Πλήρεις λύσεις των 8 ερωτήσεων του κεφαλαίου 6 — η ταυτότητα των ταννινών, η δέψη του δέρματος, οι ιδιότητές τους, η παραλαβή, οι δύο ομάδες, η ανίχνευση και ο έλεγχος, οι θεραπευτικές και άλλες χρήσεις και οι δρόγες που τις περιέχουν.
Ερώτηση: Τι είναι οι ταννίνες;
Απάντηση:
Η χημική τους ταυτότητα (σελ. 101): υπάρχουν πάντα σε μείγματα· τα μόριά τους έχουν πάρα πολύ υψηλό μοριακό βάρος (από 1000 έως 5000)· δεν έχουν άζωτο στο μόριό τους αλλά πολλά φαινολικά υδροξύλια.
Η χαρακτηριστική τους ιδιότητα: έχουν την ικανότητα να συνδέονται με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων και να σχηματίζουν σταθερά προϊόντα και πολύ ανθεκτικά· η κατεργασία αυτή είναι η δέψη.
Το όριο εκμετάλλευσης: για να θεωρείται εκμεταλλεύσιμο ένα φυτό, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% ταννίνες.
Οι οριακές περιπτώσεις
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 103): οι ταννίνες είναι ενώσεις που δεν έχουν άζωτο, αλλά πολλά φαινολικά υδροξύλια στο μόριό τους· προκαλούν τη δέψη του δέρματος των ζώων, αλλά όχι όταν έχουν σχετικά μικρό ή πολύ μεγάλο μοριακό βάρος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ταννίνες υπάρχουν πάντα σε μείγματα, έχουν πολύ υψηλό μοριακό βάρος, από 1000 έως 5000, δεν έχουν άζωτο στο μόριό τους αλλά πολλά φαινολικά υδροξύλια. Χαρακτηριστική τους ιδιότητα είναι ότι συνδέονται με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων και σχηματίζουν σταθερά και πολύ ανθεκτικά προϊόντα, δηλαδή προκαλούν τη δέψη. Για να θεωρείται ένα φυτό εκμεταλλεύσιμο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% ταννίνες. Δέψη όμως δεν κάνουν ούτε οι ταννίνες με μοριακό βάρος κάτω από 1000, όπως οι κατεχίνες και οι λευκοανθοκυάνες, ούτε εκείνες με πολύ μεγάλο μοριακό βάρος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τη δέψη του δέρματος;
Απάντηση:
Ο μηχανισμός (σελ. 101): έχουν την ικανότητα να συνδέονται με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων και να σχηματίζουν σταθερά προϊόντα και πολύ ανθεκτικά.
Πού γίνεται και γιατί: η κατεργασία αυτή είναι η δέψη που γίνεται στα βυρσοδεψεία, ώστε να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή τσαντών, παπουτσιών και άλλων προϊόντων.
Η οικονομική προϋπόθεση: για να θεωρείται εκμεταλλεύσιμο ένα φυτό, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% ταννίνες.
Ποιες ταννίνες ΔΕΝ κάνουν δέψη | Περίπτωση | Γιατί | |---|---| | Μοριακό βάρος κάτω από 1000 | είναι ενδιάμεσες ενώσεις, μεταξύ φλαβονοειδών και ταννινών (κατεχίνες, επικατεχίνες, λευκοανθοκυάνες, φαινολοξέα)· δίνουν τις χημικές αντιδράσεις των ταννινών, αλλά δεν κάνουν δέψη του δέρματος | | Πολύ μεγάλο μοριακό βάρος | δεν μπορούν, επίσης, να κάνουν δέψη του δέρματος |
Η ίδια ιδιότητα στη φαρμακολογία: επειδή ενώνονται με τις πρωτεΐνες, έχουν αιμοστατική δράση και δρουν στις αιμορροΐδες· στο δέρμα και τις βλεννογόνους έχουν στυπτική και αντισηπτική δράση — δηλαδή η δέψη και η στυπτική δράση είναι η ίδια χημεία σε διαφορετικό υλικό.
Και ο έλεγχος: ο έλεγχος γίνεται είτε με τη σύνδεσή τους με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων, είτε με τις πρωτεΐνες του αίματος (σελ. 102).
Τα φυτά της βυρσοδεψίας: Quercus infectoria (κηκίδες δρυός, μέχρι και 70% ταννίνη), Castanea dentate (φλοιός καστανιάς — η δεύτερη πλουσιότερη πηγή), Terminalia chebula (μυροβάλανοι).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δέψη είναι η κατεργασία κατά την οποία οι ταννίνες συνδέονται με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων και σχηματίζουν σταθερά και πολύ ανθεκτικά προϊόντα. Γίνεται στα βυρσοδεψεία, ώστε τα δέρματα να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή τσαντών, παπουτσιών και άλλων προϊόντων, ενώ για να είναι εκμεταλλεύσιμο ένα φυτό πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% ταννίνες. Δέψη δεν προκαλούν οι ταννίνες με μοριακό βάρος κάτω από 1000, που είναι ενδιάμεσες ενώσεις μεταξύ φλαβονοειδών και ταννινών, ούτε εκείνες με πολύ μεγάλο μοριακό βάρος. Κύριες πηγές είναι οι κηκίδες της δρυός, ο φλοιός της καστανιάς και οι μυροβάλανοι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι ιδιότητες των ταννινών;
Απάντηση:
Διαλυτότητα (σελ. 101): οι ταννίνες είναι διαλυτές στο νερό και μάλιστα στο θερμό, στην αλκοόλη, στην ακετόνη, τη μεθανόλη, τα αραιά αλκάλια, τη γλυκερίνη, ενώ δεν διαλύονται στον αιθέρα, το χλωροφόρμιο, τον πετρελαϊκό αιθέρα, το βενζόλιο· στο νερό δίνουν ελαφρώς κολλοειδή διαλύματα, τα οποία όσο μένουν σκουραίνουν.
Γεύση: έχουν στυφή γεύση (μόνο κάποια παράγωγά τους έχουν γλυκιά γεύση) και τις προσθέτουν στα ορεξιογόνα ποτά (τα απεριτίφ).
Φαρμακολογικές ιδιότητες (σελ. 101-102)
Ο περιορισμός: όμως δεν πρέπει να καταναλώνονται πολύ συχνά και πολύ μεγάλες ποσότητές τους, γιατί μπορεί να βλάψουν το συκώτι ή άλλα όργανα.
Η χημική βάση όλων: η ικανότητά τους να συνδέονται με πρωτεΐνες και τα πολλά φαινολικά υδροξύλια — από τα οποία προκύπτουν και τα έντονα πράσινα ή μπλε χρώματα με διάλυμα τριχλωριούχου σιδήρου.
Η πρακτική συμβουλή του βιβλίου: αν πίνουμε πάρα πολύ τσάι συνιστάται να βάζουμε γάλα για να καθιζάνουν οι ταννίνες και να μην έχουμε ανεπιθύμητα αποτελέσματα (σελ. 103).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ταννίνες διαλύονται στο νερό, ιδίως το θερμό, στην αλκοόλη, την ακετόνη, τη μεθανόλη, τα αραιά αλκάλια και τη γλυκερίνη, ενώ δεν διαλύονται σε αιθέρα, χλωροφόρμιο, πετρελαϊκό αιθέρα και βενζόλιο· στο νερό δίνουν ελαφρώς κολλοειδή διαλύματα που με τον χρόνο σκουραίνουν. Έχουν στυφή γεύση και προστίθενται στα ορεξιογόνα ποτά. Επειδή ενώνονται με τις πρωτεΐνες, έχουν αιμοστατική δράση και δρουν στις αιμορροΐδες, ενώ στο δέρμα και τους βλεννογόνους είναι στυπτικές και αντισηπτικές, στεγνώνουν τις υγρές πληγές και σταματούν τη διάρροια· δίνονται και ως αντίδοτα σε δηλητηριάσεις με αλκαλοειδή, βαρέα μέταλλα και πρωτεϊνικές ουσίες. Δεν πρέπει όμως να καταναλώνονται συχνά και σε μεγάλες ποσότητες, γιατί μπορεί να βλάψουν το συκώτι ή άλλα όργανα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς παραλαμβάνονται από τα φυτά;
Απάντηση:
Η εκχύλιση (σελ. 102): η εκχύλιση κατά γενικό κανόνα γίνεται με μείγμα νερού και ακετόνης.
Ο καθαρισμός: απομακρύνεται η ακετόνη με απόσταξη και το υδατικό διάλυμα αναταράσσεται με λιπόφιλο διαλύτη, π.χ. χλωροφόρμιο, ώστε να απομακρυνθούν όσα τυχόν λιπίδια και χρωστικές είχαν παραληφθεί χάρη στην ακετόνη.
Ο διαχωρισμός: ο διαχωρισμός μεταξύ τους γίνεται με χρωματογραφία.
Γιατί λειτουργεί αυτή η σειρά: στηρίζεται στη διαλυτότητά τους — οι ταννίνες είναι διαλυτές στο νερό και μάλιστα στο θερμό, στην αλκοόλη, στην ακετόνη, τη μεθανόλη, τα αραιά αλκάλια, τη γλυκερίνη, ενώ δεν διαλύονται στον αιθέρα, το χλωροφόρμιο, τον πετρελαϊκό αιθέρα, το βενζόλιο (σελ. 101)· άρα: | Βήμα | Τι πετυχαίνει | |---|---| | Εκχύλιση με νερό + ακετόνη | παραλαμβάνονται οι ταννίνες (διαλυτές και στα δύο) | | Απόσταξη της ακετόνης | μένει υδατικό διάλυμα με τις ταννίνες | | Ανατάραξη με χλωροφόρμιο | οι ταννίνες ΔΕΝ διαλύονται στο χλωροφόρμιο και μένουν στο νερό, ενώ τα λιπίδια και οι χρωστικές περνούν στη λιπόφιλη στοιβάδα | | Χρωματογραφία | διαχωρισμός των ταννινών μεταξύ τους |
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 103): η διαλυτότητά τους χρησιμεύει στην παραλαβή και τον καθαρισμό τους.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η εκχύλιση γίνεται κατά γενικό κανόνα με μείγμα νερού και ακετόνης. Στη συνέχεια απομακρύνεται η ακετόνη με απόσταξη και το υδατικό διάλυμα αναταράσσεται με λιπόφιλο διαλύτη, όπως το χλωροφόρμιο, ώστε να απομακρυνθούν τα λιπίδια και οι χρωστικές που είχαν παραληφθεί χάρη στην ακετόνη· οι ταννίνες, που δεν διαλύονται στο χλωροφόρμιο, παραμένουν στη στοιβάδα του νερού. Ο διαχωρισμός των ταννινών μεταξύ τους γίνεται με χρωματογραφία. Όλη η διαδικασία στηρίζεται στη διαλυτότητά τους, που χρησιμεύει τόσο στην παραλαβή όσο και στον καθαρισμό.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποιες ομάδες κατατάσσονται;
Απάντηση:
Οι δύο ομάδες (σελ. 101): κατατάσσονται σε 2 ομάδες: | Ομάδα | Συμπεριφορά | |---|---| | α. Υδρολυόμενες ταννίνες | μπορούν να υδρολυθούν και δίνουν κατά κύριο λόγο γαλλικό οξύ ή ελλαγικό οξύ | | β. Συμπυκνωμένες ταννίνες | αντί να υδρολυθούν δίνουν πιο σύνθετα, αδιάλυτα προϊόντα, τα φλομπαφένια |
Πώς τις ξεχωρίζουμε (σελ. 102): με κάποια άλλα αντιδραστήρια, π.χ. οξικό μόλυβδο σε οξικό οξύ, διάλυμα βρωμίου, θειούχο αμμώνιο, θέρμανση, τριχλωριούχο σίδηρο διακρίνουμε αν η ταννίνη είναι υδρολυόμενη ή συμπυκνωμένη.
Οι «ενδιάμεσες» ενώσεις: υπάρχουν ταννίνες με χαμηλότερο μοριακό βάρος από 1000· είναι ενδιάμεσες ενώσεις, μεταξύ φλαβονοειδών και ταννινών· σ' αυτές ανήκουν οι κατεχίνες, οι επικατεχίνες και οι λευκοανθοκυάνες, που είναι παράγωγα του φλαβανίου, π.χ. τεϊοταννίνη, καθώς και κάποια φαινολοξέα, π.χ. χλωρογενικό οξύ· δίνουν τις χημικές αντιδράσεις των ταννινών, αλλά δεν κάνουν δέψη του δέρματος.
Παράδειγμα από τα φυτά: το πράσινο τσάι έχει μια ταννίνη (κατεχίνη) που είναι πολύ ισχυρό αντιοξειδωτικό (σελ. 103).
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 103): κατατάσσονται σε υδρολυόμενες και συμπυκνωμένες ταννίνες, που διακρίνονται από τα αποτελέσματα υδρόλυσης και άλλες αντιδράσεις· υπάρχουν και γενικές αντιδράσεις που δίνουν όλες οι ταννίνες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ταννίνες κατατάσσονται σε δύο ομάδες. Οι υδρολυόμενες μπορούν να υδρολυθούν και δίνουν κατά κύριο λόγο γαλλικό ή ελλαγικό οξύ, ενώ οι συμπυκνωμένες, αντί να υδρολυθούν, δίνουν πιο σύνθετα και αδιάλυτα προϊόντα, τα φλομπαφένια. Η διάκριση γίνεται με ειδικά αντιδραστήρια, όπως οξικός μόλυβδος σε οξικό οξύ, διάλυμα βρωμίου, θειούχο αμμώνιο, θέρμανση και τριχλωριούχος σίδηρος. Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι ενώσεις με μοριακό βάρος κάτω από 1000 — κατεχίνες, επικατεχίνες, λευκοανθοκυάνες και φαινολοξέα — που δίνουν τις αντιδράσεις των ταννινών αλλά δεν κάνουν δέψη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς ανιχνεύονται και πώς ελέγχονται οι ταννίνες;
Απάντηση:
Οι αντιδράσεις ανίχνευσης (σελ. 102) — οι ταννίνες ανιχνεύονται με τις παρακάτω αντιδράσεις:
Η διάκριση της ομάδας: με κάποια άλλα αντιδραστήρια, π.χ. οξικό μόλυβδο σε οξικό οξύ, διάλυμα βρωμίου, θειούχο αμμώνιο, θέρμανση, τριχλωριούχο σίδηρο διακρίνουμε αν η ταννίνη είναι υδρολυόμενη ή συμπυκνωμένη.
Ο έλεγχος: ο έλεγχος γίνεται είτε με τη σύνδεσή τους με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων, είτε με τις πρωτεΐνες του αίματος.
Η λογική πίσω από τις αντιδράσεις | Αντίδραση | Ιδιότητα που εκμεταλλεύεται | |---|---| | Ίζημα με πρωτεΐνες (ζελατίνη), με το δέρμα, με το αίμα | η σύνδεση με τις πρωτεΐνες — η ίδια που δίνει τη δέψη | | Χρώμα με τριχλωριούχο σίδηρο | τα πολλά φαινολικά υδροξύλια | | Ίζημα με βαρέα μέταλλα και με αλκαλοειδή | η ίδια ιδιότητα που τις κάνει αντίδοτα σε δηλητηριάσεις με αλκαλοειδή και βαρέα μέταλλα |
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 103): ελέγχονται και ποσοτικά.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ταννίνες ανιχνεύονται με πέντε χαρακτηριστικές αντιδράσεις: δίνουν ίζημα με πρωτεΐνες, όπως η ζελατίνη· δίνουν έντονα πράσινα ή μπλε χρώματα με διάλυμα τριχλωριούχου σιδήρου· δίνουν ίζημα με βαρέα μέταλλα, όπως ο μόλυβδος και ο χαλκός· δίνουν ίζημα με αμίνες και ενώσεις αμμωνίας· και δίνουν ίζημα με αλκαλοειδή. Με άλλα αντιδραστήρια, όπως οξικό μόλυβδο σε οξικό οξύ, διάλυμα βρωμίου, θειούχο αμμώνιο, θέρμανση και τριχλωριούχο σίδηρο, διακρίνουμε αν η ταννίνη είναι υδρολυόμενη ή συμπυκνωμένη. Ο έλεγχος γίνεται είτε με τη σύνδεσή τους με τις πρωτεΐνες του δέρματος των ζώων είτε με τις πρωτεΐνες του αίματος.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι θεραπευτικές και άλλες χρήσεις τους;
Απάντηση:
Θεραπευτικές χρήσεις (σελ. 101-102)
Ο περιορισμός: δεν πρέπει να καταναλώνονται πολύ συχνά και πολύ μεγάλες ποσότητές τους, γιατί μπορεί να βλάψουν το συκώτι ή άλλα όργανα.
Άλλες χρήσεις | Χρήση | Παράδειγμα | |---|---| | Βυρσοδεψία | η δέψη του δέρματος για τσάντες, παπούτσια και άλλα προϊόντα — Quercus infectoria, Castanea dentate, Terminalia chebula | | Ορεξιογόνα ποτά | λόγω της στυφής γεύσης τις προσθέτουν στα απεριτίφ | | Καλλυντικά | οι ταννίνες της Αμαμελίδος (Hamamelis virginiana) στις λοσιόν | | Χρώματα και μελάνη | η ταννίνη των κηκίδων της δρυός στην παρασκευή χρωμάτων και μελάνης | | Εγκαύματα | η ταννίνη χρησιμοποιείται σε εγκαύματα | | Ρόφημα και αντιοξειδωτικό | το τσάι (Camelia sinensis) — το πράσινο τσάι έχει μια ταννίνη (κατεχίνη) που είναι πολύ ισχυρό αντιοξειδωτικό, ενώ το μαύρο τσάι δίνεται σε διάρροιες και βοηθητικά σε δηλητηριάσεις |
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 103): έχουν όλες παρόμοιες φαρμακολογικές δράσεις και χρήση στη βυρσοδεψία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Θεραπευτικά, επειδή ενώνονται με τις πρωτεΐνες, οι ταννίνες έχουν αιμοστατική δράση και δρουν στις αιμορροΐδες, ενώ στο δέρμα και τους βλεννογόνους είναι στυπτικές και αντισηπτικές, στεγνώνουν τις υγρές πληγές και σταματούν τη διάρροια· δίνονται επίσης ως αντίδοτα σε δηλητηριάσεις με αλκαλοειδή, βαρέα μέταλλα και πρωτεϊνικές ουσίες, με τον περιορισμό ότι η συχνή κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων μπορεί να βλάψει το συκώτι ή άλλα όργανα. Από τις άλλες χρήσεις σημαντικότερη είναι η βυρσοδεψία, ενώ χρησιμοποιούνται και σε ορεξιογόνα ποτά χάρη στη στυφή γεύση, σε καλλυντικά όπως οι λοσιόν με αμαμελίδα, σε εγκαύματα, καθώς και στην παρασκευή χρωμάτων και μελάνης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Αναφέρατε παραδείγματα και ιδιότητες των δρογών με ταννίνες.
Απάντηση:
Τα παραδείγματα του βιβλίου (σελ. 102-103)
1. Quercus infectoria: από τις κηκίδες της δρυός παίρνουμε την πιο εκμεταλλεύσιμη ποσότητα ταννίνης (μέχρι και 70%)· η ταννίνη χρησιμοποιείται σε εγκαύματα, σε δηλητηριάσεις με βαρέα μέταλλα, στη βυρσοδεψία, στην παρασκευή χρωμάτων και μελάνης.
2. Castanea dentate: ο φλοιός της καστανιάς είναι η δεύτερη πλουσιότερη πηγή ταννινών· χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία και ως στυπτικό.
3. Hamamelis virginiana: οι ταννίνες της Αμαμελίδος χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά (λοσιόν), στις αιμορροΐδες, σε τοπικά εγκαύματα ως στυπτικό.
4. Terminalia chebula: οι ταννίνες των Μυροβαλάνων χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία και ως στυπτικό.
5. Camelia sinensis: είναι το τσάι· το πράσινο τσάι έχει μια ταννίνη (κατεχίνη) που είναι πολύ ισχυρό αντιοξειδωτικό· μετά από επεξεργασία παίρνουμε το μαύρο τσάι που εκτός από ρόφημα, το δίνουμε σε διάρροιες και βοηθητικό σε δηλητηριάσεις· αν πίνουμε πάρα πολύ τσάι συνιστάται να βάζουμε γάλα για να καθιζάνουν οι ταννίνες και να μην έχουμε ανεπιθύμητα αποτελέσματα.
Η γενική εικόνα (Ανακεφαλαίωση, σελ. 103): περιέχονται σε πολλά φυτά, αλλά μερικά είναι πλούσια σ' αυτές — και για να θεωρείται εκμεταλλεύσιμο ένα φυτό, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% ταννίνες.
Η παρατήρηση για το γάλα: εξηγείται από την ίδια τη χημεία τους — δίνουν ίζημα με πρωτεΐνες, π.χ. ζελατίνη· οι πρωτεΐνες του γάλακτος δεσμεύουν τις ταννίνες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η πλουσιότερη πηγή είναι οι κηκίδες της δρυός (Quercus infectoria), με ταννίνη έως και 70%, που χρησιμοποιείται σε εγκαύματα, σε δηλητηριάσεις με βαρέα μέταλλα, στη βυρσοδεψία και στην παρασκευή χρωμάτων και μελάνης. Δεύτερη πλουσιότερη πηγή είναι ο φλοιός της καστανιάς (Castanea dentate), για βυρσοδεψία και ως στυπτικό. Οι ταννίνες της αμαμελίδος (Hamamelis virginiana) χρησιμοποιούνται σε καλλυντικές λοσιόν, στις αιμορροΐδες και σε τοπικά εγκαύματα ως στυπτικό, ενώ των μυροβαλάνων (Terminalia chebula) στη βυρσοδεψία και ως στυπτικό. Τέλος το τσάι (Camelia sinensis): το πράσινο περιέχει κατεχίνη, πολύ ισχυρό αντιοξειδωτικό, ενώ το μαύρο δίνεται σε διάρροιες και βοηθητικά σε δηλητηριάσεις — με το γάλα να συνιστάται για να καθιζάνουν οι ταννίνες.
Κριτήρια αξιολόγησης: