο, σπαθόχορτο, περίκη, χελωνόχορτο και βότανο του Προδρόμου. Περιέχει ίχνη αιθέριου ελαίου, το γλυκοσίδιο υπερικίνη, που είναι κόκκινη χρωστική, το φλαβονικό πολυφαινολικό παράγωγο υπεροσίδη, ρουτίνη και τανίνη. Το έγχυμά του, όταν λαμβάνεται εσωτερικά, είναι σπασμολυτικό και ήπια διουρητικό, διεγείρει τις γαστροεντερικές εκκρίσεις και τις εκκρίσεις της χολής και είναι επίσης καταπραϋντικό, αντιπυρετικό, ανθελμινθικό και αντισηπτικό. Το αιθέριο έλαιό του, που λαμβάνεται με μούλιασμα του φυτού σε λάδι, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία εγκαυμάτων, ελκών, πληγών και μωλώπων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 14 (11.5.16) — Τα φύλλα Αλεξανδρείας

Ερώτηση: Τα φύλλα Αλεξανδρείας από πού προέρχονται και πού χρησιμοποιούνται;

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 222): 11.5.10 ΦΥΛΛΑ ΣΕΝΝΑΣ - FOLIA SENNAE· η δρόγη προέρχεται από τα φυτά: α) Cassia angustifolia Val και β) Cassia acutifolia Del της οικογένειας Leguminosae (Caesalpiniaceae, Fabaceae).

    Γιατί λέγονται έτσι: το πρώτο είδος φυτρώνει μόνο του στην Ανατολική Αφρική, στην Αραβία και στην Ινδία· το δεύτερο είδος φυτρώνει κυρίως στην Αίγυπτο, γι' αυτό και τα φύλλα αυτά λέγονται και φύλλα σέννας της Αλεξανδρινής.

    Η συλλογή (σελ. 223): η καλλιέργεια των φυτών είναι απλή και το μάζεμα των φύλλων μπορεί να αρχίσει 2-3 μήνες μετά τη σπορά· τα φύλλα της σέννας της Αλεξανδρινής συλλέγονται τον Σεπτέμβριο.

    Τα δραστικά συστατικά: τα φύλλα της σέννας περιέχουν 8-10% νερό, 10-12% ανόργανα συστατικά, βλέννες, φλαβονικές χρωστικές, ρητίνες· τα δραστικά συστατικά, στα οποία οφείλεται η καθαρτική δράση του φυτού, είναι οι ελεύθερες ανθρακινόνες και οι ανθρακινογλυκοσίδες· οι ελεύθερες ανθρακινόνες βρίσκονται σε μικρή ποσότητα από 0,05 έως 0,1% και οι κυριότερες είναι η ρηίνη, η χρυσοφανόλη και η αλοεμοδίνη· οι γλυκοσίτες βρίσκονται σε αναλογία 2% και αποτελούνται από τους σεννοσίδες A, Β, C και D.

    Οι χρήσεις: τα φύλλα της σέννας χρησιμοποιούνται ως καθαρτικό· η καθαρτική ενέργεια οφείλεται σε πολλά από τα περιεχόμενα συστατικά της, κυρίως όμως στις ανθρακινόνες· για να αποφευχθούν κωλικοί πόνοι κατά τη χρήση της δρόγης, τα φύλλα βρέχονται με κρύο νερό και μετά από δώδεκα ώρες διηθούνται· η καθαρτική ενέργεια, σε μια μέτρια ποσότητα της δρόγης, εμφανίζεται μετά από έξι ώρες.

    Οι μορφές: τα φύλλα της σέννας δεν χρησιμοποιούνται μόνο με τη μορφή εγχύματος ή εμβρέγματος, αλλά και σκόνης για την παρασκευή διαφόρων γαληνικών σκευασμάτων (Sirupus Senna, Infusum Senna compositum, Spec. Laxantes κ.ά.)· τα σπέρματα χρησιμοποιούνται και πάλι σήμερα ως καθαρτικό, κυρίως στην Παιδιατρική, γιατί η δράση τους είναι και πιο ήπια από τη δράση των φύλλων και χωρίς παρενέργειες.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα φύλλα Αλεξανδρείας, δηλαδή τα φύλλα σέννας, προέρχονται από τα φυτά Cassia angustifolia και Cassia acutifolia της οικογένειας Leguminosae. Το δεύτερο είδος φυτρώνει κυρίως στην Αίγυπτο, γι' αυτό και τα φύλλα αυτά λέγονται φύλλα σέννας της Αλεξανδρινής. Τα δραστικά τους συστατικά είναι οι ελεύθερες ανθρακινόνες, σε ποσοστό 0,05 έως 0,1%, με κυριότερες τη ρηίνη, τη χρυσοφανόλη και την αλοεμοδίνη, και οι ανθρακινογλυκοσίδες, σε αναλογία 2%, δηλαδή οι σεννοσίδες A, B, C και D. Χρησιμοποιούνται ως καθαρτικό, με την καθαρτική ενέργεια να οφείλεται κυρίως στις ανθρακινόνες και να εμφανίζεται μετά από έξι ώρες· για να αποφευχθούν κωλικοί πόνοι, τα φύλλα βρέχονται με κρύο νερό και μετά από δώδεκα ώρες διηθούνται.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 15 (11.5.16) — Χρήσεις καλέντουλας

Ερώτηση: Χρήσεις καλέντουλας.

Απάντηση:

  • Η δρόγη (σελ. 221): 11.5.9 ΑΝΘΗ ΚΑΛΕΝΤΟΥΛΑΣ - FLORES CALENDULA· η δρόγη προέρχεται από τα φυτά Calendula officinalis και Calendula arvensis, της οικογένειας Compositae· είναι φυτό πολύ διαδεδομένο στην Ελλάδα και σε όλη τη Μεσόγειο… και είναι γνωστό ως νεκρολούλουδο.

    Τα συστατικά (σελ. 222): η δρόγη περιέχει αιθέριο έλαιο, φλαβονοειδή, ρητίνη, πικρές ουσίες, σαπωνίνες και στεροειδείς ενώσεις.

    Εξωτερική χρήση: η δρόγη χρησιμοποιείται εξωτερικά για ένα μεγάλο φάσμα δερματικών προβλημάτων και φλεγμονών· η δράση της είναι στυπτική, αντισηπτική, αντιφλεγμονώδης, επουλωτική· έχει εξαιρετικές θεραπευτικές ιδιότητες κατά της ακμής, των παλαιών και νέων ουλών, του εκζέματος, κατά των κρεατοελιών, κατά των τσιμπημάτων της σφήκας και των μελισσών.

    Εσωτερική χρήση: εσωτερικά λαμβάνεται σε πολλές γυναικολογικές εμπύρετες ή τοξικές καταστάσεις, το αιθέριο έλαιο είναι αποτελεσματικό αντιμυκητιακό για τη μυκητίαση του κόλπου· έχει επίσης δράση κατά του ίκτερου και του σκορβούτου, καθώς και δράση καθαρτική, εφιδρωτική, εμμηναγωγική, αντιεμετική.

    Σήμερα: χρησιμοποιείται πολύ σε ομοιοπαθητικά ιδιοσκευάσματα.

    Η συλλογή: οι κεφαλίδες των λουλουδιών μαζεύονται, αφού ανοίξουν καλά, και ξηραίνονται στη σκιά σε θερμοκρασία χαμηλότερη από τους 35 βαθμούς Κελσίου.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η καλέντουλα, δηλαδή τα άνθη των φυτών Calendula officinalis και Calendula arvensis της οικογένειας Compositae, χρησιμοποιείται εξωτερικά για ένα μεγάλο φάσμα δερματικών προβλημάτων και φλεγμονών, με δράση στυπτική, αντισηπτική, αντιφλεγμονώδη και επουλωτική· έχει εξαιρετικές θεραπευτικές ιδιότητες κατά της ακμής, των παλαιών και νέων ουλών, του εκζέματος, των κρεατοελιών και των τσιμπημάτων της σφήκας και των μελισσών. Εσωτερικά λαμβάνεται σε πολλές γυναικολογικές εμπύρετες ή τοξικές καταστάσεις, ενώ το αιθέριο έλαιό της είναι αποτελεσματικό αντιμυκητιακό για τη μυκητίαση του κόλπου· έχει επίσης δράση κατά του ίκτερου και του σκορβούτου, καθώς και καθαρτική, εφιδρωτική, εμμηναγωγική και αντιεμετική δράση. Σήμερα χρησιμοποιείται πολύ σε ομοιοπαθητικά ιδιοσκευάσματα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 1 (11.6) — Τι είναι ο καρκίνος

Ερώτηση: Τι είναι καρκίνος;

Απάντηση:

  • Το γνώρισμά του (σελ. 234): ο καρκίνος έχει ως γνώρισμα τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των κυττάρων, χωρίς αυτά να διαφοροποιούνται.

    Η αντιπαραβολή με τα φυσιολογικά κύτταρα: τα κύτταρα στο σώμα μας αυξάνονται, διαιρούνται και πεθαίνουν με έναν αυστηρά ελεγχόμενο τρόπο· στα πρώτα χρόνια της ζωής και μέχρι την ενηλικίωση του ατόμου, ο ρυθμός διαίρεσης των κυττάρων του ανθρώπινου οργανισμού είναι έντονος· στη συνέχεια, τα κύτταρα διαιρούνται μόνο για να αντικαταστήσουν άλλα που έχουν φθαρεί ή πεθάνει· τα καρκινικά κύτταρα διαφέρουν από τα φυσιολογικά κύτταρα, διότι συνεχίζουν να διαιρούνται ανεξέλεγκτα· αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας μάζας κυττάρων, που ονομάζεται όγκος.

    Καλοήθεις και κακοήθεις όγκοι: οι όγκοι είναι καλοήθεις και κακοήθεις· οι καλοήθεις όγκοι, των οποίων τα κύτταρα περιβάλλονται από συνδετικό ιστό, δεν είναι επεκτατικοί, δηλαδή δεν εισβάλλουν στους γύρω ιστούς και δεν εξαπλώνονται σε άλλα σημεία του σώματος· γενικά, δεν προκαλούν σοβαρή βλάβη στο σώμα, εκτός αν λόγω του μεγέθους τους ασκούν πίεση σε ζωτικά όργανα· αντίθετα, στους κακοήθεις όγκους τα κύτταρα εμφανίζουν διαφορετική μορφολογία σε σχέση με τα φυσιολογικά, εισβάλλουν στους γειτονικούς ιστούς, ενώ μέσω της κυκλοφορίας του αίματος ή της λέμφου είναι δυνατόν να μεταφερθούν σε άλλα σημεία του σώματος και να σχηματίσουν δευτερογενείς όγκους, φαινόμενο που ονομάζεται μετάσταση.

    Ομάδα ασθενειών: οι καρκίνοι του αίματος ονομάζονται λευχαιμίες· ο όρος καρκίνος δεν αποδίδεται σε μία μόνο ασθένεια, αλλά σε μία ομάδα ασθενειών (π.χ., καρκίνος του πνεύμονα, της μήτρας, του προστάτη κ.ά.), με διαφορετικά συμπτώματα, διαφορετική εξέλιξη και επομένως αποτελεί διαφορετική ασθένεια· ο καρκίνος είναι μια πολυσταδιακή και πολυπαραγοντική ασθένεια.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο καρκίνος έχει ως γνώρισμα τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των κυττάρων, χωρίς αυτά να διαφοροποιούνται. Ενώ τα φυσιολογικά κύτταρα αυξάνονται, διαιρούνται και πεθαίνουν με αυστηρά ελεγχόμενο τρόπο, τα καρκινικά συνεχίζουν να διαιρούνται ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας μάζας κυττάρων που ονομάζεται όγκος. Οι όγκοι είναι καλοήθεις, τα κύτταρα των οποίων περιβάλλονται από συνδετικό ιστό και δεν εισβάλλουν στους γύρω ιστούς, και κακοήθεις, τα κύτταρα των οποίων εισβάλλουν στους γειτονικούς ιστούς και μπορούν να μεταφερθούν μέσω του αίματος ή της λέμφου σε άλλα σημεία του σώματος σχηματίζοντας δευτερογενείς όγκους, φαινόμενο που ονομάζεται μετάσταση. Ο όρος καρκίνος δεν αποδίδεται σε μία μόνο ασθένεια αλλά σε μια ομάδα ασθενειών, ενώ οι καρκίνοι του αίματος ονομάζονται λευχαιμίες.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 (11.6) — Αίτια του καρκίνου

Ερώτηση: Ποια αίτια προκαλούν τον καρκίνο;

Απάντηση:

  • Ο χαρακτήρας της ασθένειας (σελ. 234): ο καρκίνος είναι μια πολυσταδιακή και πολυπαραγοντική ασθένεια.

    Τα αίτιατα αίτια που τον προκαλούν έχουν αναζητηθεί:

    1. Σε μολυσματικούς παράγοντες, όπως είναι οι ιοί.
    2. Σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι οι διάφορες ακτινοβολίες και χημικές ενώσεις.
    3. Στον τρόπο ζωής που επιλέγουμε (κάπνισμα, κατάχρηση αλκοόλ, διατροφικές συνήθειες).
    4. Στις αλλαγές του γενετικού υλικού (μεταλλάξεις).

    Ο συνδυασμός τους: όλοι αυτοί οι παράγοντες, δρώντας ταυτόχρονα ή σωρευτικά, οδηγούν μακροπρόθεσμα στην εμφάνιση του καρκίνου.

    Η πρόληψη (σελ. 240): ιδιαίτερη σημασία όμως στην αντιμετώπιση του καρκίνου έχει η πρόληψη· αλλαγές στον τρόπο ζωής μας, όπως είναι η αποφυγή ή η διακοπή του καπνίσματος, η σωματική άσκηση, η υγιεινή διατροφή, η αποφυγή της άσκοπης έκθεσης στον ήλιο, θα βοηθήσουν να μειώσουμε την πιθανότητα να πάθουμε καρκίνο.

    Η έγκαιρη διάγνωση: όσο πιο γρήγορα εντοπισθεί ο καρκίνος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες αντιμετώπισής του και επιβίωσης του ατόμου· για κάποιες μορφές καρκίνου υπάρχουν τεστ ελέγχου, όπως είναι για παράδειγμα η μαστογραφία για τον καρκίνο του στήθους, το τεστ Παπανικολάου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, η αιματολογική εξέταση PSΑ για τον καρκίνο του προστάτη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο καρκίνος είναι μια πολυσταδιακή και πολυπαραγοντική ασθένεια και τα αίτια που τον προκαλούν έχουν αναζητηθεί σε μολυσματικούς παράγοντες, όπως οι ιοί, σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως οι διάφορες ακτινοβολίες και χημικές ενώσεις, στον τρόπο ζωής που επιλέγουμε, δηλαδή στο κάπνισμα, στην κατάχρηση αλκοόλ και στις διατροφικές συνήθειες, καθώς και στις αλλαγές του γενετικού υλικού, δηλαδή στις μεταλλάξεις. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, δρώντας ταυτόχρονα ή σωρευτικά, οδηγούν μακροπρόθεσμα στην εμφάνιση του καρκίνου· γι' αυτό και ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόληψη, με τη διακοπή του καπνίσματος, τη σωματική άσκηση, την υγιεινή διατροφή και την αποφυγή της άσκοπης έκθεσης στον ήλιο.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 (11.6) — Βοτανικά είδη κατά του καρκίνου

Ερώτηση: Ποια βοτανικά είδη χρησιμοποιούνται κατά του καρκίνου;

Απάντηση:

  • Ο πίνακας ΦΥΤΑ ΜΕ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ (σελ. 236) | Βοτανικό είδος | Οικογένεια | Φυσικοί μεταβολίτες | Ημισυνθετικές ενώσεις | |---|---|---|---| | Catharanthus roseus | Apocynaceae | Vinblastine, Vincristine | Vindesine, Navelbine | | Podophyllum peltatum, Podophyllum emodi | Berberidaceae | — | Etoposide, Teniposide | | Taxus brevifolia, Taxus baccata | Taxaceae | — | Taxol |

    Οι δράσεις τους (Ανακεφαλαίωση, σελ. 241)

    • Catharanthus roseus της οικογένειας Apocynaceae, περιέχει τα αλκαλοειδή βινκριστίνη και βινμπλαστίνη· η πρώτη είναι πολύ δραστική στις παιδικές λευχαιμίες, στον καρκίνο του μαστού, του πνεύμονα, στα διάφορα σαρκώματα, ενώ η δεύτερη χρησιμοποιείται στη νόσο του Hodgkin, στα λεμφώματα και στον καρκίνο των όρχεων.
    • Podophyllum peltatum και Podophyllum emodi της οικογένειας Berberidaceae· το ρίζωμα των φυτών αυτών περιέχει μια ρητίνη, την ποδοφυλλίνη με κυριότερη δραστική ουσία την ποδοφυλλοτοξίνη, η οποία είναι πολύ τοξική και σήμερα δεν χρησιμοποιείται η ίδια αλλά τα ημισυνθετικά παράγωγά της, ετοποσίδη και τενιποσίδη· χρησιμοποιούνται σε λευχαιμίες, σε λεμφώματα, στο σάρκωμα Kaposi, στον καρκίνο του πνεύμονα, στη νόσο του Hodgkin.
    • Taxus brevifolia και Taxus baccata της οικογένειας Taxaceae· η δραστική ουσία του φυτού είναι η ταξόλη, η οποία όμως βρίσκεται σε πολύ μικρή ποσότητα στο φυτό, χρησιμοποιείται στη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών, του μαστού και του πνεύμονα.

    Και οι μουστάρδες (σελ. 236): η χημειοθεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου άρχισε τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο από τις μουστάρδες που παρουσίαζαν αντιλευχαιμικές ιδιότητες· οι μουστάρδες προέρχονται από τα σπέρματα των φυτών Sinapis alba και Brassica nigra και περιέχουν σιναλβίνη και σινιγρίνη, οι οποίες εκτός από τα καρκινικά κύτταρα επηρεάζουν και τα φυσιολογικά.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα βοτανικά είδη που χρησιμοποιούνται κατά του καρκίνου είναι το Catharanthus roseus της οικογένειας Apocynaceae, από το οποίο προέρχονται τα αλκαλοειδή βινμπλαστίνη και βινκριστίνη και τα παράγωγά τους βιντεσίνη και ναβελμπίνη· τα Podophyllum peltatum και Podophyllum emodi της οικογένειας Berberidaceae, από το ρίζωμα των οποίων λαμβάνεται η ποδοφυλλίνη με δραστική ουσία την ποδοφυλλοτοξίνη και τα ημισυνθετικά παράγωγα ετοποσίδη και τενιποσίδη· και τα Taxus brevifolia και Taxus baccata της οικογένειας Taxaceae, από τα οποία προέρχεται η ταξόλη. Ιστορικά, η χημειοθεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου άρχισε τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο από τις μουστάρδες, που προέρχονται από τα σπέρματα των Sinapis alba και Brassica nigra.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 (11.6) — Τρόπος δράσης αντικαρκινικών

Ερώτηση: Με ποιο τρόπο δρουν τα αντικαρκινικά φάρμακα;

Απάντηση:

  • Η γενική αρχή (σελ. 236): τα αντικαρκινικά προϊόντα φυσικής προέλευσης έχουν διαφορετικούς τρόπους δράσης.

    Οι δύο μηχανισμοί | Ενώσεις | Μηχανισμός | |---|---| | Βινβλαστίνη (vinblastine) και ταξόλη (taxol) | αναστέλλουν τον πολυμερισμό ή τον αποπολυμερισμό των τουμπουλινών επηρεάζοντας έτσι την κυτταρική διαίρεση | | Άλλες ενώσεις, όπως η τενιποσίδη (teniposide) | εμποδίζουν το κύτταρο να μπει στη φάση της μίτωσης, αναστέλλοντας τις τοπο-ισομεράσες, ένζυμα τα οποία ανοίγουν και κλείνουν τις αλυσίδες του DNA πράγμα απαραίτητο για την αντιγραφή ή τη μετάφρασή του |

    Η διάκριση των δύο πρώτων (σελ. 238, 239): οι ενώσεις αυτές [vinblastine και vincristine] μπλοκάρουν την κυτταρική διαίρεση αναστέλλοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών· η ταξόλη, αντίθετα με τα αλκαλοειδή της Μαδαγασκάρης, δεν αναστέλλει τον πολυμερισμό των τουμπουλινών, αλλά τον αποπολυμερισμό τους.

    Και η ποδοφυλλοτοξίνη (σελ. 238): όπως και τα αλκαλοειδή της Μαδαγασκάρης, οι ουσίες αυτές αναστέλλουν την κυτταρική διαίρεση μπλοκάροντας τη φάση της μίτωσης (εμποδίζοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών).

    Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 241): τα αντικαρκινικά προϊόντα φυτικής προέλευσης επιδρούν με διαφορετικό τρόπο στον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων.

    Η ανάγκη διαφορετικών χειρισμών (σελ. 235): επειδή δεν υπάρχει αποκλειστικά ένας καρκίνος, αλλά διάφορα είδη καρκίνου, απαιτούνται διάφοροι χειρισμοί όσον αφορά τα χημειοθεραπευτικά μέσα· έτσι, ένας φυσικός μεταβολίτης δραστικός ενάντια σε ένα είδος καρκίνου, μπορεί να είναι εντελώς αδρανής για την αντιμετώπιση ενός άλλου είδους καρκίνου.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα αντικαρκινικά προϊόντα φυσικής προέλευσης επιδρούν με διαφορετικό τρόπο στον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων. Η βινβλαστίνη και η ταξόλη αναστέλλουν τον πολυμερισμό ή τον αποπολυμερισμό των τουμπουλινών, επηρεάζοντας έτσι την κυτταρική διαίρεση — συγκεκριμένα η βινβλαστίνη και η βινκριστίνη αναστέλλουν τον πολυμερισμό, ενώ η ταξόλη τον αποπολυμερισμό τους. Άλλες ενώσεις, όπως η τενιποσίδη, εμποδίζουν το κύτταρο να μπει στη φάση της μίτωσης, αναστέλλοντας τις τοπο-ισομεράσες, ένζυμα που ανοίγουν και κλείνουν τις αλυσίδες του DNA, κάτι απαραίτητο για την αντιγραφή ή τη μετάφρασή του.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 (11.6) — Βινμπλαστίνη και βινκριστίνη

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τη βινμπλαστίνη και για τη βινκριστίνη;

Απάντηση:

  • Το φυτό (σελ. 237): Catharanthus roseus της οικογένειας Apocynaceae· το φυτό προέρχεται από τη Μαδαγασκάρη και είναι μια διαρκώς ανθισμένη πόα, με ροζ και άσπρα άνθη, το ύψος της οποίας φθάνει τα 40-80 εκατοστά· από τα εναέρια τμήματα του φυτού παραλαμβάνονται τα αλκαλοειδή (έχουν απομονωθεί περίπου 100 αλκαλοειδή).

    Πώς ανακαλύφθηκαν: Καναδοί επιστήμονες, τη δεκαετία του '50, ψάχνοντας για αντιδιαβητικά φάρμακα στράφηκαν στο φυτό αυτό… παρατήρησαν ότι, όταν έκαναν ένεση σε ποντίκια με εκχυλίσματα του φυτού, εκείνα πέθαιναν σε μερικές ημέρες… ανακάλυψαν ότι, μετά τη χορήγηση εκχυλισμάτων του Cantharanthus roseus, έπεφταν δραματικά τα επίπεδα των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος· κατάλαβαν λοιπόν οι επιστήμονες ότι το φυτό αυτό θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο ενάντια στους καρκίνους του αίματος (σελ. 238).

    Ο μηχανισμός: οι ενώσεις αυτές μπλοκάρουν την κυτταρική διαίρεση αναστέλλοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών.

    Οι χρήσεις | Ένωση | Χρήσεις | |---|---| | Vinblastine | χρησιμοποιείται στη νόσο του Hodgkin, στα λεμφώματα και στους καρκίνους των όρχεων | | Vincristine | είναι πολύ δραστική στις παιδικές λευχαιμίες, αλλά χρησιμοποιείται και στη χημειοθεραπεία του καρκίνου του μαστού, του πνεύμονα και για διάφορα σαρκώματα |

    Τα παράγωγα: αναπτύχθηκαν και παράγωγα, όπως η 5-noranhydrovinblastine, που στην αγορά τη συναντάμε ως Navelbine, και η vindesine που το εμπορικό της όνομα είναι Eldisine.

    Το πρόβλημα της ποσότητας: η vinblastine και η vincristine βρίσκονται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό στο φυτό· χρειάζονται 10 τόνοι του φυτού για να πάρουμε 0,5 έως 1 γραμμάριο από vincristine· τελικά, η πολυπλοκότητα της χημικής της δομής είναι τέτοια που η ολική σύνθεσή της δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί· για τον λόγο αυτόν, η κληματίδα της Μαδαγασκάρης καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό στις τροπικές χώρες και κυρίως στο Ζαΐρ.

    Οι ευρωπαϊκές κληματίδες: Vinca minor L. και Vinca major L. δεν περιέχουν vinbrastine ούτε vincristine· τα είδη αυτά περιέχουν αντίθετα μονομερή αλκαλοειδή του ινδολίου όπως η vincamine, που χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της εγκεφαλικής κυκλοφορικής ανεπάρκειας και σε προβλήματα μνήμης στα ηλικιωμένα άτομα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βινμπλαστίνη και η βινκριστίνη είναι αλκαλοειδή της ομάδας του ινδολίου που παραλαμβάνονται από τα εναέρια τμήματα του Catharanthus roseus της οικογένειας Apocynaceae, φυτού της Μαδαγασκάρης. Ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του '50 από Καναδούς επιστήμονες, που παρατήρησαν ότι τα εκχυλίσματα του φυτού μείωναν δραματικά τα λευκά αιμοσφαίρια. Μπλοκάρουν την κυτταρική διαίρεση αναστέλλοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών. Η βινμπλαστίνη χρησιμοποιείται στη νόσο του Hodgkin, στα λεμφώματα και στους καρκίνους των όρχεων, ενώ η βινκριστίνη είναι πολύ δραστική στις παιδικές λευχαιμίες και χρησιμοποιείται και στον καρκίνο του μαστού και του πνεύμονα και σε διάφορα σαρκώματα. Βρίσκονται σε πολύ μικρό ποσοστό στο φυτό — χρειάζονται 10 τόνοι φυτού για 0,5 έως 1 γραμμάριο βινκριστίνης — και έχουν αναπτυχθεί τα παράγωγα navelbine και vindesine.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 (11.6) — Η ποδοφυλλίνη

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την ποδοφυλλίνη;

Απάντηση:

  • Το φυτό (σελ. 238): Podophyllum peltatum L. της οικογένειας Berberidaceae· είναι ένα μικρό φυτό που συναντάται στα υγρά δάση δυτικά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά· χρησιμοποιόταν ήδη από τους Ινδιάνους της Αμερικής ως καθαρτικό και ανθελμινθικό.

    Τι είναι η ποδοφυλλίνη: το ρίζωμά του δίνει μια ρητίνη που ονομάζεται ποδοφυλλίνη και συνταγογραφείται ακόμη και στις μέρες μας· οι ιδιότητες της ποδοφυλλίνης οφείλονται κυρίως σε κάποιες ουσίες, των οποίων ο κύριος εκπρόσωπος είναι η ποδοφυλλοτοξίνη.

    Ο μηχανισμός δράσης: όπως και τα αλκαλοειδή της Μαδαγασκάρης, οι ουσίες αυτές αναστέλλουν την κυτταρική διαίρεση μπλοκάροντας τη φάση της μίτωσης (εμποδίζοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών).

    Η τοξικότητα (σελ. 239): δυστυχώς, οι ενώσεις αυτές αποδείχθηκαν πολύ τοξικές και με πολύ μικρή εξειδικευμένη δράση, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία του καρκίνου· θα πρέπει γι' αυτό να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή και να ακολουθούνται οι οδηγίες - προφυλάξεις για την εφαρμογή τόσο της ποδοφυλλίνης όσο και της ποδοφυλλοτοξίνης.

    Τα ημισυνθετικά παράγωγα: αν και τα προϊόντα του φυτού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα, εξυπηρετούν… στην παρασκευή πολλών ημισυνθετικών παραγώγων που κάποια από αυτά έχουν θεραπευτική εφαρμογή· σήμερα, τα παράγωγα etoposide και teniposide έχουν εμπορευματοποιηθεί· η etoposide χρησιμοποιείται έναντι του καρκίνου των πνευμόνων, του καρκίνου των όρχεων, του σαρκώματος Kaposi και έναντι διαφόρων λεμφωμάτων και λευχαιμιών· η teniposide συνταγογραφείται στην αντιμετώπιση της νόσου του Hodgkin και σε λευχαιμίες.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ποδοφυλλίνη είναι μια ρητίνη που δίνει το ρίζωμα του Podophyllum peltatum της οικογένειας Berberidaceae, μικρού φυτού των υγρών δασών δυτικά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, το οποίο οι Ινδιάνοι χρησιμοποιούσαν ως καθαρτικό και ανθελμινθικό. Οι ιδιότητές της οφείλονται κυρίως σε ουσίες με κύριο εκπρόσωπο την ποδοφυλλοτοξίνη, η οποία αναστέλλει την κυτταρική διαίρεση μπλοκάροντας τη φάση της μίτωσης, δηλαδή εμποδίζοντας τον πολυμερισμό των τουμπουλινών. Οι ενώσεις αυτές αποδείχθηκαν όμως πολύ τοξικές και με πολύ μικρή εξειδικευμένη δράση για να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία του καρκίνου, γι' αυτό σήμερα χρησιμοποιούνται τα ημισυνθετικά παράγωγά τους, η ετοποσίδη, έναντι του καρκίνου των πνευμόνων και των όρχεων, του σαρκώματος Kaposi, λεμφωμάτων και λευχαιμιών, και η τενιποσίδη, στη νόσο του Hodgkin και σε λευχαιμίες.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 7 (11.6) — Η ταξόλη

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την ταξόλη;

Απάντηση:

  • Τα φυτά (σελ. 239): Taxus της οικογένειας Taxaceae· τα Taxus είναι δέντρα γνωστά από παλιά για την τοξικότητά τους· οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο ύπνος κάτω από τη σκιά ενός τάξους ήταν θανατηφόρος· τα είδη Taxus baccata και Taxus brevifolia χρησιμοποιήθηκαν ως δηλητήρια σε εγκληματικές πράξεις και σε αυτοκτονίες· όλα τα μέρη του φυτού, εκτός από τις σαρκώδεις κόκκινες και γλοιώδεις ρώγες, είναι τοξικά.

    Η ανακάλυψή της: η ανακάλυψη της ταξόλης (taxol) και η ανάπτυξή της ως αντικαρκινικού φαρμάκου στις αρχές της δεκαετίας του '90 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες των τελευταίων ετών στο πεδίο της έρευνας των φυσικών προϊόντων.

    Ο μηχανισμός: η ταξόλη, αντίθετα με τα αλκαλοειδή της Μαδαγασκάρης, δεν αναστέλλει τον πολυμερισμό των τουμπουλινών, αλλά τον αποπολυμερισμό τους.

    Το πρόβλημα της προμήθειας: η χημική δομή της ταξόλης, αφενός είναι πολύ πολύπλοκη και δεν συμφέρει οικονομικά η σύνθεσή της, αφετέρου βρίσκεται μόνο στον φλοιό των δέντρων τα οποία μεγαλώνουν με αργούς ρυθμούς· επιπλέον, ο φλοιός των δέντρων αυτών δεν αναγεννάται· σε πρώτη φάση, κόπηκαν 12.000 δέντρα στις Η.Π.Α. για την παραλαβή 2 κιλών ταξόλης, απαραίτητων σε κλινικές έρευνες· σύμφωνα με υπολογισμούς, για τη θεραπεία ενός μόνο ασθενούς θα έπρεπε να κοπούν τρία δέντρα, ενώ 50.000-60.000 ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών ή του μαστού έχουν ανάγκη από ταξόλη.

    Η λύση (σελ. 240): Γάλλοι ερευνητές ανέπτυξαν μια εναλλακτική λύση· ανακάλυψαν στις βελόνες του Taxus baccata έναν πρόδρομο της ταξόλης, τη δεακέτυλο-μπακατίνη· η ένωση αυτή μπορεί να απομονωθεί από τις βελόνες του δέντρου και πρέπει να τονισθεί ότι το κόψιμο των βελονών δεν καταστρέφει το δέντρο· στη συνέχεια ανακάλυψαν μια ανάλογη ένωση, το ταξοτέρ (taxoter), του οποίου η δράση είναι ισχυρότερη από την ίδια την ταξόλη· το πρόβλημα της προμήθειας της ταξόλης είχε πλέον λυθεί.

    Οι χρήσεις: η ταξόλη χρησιμοποιείται στη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών, που είναι ανθεκτικός στη χημειοθεραπεία, καθώς και στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού και του πνεύμονα.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ταξόλη απομονώνεται από τα είδη Taxus brevifolia και Taxus baccata της οικογένειας Taxaceae και η ανακάλυψή της, στις αρχές της δεκαετίας του '90, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες της έρευνας των φυσικών προϊόντων. Σε αντίθεση με τα αλκαλοειδή της Μαδαγασκάρης, δεν αναστέλλει τον πολυμερισμό των τουμπουλινών αλλά τον αποπολυμερισμό τους. Η χημική της δομή είναι πολύ πολύπλοκη και δεν συμφέρει οικονομικά η σύνθεσή της, ενώ βρίσκεται μόνο στον φλοιό των δέντρων, ο οποίος δεν αναγεννάται: για την παραλαβή 2 κιλών κόπηκαν 12.000 δέντρα στις Η.Π.Α. Το πρόβλημα λύθηκε όταν Γάλλοι ερευνητές ανακάλυψαν στις βελόνες του Taxus baccata έναν πρόδρομο της ταξόλης, τη δεακέτυλο-μπακατίνη, και στη συνέχεια το ταξοτέρ, του οποίου η δράση είναι ισχυρότερη από την ίδια την ταξόλη. Η ταξόλη χρησιμοποιείται στη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών, που είναι ανθεκτικός στη χημειοθεραπεία, καθώς και του καρκίνου του μαστού και του πνεύμονα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ