Λύσεις Κεφ.11 Χρήμα, τραπεζικό σύστημα και χρηματιστήρια – ΑΡΧΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Α΄ ΕΠΑΛ

Απαντήσεις στις ερωτήσεις και ασκήσεις του σχολικού βιβλίου.

Άσκηση 1

Εκφώνηση. “Αφού είναι απλούστερο να ανταλλάξει κανείς απ’ ευθείας ένα αγαθό με ένα άλλο, γιατί να περιπλέκουμε τις συναλλαγές με τη μεσολάβηση του χρήματος;” Συμφωνείτε με τη θέση αυτή; Αιτιολογήστε την απάντησή σας.

Σκέψη. Η ερώτηση ζητά τοποθέτηση. Η θέση φαίνεται λογική, γιατί ο αντιπραγματισμός έχει όντως λιγότερα βήματα. Το κλειδί είναι ότι η απλότητα των βημάτων δεν είναι το ίδιο με την ευκολία της συναλλαγής: το πρόβλημα του αντιπραγματισμού δεν είναι πόσες πράξεις χρειάζονται, αλλά αν μπορεί καν να βρεθεί ο αντισυμβαλλόμενος.

Ανάλυση.

  • Δεν συμφωνούμε με τη θέση.
  • Δείχνουμε πότε ο αντιπραγματισμός λειτουργούσε: στις πρωτόγονες, σχεδόν αυτάρκεις κοινωνίες με λίγα προϊόντα.
  • Δείχνουμε τι άλλαξε: εξειδίκευση, καταμερισμός έργων, τεράστια αύξηση των προϊόντων.
  • Ονομάζουμε το πραγματικό εμπόδιο: η σύμπτωση των επιθυμιών.
  • Δείχνουμε πώς το χρήμα το λύνει: η μία ανταλλαγή σπάει σε πώληση και αγορά.
  • Προσθέτουμε ότι το χρήμα επιτελεί και άλλες λειτουργίες που ο αντιπραγματισμός δεν καλύπτει.

Ενδεικτική απάντηση. Δεν συμφωνούμε με τη θέση αυτή. Ο αντιπραγματισμός, δηλαδή η άμεση ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο, ήταν όντως αρκετός στις πρωτόγονες κοινωνίες, στις οποίες τα νοικοκυριά ήταν σχεδόν αυτάρκη, η ποικιλία των προϊόντων που κατανάλωναν ήταν μικρή και τα προϊόντα που ανταλλάσσονταν ήταν ακόμα λιγότερα: εκεί δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί ένα άτομο που να προσφέρει το αγαθό Α και να ζητάει το αγαθό Β και ένα άλλο που να προσφέρει το Β και να ζητάει το Α. Με την εξέλιξη όμως των κοινωνιών, τη διάδοση της εξειδίκευσης και του καταμερισμού των έργων στην παραγωγή και τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των προϊόντων που παράγονται και ανταλλάσσονται, ο αντιπραγματισμός δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει τις ανταλλαγές, επειδή ήταν εξαιρετικά δύσκολο ή και αδύνατο να επιτυγχάνεται η σύμπτωση των επιθυμιών των ατόμων: δεν αρκεί να θέλω εγώ αυτό που έχεις εσύ, πρέπει ταυτόχρονα να θέλεις κι εσύ αυτό που έχω εγώ. Το χρήμα λύνει ακριβώς αυτό το πρόβλημα, μετατρέποντας την άμεση ανταλλαγή του Α με το Β σε δύο ξεχωριστές πράξεις: μια πώληση, με την οποία το Α ανταλλάσσεται με ένα τρίτο αγαθό κοινής αποδοχής, και μια αγορά, με την οποία το τρίτο αυτό αγαθό ανταλλάσσεται με το Β. Έτσι, η μεσολάβηση του χρήματος δεν περιπλέκει τις συναλλαγές αλλά τις καθιστά δυνατές. Επιπλέον, το χρήμα επιτελεί και άλλες λειτουργίες που ο αντιπραγματισμός δεν μπορεί να καλύψει: είναι κοινό μέτρο της αξίας, μέσο διατήρησης αγοραστικής δύναμης και μέσο σύναψης και εξόφλησης δανείων.

Πρόσεξε:

  • Η φράση «απλούστερο» παραπλανά. Λιγότερα βήματα δεν σημαίνει ευκολότερη συναλλαγή: στον αντιπραγματισμό το ένα βήμα είναι συχνά ΑΔΥΝΑΤΟ, ενώ στο χρήμα τα δύο βήματα είναι πάντα εφικτά.
  • Το χρήμα διευκολύνει πάρα πολύ τις συναλλαγές, αλλά ΔΕΝ αποτελεί παραγωγικό συντελεστή.

Άσκηση 2

Εκφώνηση. Αφού το σημερινό χρήμα δεν έχει ουσιαστικά εσωτερική αξία (η αξία του χαρτιού στο οποίο είναι τυπωμένο είναι ελάχιστη), τι είναι αυτό που του δίνει αξία;

Σκέψη. Η ερώτηση αποκαλύπτει ότι η αξία του χρήματος δεν είναι ιδιότητα της ύλης του, αλλά κοινωνική σύμβαση: αξίζει επειδή όλοι το δέχονται.

Ανάλυση.

  • Διακρίνουμε την εσωτερική αξία (της ύλης) από την αξία του χρήματος.
  • Δηλώνουμε ότι η εσωτερική αξία έχει πολύ μικρή εμπορική αξία.
  • Δίνουμε την πηγή της αξίας: η γενική αποδοχή.
  • Συνδέουμε με την ιστορική εξέλιξη: έπαψε η κάλυψη σε χρυσό.

Ενδεικτική απάντηση. Η αξία του χρήματος που χρησιμοποιείται σήμερα στις περισσότερες χώρες του κόσμου δεν έχει σχέση με την εσωτερική του αξία, δηλαδή με την αξία της ύλης από την οποία είναι φτιαγμένο· η εσωτερική αυτή αξία έχει πολύ μικρή εμπορική αξία. Η αξία του χρήματος στηρίζεται στο γεγονός ότι γίνεται γενικά αποδεκτό για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και για την εξόφληση δανείων. Με άλλα λόγια, το χαρτονόμισμα αξίζει επειδή όλοι το δέχονται ως πληρωμή. Αυτό επιβεβαιώνεται και ιστορικά: αρχικά τα τραπεζογραμμάτια ήταν ανταλλάξιμα με χρυσά νομίσματα και οι τράπεζες διατηρούσαν απόθεμα χρυσού για να τα εξαργυρώνουν, με τον καιρό όμως έπαψε να υπάρχει η υποχρέωση σύνδεσης της έκδοσης χάρτινου χρήματος με την κατοχή αποθέματος χρυσού ή αργύρου. Τα σημερινά χαρτονομίσματα, που είναι οι διάδοχοι των τραπεζογραμματίων, δεν έχουν κάλυψη χρυσού ή αργύρου και παρόλα αυτά διατηρούν την αξία τους.

Πρόσεξε:

  • Μην πεις ότι το χρήμα αξίζει «επειδή το εγγυάται το κράτος» με την έννοια ότι το ανταλλάσσει με χρυσό: το βιβλίο τονίζει ρητά ότι ΔΕΝ υπάρχει κάλυψη σε χρυσό ή άργυρο.

Άσκηση 3

Εκφώνηση. Πώς είναι δυνατόν, ενώ το σημερινό χρήμα (χαρτονόμισμα) δεν έχει δική του αξία, η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών να εκφράζεται σε χρήμα; Αιτιολογήστε την απάντησή σας.

Σκέψη. Η ερώτηση μοιάζει με την προηγούμενη, αλλά ρωτά κάτι διαφορετικό: όχι γιατί αξίζει το χρήμα, αλλά πώς μπορεί να λειτουργεί ως ΜΕΤΡΟ. Το κλειδί είναι ότι μια μονάδα μέτρησης δεν χρειάζεται να έχει αξία από μόνη της — χρειάζεται να είναι κοινά αποδεκτή.

Ανάλυση.

  • Επισημαίνουμε ότι το ζητούμενο είναι η λειτουργία του κοινού μέτρου της αξίας.
  • Εξηγούμε ότι η λειτουργία αυτή προϋποθέτει κοινή αποδοχή, όχι εσωτερική αξία.
  • Δείχνουμε πώς προκύπτει η σχετική αξία μέσα από το παράδειγμα των παπουτσιών και της πατάτας.
  • Δείχνουμε το αντίστροφο: τι θα συνέβαινε χωρίς κοινή μονάδα μέτρησης.

Ενδεικτική απάντηση. Είναι δυνατόν, γιατί η λειτουργία του χρήματος ως κοινού μέτρου της αξίας δεν στηρίζεται στην εσωτερική του αξία αλλά στη γενική του αποδοχή. Αφού το χρήμα γίνεται κοινά αποδεκτό στις συναλλαγές, όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες αποτιμώνται σε αυτό, και έπειτα μπορούμε να συγκρίνουμε τις χρηματικές αξίες των επιμέρους προϊόντων για να βρούμε τη σχετική τους αξία, δηλαδή την αξία του ενός σε σχέση με την αξία του άλλου. Για παράδειγμα, αν η τιμή των παπουτσιών είναι 60 € το ζευγάρι και της πατάτας 0,6 € το κιλό, τότε ένα ζευγάρι παπούτσια αξίζει όσο 100 κιλά πατάτες (60 : 0,6). Αυτό που έχει σημασία επομένως δεν είναι η αξία του ίδιου του χαρτονομίσματος, αλλά ότι όλες οι τιμές εκφράζονται στην ίδια, κοινά αποδεκτή μονάδα, ώστε να μπορούν να συγκρίνονται μεταξύ τους. Χωρίς κοινή μονάδα μέτρησης της αξίας θα ήμασταν υποχρεωμένοι να εκφράζουμε την αξία κάθε προϊόντος σε μονάδες, ακέραιες ή κλασματικές, όλων των άλλων προϊόντων: θα λέγαμε π.χ. ότι ένα πρόβατο αξίζει όσο τρία ζευγάρια παπούτσια ορισμένου τύπου ή εκατό κιλά σιτάρι ή το ένα τρίτο μιας αγελάδας ή πέντε ώρες διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας. Το σύστημα καθορισμού της ανταλλακτικής αξίας θα ήταν έτσι εξαιρετικά πολύπλοκο και θα δυσκόλευε σοβαρά τις συναλλαγές.

Πρόσεξε:

  • Η ερώτηση αυτή μοιάζει με την ερώτηση 2, αλλά ζητά ΑΛΛΟ πράγμα: η 2 ρωτά γιατί το χρήμα ΕΧΕΙ αξία, ενώ η 3 ρωτά πώς το χρήμα ΜΕΤΡΑ αξία. Στην απάντηση πρέπει να εμφανιστεί η λειτουργία του κοινού μέτρου της αξίας και η έννοια της σχετικής αξίας.

Άσκηση 4

Εκφώνηση. Θα μπορούσε άραγε να λειτουργήσει μια σύγχρονη οικονομία χωρίς την ύπαρξη τραπεζικού τομέα; Αν όχι, γιατί;

Σκέψη. Η απάντηση χτίζεται από τις λειτουργίες που θα έλειπαν: αν αφαιρέσουμε τον τραπεζικό τομέα, χάνονται η συγκέντρωση αποταμιεύσεων, η χρηματοδότηση, τα σύγχρονα μέσα πληρωμών, η έκδοση χρήματος και η νομισματική πολιτική.

Ανάλυση.

  • Απαντάμε ότι δεν θα μπορούσε.
  • Χάνεται η διαμεσολάβηση: καταθέσεις και δάνεια.
  • Χάνονται τα σύγχρονα μέσα πληρωμών.
  • Χάνεται η κεντρική τράπεζα: έκδοση χρήματος, εποπτεία, νομισματική πολιτική.

Ενδεικτική απάντηση. Όχι, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Οι εμπορικές τράπεζες δέχονται καταθέσεις από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και χορηγούν δάνεια: χωρίς αυτές, οι αποταμιεύσεις δεν θα συγκεντρώνονταν ούτε θα διοχετεύονταν σε όσους χρειάζονται χρηματοδότηση, οπότε οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να δανειστούν για να παράγουν και να επενδύσουν, ούτε τα νοικοκυριά για να αποκτήσουν κατοικία ή διαρκή αγαθά (δεν θα υπήρχαν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δάνεια, στεγαστικά, καταναλωτικά κ.ά.). Επιπλέον, στις σύγχρονες κοινωνίες ένα πολύ μεγάλο μέρος των χρηματικών συναλλαγών πραγματοποιείται όχι με μετρητά αλλά με τραπεζικές επιταγές, με πιστωτικές κάρτες και με ηλεκτρονικό χρήμα, δηλαδή με μέσα που προϋποθέτουν όλα την ύπαρξη τραπεζών και τραπεζικών λογαριασμών. Τέλος, στον τραπεζικό τομέα ανήκει και η Κεντρική Τράπεζα, η οποία έχει το εκδοτικό προνόμιο, δηλαδή είναι εξουσιοδοτημένη από το κράτος να εκδίδει το χρήμα, παίζει τον ρόλο του τραπεζίτη του κράτους, είναι η τράπεζα των εμπορικών τραπεζών, εποπτεύει την καλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και ασκεί τη νομισματική πολιτική της χώρας, επηρεάζοντας την προσφορά χρήματος και το ύψος του επιτοκίου. Χωρίς τραπεζικό τομέα δεν θα υπήρχε επομένως ούτε ο μηχανισμός έκδοσης και ελέγχου του ίδιου του χρήματος.

Πρόσεξε:

  • Η πλήρης απάντηση δεν σταματά στις εμπορικές τράπεζες. Ο τραπεζικός τομέας περιλαμβάνει ΚΑΙ την Κεντρική Τράπεζα ΚΑΙ τους ειδικούς πιστωτικούς οργανισμούς.

Άσκηση 5

Εκφώνηση. “Οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο αυξάνονται και μειώνονται, επειδή αυτό συμφέρει λίγους μεγάλους αγοραστές ή πωλητές μετοχών”. Συμφωνείτε με τη δήλωση αυτή; Αιτιολογήστε την απάντησή σας.

Σκέψη. Η δήλωση αποδίδει τις μεταβολές των τιμών σε βούληση λίγων. Το βιβλίο λέει το αντίθετο: οι τιμές προσδιορίζονται από προσφορά και ζήτηση, σε συνθήκες που πλησιάζουν τον πλήρη ανταγωνισμό. Δεν αρνούμαστε όμως ότι υπάρχει πρόβλημα κερδοσκοπίας — το τοποθετούμε στη σωστή του θέση.

Ανάλυση.

  • Δεν συμφωνούμε με τη δήλωση.
  • Τα χρηματιστήρια αξιών λειτουργούν κάτω από συνθήκες που πλησιάζουν πολύ στον πλήρη ανταγωνισμό.
  • Ο μηχανισμός των τιμών είναι η προσφορά και η ζήτηση.
  • Αναγνωρίζουμε το υπαρκτό πρόβλημα της κερδοσκοπίας, χωρίς να δεχόμαστε τη δήλωση.

Ενδεικτική απάντηση. Δεν συμφωνούμε με τη δήλωση αυτή. Τα χρηματιστήρια αξιών είναι αγορές στις οποίες κάθε εργάσιμη ημέρα αγοράζονται και πωλούνται μεγάλες ποσότητες τίτλων, μετοχών και ομολογιών, κάτω από συνθήκες που πλησιάζουν πολύ στον πλήρη ανταγωνισμό: πρόκειται δηλαδή για οργανωμένες ανταγωνιστικές αγορές και όχι για αγορές ελεγχόμενες από λίγους. Οι τιμές διαμορφώνονται από την προσφορά και τη ζήτηση: κάθε ημέρα διαμορφώνεται μια τιμή βραχυχρόνιας ισορροπίας για κάθε αντικείμενο συναλλαγής, στην οποία η προσφερόμενη ποσότητα εξισώνεται με τη ζητούμενη, ενώ στη διάρκεια της συνεδρίασης η τιμή κάθε μετοχής παρουσιάζει διακυμάνσεις: όταν ζητιούνται περισσότερες μετοχές μιας εταιρείας σε συγκεκριμένη τιμή από όσες προσφέρονται, η τιμή αυξάνεται, ενώ στην αντίθετη περίπτωση μειώνεται. Οι μεταβολές των τιμών εξηγούνται επομένως από τον μηχανισμό της αγοράς και όχι από το τι συμφέρει λίγους μεγάλους παίκτες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρηματιστήρια λειτουργούν χωρίς προβλήματα: το βιβλίο επισημαίνει ότι πάρα πολλοί από όσους λαμβάνουν μέρος στις αγοραπωλησίες το κάνουν από διάθεση κερδοσκοπίας, σαν να λαμβάνουν μέρος σε κάποιο τυχερό παιχνίδι, και ότι η τακτική αυτή στρεβλώνει τους κανόνες λειτουργίας των χρηματιστηριακών αγορών και δημιουργεί προϋποθέσεις για να παίζονται “παιχνίδια”. Το πρόβλημα όμως αυτό είναι στρέβλωση της λειτουργίας της αγοράς και όχι ο κανόνας που εξηγεί τη διαμόρφωση των τιμών.

Πρόσεξε:

  • Πρόσεξε να μην πέσεις στο αντίθετο άκρο: το βιβλίο ΔΕΝ λέει ότι τα χρηματιστήρια είναι τέλεια. Αναγνωρίζει ρητά το πρόβλημα της κερδοσκοπίας. Η σωστή απάντηση απορρίπτει τη δήλωση ΚΑΙ αναφέρει το πρόβλημα στη σωστή του διάσταση.

Άσκηση 6

Εκφώνηση. Τι ακριβώς εννοείται με τον όρο “συνάλλαγμα”; Τι σημαίνει “συναλλαγματική ισοτιμία”, πώς μεταβάλλεται αυτή;

Σκέψη. Τρία ζητούμενα σε μία ερώτηση: ορισμός του συναλλάγματος, ορισμός της ισοτιμίας και μηχανισμός μεταβολής. Απαντάμε και τα τρία με τη σειρά.

Ανάλυση.

  • Ορίζουμε το εξωτερικό συνάλλαγμα.
  • Εξηγούμε γιατί χρειάζεται: τα πολλά εθνικά νομίσματα περιπλέκουν τις διεθνείς συναλλαγές.
  • Ορίζουμε τη συναλλαγματική ισοτιμία και δίνουμε παράδειγμα.
  • Εξηγούμε πού και πώς καθορίζεται και πώς μεταβάλλεται.

Ενδεικτική απάντηση. Ο όρος εξωτερικό συνάλλαγμα αναφέρεται στα νομίσματα που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς πληρωμές. Η ύπαρξη πολλών εθνικών νομισμάτων περιπλέκει τις διεθνείς συναλλαγές, αφού το κάθε νόμισμα έχει τη δική του ανταλλακτική αξία· γι’ αυτό υπάρχει η αγορά εξωτερικού συναλλάγματος, δηλαδή αγορά στην οποία ένα εθνικό νόμισμα (π.χ. δολάριο ΗΠΑ) αγοράζεται με ανταλλαγή άλλου εθνικού νομίσματος (π.χ. γιεν Ιαπωνίας). Ο όρος τιμή συναλλάγματος ή συναλλαγματική ισοτιμία αναφέρεται στην τιμή ενός νομίσματος εκφρασμένη σε μονάδες άλλου εθνικού νομίσματος, π.χ. 1 δολάριο ΗΠΑ = 180 γιεν Ιαπωνίας. Ως προς τον τρόπο μεταβολής: η ισοτιμία μεταξύ δύο εθνικών νομισμάτων, όταν αφήνεται να προσδιορίζεται ελεύθερα από την προσφορά και τη ζήτηση, καθορίζεται συνήθως στις διεθνείς ανταγωνιστικές αγορές συναλλάγματος, στις οποίες τα διάφορα νομίσματα αγοράζονται και πωλούνται από ειδικούς χρηματιστές ή και από τράπεζες. Όταν μεταβάλλονται η ζήτηση ή η προσφορά ενός νομίσματος, μεταβάλλεται και η συναλλαγματική ισοτιμία.

Πρόσεξε:

  • Πρόσεξε τη διάκριση των τριών όρων, γιατί μπερδεύονται εύκολα: το εξωτερικό συνάλλαγμα είναι τα ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ, η αγορά συναλλάγματος είναι ο ΤΟΠΟΣ όπου ανταλλάσσονται και η συναλλαγματική ισοτιμία είναι η ΤΙΜΗ τους.

Άσκηση 7

Εκφώνηση. Σημειώστε με κύκλο το Σ (σωστό) ή το Λ (λάθος): 1. Αντιπραγματισμός ονομάζεται η ανταλλαγή υπηρεσιών, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν ανταλλάσσονται “πράγματα”, δηλαδή υλικό αγαθά, αλλά άυλες υπηρεσίες. — 2. Η Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας δεν παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομία της, αφού δεν δίνει δάνεια στους ιδιώτες ούτε τους ανοίγει λογαριασμούς καταθέσεων. — 3. Αν η αγορά χρήματος σε μια χώρα λειτουργεί ελεύθερα, η ζήτηση και η προσφορά χρήματος προσδιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, δηλαδή την τιμή του χρήματος. — 4. Τα χρηματιστήρια δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικές αγορές, αφού οι τιμές των μετοχών και ομολογιών ή των εμπορευμάτων που αγοράζονται και πωλούνται σε αυτά προσδιορίζονται τελικά από λίγους μεγάλους αγοραστές και πωλητές. — 5. Η τιμή ενός εθνικού νομίσματος σε σχέση με άλλα εθνικά νομίσματα καθορίζεται πάντοτε από την Κεντρική Τράπεζα της χώρας και δεν μπορεί να επηρεάζεται από τις διεθνείς αγορές συναλλάγματος. — 6. Ακόμα και σήμερα που κυκλοφορεί το ΕΥΡΩ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κανονικό νόμισμα, αφού δεν αποτελεί εθνικό νόμισμα μιας συγκεκριμένης χώρας.

Σκέψη. Πέντε από τις έξι προτάσεις είναι λαθεμένες και καθεμία στηρίζεται σε μια «λογικοφανή» αιτιολόγηση που εισάγεται με το «αφού» ή το «γιατί». Έλεγξε πάντα την αιτιολόγηση, όχι μόνο το συμπέρασμα.

Ανάλυση.

    1. Λ — Αντιπραγματισμός είναι η ΑΜΕΣΗ ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο, χωρίς τη μεσολάβηση χρήματος. Δεν έχει καμία σχέση με το αν τα ανταλλασσόμενα είναι υλικά αγαθά ή άυλες υπηρεσίες. Η πρόταση στηρίζεται σε λαθεμένη ετυμολογική ερμηνεία της λέξης.
    1. Λ — Είναι αλήθεια ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν δανείζει ιδιώτες ούτε τους ανοίγει λογαριασμούς, αλλά αυτό δεν μειώνει τον ρόλο της. Έχει το εκδοτικό προνόμιο, είναι ο τραπεζίτης του κράτους, είναι η τράπεζα των εμπορικών τραπεζών, εποπτεύει το τραπεζικό σύστημα και ασκεί τη νομισματική πολιτική, επηρεάζοντας την προσφορά χρήματος και το επιτόκιο. Ο ρόλος της είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
    1. Σ — Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της αγοράς χρήματος: αγορά στην οποία μέσω της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος προσδιορίζεται η τιμή του, δηλαδή το επιτόκιο. Σε οικονομίες όπου ο χρηματικός τομέας λειτουργεί ελεύθερα, οι δυνάμεις της αγοράς προσδιορίζουν επιτόκια ισορροπίας.
    1. Λ — Ισχύει το αντίθετο. Τα χρηματιστήρια αξιών λειτουργούν κάτω από συνθήκες που πλησιάζουν πολύ στον πλήρη ανταγωνισμό και τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων είναι καλά οργανωμένες ανταγωνιστικές αγορές. Οι τιμές προσδιορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση.
    1. Λ — Το «πάντοτε» της πρότασης είναι που τη ρίχνει. Όταν η ισοτιμία αφήνεται να προσδιορίζεται ελεύθερα, καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση στις διεθνείς ανταγωνιστικές αγορές συναλλάγματος, όπου τα νομίσματα αγοράζονται και πωλούνται από ειδικούς χρηματιστές και τράπεζες.
    1. Λ — Το Ευρώ είναι κανονικό νόμισμα: από την 1η Ιανουαρίου 2002 απέκτησε φυσική ύπαρξη και από την 1η Μαρτίου 2002 παρέμεινε ως το μοναδικό νόμισμα των χωρών-μελών της ΟΝΕ, αφού τα εθνικά νομίσματα αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία. Το ότι είναι ΚΟΙΝΟ νόμισμα πολλών χωρών αντί για εθνικό νόμισμα μίας χώρας δεν του αφαιρεί την ιδιότητα του νομίσματος.

Απάντηση. 1. Λ 2. Λ 3. Σ 4. Λ 5. Λ 6. Λ

Πρόσεξε:

  • Οι προτάσεις 2, 4 και 5 έχουν την ίδια δομή: ένα σωστό ή αληθοφανές δεδομένο («δεν δίνει δάνεια σε ιδιώτες») και ένα λαθεμένο συμπέρασμα από αυτό («άρα δεν παίζει σημαντικό ρόλο»). Η παγίδα δεν είναι το δεδομένο, είναι το άλμα.
  • Λέξεις όπως «πάντοτε» και «δεν μπορεί» (πρόταση 5) είναι ισχυροί ισχυρισμοί: αρκεί μία εξαίρεση για να καταρρεύσουν.

Άσκηση 8

Εκφώνηση. Σημειώστε με κύκλο τη σωστή απάντηση: 1. Ένα από τα παρακάτω δεν αποτελεί βασική λειτουργία του χρήματος: α) Το να λειτουργεί ως παραγωγικός συντελεστής. β) Το να λειτουργεί ως μέτρο έκφρασης της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών. γ) Το να λειτουργεί ως κοινό ανταλλακτικό μέσο. δ) Το να λειτουργεί ως μέσο διατήρησης της αγοραστικής δύναμης. ε) Το να λειτουργεί ως μέσο σύναψης και εξόφλησης δανείων. — 2. Στη ζήτηση χρήματος δεν περιλαμβάνεται: α) Η ζήτηση χρήματος για κερδοσκοπία. β) Η ζήτηση χρήματος για εξυπηρέτηση των συναλλαγών. γ) Η ζήτηση χρήματος για αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. δ) Η ζήτηση από συλλέκτες παλαιών χαρτονομισμάτων που δεν κυκλοφορούν πλέον. — 3. Στο τραπεζικό σύστημα μιας χώρας δεν περιλαμβάνονται: α) Η Κεντρική Τράπεζα. β) Οι ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες. γ) Οι εμπορικές τράπεζες των οποίων την πλειοψηφία των μετοχών την κατέχει το κράτος. δ) Οι χρηματιστηριακές εταιρείες. ε) Οι ειδικοί πιστωτικοί οργανισμοί, π.χ. η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. — 4. Στα διάφορων ειδών χρηματιστήρια δεν μπορούν να γίνουν κάποιες από τις παρακάτω πράξεις: α) Αγορές και πωλήσεις συναλλάγματος. β) Αγορές και πωλήσεις μετοχών. γ) Αγορές και πωλήσεις υπηρεσιών. δ) Αγορές και πωλήσεις εμπορευμάτων. ε) Αγορές και πωλήσεις ομολόγων.

Σκέψη. ΠΡΟΣΟΧΗ: και οι τέσσερις ερωτήσεις είναι αρνητικής διατύπωσης — ζητούν αυτό που ΔΕΝ ανήκει. Ο ασφαλής τρόπος είναι να εντοπίσεις πρώτα τη γνωστή λίστα του βιβλίου και μετά να βρεις ποιο στοιχείο περισσεύει.

Ανάλυση.

    1. α — Οι βασικές λειτουργίες του χρήματος είναι τέσσερις: κοινό ανταλλακτικό μέσο, κοινό μέτρο της αξίας, μέσο διατήρησης αγοραστικής δύναμης και μέσο σύναψης και εξόφλησης δανείων. Δηλαδή οι επιλογές (β), (γ), (δ) και (ε). Το βιβλίο τονίζει ρητά ότι το χρήμα ΔΕΝ αποτελεί παραγωγικό συντελεστή: απλώς διευκολύνει πάρα πολύ τις συναλλαγές.
    1. δ — Χρήμα ζητείται για τρεις στόχους: για τη διευκόλυνση των συναλλαγών, για την αντιμετώπιση έκτακτων οικονομικών αναγκών και για κερδοσκοπικούς λόγους. Δηλαδή οι επιλογές (β), (γ) και (α). Τα παλαιά χαρτονομίσματα που δεν κυκλοφορούν πλέον δεν είναι χρήμα: δεν λειτουργούν ως κοινό ανταλλακτικό μέσο, αλλά αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα, οπότε η ζήτησή τους δεν είναι ζήτηση χρήματος.
    1. δ — Το τραπεζικό σύστημα περιλαμβάνει την Κεντρική Τράπεζα, τις εμπορικές τράπεζες και τους ειδικούς πιστωτικούς οργανισμούς: δηλαδή τις επιλογές (α), (β), (γ) και (ε). Στις εμπορικές τράπεζες ανήκουν τόσο οι ιδιωτικές όσο και εκείνες που ελέγχονται από το κράτος, γιατί το κριτήριο είναι η λειτουργία και όχι η ιδιοκτησία. Οι χρηματιστηριακές εταιρείες δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα: δεν δέχονται καταθέσεις ούτε χορηγούν δάνεια — δίνουν εντολές αγοράς και πώλησης τίτλων για λογαριασμό των πελατών τους στο χρηματιστήριο.
    1. γ — Στα χρηματιστήρια αξιών αγοράζονται και πωλούνται μετοχές και ομολογίες, δηλαδή οι επιλογές (β) και (ε), στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων πρώτες ύλες και ορισμένα άλλα εμπορεύματα, δηλαδή η επιλογή (δ), ενώ υπάρχουν και αγορές συναλλάγματος, δηλαδή η επιλογή (α). Υπηρεσίες όμως δεν αποτελούν αντικείμενο χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Απάντηση. 1. α 2. δ 3. δ 4. γ

Πρόσεξε:

  • Και οι τέσσερις ερωτήσεις είναι αρνητικές («δεν αποτελεί», «δεν περιλαμβάνεται», «δεν περιλαμβάνονται», «δεν μπορούν»). Είναι το συχνότερο λάθος απροσεξίας: διαβάζεις βιαστικά και επιλέγεις κάτι σωστό αντί για το στοιχείο που περισσεύει.
  • Στην ερώτηση 3 μην παρασυρθείς από το ότι οι χρηματιστηριακές εταιρείες σχετίζονται με χρήματα. Το κριτήριο για το τραπεζικό σύστημα είναι αν πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα: αν δέχεται καταθέσεις και χορηγεί δάνεια.
 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ