Πλήρεις λύσεις και των οκτώ ερωτήσεων του κεφαλαίου 2 — τοξικότητα και δόση, οι παράμετροι του τοξικού παράγοντα, οι ενδογενείς και οι εξωγενείς παράγοντες, η διάκριση επικινδυνότητας και βλαπτικότητας, η διάκριση ιδιοσυγκρασίας και υπερευαισθησίας και η συνέργεια με τον ανταγωνισμό.
Ερώτηση: Ερωτήσεις: 1. Τι ονομάζεται “τοξικότητα” μίας ουσίας;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 19): με τον όρο τοξικότητα προσδιορίζεται η ικανότητα μίας ουσίας να προκαλεί βλάβη της υγείας ή θάνατο, επηρεάζοντας τις ζωτικές λειτουργίες ενός βιολογικού συστήματος, ενός ζωντανού οργανισμού. Και στην ανακεφαλαίωση (σελ. 29): η ικανότητα μίας ουσίας να προκαλεί βλάβη της υγείας ή θάνατο στον άνθρωπο ή στους απογόνους του, επηρεάζοντας μία ή περισσότερες από τις ζωτικές του λειτουργίες.
Δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά της έννοιας | # | Χαρακτηριστικό | Τεκμηρίωση (σελ. 19) | |---|---|---| | 1 | ποσοτική, όχι ποιοτική | η έννοια της τοξικότητας είναι έννοια ποσοτική και όχι ποιοτική και… όλες οι ουσίες εμφανίζουν μικρού ή μεγάλου βαθμού τοξικότητα ανάλογα με την προσλαμβανόμενη ποσότητά τους | | 2 | προϋποθέτει πρόσβαση στον στόχο | για να ασκήσει μία ουσία την τοξική της δράση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ουσία να μπορεί να φθάσει στο βιολογικό της «στόχο» δηλαδή στον κατάλληλο υποδοχέα του βιολογικού συστήματος και να παραμείνει εκεί, σε μία αρκετά υψηλή συγκέντρωση, για ένα ικανό χρονικό διάστημα |
Η σχέση με τις συγγενείς έννοιες (σελ. 19): η βλαπτικότητα (hazard) ταυτίζεται εννοιολογικά με τον όρο τοξικότητα, ενώ η επικινδυνότητα (risk) εκφράζει την πιθανότητα εκδήλωσής της.
Και η γενική παραδοχή (σελ. 16): δεν υπάρχει καμία χημική ουσία που να είναι απόλυτα ασφαλής — γι' αυτό η τοξικότητα μετριέται σε βαθμό, όχι σε ναι/όχι.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Με τον όρο τοξικότητα προσδιορίζεται η ικανότητα μιας ουσίας να προκαλεί βλάβη της υγείας ή θάνατο, επηρεάζοντας τις ζωτικές λειτουργίες ενός βιολογικού συστήματος, ενός ζωντανού οργανισμού, ή, όπως το διατυπώνει η ανακεφαλαίωση, στον άνθρωπο ή και στους απογόνους του. Δύο σημεία είναι κρίσιμα. Πρώτον, η έννοια της τοξικότητας είναι ποσοτική και όχι ποιοτική: όλες οι ουσίες εμφανίζουν μικρού ή μεγάλου βαθμού τοξικότητα ανάλογα με την προσλαμβανόμενη ποσότητά τους. Και δεύτερον, για να ασκήσει μια ουσία την τοξική της δράση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να φτάσει στον βιολογικό της στόχο, δηλαδή στον κατάλληλο υποδοχέα, και να παραμείνει εκεί σε αρκετά υψηλή συγκέντρωση και για ικανό χρονικό διάστημα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 2. Τι εννοούμε με τον όρο “δόση” μίας ουσίας;
Απάντηση:
Ο ορισμός (σελ. 21): δόση είναι η ποσότητα εκείνη της ουσίας που, όταν κατά οποιοδήποτε τρόπο εισέλθει στον οργανισμό, μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση κάποιας βιολογικής αντίδρασης (ανταπόκρισης).
Η σχέση δόσης-αντίδρασης (σελ. 21-22): μεταξύ δόσης και αντίδρασης του βιολογικού συστήματος υπάρχει μία σχέση που εξαρτάται κατά τρόπο άμεσο από την ποσότητα, τη θέση και τον τρόπο χορήγησης της ουσίας, ενώ το είδος της αντίδρασης εκτείνεται από μία απλή βιοχημική ή φαρμακολογική μεταβολή που συνεπάγεται κάποια απλή και αναστρέψιμη βλάβη ενός οργάνου ή συστήματος μέχρι την επέλευση του θανάτου η οποία αποτελεί την ακραία αντίδραση. Η σχέση εκφράζεται με την κλασική καμπύλη δόσης - αντίδρασης (αποτελέσματος ή ανταπόκρισης).
Γιατί δεν αρκεί η «θανατηφόρα δόση» (σελ. 22): η ευαισθησία των ζωντανών οργανισμών σε μία ορισμένη δόση δεν είναι πάντοτε η ίδια. Είναι δυνατό με την ίδια δόση και με τις ίδιες συνθήκες χορήγησης μίας ουσίας ορισμένες… μονάδες να καταστραφούν, ενώ άλλες, περισσότερο ανθεκτικές, να παραμείνουν στη ζωή. Επομένως με τον όρο θανατηφόρα δόση δεν υπονοείται μία απόλυτα καθορισμένη ποσότητα η οποία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο της τοξικότητας μιας ουσίας. Η λύση (σελ. 22-23): πιο αντιπροσωπευτική… είναι η μέση θανατηφόρα δόση (LD50), η δόση δηλαδή εκείνη που, όταν πειραματικά χορηγηθεί από του στόματος σε πειραματόζωα, σκοτώνει ποσοστό 50% από αυτά.
Πώς εκφράζεται (σελ. 25): η θανατηφόρος δόση υπολογίζεται… σε γραμμάρια ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος (g/kg) — γιατί η χορήγηση κάθε φαρμάκου γίνεται σήμερα σε δόσεις που εκφράζονται ανά χιλιόγραμμο βάρους του σώματος.
Και η κεντρική σημασία της δόσης (σελ. 14, 16): «η δόση είναι εκείνη που κάνει το φάρμακο δηλητήριο» (Παράκελσος)· επειδή όλες οι χημικές ουσίες είναι τοξικές σε κάποια συγκεκριμένη δόση, η δόση θεωρείται ως ο πλέον κρίσιμος παράγοντας.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δόση είναι η ποσότητα εκείνη της ουσίας που, όταν κατά οποιονδήποτε τρόπο εισέλθει στον οργανισμό, μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση κάποιας βιολογικής αντίδρασης ή ανταπόκρισης. Μεταξύ δόσης και αντίδρασης υπάρχει σχέση που εξαρτάται άμεσα από την ποσότητα, τη θέση και τον τρόπο χορήγησης, ενώ το είδος της αντίδρασης εκτείνεται από μια απλή και αναστρέψιμη βλάβη ενός οργάνου μέχρι τον θάνατο, που αποτελεί την ακραία αντίδραση· η σχέση αυτή εκφράζεται με την κλασική καμπύλη δόσης-αντίδρασης. Επειδή η ευαισθησία των οργανισμών στην ίδια δόση δεν είναι πάντοτε η ίδια, ο όρος θανατηφόρα δόση δεν υποδηλώνει απόλυτα καθορισμένη ποσότητα· γι' αυτό πιο αντιπροσωπευτική θεωρείται η μέση θανατηφόρα δόση, η LD50, δηλαδή η δόση που, χορηγούμενη πειραματικά από το στόμα σε πειραματόζωα, σκοτώνει το πενήντα τοις εκατό από αυτά. Η δόση εκφράζεται σε γραμμάρια ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος και θεωρείται ο πλέον κρίσιμος παράγοντας της τοξικότητας.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 3. Ποιες είναι οι παράμετροι που σχετίζονται με τον τοξικό παράγοντα και μπορούν να επηρεάσουν την τοξικότητά του;
Απάντηση:
Οι πέντε παράμετροι (Πίνακας 2.1, σελ. 20): χημική σύνθεση· προσμίξεις ή ρυπαντές· φυσικά χαρακτηριστικά· φαρμακοτεχνική μορφή - έκδοχα και αδρανείς ουσίες· διαλυτότητα του τοξικού παράγοντα στα βιολογικά υγρά.
Πώς επιδρά η καθεμία (σελ. 20-21) | Παράμετρος | Επίδραση | |---|---| | Χημική σύνθεση | η τοξικότητα μίας συγκεκριμένης τοξικής ουσίας εξαρτάται κυρίως από τη χημική σύστασή της | | Προσμίξεις ή ρυπαντές | περισσότερο ή λιγότερο τοξικοί από τον εξεταζόμενο παράγοντα μπορεί να συνυπάρχουν μ' αυτόν και να ενισχύουν ή να μειώνουν τη δραστικότητά του με αποτέλεσμα να τροποποιούν την ανταπόκριση του βιολογικού συστήματος | | Φυσικά χαρακτηριστικά | η φυσική του κατάσταση (στερεό, υγρό ή αέριο), το μέγεθος των σωματιδίων του, η τάση των ατμών του κτλ, επηρεάζουν σημαντικά την τοξικότητά του έχοντας άμεση σχέση με την απορρόφησή του | | Φαρμακοτεχνική μορφή | είναι άμεσα συνδεδεμένη με την απορρόφησή της — δισκίο (χάπι), το είδος του δισκίου (π.χ. υπογλώσσιο, εντεροδιαλυτό κτλ.), σιροπιού, εναιωρήματος, γαλακτώματος, υπόθετου, ενέσιμου διαλύματος· τα φάρμακα που χορηγούνται σε ενέσιμη μορφή, είναι τοξικότερα από τα χορηγούμενα από του στόματος, διότι εισέρχονται αμέσως στην κυκλοφορία του αίματος | | Έκδοχα και αδρανείς ουσίες | τα αραιωτικά, οι χρωστικές ουσίες, τα βελτιωτικά της γεύσης και της οσμής, οι γαλακτωματοποιητές, τα αντιοξειδωτικά κτλ. — οι αλληλεπιδράσεις όλων αυτών των ουσιών με τον τοξικό παράγοντα τροποποιούν κατά πολύ την τοξικότητα της ουσίας σε σχέση με την περίπτωση που χρησιμοποιείται στην καθαρή της μορφή | | Διαλυτότητα στα βιολογικά υγρά | αν… αυτή κατανέμεται ευκολότερα στο λίπος (λιποδιαλυτή) ή στο νερό (υδατοδιαλυτή)… σχετίζεται με το χρόνο παραμονής της στον οργανισμό και με την ικανότητα απέκκρισής της |
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαλυτότητας (σελ. 21): το εντομοκτόνο DDT, επειδή είναι εξαιρετικά λιποδιαλυτή ένωση, αποθηκεύεται στο υποδόριο λίπος και παραμένει στον οργανισμό για πολλά χρόνια.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι παράμετροι που σχετίζονται με τον ίδιο τον τοξικό παράγοντα είναι πέντε. Πρώτον, η χημική σύνθεση, από την οποία εξαρτάται κυρίως η τοξικότητα. Δεύτερον, οι προσμίξεις ή ρυπαντές, οι οποίοι, όντας περισσότερο ή λιγότερο τοξικοί από τον εξεταζόμενο παράγοντα, μπορεί να ενισχύουν ή να μειώνουν τη δραστικότητά του. Τρίτον, τα φυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή η φυσική κατάσταση, στερεή, υγρή ή αέρια, το μέγεθος των σωματιδίων και η τάση των ατμών, που έχουν άμεση σχέση με την απορρόφηση. Τέταρτον, η φαρμακοτεχνική μορφή μαζί με τα έκδοχα και τις αδρανείς ουσίες: τα φάρμακα σε ενέσιμη μορφή είναι τοξικότερα από τα χορηγούμενα από το στόμα, γιατί εισέρχονται αμέσως στην κυκλοφορία του αίματος, ενώ τα αραιωτικά, οι χρωστικές, τα βελτιωτικά γεύσης, οι γαλακτωματοποιητές και τα αντιοξειδωτικά τροποποιούν την τοξικότητα σε σχέση με την καθαρή μορφή. Και πέμπτον, η διαλυτότητα στα βιολογικά υγρά, δηλαδή αν η ουσία είναι λιποδιαλυτή ή υδατοδιαλυτή, κάτι που καθορίζει τον χρόνο παραμονής και την απέκκριση· χαρακτηριστικό παράδειγμα το DDT, που ως εξαιρετικά λιποδιαλυτό αποθηκεύεται στο υποδόριο λίπος και παραμένει για πολλά χρόνια.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 4. Αναφέρατε επιγραμματικά τους “ενδογενείς” παράγοντες ενός βιολογικού συστήματος που επηρεάζουν την τοξικότητα μίας ουσίας.
Απάντηση:
Οι ενδογενείς παράμετροι (Πίνακας 2.1, σελ. 20): είδος και ποικιλία του οργανισμού· βάρος σώματος· ηλικία και φύλο· φυλή· ορμονική κατάσταση και διαιτητική κατάσταση· παρουσία νόσου· ιδιοσυγκρασία-υπερευαισθησία· εξάρτηση· ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών (συνέργεια-ανταγωνισμός).
Συνοπτικά ο ρόλος του καθενός (σελ. 24-28) | Παράγοντας | Επίδραση | |---|---| | Είδος και ποικιλία | η τοξική δράση μίας ουσίας στα διάφορα είδη ζώων διαφέρει, λόγω διαφορετικής ευαισθησίας, λειτουργικότητας των οργάνων και μηχανισμών βιομετατροπής | | Βάρος σώματος | οι δόσεις εκφράζονται ανά χιλιόγραμμο βάρους του σώματος | | Ηλικία | τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες ακόμα και… σε δόσεις πολύ μικρότερες από τις συνηθισμένες | | Φύλο και ορμονική κατάσταση | ο γεννητικός κύκλος, η κύηση και η γαλουχία φαίνεται να ευαισθητοποιούν τη γυναίκα προς ορισμένα δηλητήρια | | Φυλή | η μαύρη φυλή είναι πιο ευαίσθητη στα ανθελονοσιακά φάρμακα και ιδίως στην πριμακίνη | | Διαιτητική κατάσταση | η πληρότητα του στομάχου επιβραδύνει ή αδρανοποιεί (π.χ. paraquat)· η παρατεταμένη νηστεία… επηρεάζει τη δραστικότητα πολλών ενζύμων· η ανεπάρκεια της βιταμίνης C επηρεάζει το ρυθμό μεταβολισμού | | Παρουσία νόσου | βλάβη των νεφρών ή του ήπατος εμποδίζει το μεταβολισμό και την απέκκριση ενός δηλητηρίου | | Ιδιοσυγκρασία-υπερευαισθησία | καθορίζεται γενετικά — π.χ. η ανεπάρκεια του ένζυμου G-6-PD | | Εξάρτηση | κατάσταση ψυχική ή και φυσική με στερητικό σύνδρομο | | Ταυτόχρονη λήψη ουσιών | συνέργεια ή ανταγωνισμός |
Η πρακτική σημασία των διαφορών είδους (σελ. 24): η παρατήρηση αυτή έχει μεγάλη αξία σχετικά με τη μεταφορά των παρατηρήσεων από τα ζώα στον άνθρωπο — π.χ. τα κουνέλια δείχνουν μία αυξημένη αντοχή… απέναντι στην τοξική δράση της ατροπίνης, γεγονός που οφείλεται σε ένα ένζυμο, την ατροπινοεστεράση, το οποίο δεν διαθέτει ο άνθρωπος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι ενδογενείς παράγοντες του βιολογικού συστήματος που επηρεάζουν την τοξικότητα είναι, επιγραμματικά: το είδος και η ποικιλία του οργανισμού, το βάρος του σώματος, η ηλικία και το φύλο, η φυλή, η ορμονική και η διαιτητική κατάσταση, η παρουσία νόσου, η ιδιοσυγκρασία και η υπερευαισθησία, η εξάρτηση, και η ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών, δηλαδή η συνέργεια και ο ανταγωνισμός. Ενδεικτικά, η τοξική δράση διαφέρει από είδος σε είδος λόγω διαφορετικής ευαισθησίας και μηχανισμών βιομετατροπής, οι δόσεις εκφράζονται ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος, τα παιδιά εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες και σε πολύ μικρότερες δόσεις, η κύηση και η γαλουχία ευαισθητοποιούν τη γυναίκα, η μαύρη φυλή είναι πιο ευαίσθητη στα ανθελονοσιακά και ιδίως στην πριμακίνη, η πληρότητα του στομάχου επιβραδύνει ή αδρανοποιεί την ουσία, ενώ βλάβη των νεφρών ή του ήπατος εμποδίζει τον μεταβολισμό και την απέκκριση του δηλητηρίου.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 5. Αναφέρατε επιγραμματικά τους “εξωγενείς” παράγοντες ενός βιολογικού συστήματος που επηρεάζουν την τοξικότητα μίας ουσίας.
Απάντηση:
Οι τρεις εξωγενείς (περιβαλλοντικοί) παράγοντες (σελ. 20, 28): η θερμοκρασία, η βαρομετρική πίεση και η ακτινοβολία.
Το χωρίο (σελ. 28): η θερμοκρασία, η βαρομετρική πίεση και η ακτινοβολία είναι εξωγενείς παράγοντες που έχουν ιδιαίτερη σημασία και τροποποιούν την τοξική δράση μίας ουσίας κυρίως σε τοξικολογικές μελέτες με πειραματόζωα.
Η διάκριση από τους ενδογενείς | | Ενδογενείς | Εξωγενείς | |---|---|---| | αφορούν | το ίδιο το βιολογικό σύστημα — είδος, βάρος, ηλικία, φύλο, φυλή, νόσος, ιδιοσυγκρασία | το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται | | πλήθος | εννέα ομάδες | τρεις | | πεδίο ιδιαίτερης σημασίας | κλινική πράξη και πειράματα | κυρίως σε τοξικολογικές μελέτες με πειραματόζωα |
Γιατί έχουν σημασία στα πειράματα: επειδή οι τοξικολογικές μελέτες πρέπει να είναι επαναλήψιμες, οι συνθήκες του περιβάλλοντος των πειραματόζωων πρέπει να ελέγχονται — διαφορετικά η ίδια δόση θα έδινε διαφορετικά αποτελέσματα.
Η σύνδεση με τους λοιπούς παράγοντες: οι εξωγενείς παράγοντες προστίθενται στους τέσσερις πίνακες παραμέτρων (σελ. 20), δηλαδή σε αυτούς του τοξικού παράγοντα, των συνθηκών έκθεσης και των ενδογενών — και μαζί εξηγούν γιατί, όπως σημειώνει το βιβλίο (σελ. 16), ο καθορισμός της «τοξικής δόσης» για μία συγκεκριμένη ουσία δεν είναι εύκολος, αφού ποικίλλει από οργανισμό σε οργανισμό και από είδος σε είδος.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι εξωγενείς, δηλαδή περιβαλλοντικοί, παράγοντες είναι τρεις: η θερμοκρασία, η βαρομετρική πίεση και η ακτινοβολία. Όπως αναφέρει το βιβλίο, οι παράγοντες αυτοί έχουν ιδιαίτερη σημασία και τροποποιούν την τοξική δράση μιας ουσίας κυρίως σε τοξικολογικές μελέτες με πειραματόζωα. Η διαφορά τους από τους ενδογενείς είναι ότι οι ενδογενείς αφορούν το ίδιο το βιολογικό σύστημα, δηλαδή το είδος, το βάρος, την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, την παρουσία νόσου και την ιδιοσυγκρασία, ενώ οι εξωγενείς αφορούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό βρίσκεται. Η σημασία τους στα πειράματα οφείλεται στο ότι οι τοξικολογικές μελέτες πρέπει να είναι επαναλήψιμες, οπότε οι περιβαλλοντικές συνθήκες πρέπει να ελέγχονται.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 6. Σε τι διαφέρει εννοιολογικά ο όρος επικινδυνότητα από τη βλαπτικότητα μίας τοξικής ουσίας;
Απάντηση:
Οι δύο ορισμοί (σελ. 19) | Όρος | Ορισμός | |---|---| | Βλαπτικότητα (hazard) | υποδηλώνει την ικανότητα ενός φυσικού ή χημικού παράγοντα, να προκαλέσει βλάβη της υγείας ή θάνατο στον ίδιο ή στους απογόνους του και ταυτίζεται εννοιολογικά με τον όρο τοξικότητα | | Επικινδυνότητα (risk) | εκφράζει την πιθανότητα ο φυσικός ή ο χημικός αυτός παράγοντας, να εκδηλώσει την βλαπτικότητά του κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες έκθεσης όπως είναι η δόση, η οδός χορήγησης, η διάρκεια λήψης, η ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών κτλ. |
Η ουσιαστική διαφορά | | Βλαπτικότητα | Επικινδυνότητα | |---|---|---| | τι εκφράζει | ικανότητα | πιθανότητα | | εξαρτάται από | την ίδια την ουσία | τις συνθήκες έκθεσης | | μεταβάλλεται; | είναι εγγενής ιδιότητα της ουσίας | ναι — αλλάζει με τη δόση, την οδό, τη διάρκεια, τη συνύπαρξη άλλων ουσιών | | ταυτίζεται με | την τοξικότητα | — |
Το πρακτικό νόημα: μια ουσία με υψηλή βλαπτικότητα μπορεί να έχει χαμηλή επικινδυνότητα, αν είναι καλά συσκευασμένη, δύσκολα προσιτή ή χορηγείται σε ασφαλή δόση — γι' αυτό άλλωστε οι περιέκτες των τοξικών ουσιών πρέπει να επισημαίνονται σαφώς (Εικόνα 2.1, σελ. 19). Αντίστροφα, μια ουσία με μέτρια βλαπτικότητα γίνεται επικίνδυνη όταν οι συνθήκες έκθεσης είναι δυσμενείς.
Ο κλάδος που ασχολείται με τη διάκριση (σελ. 15): η Διερευνητική και Ρυθμιστική Τοξικολογία, που ασχολείται με τον καθορισμό της τοξικότητας μίας ουσίας, τη διερεύνηση του μηχανισμού δράσης της και την εκτίμηση της ασφάλειας ή της επικινδυνότητας της χρήσης της.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η βλαπτικότητα υποδηλώνει την ικανότητα ενός φυσικού ή χημικού παράγοντα να προκαλέσει βλάβη της υγείας ή θάνατο στον ίδιο ή στους απογόνους του, και ταυτίζεται εννοιολογικά με τον όρο τοξικότητα. Η επικινδυνότητα αντίθετα εκφράζει την πιθανότητα ο παράγοντας αυτός να εκδηλώσει τη βλαπτικότητά του κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες έκθεσης, όπως είναι η δόση, η οδός χορήγησης, η διάρκεια λήψης και η ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών. Η ουσιαστική διαφορά είναι λοιπόν ότι η βλαπτικότητα είναι ικανότητα και αποτελεί εγγενή ιδιότητα της ουσίας, ενώ η επικινδυνότητα είναι πιθανότητα και εξαρτάται από τις συνθήκες. Πρακτικά, μια ουσία με υψηλή βλαπτικότητα μπορεί να έχει χαμηλή επικινδυνότητα αν είναι καλά συσκευασμένη, σαφώς επισημασμένη και δύσκολα προσιτή.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 7. Σε τι διαφέρει εννοιολογικά ο όρος ιδιοσυγκρασία από την υπερευαισθησία ενός βιολογικού συστήματος σε μία τοξική ουσία;
Απάντηση:
Η ιδιοσυγκρασία (σελ. 26-27): πολλές φορές μία ουσία που χρησιμοποιείται ως φάρμακο ή χορηγείται για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, προκαλεί σε ορισμένα άτομα την εμφάνιση ορισμένων τοξικών φαινομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό των ατόμων που παρουσιάζουν τα τοξικά αυτά συμπτώματα είναι μικρό αλλά όχι αμελητέο. Τα συμπτώματα αυτά οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία του ατόμου η οποία καθορίζεται γενετικά. Το παράδειγμα (σελ. 27): η ανεπάρκεια του ένζυμου G-6-PD (αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζης) προκαλεί αιμόλυση κατά την επαφή των ατόμων με ορισμένες ουσίες όπως είναι η ναφθαλίνη, οι σουλφοναμίδες, η πριμακίνη κ.ά. ή με ορισμένα τρόφιμα, όπως είναι οι κύαμοι (κουκιά).
Η υπερευαισθησία (σελ. 27): συναφής είναι και η έννοια της υπερευαισθησίας. Κατ' αυτήν τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι τα ίδια με αυτά που εμφανίζονται μετά τη χορήγηση υψηλών τοξικών δόσεων μίας ουσίας, στα υπερευαίσθητα όμως άτομα η εκδήλωση των συμπτωμάτων αυτών παρουσιάζεται με πολύ μικρότερες δόσεις.
Η διαφορά | | Ιδιοσυγκρασία | Υπερευαισθησία | |---|---|---| | τι είδους συμπτώματα | ορισμένα τοξικά φαινόμενα — ποιοτικά διαφορετική αντίδραση, ασυνήθιστη για την ουσία | τα ίδια συμπτώματα με τις υψηλές τοξικές δόσεις | | σε τι δόση | εμφανίζονται στη συνήθη δόση | εμφανίζονται με πολύ μικρότερες δόσεις | | αιτία | καθορίζεται γενετικά — π.χ. ανεπάρκεια ενζύμου | αυξημένη ευαισθησία του ατόμου | Δηλαδή: η ιδιοσυγκρασία αλλάζει το είδος της αντίδρασης, η υπερευαισθησία το κατώφλι της δόσης.
Η συγγενής αλλεργική αντίδραση (σελ. 27): η προδιάθεση ορισμένων ατόμων να εμφανίσουν από ήπιες αλλεργικές αντιδράσεις έως και αναφυλακτικό shock κατά την επαφή τους με απειροελάχιστες ποσότητες κάποιων ουσιών όπως είναι η πενικιλλίνη ή το δηλητήριο της μέλισσας. Σε αυτές τις περιπτώσεις μετά την πρώτη επαφή του οργανισμού με την αλλεργιογόνο ουσία δημιουργούνται αντισώματα. Η δεύτερη επαφή του οργανισμού με την ίδια αλλεργιογόνο ουσία προκαλεί τη σύνδεση της ουσίας (αντιγόνο) με το αντίσωμα και την έκλυση ισταμίνης που εκδηλώνεται ως αναφυλακτικό shock.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ιδιοσυγκρασία αφορά την εμφάνιση ορισμένων τοξικών φαινομένων σε μικρό, αλλά όχι αμελητέο, ποσοστό ατόμων κατά τη λήψη μιας ουσίας, και καθορίζεται γενετικά· χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανεπάρκεια του ενζύμου G-6-PD, δηλαδή της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης, που προκαλεί αιμόλυση κατά την επαφή με ουσίες όπως η ναφθαλίνη, οι σουλφοναμίδες και η πριμακίνη, ή με τρόφιμα όπως τα κουκιά. Στην υπερευαισθησία αντίθετα τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι τα ίδια με εκείνα που εμφανίζονται μετά από χορήγηση υψηλών τοξικών δόσεων, όμως στα υπερευαίσθητα άτομα εκδηλώνονται με πολύ μικρότερες δόσεις. Η ουσιαστική διαφορά είναι λοιπόν ότι η ιδιοσυγκρασία αλλάζει το είδος της αντίδρασης, ενώ η υπερευαισθησία το κατώφλι της δόσης. Συγγενής είναι και η αλλεργική προδιάθεση, όπου μετά την πρώτη επαφή δημιουργούνται αντισώματα και η δεύτερη επαφή προκαλεί έκλυση ισταμίνης, που μπορεί να εκδηλωθεί ως αναφυλακτικό σοκ.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: 8. Πώς μπορούν να ενεργήσουν δύο ή περισσότερες χημικές ουσίες πάνω σε ένα βιολογικό σύστημα, όταν αυτές δοθούν ταυτόχρονα;
Απάντηση:
Η γενική αρχή (σελ. 27-28): η ταυτόχρονη παρουσία δύο ή περισσοτέρων χημικών ουσιών στον οργανισμό έχει σε μερικές περιπτώσεις ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της τοξικής τους δράσης που θα εκδηλωνόταν, αν αυτές είχαν χορηγηθεί χωριστά.
Οι δύο δυνατότητες (σελ. 28) | Φαινόμενο | Ορισμός | |---|---| | Συνέργεια | ο συνδυασμός ουσιών να ενισχύσει την τοξική δράση της καθεμίας | | Ανταγωνισμός | ο συνδυασμός να εξασθενίσει την τοξική τους δράση |
Τα δύο είδη συνέργειας (σελ. 28) | Είδος | Περιεχόμενο | |---|---| | αθροιστική | η φαρμακολογική δράση των ουσιών αθροίζεται, δηλαδή σε ταυτόχρονη χορήγηση δύο φαρμάκων, το μισό της δόσης του καθενός προκαλεί το ίδιο αποτέλεσμα το οποίο θα προκαλούσε η συνολική δόση του ενός | | δυναμική | ελάχιστες δόσεις από τις δύο ουσίες αρκούν για να εμφανισθεί η ίδια τοξική ενέργεια που θα εμφανιζόταν κατά τη λήψη μεγαλύτερης δόσης κάθε ουσίας χωριστά |
Η πρακτική σημασία του ανταγωνισμού (σελ. 28): αντίθετο φαινόμενο της συνέργειας είναι ο ανταγωνισμός στον οποίο στηρίζεται η χρήση των διαφόρων αντιδότων, ειδικών και μη.
Γιατί η ταυτόχρονη λήψη καταγράφεται ως παράγοντας τοξικότητας: εμφανίζεται δύο φορές στον Πίνακα 2.1 (σελ. 20) — ως ενδογενής παράγοντας (ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών — συνέργεια-ανταγωνισμός) και ως στοιχείο των συνθηκών έκθεσης που καθορίζουν την επικινδυνότητα (σελ. 19: η ταυτόχρονη λήψη άλλων ουσιών κτλ.).
Και η σύνδεση με το 5ο κεφάλαιο: όλη η λογική των αντιδότων στηρίζεται σε αυτόν τον ανταγωνισμό — γι' αυτό το βιβλίο παραπέμπει ρητά (βλέπε 5ο Κεφάλαιο).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ταυτόχρονη παρουσία δύο ή περισσότερων χημικών ουσιών στον οργανισμό μπορεί να τροποποιήσει την τοξική δράση που θα εκδηλωνόταν αν αυτές είχαν χορηγηθεί χωριστά. Υπάρχουν δύο δυνατότητες. Η πρώτη είναι η συνέργεια, όπου ο συνδυασμός ενισχύει την τοξική δράση της καθεμίας. Η συνέργεια μπορεί να είναι αθροιστική, όπου η φαρμακολογική δράση των ουσιών αθροίζεται, δηλαδή το μισό της δόσης του καθενός προκαλεί το ίδιο αποτέλεσμα με τη συνολική δόση του ενός, ή δυναμική, όπου ελάχιστες δόσεις από τις δύο ουσίες αρκούν για να εμφανιστεί η τοξική ενέργεια που θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη δόση κάθε ουσίας χωριστά. Η δεύτερη δυνατότητα είναι ο ανταγωνισμός, όπου ο συνδυασμός εξασθενίζει την τοξική δράση. Στον ανταγωνισμό ακριβώς στηρίζεται η χρήση των διαφόρων αντιδότων, ειδικών και μη.
Κριτήρια αξιολόγησης: