Λύσεις — Κεφάλαιο 8 (Ερωτήσεις σελ. 76) – ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ ΙΙ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 8 (Ερωτήσεις σελ. 76)

Απαντήσεις στις 4 ερωτήσεις του κεφαλαίου 8.


Ερώτηση 1 — Καλλιέργεια P. aeruginosa

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την καλλιέργεια της Ρ. aeruginosa;

Απάντηση:

  • Η P. aeruginosa αναπτύσσεται σε όλα τα κοινά θρεπτικά υλικά, μόνο σε αερόβιες συνθήκες (αυστηρά αερόβια), με άριστη θερμοκρασία 37 °C — αλλά αναπτύσσεται και στους 42 °C, ιδιότητα που τη διαφοροποιεί από τα άλλα είδη Pseudomonas. Στο αιματούχο άγαρ μερικά στελέχη προκαλούν αιμόλυση. Στο Mac Conkey άγαρ οι αποικίες είναι άχρωμες (δεν διασπά τη λακτόζη), γυαλιστερές, υδαρείς, με μεταλλική λάμψη. Από τις αποικίες διαχέεται στο θρεπτικό υλικό κυανοπράσινη χρωστική, η πυοκυανίνη, και στο άνοιγμα του τρυβλίου γίνεται αντιληπτή ευχάριστη αρωματική οσμή, όπως του γιασεμιού. Πολλά στελέχη παράγουν πρασινοκίτρινη φθορεσεΐνη, άλλα κοκκινωπή πυορουμπίνη και κάποια καστανόμαυρη πυομελανίνη (εικ. 8.1, σελ. 73).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Όλα τα κοινά υλικά, αυστηρά αερόβια, 37 °C (και 42 °C — διαφοροποίηση)· αιματούχο: ενίοτε αιμόλυση· Mac Conkey: άχρωμες, γυαλιστερές, υδαρείς, μεταλλική λάμψη· διάχυτη κυανοπράσινη πυοκυανίνη, οσμή γιασεμιού· και φθορεσεΐνη, πυορουμπίνη, πυομελανίνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Βιοχημικές P. aeruginosa

Ερώτηση: Ποιες είναι οι βασικές βιοχημικές ιδιότητες της Ρ. aeruginosa;

Απάντηση:

  • Οι βασικές βιοχημικές ιδιότητες της P. aeruginosa (πίν. 8.1, σελ. 74):
    • Παράγει καταλάση και οξειδάση (οξειδάση + — διαχωρισμός από τα Εντεροβακτηριακά).
    • Δεν ζυμώνει τη γλυκόζη, αλλά τη διασπά οξειδωτικά χωρίς παραγωγή αερίου.
    • Δεν διασπά τη λακτόζη και τα άλλα σάκχαρα — άχρωμες αποικίες στο Mac Conkey.
    • Αναπτύσσεται σε υλικά με κιτρικό νάτριο ως μόνη πηγή άνθρακα.
    • Δεν παράγει υδρόθειο.
    • Υδρολύει την αργινίνη.
    • Αναπτύσσεται στους 42 °C, και έτσι διαφοροποιείται από τα άλλα είδη του γένους Pseudomonas.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Καταλάση +, οξειδάση +, οξειδωτική (όχι ζυμωτική) διάσπαση γλυκόζης χωρίς αέριο, λακτόζη και άλλα σάκχαρα −, κιτρικό νάτριο +, H₂S −, υδρόλυση αργινίνης +, ανάπτυξη στους 42 °C.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Παράγοντες παθογένειας

Ερώτηση: Ποιοι παράγοντες καθορίζουν την παθογένεια και την τοξικότητα των διαφόρων στελεχών της Ρ. aeruginosa;

Απάντηση:

  • Η P. aeruginosa διακρίνεται σε ορολογικούς τύπους από το πολυσακχαριδικό αντιγόνο Ο, που είναι η ενδοτοξίνη. Η παθογένεια και η τοξικότητα των διαφόρων στελεχών καθορίζονται από: τις τοξίνες — ενδοτοξίνη Ο, εξωτοξίνη Α, εντεροτοξίνη — τις αιμολυσίνες, τις πρωτεάσες, τα ένζυμα, τις χρωστικές (πυοκυανίνη κ.ά.) και την επιφανειακή βλέννα που παράγουν (σελ. 74). Οι παράγοντες αυτοί, μαζί με τη μειωμένη άμυνα του ξενιστή (λευχαιμία, εγκαύματα, νεογνά, ανοσοκαταστολή, χειρουργικές επεμβάσεις), εξηγούν τις σοβαρές ευκαιριακές λοιμώξεις της.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδοτοξίνη Ο (πολυσακχαριδικό αντιγόνο Ο), εξωτοξίνη Α, εντεροτοξίνη, αιμολυσίνες, πρωτεάσες, ένζυμα, χρωστικές, επιφανειακή βλέννα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Παθογόνος δράση – επιδημιολογία

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για την παθογόνο δράση και την επιδημιολογία της Ρ. aeruginosa;

Απάντηση:

  • Παθογόνος δράση (σελ. 74-75): η P. aeruginosa είναι ευκαιριακά παθογόνο. Λοιμώξεις παρατηρούνται σε ασθενείς με λευχαιμία, άτομα με εγκαύματα, νεογνά, ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα ή ακτινοβολούνται και άτομα που έχουν υποστεί σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις. Προκαλεί σηψαιμία, πνευμονία, μέση πυώδη ωτίτιδα, μηνιγγίτιδα, βαριά γαστρεντερίτιδα (κυρίως σε νεογνά), ουρολοιμώξεις σε ασθενείς με μόνιμο καθετήρα, διαπυήσεις τραυμάτων κ.ά.

    Επιδημιολογία: βρίσκεται στην εντερική χλωρίδα του 10% περίπου των ανθρώπων και στα υγρά μέρη του υγιούς δέρματος (μασχάλη, βουβωνική χώρα)· επίσης στα λύματα, στα σκεύη, στα διάφορα αντικείμενα, στο δάπεδο των νοσοκομείων, ακόμα και στα αντισηπτικά διαλύματα. Επιμολύνει εγκαύματα, τραύματα, έλκη. Μαζί με τους Σταφυλόκοκκους είναι το συχνότερο αίτιο των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Θεραπεία με βάση το αντιβιόγραμμα (αμινογλυκοσίδες, αντιψευδομοναδικά, κεφταζιντίμη).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ευκαιριακό παθογόνο σε λευχαιμία, εγκαύματα, νεογνά, ανοσοκαταστολή-ακτινοβολία, μεγάλες επεμβάσεις: σηψαιμία, πνευμονία, ωτίτιδα, μηνιγγίτιδα, γαστρεντερίτιδα νεογνών, ουρολοιμώξεις καθετήρα, διαπυήσεις· επιδημιολογία: εντερική χλωρίδα 10%, υγρό δέρμα, λύματα-σκεύη-δάπεδα-αντισηπτικά, επιμόλυνση εγκαυμάτων-τραυμάτων, με Σταφυλόκοκκους συχνότερο αίτιο νοσοκομειακών λοιμώξεων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ