Πλήρεις λύσεις των 18 ερωτήσεων του κεφαλαίου 9 — τα τέσσερα βασίλεια κατά Leedale, οι προκαρυωτικοί οργανισμοί, ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης και ο Λινναίος με το διώνυμο σύστημα, τα φύκη, οι μύκητες με τη δομή, τη θρέψη, τις κλάσεις, τα αντιβιοτικά και τις χρήσεις τους στα τρόφιμα, το σκληρώτιο και ο εργοτισμός, η βιολογική καταπολέμηση, οι λειχήνες, τα βρύα και οι πτέριδες.
Ερώτηση: Ποια είναι τα 4 βασίλεια εμβίων όντων κατά Leedale (1974);
Απάντηση:
Η αφετηρία (σελ. 123): αρχικά η πρώτη μεγάλη κατάταξη, εντελώς εμπειρικά, έγινε ανάμεσα σε δύο Βασίλεια (Regnum), το Βασίλειο των Φυτών και το Βασίλειο των Ζώων.
Η σημερινή κατάταξη: σήμερα με τα επιστημονικά δεδομένα που έχουμε κατά Leedale, τα έμβια όντα διαιρούνται σε 4 Βασίλεια. Τα παρακάτω:
Η βασική διάκριση: τα Μονήρη είναι προκαρυωτικοί οργανισμοί, ενώ όλα τα άλλα Βασίλεια περιλαμβάνουν ευκαρυωτικούς οργανισμούς, που εξελικτικά θεωρείται ότι προήλθαν από τους προκαρυωτικούς.
Η θέση των μυκήτων: τα παραδοσιακά συστήματα κατατάσσουν τους μύκητες στο βασίλειο των φυτών· σήμερα όμως πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι μύκητες πρέπει να θεωρηθούν ως ένα ιδιαίτερο βασίλειο οργανισμών (σελ. 131) — και στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 137): Μύκητες (Fungi) είναι οργανισμοί που κατατάσσονται σε ιδιαίτερο βασίλειο και όχι στο βασίλειο των φυτών.
Η ιεραρχία των βαθμίδων (σελ. 125): τα είδη που παρουσιάζουν ομοιότητες ανήκουν στα γένη· γένη με κοινά χαρακτηριστικά σχηματίζουν τις οικογένειες, οι οικογένειες ομαδοποιούνται στις τάξεις, οι τάξεις ομαδοποιούνται και δίνουν κλάσεις, πολλές κλάσεις δίνουν αθροίσματα και πολλά αθροίσματα μας δίνουν τα Βασίλεια.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά Leedale (1974) τα έμβια όντα διαιρούνται σε τέσσερα βασίλεια: τα Μονήρη (Monera), τα Φυτά (Plantae), τους Μύκητες (Fungi) και τα Ζώα (Animalia). Η κατάταξη αυτή αντικατέστησε την αρχική, εντελώς εμπειρική διαίρεση σε δύο μόνο βασίλεια, το βασίλειο των φυτών και το βασίλειο των ζώων. Από τα τέσσερα βασίλεια, τα Μονήρη είναι προκαρυωτικοί οργανισμοί, ενώ όλα τα άλλα περιλαμβάνουν ευκαρυωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι εξελικτικά θεωρείται ότι προήλθαν από τους προκαρυωτικούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των προκαρυωτικών οργανισμών;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 123): προκαρυωτικοί οργανισμοί είναι εκείνοι που δεν έχουν γνήσιο κυτταρικό πυρήνα και το DNA τους βρίσκεται ελεύθερο μέσα στο κύτταρο.
Τα υπόλοιπα γνωρίσματα
Ποιοι ανήκουν εδώ: στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα βακτήρια — και τα Μονήρη είναι προκαρυωτικοί οργανισμοί, ενώ όλα τα άλλα Βασίλεια περιλαμβάνουν ευκαρυωτικούς οργανισμούς.
Η εξελικτική σχέση: οι ευκαρυωτικοί οργανισμοί εξελικτικά θεωρείται ότι προήλθαν από τους προκαρυωτικούς.
Ο συγκεντρωτικός πίνακας | Γνώρισμα | Προκαρυωτικοί | |---|---| | Πυρήνας | δεν έχουν γνήσιο κυτταρικό πυρήνα — το DNA ελεύθερο μέσα στο κύτταρο | | Οργανίδια | δεν έχουν υποκυτταρικά οργανίδια — ούτε μιτοχόνδρια ούτε χλωροπλάστες | | Οργάνωση | σπάνια πολυκύτταροι | | Τοίχωμα | εντελώς διαφορετικής χημικής σύστασης από των ευκαρυωτικών | | Παράδειγμα | τα βακτήρια |
Σύνοψη: (ενδεικτική) Προκαρυωτικοί οργανισμοί είναι εκείνοι που δεν έχουν γνήσιο κυτταρικό πυρήνα και το DNA τους βρίσκεται ελεύθερο μέσα στο κύτταρο. Επίσης δεν έχουν υποκυτταρικά οργανίδια, άρα δεν έχουν μιτοχόνδρια και χλωροπλάστες, είναι σπάνια πολυκύτταροι οργανισμοί και έχουν τοιχώματα εντελώς διαφορετικής χημικής σύστασης από εκείνη των ευκαρυωτικών οργανισμών. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα βακτήρια, δηλαδή τα Μονήρη, ενώ όλα τα υπόλοιπα βασίλεια περιλαμβάνουν ευκαρυωτικούς οργανισμούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιος είναι ο πρώτος ιστορικά που ασχολήθηκε με την ταξινόμηση των φυτών;
Απάντηση:
Η απάντηση (σελ. 123): η ταξινόμηση των φυτών έχει τις ρίζες της στους αρχαίους χρόνους· ο πρώτος ιστορικά που ασχολήθηκε με την ταξινόμηση των φυτών είναι ο αρχαίος Έλληνας Θεόφραστος.
Ποιος ήταν: ο Θεόφραστος ήταν φιλόσοφος, μαθητής αλλά και συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη· γεννήθηκε στην Ερεσσό της Λέσβου το 372 π.Χ. και πέθανε 85 ετών στην Αθήνα το 287 π.Χ.
Το έργο του: στα εννέα βιβλία του «Περί φυτών Ιστοριών» Α΄-Θ΄ μελετά τη συστηματική κατάταξη των φυτών, χρησιμοποιώντας μορφολογικά χαρακτηριστικά τους, όπως τα πέταλα, τα είδη των ανθέων, των καρπών κτλ.· θεωρείται ότι περιέγραψε και ταξινόμησε περισσότερα από 480 φυτικά είδη· πολλές από τις έννοιες που χρησιμοποίησε τότε χρησιμοποιούνται με την ίδια σημασία και σήμερα.
Και το δεύτερο έργο του: στα έξι βιβλία του «Φυτικών Αιτίων Α΄-Στ΄» ασχολείται με τη φυσιολογία των φυτών, τη θρέψη και τους τρόπους αναπαραγωγής.
Ο τίτλος του: δικαίως είναι γνωστός ως ο πατέρας της Βοτανικής, αφού είναι ο πρώτος ερευνητής που μελέτησε τη Βοτανική αποκλειστικά για επιστημονικούς και όχι για ιατρικούς σκοπούς, όπως γινόταν μέχρι τότε.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο πρώτος ιστορικά που ασχολήθηκε με την ταξινόμηση των φυτών είναι ο αρχαίος Έλληνας Θεόφραστος, φιλόσοφος, μαθητής και συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη, που γεννήθηκε στην Ερεσσό της Λέσβου το 372 π.Χ. και πέθανε στην Αθήνα το 287 π.Χ. Στα εννέα βιβλία του «Περί φυτών Ιστοριών» μελετά τη συστηματική κατάταξη των φυτών χρησιμοποιώντας μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως τα πέταλα και τα είδη των ανθέων και των καρπών, και θεωρείται ότι περιέγραψε και ταξινόμησε περισσότερα από 480 φυτικά είδη. Είναι γνωστός ως ο πατέρας της Βοτανικής, γιατί ήταν ο πρώτος ερευνητής που μελέτησε τη Βοτανική αποκλειστικά για επιστημονικούς και όχι για ιατρικούς σκοπούς.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τον Διοσκουρίδη;
Απάντηση:
Η θέση του (σελ. 124): στη συνέχεια, τον 1ο μ.Χ. αιώνα έχουμε τον αμέσως επόμενο σημαντικό βοτανικό της αρχαιότητας, τον Διοσκουρίδη.
Τα βιογραφικά: ο Διοσκουρίδης γεννήθηκε στην Ανάζαρβο της Κιλικίας το 40 μ.Χ., γι' αυτό και είναι γνωστός και ως Αναζαρβεύς· ακόμη είναι γνωστός και ως Πεδάνιος Διοσκουρίδης, επειδή είχε ενταχθεί ως Ρωμαίος πολίτης στο γένος Pedanius· έζησε την εποχή του Νέρωνα και υπήρξε σύγχρονος του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (23-79 μ.Χ.), γνωστού Ρωμαίου επιστήμονα, από το έργο του για τα φαρμακευτικά φυτά «Φυσική Ιστορία» (Historia Naturalis).
Το έργο του: ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης στο έργο του «Περί Ύλης Ιατρικής» (De Materia Medica) περιγράφει 600 φυτικά είδη και αναφέρεται στη φαρμακευτική τους αξία.
Η μέθοδός του: περιγράφοντας ο Διοσκουρίδης τα διάφορα βότανα και φυτά, ακολουθεί συστηματική σειρά· δίνει την ονομασία του φυτού και τα συνώνυμά του και προχωρεί στη συνέχεια στη βοτανική περιγραφή και σε οδηγίες για τον τρόπο χρήσης.
Οι γνώσεις του: είναι άξιο λόγου ότι φαίνεται να γνωρίζει φυτά με ναρκωτικές δράσεις (όπως ο μανδραγόρας), αρώματα, αλκοολικά φυτικά παρασκευάσματα, δηλητήρια και αντίδοτά τους.
Η επίδρασή του: τα βιβλία του Διοσκουρίδη υπήρξαν βασική πηγή επιστημονικών πληροφοριών μέχρι και τον 16ο αιώνα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο Διοσκουρίδης είναι ο αμέσως επόμενος μετά τον Θεόφραστο σημαντικός βοτανικός της αρχαιότητας και έδρασε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην Ανάζαρβο της Κιλικίας το 40 μ.Χ., γι' αυτό και είναι γνωστός ως Αναζαρβεύς, αλλά και ως Πεδάνιος Διοσκουρίδης, επειδή είχε ενταχθεί ως Ρωμαίος πολίτης στο γένος Pedanius· έζησε την εποχή του Νέρωνα και ήταν σύγχρονος του Πλίνιου του Πρεσβύτερου. Στο έργο του «Περί Ύλης Ιατρικής» περιγράφει 600 φυτικά είδη και αναφέρεται στη φαρμακευτική τους αξία, ακολουθώντας συστηματική σειρά: δίνει την ονομασία του φυτού και τα συνώνυμά του και προχωρεί στη βοτανική περιγραφή και σε οδηγίες χρήσης. Φαίνεται να γνωρίζει φυτά με ναρκωτικές δράσεις, αρώματα, αλκοολικά παρασκευάσματα, δηλητήρια και αντίδοτα, ενώ τα βιβλία του υπήρξαν βασική πηγή επιστημονικών πληροφοριών μέχρι και τον 16ο αιώνα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τον Λινναίο και το διώνυμο σύστημα που ανέπτυξε;
Απάντηση:
Ποιος ήταν (σελ. 124): στην αρχή του 17ου αιώνα εμφανίζεται ο διασημότερος όλων των βοτανικών αλλά και βιολόγων ίσως όλων των εποχών, ο Σουηδός Carolus Linnaeus (Κάρολος Λινναίος, Ράσουν, Σμάλαντ 1707 - Ουψάλα 1778).
Η προσφορά του: ο Λινναίος είναι ο πρώτος που διαμόρφωσε τις αρχές για τον προσδιορισμό γενών και ειδών οργανισμών και δημιούργησε ένα ομοιόμορφο σύστημα για την ονοματολογία τους· την περίφημη διπλή (διώνυμη) ονομασία των ειδών που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Τα έργα του: το Systema plantarum (1735) στο οποίο ταξινομούνται όλα τα μέχρι τότε γνωστά ζώα, ορυκτά και φυτά, το Genera plantarum (1737) στο οποίο περιγράφονται συνοπτικά τα περισσότερα φυτικά είδη και το Species plantarum (1753) όπου αναγνωρίζεται και ως αφετηρία της ονοματολογίας των αγγειοσπέρμων και των πτερίδων.
Τι άλλαξε (σελ. 125): σύμφωνα με το σύστημα του Λινναίου, κάθε οργανισμός πρέπει να έχει δύο συνθετικά στο όνομά του και, ουσιαστικά, με αυτά τα δύο θα θεωρείται πλήρως καθορισμένος· πριν από τον Λινναίο, για να καθορισθεί ένα είδος έπρεπε να περιγράψει με όλα του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά — ενώ με το σύστημα του Λινναίου είναι αρκετό το λατινικό ονοματεπώνυμό του.
Πώς γράφεται το όνομα: το επιστημονικό όνομα ενός είδους είναι διώνυμο, δηλαδή αποτελείται από συνδυασμό δύο λέξεων· το πρώτο όνομα είναι το όνομα του γένους και το δεύτερο το όνομα του είδους· το διπλό αυτό όνομα ακολουθείται από το όνομα του ερευνητή που περιέγραψε πρώτος το είδος.
Το παράδειγμα: το επιστημονικό όνομα του αμπελιού είναι Vitis vinifera L., όπου «Vitis» είναι το όνομα του γένους, «vinifera» το όνομα του είδους και «L.» το όνομα του συγγραφέα, που στην περίπτωσή μας είναι σύντμηση του ονόματος του Λινναίου (Linnaeus).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο Κάρολος Λινναίος (Carolus Linnaeus, 1707-1778) είναι ο διασημότερος όλων των βοτανικών και βιολόγων. Είναι ο πρώτος που διαμόρφωσε τις αρχές για τον προσδιορισμό γενών και ειδών οργανισμών και δημιούργησε ένα ομοιόμορφο σύστημα ονοματολογίας, τη διπλή ή διώνυμη ονομασία των ειδών, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Σημαντικότερα έργα του είναι το Systema plantarum (1735), το Genera plantarum (1737) και το Species plantarum (1753). Σύμφωνα με το σύστημά του, κάθε οργανισμός θεωρείται πλήρως καθορισμένος με δύο μόνο συνθετικά στο όνομά του, ενώ πριν από αυτόν απαιτούνταν πλήρης περιγραφή όλων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Το πρώτο όνομα είναι το γένος και το δεύτερο το είδος, ακολουθούμενα από το όνομα του ερευνητή που το περιέγραψε πρώτος, όπως στο Vitis vinifera L. για το αμπέλι.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα φύκη;
Απάντηση:
Οι βιότοποι (σελ. 126): τα φύκη απαντώνται σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων· ζουν σε γλυκά αλλά και θαλάσσια νερά· πολλά είδη είναι χερσαία και χρησιμοποιούν ως βιότοπους υγρά εδάφη, βράχους και δέντρα, ενώ άλλα ζουν στη θάλασσα ή/και μέσα σε σπόγγους και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς.
Ο ρόλος τους στον πλανήτη: κάποια από αυτά (τα διάτομα) αποτελούν το σημαντικότερο μέρος του φυτοπλαγκτόν· θεωρητικά, το 50-70% του ατμοσφαιρικού οξυγόνου της γης προέρχεται από θαλάσσια φύκη.
Οι χρήσεις τους: χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία (τροφίμων, φαρμάκων ως πηγή ιωδίου, υφαντουργίας κ.ά), ως τροφή (ιδίως λαών της Ανατολικής Ασίας) και κάποια γένη για λίπασμα.
Η θέση τους στο φυτικό βασίλειο (σελ. 126): το φυτικό βασίλειο σύμφωνα με ορισμένα συστήματα περιλαμβάνει τα φύκη (Chlorophyta, Rhodophyta, Phycophyta), τους μύκητες και λειχήνες, τα βρύα (Bryophyta), τις πτέριδες (Pteridophyta) και τα σπερματόφυτα (Spermatophyta) — και υπάρχουν 33.000 φύκη.
Και η σχέση τους με τους λειχήνες (σελ. 135): το σώμα τους αποτελείται από δύο επί μέρους οργανισμούς, έναν μύκητα και ένα φύκος· στη συμβίωση αυτή το φύκος, το οποίο έχει τη φωτοσυνθετική ικανότητα, εφοδιάζει τον μύκητα με τις απαραίτητες οργανικές ουσίες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα φύκη απαντώνται σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων και ζουν σε γλυκά αλλά και θαλάσσια νερά· πολλά είδη είναι χερσαία και χρησιμοποιούν ως βιότοπους υγρά εδάφη, βράχους και δέντρα, ενώ άλλα ζουν στη θάλασσα ή μέσα σε σπόγγους και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς. Κάποια από αυτά, τα διάτομα, αποτελούν το σημαντικότερο μέρος του φυτοπλαγκτόν, ενώ θεωρητικά το 50-70% του ατμοσφαιρικού οξυγόνου της γης προέρχεται από θαλάσσια φύκη. Χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων, φαρμάκων ως πηγή ιωδίου και υφαντουργίας, ως τροφή, ιδίως από λαούς της Ανατολικής Ασίας, ενώ κάποια γένη χρησιμοποιούνται για λίπασμα. Στο φυτικό βασίλειο υπολογίζονται σε 33.000 είδη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιοι οργανισμοί ονομάζονται μύκητες;
Απάντηση:
Το άθροισμα (σελ. 126-127): το άθροισμα mycophyta (μυκόφυτα) περιλαμβάνει τους οργανισμούς που είναι περισσότερο γνωστοί με την ονομασία μύκητες (Fungi).
Η φύση τους: οι μύκητες είναι ευκαρυωτικοί, ετερότροφοι οργανισμοί.
Τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα
Η θρέψη τους: οι μύκητες δεν έχουν χλωροφύλλη, άρα δεν φωτοσυνθέτουν.
Τα προϊόντα τους: στους μύκητες βρίσκονται επίσης διάφορες χρωστικές και προϊόντα δευτερογενούς μεταβολισμού τους, με μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο (αλκαλοειδή, αντιβιοτικά κ.ά.).
Η θέση τους: τα παραδοσιακά συστήματα κατατάσσουν τους μύκητες στο βασίλειο των φυτών· σήμερα όμως πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι μύκητες πρέπει να θεωρηθούν ως ένα ιδιαίτερο βασίλειο οργανισμών (σελ. 131).
Πόσοι είναι: ο αριθμός των ειδών τους δεν είναι απόλυτα γνωστός, ξεπερνά πάντως τις 50.000, ενώ πολλοί θεωρούν ότι φτάνουν τις 100.000.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Μύκητες (Fungi) ονομάζονται οι οργανισμοί του αθροίσματος mycophyta ή μυκόφυτα. Είναι ευκαρυωτικοί, ετερότροφοι οργανισμοί, με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την έλλειψη πλαστιδίων, την απουσία αμύλου ως αποταμιευτικής ουσίας και το κυτταρικό τοίχωμα που αποτελείται κυρίως από χιτίνη. Δεν έχουν χλωροφύλλη, άρα δεν φωτοσυνθέτουν. Στους μύκητες βρίσκονται επίσης διάφορες χρωστικές και προϊόντα δευτερογενούς μεταβολισμού με μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο, όπως αλκαλοειδή και αντιβιοτικά. Τα παραδοσιακά συστήματα τους κατατάσσουν στο βασίλειο των φυτών, ενώ σήμερα πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι πρέπει να θεωρηθούν ιδιαίτερο βασίλειο· τα είδη τους ξεπερνούν τις 50.000 και ίσως φτάνουν τις 100.000.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ονομάζεται μυκήλιο και υφές στους μύκητες;
Απάντηση:
Η δομή του σώματος (σελ. 127): το σώμα των μυκήτων αποτελείται σε ορισμένες περιπτώσεις από ένα κύτταρο (ζυμομύκητες), στους περισσότερους όμως απ' αυτούς είναι πολυκύτταρο και έχει τη μορφή μικροσκοπικών σωληνοειδών νημάτων που χαρακτηριστικά ονομάζονται υφές.
Το μυκήλιο: το σύνολο των υφών αποτελεί το μυκήλιο.
Ο θαλλός: ολόκληρο το σώμα των μυκήτων χαρακτηρίζεται ως θαλλός.
Ο συγκεντρωτικός πίνακας | Όρος | Τι σημαίνει | |---|---| | Υφές | τα μικροσκοπικά σωληνοειδή νήματα από τα οποία αποτελείται το πολυκύτταρο σώμα των μυκήτων | | Μυκήλιο | το σύνολο των υφών | | Θαλλός | ολόκληρο το σώμα των μυκήτων |
Παραδείγματα από τις κλάσεις
Και η σημασία τους: από σπόρια ή μυκήλια μυκήτων που προσλαμβάνονται από τους ανθρώπους ή τα ζώα προκαλούνται επίσης πολλές φορές διάφορες αλλεργίες (σελ. 128).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Υφές ονομάζονται τα μικροσκοπικά σωληνοειδή νήματα από τα οποία αποτελείται το σώμα των μυκήτων. Το σώμα αυτό είναι σε ορισμένες περιπτώσεις μονοκύτταρο, όπως στους ζυμομύκητες, στους περισσότερους όμως μύκητες είναι πολυκύτταρο και έχει τη μορφή των υφών. Το σύνολο των υφών αποτελεί το μυκήλιο, ενώ ολόκληρο το σώμα των μυκήτων χαρακτηρίζεται ως θαλλός.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τον όρο «βιολογική καταπολέμηση»;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 131): οι μύκητες, επίσης, χρησιμοποιούνται για την καταστροφή επιμολυντών, για καλλιέργειες φυτών, εντόμων ή ζιζανίων, με παθογόνους γι' αυτά μύκητες («βιολογική καταπολέμηση»).
Η λογική της: αντί για χημικά μέσα, χρησιμοποιείται ένας ζωντανός οργανισμός — ένας μύκητας παθογόνος για τον επιβλαβή οργανισμό· η ίδια ιδιότητα των μυκήτων που τους κάνει επιβλαβείς για τις καλλιέργειες αξιοποιείται εδώ στοχευμένα εναντίον των ζιζανίων και των εντόμων.
Το πλαίσιο: πολλοί απ' αυτούς παρασιτούν σε φυτά, σε ζώα και στον άνθρωπο και προκαλούν διάφορες ασθένειες γνωστές με τη γενική ονομασία μυκητιάσεις· υπάρχουν παρασιτικά είδη που είναι εξειδικευμένα και ζουν σε ορισμένο ή ορισμένους ξενιστές (σελ. 128) — η εξειδίκευση αυτή είναι ακριβώς που κάνει δυνατή τη βιολογική καταπολέμηση.
Ο άλλος μεγάλος ρόλος τους στη Φύση: οι μύκητες παίζουν σπουδαίο ρόλο στη Φύση, στην αποσύνθεση νεκρών, φυτικών και ζωικών οργανισμών· τον ρόλο αυτό μοιράζονται οι σαπροφυτικοί μύκητες μαζί κυρίως με τα βακτήρια.
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 138): οι μύκητες χρησιμοποιούνται για την καταστροφή επιμολυντών, για καλλιέργειες φυτών, εντόμων ή ζιζανίων, με παθογόνους γι' αυτά μύκητες μέσω της βιολογικής καταπολέμησης.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Βιολογική καταπολέμηση ονομάζεται η χρήση των μυκήτων για την καταστροφή επιμολυντών, δηλαδή φυτών, εντόμων ή ζιζανίων που βλάπτουν τις καλλιέργειες, με μύκητες παθογόνους γι' αυτά. Στηρίζεται στο ότι πολλοί μύκητες παρασιτούν σε φυτά και ζώα προκαλώντας μυκητιάσεις, ενώ υπάρχουν και παρασιτικά είδη εξειδικευμένα σε ορισμένους ξενιστές, ώστε η προσβολή να στρέφεται στοχευμένα εναντίον του ανεπιθύμητου οργανισμού. Πρόκειται για μία από τις σημαντικές χρήσεις των μυκήτων, μαζί με τον ρόλο τους στην αποσύνθεση των νεκρών φυτικών και ζωικών οργανισμών, τον οποίο μοιράζονται κυρίως με τα βακτήρια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ονομάζεται σκληρώτιο και τι εργοτισμός;
Απάντηση:
Ο μύκητας (σελ. 133): το γένος Claviceps περιλαμβάνει είδη που είναι παράσιτα των ανθέων φυτών της οικογένειας Gramineae (κν. αγρωστώδη)· γνωστότερο από τα είδη του γένους αυτού είναι το είδος Claviceps purpurea που προσβάλλει κυρίως τη σίκαλη, αλλά και άλλα σιτηρά.
Ο βιολογικός κύκλος: ο βιολογικός κύκλος αυτού του μύκητα ξεκινάει την άνοιξη, όταν η σίκαλη την οποία προσβάλλει ανθίζει και ο μύκητας απελευθερώνει τα σπόρια του· αυτά σκορπίζονται με τον άνεμο και μερικά μολύνουν τα άνθη της σίκαλης και προσβάλλουν το φυτό.
Το σκληρώτιο: με την ανάπτυξη του μυκηλίου ο ιστός του άνθους καταστρέφεται και αντικαθίσταται από εκείνον του μύκητα και λέγεται σκληρώτιο· τελικά το σκληρώτιο αντικαθιστά ολόκληρο το άνθος· τα σκληρώτια αυτά της Claviceps purpurea είναι μαύρα και περιέχουν τοξικές ουσίες.
Ο εργοτισμός: οι τοξικές ουσίες προκαλούν στον άνθρωπο και τα ζώα ασθένεια γνωστή με το όνομα εργοτισμός· οι ουσίες αυτές προκαλούν διαταραχές στο κυκλοφορικό (γάγγραινα) και το νευρικό σύστημα (σπασμοί, παραισθήσεις κ.ά.).
Η ιστορία της ασθένειας: η ασθένεια ήταν συχνή κατά τον Μεσαίωνα, λόγω μη ελεγχόμενων μολύνσεων στα σιτηρά, πριν να αλευροποιηθούν· ήταν γνωστή με την ονομασία «πυρκαγιά του Αγίου Αντωνίου»· τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται σύγχρονες τεχνικές στον καθαρισμό των σπερμάτων των σιτηρών και η ασθένεια είναι σχεδόν σπάνια.
Η φαρμακευτική αξία: τα σκληρώτια του μύκητα αυτού είναι χρήσιμα στη φαρμακευτική, όπου αναφέρονται με την ονομασία Secale cornutum· έχουν απομονωθεί διάφορα αλκαλοειδή, ουσίες που χρησιμοποιούνται στη μαιευτική-γυναικολογία (για πρόκληση σπασμών στη μήτρα), τη νευρολογία και σε ασθένειες του κυκλοφορικού συστήματος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Σκληρώτιο ονομάζεται ο ιστός του μύκητα που, με την ανάπτυξη του μυκηλίου, αντικαθιστά τον κατεστραμμένο ιστό του άνθους και τελικά ολόκληρο το άνθος του φυτού. Τα σκληρώτια της Claviceps purpurea, που προσβάλλει κυρίως τη σίκαλη, είναι μαύρα και περιέχουν τοξικές ουσίες. Εργοτισμός ονομάζεται η ασθένεια που προκαλούν οι ουσίες αυτές στον άνθρωπο και τα ζώα, με διαταραχές στο κυκλοφορικό, όπως γάγγραινα, και στο νευρικό σύστημα, όπως σπασμοί και παραισθήσεις. Η ασθένεια ήταν συχνή στον Μεσαίωνα, γνωστή ως «πυρκαγιά του Αγίου Αντωνίου», σήμερα όμως είναι σχεδόν σπάνια χάρη στον σύγχρονο καθαρισμό των σπερμάτων. Τα σκληρώτια είναι χρήσιμα στη φαρμακευτική με την ονομασία Secale cornutum, καθώς περιέχουν αλκαλοειδή που χρησιμοποιούνται στη μαιευτική-γυναικολογία, τη νευρολογία και σε ασθένειες του κυκλοφορικού.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Σε ποιες κλάσεις χωρίζονται οι μύκητες;
Απάντηση:
Το σύστημα (σελ. 131): ένα κλασικό σύστημα ταξινόμησης διαιρεί τους μύκητες στις παρακάτω κλάσεις:
Τα κύρια γνωρίσματα κάθε κλάσης | Κλάση | Γνωρίσματα και εκπρόσωποι | |---|---| | Myxomycetes | περιλαμβάνει οργανισμούς που παρουσιάζουν συγγένεια τόσο με τα φυτά όσο και τα ζώα· αποτελούνται από γυμνή πρωτοπλασματική μάζα (πλασμώδιο) με ικανότητα αμοιβαδοειδούς κίνησης | | Phycomycetes | μύκητες που δεν παρουσιάζουν στενή ομοιογένεια μεταξύ τους· περιλαμβάνουν 1.000 περίπου χερσαία και υδρόβια είδη· χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι το Plasmopara viticola (ο καταστροφικός περονόσπορος του αμπελιού) και οι «μούχλες» — Rhizopus (μαύρη μούχλα του ψωμιού), Mucor (άσπρη μούχλα του ψωμιού) | | Ascomycetes | σχηματίζουν διακλαδισμένα μυκήλια· περιλαμβάνουν πάνω από 20.000 είδη· σημαντικά γένη Saccharomyces, Penicillium, Aspergillus, Claviceps, Morchella, Tuber | | Basidiomycetes | περίπου 15.000 είδη, αποκλειστικά χερσαίοι, ζουν παρασιτικά ή σαπροφυτικά· ανήκουν τα μανιτάρια — Agaricus, Amanita | | Deuteromycetes | η κατάταξή τους βασίζεται κυρίως στα γνωρίσματα της αναπαραγωγής· πολλοί είναι παθογόνοι, όπως είδη του γένους Trichophyton που προκαλούν δερματικές παθήσεις |
Η επιφύλαξη του βιβλίου: οι μύκητες είναι μεγάλη και ετερογενής «ομάδα» οργανισμών· ο αριθμός των ειδών τους δεν είναι απόλυτα γνωστός, ξεπερνά πάντως τις 50.000, ενώ πολλοί θεωρούν ότι φτάνουν τις 100.000.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένα κλασικό σύστημα ταξινόμησης διαιρεί τους μύκητες σε πέντε κλάσεις: Myxomycetes ή μυξομύκητες, Phycomycetes ή φυκομύκητες, Ascomycetes ή ασκομύκητες, Basidiomycetes ή βασιδιομύκητες και Deuteromycetes ή δευτερομύκητες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ατελείς μύκητες (Fungi imperfecti). Οι μυξομύκητες παρουσιάζουν συγγένεια και με τα φυτά και με τα ζώα και αποτελούνται από γυμνή πρωτοπλασματική μάζα με αμοιβαδοειδή κίνηση· οι φυκομύκητες περιλαμβάνουν περίπου 1.000 χερσαία και υδρόβια είδη, όπως ο περονόσπορος του αμπελιού και οι μούχλες· οι ασκομύκητες σχηματίζουν διακλαδισμένα μυκήλια και ξεπερνούν τα 20.000 είδη, με γένη όπως Saccharomyces, Penicillium και Claviceps· οι βασιδιομύκητες περιλαμβάνουν περίπου 15.000 είδη, ανάμεσά τους τα μανιτάρια· και οι δευτερομύκητες κατατάσσονται κυρίως με βάση την αναπαραγωγή τους και περιλαμβάνουν παθογόνα είδη, όπως το Trichophyton.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια γνωστά αντιβιοτικά προέρχονται από μύκητες;
Απάντηση:
Η γενική διαπίστωση (σελ. 130): ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραγωγή από μύκητες πολλών αντιβιοτικών ουσιών στη Φαρμακευτική, όπως η πενικιλλίνη από τα είδη Penicillium notatum και Penicillium chrysogenum και η κεφαλοσπορίνη από είδη του γένους Cephalosporium.
Ο αναλυτικός πίνακας του βιβλίου (σελ. 130) | Αντιβιοτικό | Μύκητας παραγωγός | Δράση | |---|---|---| | Πενικιλλίνη | Penicillium chrysogenum | Gram-θετικών βακτηρίων | | Κεφαλοσπορίνη | Cephalosporium acremonium | Ευρέος φάσματος | | Γριζεοφουλβίνη | Penicillium griseofulvum | Δερματικών μυκητιάσεων | | Βακιτρακίνη | Bacillus subtilis | Gram-θετικών βακτηρίων | | Πολυμιξίνη Β | Bacillus polymyxa | Gram-αρνητικών βακτηρίων | | Αμφοτερικίνη Β | Streptomyces nodosus | Μυκήτων | | Ερυθρομυκίνη | Streptomyces erythreus | Gram-θετικών βακτηρίων | | Νεομυκίνη | Streptomyces fradiae | Ευρέος φάσματος | | Στρεπτομυκίνη | Streptomyces griseus | Gram-αρνητικών βακτηρίων | | Τετρακυκλίνη | Streptomyces rimosus | Ευρέος φάσματος | | Βανκομυκίνη | Streptomyces orientalis | Gram-θετικών βακτηρίων | | Γενταμυκίνη | Micromonospora purpurea | Ευρέος φάσματος | | Ριφαμυκίνη | Streptomyces mediterranei | Φυματίωσης |
Η ιστορία της πενικιλλίνης (σελ. 132): το είδος Penicillium notatum είναι αυτό από το οποίο ο Fleming απομόνωσε αρχικά το 1929 την πενικιλλίνη· η ουσία παρασκευάζεται σήμερα κυρίως από το Penicillium chrysogenum που δίνει μεγαλύτερες ποσότητες πενικιλλίνης· άλλο γνωστό φαρμακευτικά είδος είναι το Penicillium griseofulvum από το οποίο παίρνουμε την αντιβιοτική ουσία γκριζεοφουλβίνη.
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 138): είναι γνωστή η παραγωγή από μύκητες πολλών αντιβιοτικών ουσιών στη Φαρμακευτική (πενικιλλίνη, κεφαλοσπορίνη, γριζεοφουλβίνη κτλ.).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα γνωστότερα αντιβιοτικά από μύκητες είναι η πενικιλλίνη, που απομονώθηκε αρχικά από τον Fleming το 1929 από το Penicillium notatum και παρασκευάζεται σήμερα κυρίως από το Penicillium chrysogenum, η κεφαλοσπορίνη από το Cephalosporium acremonium και η γριζεοφουλβίνη από το Penicillium griseofulvum, που δρα στις δερματικές μυκητιάσεις. Ο πίνακας του βιβλίου περιλαμβάνει επίσης τη βακιτρακίνη από το Bacillus subtilis, την πολυμιξίνη Β από το Bacillus polymyxa, την αμφοτερικίνη Β από τον Streptomyces nodosus, την ερυθρομυκίνη από τον Streptomyces erythreus, τη νεομυκίνη από τον Streptomyces fradiae, τη στρεπτομυκίνη από τον Streptomyces griseus, την τετρακυκλίνη από τον Streptomyces rimosus, τη βανκομυκίνη από τον Streptomyces orientalis, τη γενταμυκίνη από τη Micromonospora purpurea και τη ριφαμυκίνη από τον Streptomyces mediterranei, που δρα στη φυματίωση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ανάλογα με τον τρόπο θρέψης τους, πώς διαιρούνται οι μύκητες;
Απάντηση:
Η αφετηρία (σελ. 128): οι μύκητες δεν έχουν χλωροφύλλη, άρα δεν φωτοσυνθέτουν· είναι ετερότροφοι οργανισμοί και ανάλογα με τον τρόπο θρέψης τους μπορούμε να τους χωρίσουμε σε τρεις κύριες κατηγορίες: τους σαπροφυτικούς, τους παρασιτικούς και τους συμβιωτικούς.
1. Σαπροφυτικοί: οι σαπροφυτικοί μύκητες χρησιμοποιούν ως τροφή νεκρές οργανικές ουσίες· σ' αυτούς ανήκουν τα περισσότερα από τα είδη που είναι ορατά με γυμνό μάτι.
2. Παρασιτικοί: οι παρασιτικοί μύκητες ζουν πάνω ή μέσα σε άλλους ζωντανούς οργανισμούς (ξενιστές) απ' τους οποίους και τρέφονται· διακρίνονται σε προαιρετικά παρασιτικούς και υποχρεωτικά παρασιτικούς· τα όρια, πάντως, μεταξύ παρασιτισμού και σαπροφυτισμού είναι μερικές φορές δύσκολο να καθοριστούν.
3. Συμβιωτικοί: από τις σημαντικότερες περιπτώσεις συμβίωσης των μυκήτων είναι αυτή που γίνεται με ορισμένα φύκη, οπότε σχηματίζουν τους λειχήνες.
Ο ρόλος των σαπροφυτικών στη Φύση (σελ. 131): οι μύκητες παίζουν σπουδαίο ρόλο στη Φύση, στην αποσύνθεση νεκρών, φυτικών και ζωικών οργανισμών· τον ρόλο αυτό μοιράζονται οι σαπροφυτικοί μύκητες μαζί κυρίως με τα βακτήρια.
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 138): ανάλογα με τον τρόπο θρέψης τους, μπορούμε να τους διακρίνουμε σε τρεις κύριες κατηγορίες: α) σαπροφυτικούς, β) παρασιτικούς και γ) συμβιωτικούς.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι μύκητες δεν έχουν χλωροφύλλη, άρα δεν φωτοσυνθέτουν, και είναι ετερότροφοι οργανισμοί. Ανάλογα με τον τρόπο θρέψης τους διαιρούνται σε τρεις κύριες κατηγορίες. Οι σαπροφυτικοί χρησιμοποιούν ως τροφή νεκρές οργανικές ουσίες και σε αυτούς ανήκουν τα περισσότερα είδη που είναι ορατά με γυμνό μάτι. Οι παρασιτικοί ζουν πάνω ή μέσα σε άλλους ζωντανούς οργανισμούς, τους ξενιστές, από τους οποίους τρέφονται, και διακρίνονται σε προαιρετικά και υποχρεωτικά παρασιτικούς, αν και τα όρια μεταξύ παρασιτισμού και σαπροφυτισμού είναι μερικές φορές δύσκολο να καθοριστούν. Οι συμβιωτικοί συμβιώνουν με άλλους οργανισμούς, με σημαντικότερη περίπτωση τη συμβίωση με ορισμένα φύκη, οπότε σχηματίζονται οι λειχήνες.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Στην παραγωγή ποιων τροφίμων χρησιμοποιούνται μύκητες; Δώστε παραδείγματα.
Απάντηση:
Ο συνοπτικός κατάλογος του βιβλίου (σελ. 134) | Τομέας | Μύκητας και ρόλος | |---|---| | Αρτοποιία | χρήση του μύκητα Saccharomyces cerevisiae (bakers' yeast), που παράγει διοξείδιο του άνθρακα και φουσκώνει το ψωμί | | Σοκολατοποιία | στις σοκολάτες χρησιμοποιούνται οι μύκητες Candida krusei και Geotrichum που προκαλούν κατάλληλη ζύμωση στα σπέρματα του κακάο | | Οινοποιία, ζυθοποιία | χρησιμοποιείται ο μύκητας Saccharomyces cerevisiae στην παρασκευή μπύρας, κρασιών, σαμπάνιας και άλλων εποχιακών αλκοολούχων ποτών, κατά τη φάση της ζύμωσης, που ο μύκητας παράγει αλκοόλη και διοξείδιο του άνθρακα | | Φαγώσιμα μανιτάρια | τα είδη μυκήτων που έχουν προαναφερθεί καταναλώνονται, με προσοχή σε εκείνα τα οποία είναι επικίνδυνα και μπορούν να προκαλέσουν θάνατο | | Κιτρικό οξύ | παραγωγή κιτρικού οξέος σε όλα τα αναψυκτικά τύπου κόλα, από τον μύκητα Aspergillus niger | | Γαλακτοκομικά προϊόντα | παραγωγή των τυριών ροκφόρ, μπρι, καμεμπέρτ από στελέχη μυκήτων του γένους Penicillium |
Η χημεία της ζύμωσης (σελ. 132): σημαντικότερο είδος είναι ο Saccharomyces cerevisiae, που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία, επειδή προκαλεί ζυμώσεις υδατανθράκων με τελικά προϊόντα αλκοόλη και διοξείδιο του άνθρακα (C6H12O6 → 2C2H5OH + 2CO2) και στην αρτοποιία, λόγω του διοξειδίου του άνθρακα που προκαλεί το φούσκωμα του ψωμιού.
Τα εδώδιμα μανιτάρια (σελ. 129): πολλά είδη μυκήτων είναι εδώδιμα (φαγώσιμα) και θεωρούνται εκλεκτά εδέσματα, όπως, π.χ., το κοινό καλλιεργούμενο λευκό μανιτάρι (Agaricus bisporus), καθώς και εξαιρετικά ακριβές τρούφες.
Τα τυριά (σελ. 130): είδη του γένους Penicillium χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ορισμένων τύπων τυριών (π.χ., Penicillium roquefortii για το «τυρί ροκφόρ» και Penicillium camemberti «τυρί καμαμπέρ»).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Μύκητες χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία, με τον Saccharomyces cerevisiae να παράγει διοξείδιο του άνθρακα που φουσκώνει το ψωμί, και στην οινοποιία και ζυθοποιία, όπου ο ίδιος μύκητας παράγει κατά τη ζύμωση αλκοόλη και διοξείδιο του άνθρακα για την παρασκευή μπύρας, κρασιών και σαμπάνιας. Στη σοκολατοποιία χρησιμοποιούνται οι μύκητες Candida krusei και Geotrichum, που προκαλούν κατάλληλη ζύμωση στα σπέρματα του κακάο. Ο Aspergillus niger χρησιμοποιείται για την παραγωγή του κιτρικού οξέος στα αναψυκτικά τύπου κόλα, ενώ στελέχη του γένους Penicillium για την παραγωγή των τυριών ροκφόρ, μπρι και καμεμπέρτ. Τέλος καταναλώνονται και τα ίδια τα φαγώσιμα μανιτάρια, όπως το λευκό καλλιεργούμενο μανιτάρι και οι τρούφες, με προσοχή στα επικίνδυνα είδη.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιοι οργανισμοί ονομάζονται λειχήνες;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 135): οι λειχήνες είναι μια ιδιόρρυθμη ενότητα του φυτικού βασιλείου· το σώμα τους αποτελείται από δύο επί μέρους οργανισμούς, έναν μύκητα και ένα φύκος.
Ο νέος οργανισμός: ο οργανισμός που προκύπτει από την ένωση αυτή είναι μορφολογικά διαφορετικός από τους αρχικούς.
Η σχέση των δύο: η ένωση αυτή θεωρείται συνήθως ως μία συμβίωση του μύκητα με το φύκος· στη συμβίωση αυτή το φύκος, το οποίο έχει τη φωτοσυνθετική ικανότητα, εφοδιάζει τον μύκητα με τις απαραίτητες οργανικές ουσίες, ενώ ο μύκητας παρέχει στο φύκος νερό και ανόργανα άλατα. | Εταίρος | Τι προσφέρει | |---|---| | Το φύκος | έχει τη φωτοσυνθετική ικανότητα και εφοδιάζει τον μύκητα με τις απαραίτητες οργανικές ουσίες | | Ο μύκητας | παρέχει στο φύκος νερό και ανόργανα άλατα |
Η οικολογία τους: οι λειχήνες που περιλαμβάνουν περίπου 20.000 είδη εξαπλώνονται σ' όλη τη γη· είναι ανθεκτικοί σε ψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες και πολύ ευαίσθητοι σε μολυσμένη ατμόσφαιρα, γι' αυτό χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, με διοξείδιο του θείου και μόλυβδο.
Η σύνδεση με τους μύκητες (σελ. 128): από τις σημαντικότερες περιπτώσεις συμβίωσης των μυκήτων είναι αυτή που γίνεται με ορισμένα φύκη, οπότε σχηματίζουν τους λειχήνες.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Λειχήνες ονομάζεται μια ιδιόρρυθμη ενότητα του φυτικού βασιλείου, της οποίας το σώμα αποτελείται από δύο επιμέρους οργανισμούς, έναν μύκητα και ένα φύκος. Ο οργανισμός που προκύπτει από την ένωση αυτή είναι μορφολογικά διαφορετικός από τους αρχικούς, ενώ η ένωση θεωρείται συνήθως συμβίωση: το φύκος, που έχει τη φωτοσυνθετική ικανότητα, εφοδιάζει τον μύκητα με τις απαραίτητες οργανικές ουσίες, και ο μύκητας παρέχει στο φύκος νερό και ανόργανα άλατα. Περιλαμβάνουν περίπου 20.000 είδη και εξαπλώνονται σε όλη τη γη· είναι ανθεκτικοί σε ψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες αλλά πολύ ευαίσθητοι σε μολυσμένη ατμόσφαιρα, γι' αυτό χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με διοξείδιο του θείου και μόλυβδο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Δώστε παραδείγματα χρήσεων λειχήνων.
Απάντηση:
Η γενική εικόνα (σελ. 135): οι λειχήνες παρουσιάζουν και σημαντικό ενδιαφέρον· μερικοί απ' αυτούς έχουν ιδιαίτερη τοπική ή ειδική σημασία.
Οι χρήσεις | Χρήση | Παράδειγμα | |---|---| | Τροφή ζώων | στις αρκτικές περιοχές οι λειχήνες αποτελούν την κύρια τροφή των ταράνδων | | Τροφή ανθρώπων | μερικοί λειχήνες τρώγονται από τον άνθρωπο, όπως το είδος Lecanora esculenta, που χρησιμοποιείται ως τροφή από τους κατοίκους της Αν. Αφρικής· υπάρχουν απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες το είδος αυτό ήταν το «μάννα» της Αγ. Γραφής | | Αρωματοποιία | μερικοί λειχήνες χρησιμοποιούνται επίσης στην αρωματοποιία | | Βαφική | άλλοι είναι κατάλληλοι για τη βαφή υφασμάτων· το είδος Rocella tinctoria είναι γνωστό από την αρχαιότητα για τη χρήση του στη βαφική, επειδή δίνει ωραίο πορφυρό χρώμα | | Φαρμακευτική | σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένοι λειχήνες στη Φαρμακευτική, όπως το είδος Centraria islandica, που είναι δραστικό εναντίον του βακτηρίου που προκαλεί τη φυματίωση | | Δείκτες ρύπανσης | είναι πολύ ευαίσθητοι σε μολυσμένη ατμόσφαιρα, γι' αυτό χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, με διοξείδιο του θείου και μόλυβδο |
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στις αρκτικές περιοχές οι λειχήνες αποτελούν την κύρια τροφή των ταράνδων, ενώ μερικοί τρώγονται και από τον άνθρωπο, όπως το είδος Lecanora esculenta, που χρησιμοποιείται ως τροφή από τους κατοίκους της Ανατολικής Αφρικής και θεωρείται από ορισμένους ότι ήταν το «μάννα» της Αγίας Γραφής. Άλλοι λειχήνες χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία, ενώ άλλοι είναι κατάλληλοι για τη βαφή υφασμάτων, όπως το Rocella tinctoria, γνωστό από την αρχαιότητα γιατί δίνει ωραίο πορφυρό χρώμα. Στη φαρμακευτική ξεχωρίζει το είδος Centraria islandica, που είναι δραστικό εναντίον του βακτηρίου που προκαλεί τη φυματίωση. Τέλος, λόγω της ευαισθησίας τους στη μολυσμένη ατμόσφαιρα, χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ρύπανσης με διοξείδιο του θείου και μόλυβδο.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα βρύα;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 136): τα βρύα είναι μικρά πράσινα φυτά και περιλαμβάνουν 25-30.000 είδη.
Οι βιότοποί τους: είναι κυρίως χερσαία φυτά και, αν εξαιρέσουμε θάλασσες και ερήμους, μπορούν να αναπτυχθούν σε κάθε βιότοπο· απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξή τους είναι η ύπαρξη μεγάλης υγρασίας· μπορούν να αναπτυχθούν σε βράχους, κλαδιά, στέγες σπιτιών και τοίχους, καθώς και σε γλυκά νερά (λίμνες, ποτάμια, ρυάκια, δεξαμενές κ.ά).
Οι χρήσεις τους: ορισμένα βρύα έχουν χρησιμοποιηθεί ως καύσιμα και άλλα, λόγω του χαμηλού τους pH, έχουν χρησιμοποιηθεί ως επιδεσμικό υλικό σε τραύματα.
Η θέση τους: το φυτικό βασίλειο σύμφωνα με ορισμένα συστήματα περιλαμβάνει τα φύκη, τους μύκητες και λειχήνες, τα βρύα (Bryophyta), τις πτέριδες (Pteridophyta) και τα σπερματόφυτα (Spermatophyta) — και στην απαρίθμηση των ειδών: 30.000 βρύα (σελ. 126).
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 138): τα βρύα είναι μικρά πράσινα φυτά κυρίως χερσαία και με εξαίρεση θάλασσες και ερήμους μπορούν να αναπτυχθούν σε κάθε βιότοπο με απαραίτητη προϋπόθεση την ύπαρξη μεγάλης υγρασίας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Τα βρύα (Bryophyta) είναι μικρά πράσινα φυτά και περιλαμβάνουν 25-30.000 είδη. Είναι κυρίως χερσαία και, αν εξαιρέσουμε τις θάλασσες και τις ερήμους, μπορούν να αναπτυχθούν σε κάθε βιότοπο, με απαραίτητη προϋπόθεση την ύπαρξη μεγάλης υγρασίας: σε βράχους, κλαδιά, στέγες σπιτιών και τοίχους, καθώς και σε γλυκά νερά, όπως λίμνες, ποτάμια, ρυάκια και δεξαμενές. Ορισμένα βρύα έχουν χρησιμοποιηθεί ως καύσιμα, ενώ άλλα, λόγω του χαμηλού τους pH, έχουν χρησιμοποιηθεί ως επιδεσμικό υλικό σε τραύματα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τις πτέριδες;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 136): οι πτέριδες είναι φυτά που δεν σχηματίζουν άνθη και σπέρματα· είναι χερσαία φυτά που εμφανίσθηκαν κατά τον Παλαιοζωικό αιώνα.
Τα γένη τους: στο άθροισμα αυτό ανήκουν τα γένη των φυτών Diopteris, Asplenium, Polypodium, πολύ πιο γνωστά σε όλους ως φτέρες.
Η αξία τους: συχνότερα, τα φυτά αυτά καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους και είναι περιορισμένης οικονομικής αξίας.
Πόσα είναι (σελ. 126): υπάρχουν 15.000 πτεριδόφυτα.
Η αντίθεση με τα σπερματόφυτα: οι πτέριδες δεν σχηματίζουν άνθη και σπέρματα, ενώ τα σπερματόφυτα χαρακτηρίζονται από την παρουσία άνθους και σπέρματος και είναι το μεγαλύτερο άθροισμα του φυτικού βασιλείου με 420.000 είδη (σελ. 140).
Στην Ανακεφαλαίωση (σελ. 138): οι πτέριδες (Pteridophyta) είναι χερσαία φυτά που δεν σχηματίζουν άνθη και σπέρματα· συχνότερα, τα φυτά αυτά καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους και είναι περιορισμένης οικονομικής αξίας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι πτέριδες (Pteridophyta) είναι φυτά που δεν σχηματίζουν άνθη και σπέρματα. Είναι χερσαία φυτά που εμφανίστηκαν κατά τον Παλαιοζωικό αιώνα και στο άθροισμα αυτό ανήκουν τα γένη Diopteris, Asplenium και Polypodium, πολύ πιο γνωστά ως φτέρες. Υπολογίζονται σε 15.000 είδη. Συχνότερα καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους και είναι περιορισμένης οικονομικής αξίας.
Κριτήρια αξιολόγησης: