Λύσεις — Κεφάλαιο 11 (Ερωτήσεις σελ. 144) – ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΑ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 11 (Ερωτήσεις σελ. 144)

Απαντήσεις στις 13 ερωτήσεις του κεφαλαίου 11 (το κεφ. 10, 2 σελίδες εισαγωγής, δεν έχει ερωτήσεις).


Ερώτηση 1 — Ιζηματινοαντίδραση

Ερώτηση: Τι είναι ιζηματινοαντίδραση;

Απάντηση:

  • Ιζηματινοαντίδραση ονομάζουμε την ένωση ενός διαλυτού αντιγόνου με το ομόλογο αντίσωμα και τον σχηματισμό ιζήματος (ορατού συμπλέγματος). Είναι βασική ανοσολογική αντίδραση που χρησιμοποιείται ευρύτατα στο κλινικό εργαστήριο, είτε ως ποιοτική μέθοδος (απλή ανίχνευση ύπαρξης αντισώματος ή αντιγόνου, π.χ. στον ορό, με χρήση του αντίστοιχου αντιγόνου ή αντισώματος) είτε ως ποσοτική (ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας). Τα αντισώματα που μετέχουν λέγονται «ιζηματίνες». Διακρίνεται σε ιζηματινοαντιδράσεις σε υγρό μέσο (δοκιμή δακτυλίου, νεφελομετρία) και σε πηκτή-γέλη (απλή και διπλή διάχυση, Ouchterlony, Mancini, ανοσοηλεκτροφόρηση, ανοσοκαθήλωση) (σελ. 131, 143).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ιζηματινοαντίδραση = ένωση διαλυτού αντιγόνου με το ομόλογο αντίσωμα (ιζηματίνη) και σχηματισμός ορατού ιζήματος· ποιοτική ή ποσοτική, σε υγρό μέσο ή σε πηκτή.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Φάσεις

Ερώτηση: Ποιες είναι οι φάσεις μιας ιζηματινοαντίδρασης;

Απάντηση:

  • Η ιζηματινοαντίδραση γίνεται σε δύο φάσεις (σελ. 131):

    1. Πρώτη φάση: γίνεται η ταχεία ένωση του αντιγόνου με το αντίσωμα και ο σχηματισμός μικρών διαλυτών συμπλεγμάτων αντιγόνου-αντισώματος (μη ορατών).
    2. Δεύτερη φάση: τα διαλυτά αυτά συμπλέγματα συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μεγάλα αδιάλυτα συμπλέγματα (δίκτυο), τα οποία, με την παρουσία ηλεκτρολύτη που είναι απαραίτητος στη φάση αυτή, καθιζάνουν και σχηματίζουν ορατό ίζημα.

    Για να ολοκληρωθεί η δεύτερη φάση χρειάζονται κατάλληλο pH, θερμοκρασία, ηλεκτρολύτης και κυρίως άριστη αναλογία αντιγόνου-αντισώματος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) 1η φάση: ταχεία ένωση Ag-Ab → μικρά διαλυτά συμπλέγματα· 2η φάση: σύνδεση των συμπλεγμάτων σε μεγάλα αδιάλυτα, που με ηλεκτρολύτη καθιζάνουν → ορατό ίζημα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Προϋπόθεση ορατού ιζήματος

Ερώτηση: Ποια είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για το σχηματισμό ορατού ιζήματος σε μια ιζηματινοαντίδραση;

Απάντηση:

  • Για να πραγματοποιηθεί ιζηματινοαντίδραση πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες pH και θερμοκρασίας και παρουσία ηλεκτρολύτη· τον σημαντικότερο όμως ρόλο στον σχηματισμό του ιζήματος παίζουν οι σχετικές συγκεντρώσεις (η αναλογία) αντιγόνου-αντισώματος: για να έχουμε σχηματισμό ορατού ιζήματος πρέπει να υπάρχει άριστη αναλογία αντιγόνου-αντισώματος. Σε περίπτωση περίσσειας αντισώματος ή αντιγόνου δεν παρατηρείται ίζημα, ενώ στην ισορροπία σχηματίζεται το μεγαλύτερο δίκτυο αδιάλυτων συμπλεγμάτων και άφθονο ίζημα. Η διαδικασία περιγράφεται στην καμπύλη Heidelberger-Kendall (καμπύλη ποσοτικής ιζηματινοαντίδρασης), με τρεις ζώνες: α) ζώνη περίσσειας αντισώματος (απουσία ιζήματος), β) ζώνη ισορροπίας (άριστες συνθήκες, άφθονο ίζημα), γ) ζώνη περίσσειας αντιγόνου (απουσία ιζήματος) (σελ. 131-132, 143).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Άριστη αναλογία (ισορροπία) αντιγόνου-αντισώματος — σε περίσσεια αντισώματος ή αντιγόνου δεν σχηματίζεται ίζημα (καμπύλη Heidelberger-Kendall, 3 ζώνες)· επιπλέον κατάλληλο pH, θερμοκρασία, ηλεκτρολύτης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Σε υγρό μέσο

Ερώτηση: Ποιες ιζηματινοαντιδράσεις γίνονται σε υγρό μέσο;

Απάντηση:

  • Στις ιζηματινοαντιδράσεις που γίνονται σε υγρό μέσο (υγρό περιβάλλον) ανήκουν (σελ. 132, 143):
    • Η δοκιμή του δακτυλίου (ring test) — η πιο απλή μορφή, ποιοτική μέθοδος σε λεπτό σωλήνα: στον πυθμένα το διάλυμα αντισώματος, από πάνω επιστιβάζεται το διάλυμα αντιγόνου· αν το αντίσωμα είναι ειδικό, στο σημείο επαφής σχηματίζεται λευκός δακτύλιος (ορατό ίζημα). Ταχεία — χρησιμοποιήθηκε για ανίχνευση αντιγόνων πνευμονιοκόκκου στο ΕΝΥ (μηνιγγίτιδα) και για ταξινόμηση β-αιμολυτικών στρεπτοκόκκων.
    • Η νεφελομετρία — η μέθοδος που χρησιμοποιείται ευρύτατα σήμερα στο ανοσολογικό εργαστήριο και έχει αντικαταστήσει πολλές άλλες μεθόδους (μέτρηση της θολερότητας από τα συμπλέγματα με σκέδαση φωτός — περιγράφεται στο κεφ. 15).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Δοκιμή του δακτυλίου (ring test — λευκός δακτύλιος στο σημείο επαφής αντισώματος-αντιγόνου, ποιοτική, ΕΝΥ/στρεπτόκοκκοι) και νεφελομετρία (η ευρύτερα χρησιμοποιούμενη σήμερα).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 — Σε πηκτή

Ερώτηση: Ποιες ιζηματινοαντιδράσεις γίνονται σε πηκτή (γέλη);

Απάντηση:

  • Στις ιζηματινοαντιδράσεις σε πηκτή (γέλη — άγαρ, αγαρόζη), όπου αντιγόνο και αντίσωμα διαχέονται σε ημίρευστο υλικό και στο σημείο άριστης αναλογίας σχηματίζουν γραμμή καθίζησης, ανήκουν (σελ. 133-141, 143):
    • α) Η απλή διάχυση προς μία κατεύθυνση (σε σωληνάριο, το ένα αντιδραστήριο ενσωματωμένο στο άγαρ).
    • β) Η διπλή διάχυση προς μία κατεύθυνση (σωληνάριο με στιβάδα σκέτου άγαρ ανάμεσα).
    • γ) Η διπλή διάχυση προς δύο κατευθύνσεις (Ouchterlony) (τρυβλίο/πλάκα με δύο οπές).
    • δ) Η κυκλοτερής ανοσοδιάχυση (Mancini) (δακτύλιος καθίζησης γύρω από οπή — ποσοτική).
    • ε) Η ανοσοηλεκτροφόρηση (ηλεκτροφόρηση + αντιορός σε αυλάκι → τόξα καθίζησης) και η τροποποίησή της, η ανοσοκαθήλωση (αντιορός σε όλη την επιφάνεια → ζώνες).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Απλή διάχυση προς μία κατεύθυνση, διπλή διάχυση προς μία κατεύθυνση, διπλή διάχυση προς δύο κατευθύνσεις (Ouchterlony), κυκλοτερής ανοσοδιάχυση (Mancini), ανοσοηλεκτροφόρηση και ανοσοκαθήλωση.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 — Απλή διάχυση

Ερώτηση: Πώς γίνεται η απλή διάχυση προς μια κατεύθυνση;

Απάντηση:

  • Απλή διάχυση προς μία κατεύθυνση (σχ. 11.3):

    1. Μέσα σε ένα σωληνάριο τοποθετείται άγαρ στο οποίο έχει προηγουμένως ενσωματωθεί το διάλυμα του αντισώματος.
    2. Πάνω στη στιβάδα του άγαρ επιστιβάζεται το διάλυμα του αντιγόνου. Το αντιγόνο διαχέεται στη στιβάδα του άγαρ από κάτω του και αντιδρά με το ενσωματωμένο αντίσωμα· καθώς διαχέεται, η πυκνότητά του ελαττώνεται βαθμιαία, και στο σημείο όπου αντιγόνο και αντίσωμα βρίσκονται σε άριστη αναλογία σχηματίζεται ίζημα που φαίνεται σαν θολερή γραμμή (γραμμή καθίζησης).

    Η μέθοδος μπορεί να γίνει και αντίστροφα (σχ. 11.4): ενσωματώνεται το αντιγόνο στο άγαρ και επιστιβάζεται το διάλυμα του αντισώματος, το οποίο διαχέεται και σχηματίζει τη γραμμή καθίζησης στο σημείο της άριστης αναλογίας. Μόνο το ένα αντιδραστήριο κινείται — προς μία κατεύθυνση (σελ. 133).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σωληνάριο με άγαρ που περιέχει το αντίσωμα· επιστιβάζεται το διάλυμα αντιγόνου, που διαχέεται προς τα κάτω με μειούμενη πυκνότητα και στο σημείο άριστης αναλογίας δίνει θολερή γραμμή καθίζησης· γίνεται και αντίστροφα (αντιγόνο στο άγαρ, αντίσωμα από πάνω).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 7 — Διπλή διάχυση μίας κατεύθυνσης

Ερώτηση: Πώς γίνεται η διπλή διάχυση προς μια κατεύθυνση;

Απάντηση:

  • Διπλή διάχυση προς μία κατεύθυνση (σχ. 11.5, σελ. 134):

    1. Μέσα σε ένα σωληνάριο τοποθετείται άγαρ στο οποίο έχει ενσωματωθεί το διάλυμα του αντισώματος.
    2. Από πάνω τοποθετείται μια δεύτερη στιβάδα με σκέτο άγαρ (χωρίς αντιδραστήριο).
    3. Τέλος επιστιβάζεται το διάλυμα του αντιγόνου πάνω στην επιφάνεια του σκέτου άγαρ.

    Το αντίσωμα και το αντιγόνο διαχέονται ταυτόχρονα («διπλή» διάχυση) — το ένα προς τα πάνω, το άλλο προς τα κάτω — και συναντώνται στη μεσαία στιβάδα του σκέτου άγαρ· στο σημείο που θα συναντηθούν σε άριστη αναλογία σχηματίζουν τη γραμμή καθίζησης. Η διάχυση γίνεται κατά μήκος ενός άξονα (μία κατεύθυνση).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σωληνάριο: κάτω άγαρ με αντίσωμα, ενδιάμεσα στιβάδα σκέτου άγαρ, πάνω το διάλυμα αντιγόνου· αντίσωμα και αντιγόνο διαχέονται ταυτόχρονα (πάνω/κάτω) και σχηματίζουν γραμμή καθίζησης στη μεσαία στιβάδα, στο σημείο άριστης αναλογίας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 8 — Ouchterlony

Ερώτηση: Πώς γίνεται η διπλή διάχυση προς δυο κατευθύνσεις (Ouchterlony);

Απάντηση:

  • Η διπλή διάχυση προς δύο κατευθύνσεις (Ouchterlony) γίνεται σε τρυβλίο ή γυάλινη πλάκα (σχ. 11.6, σελ. 135):

    1. Το τρυβλίο ή η πλάκα καλύπτεται με άγαρ.
    2. Πάνω στο άγαρ ανοίγονται δύο οπές: στη μία τοποθετείται το διάλυμα του αντισώματος και στην άλλη το διάλυμα του αντιγόνου.

    Το αντίσωμα και το αντιγόνο διαχέονται από τις οπές στις οποίες βρίσκονται, ακτινωτά προς όλες τις κατευθύνσεις (γι' αυτό «δύο κατευθύνσεις» — στο επίπεδο της πλάκας). Στο σημείο που θα συναντηθούν σε άριστη αναλογία ανάμεσα στις δύο οπές σχηματίζεται η γραμμή καθίζησης (θολερή γραμμή αδιάλυτων συμπλεγμάτων), που μπορεί να γίνει πιο εμφανής με χρωστική πρωτεϊνών. Τα αντιδραστήρια υπάρχουν στο εμπόριο και η εξέταση γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τρυβλίο/πλάκα με άγαρ και δύο οπές — αντίσωμα στη μία, αντιγόνο στην άλλη· διαχέονται και τα δύο από τις οπές και στο σημείο άριστης αναλογίας ανάμεσά τους σχηματίζεται γραμμή καθίζησης.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 9 — Εφαρμογές Ouchterlony

Ερώτηση: Ποιες εφαρμογές της Ouchterlony γνωρίζετε;

Απάντηση:

  • Η μέθοδος Ouchterlony εφαρμόζεται συχνά (σελ. 135):

    • Για την ανίχνευση ειδικών αντι-ΕΝΑ αντισωμάτων (αντισωμάτων έναντι μικρών πυρηνικών-κυτταροπλασματικών πρωτεϊνών — nRNP, Sm, Ro, La, Scl-70) σε ασθενείς με νοσήματα του κολλαγόνου (συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα), όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η σκληροδερμία, το σύνδρομο Sjögren, η μικτή νόσος συνδετικού ιστού (κεφ. 9).
    • Στη μικροβιολογία, για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι μικροβίων (και για τον έλεγχο ταυτότητας αντιγόνων/αντιορών — η μορφή των γραμμών καθίζησης δείχνει αν δύο αντιγόνα είναι ταυτόσημα).

    Τα αντιδραστήρια (πλάκες με άγαρ, αντιγόνα ΕΝΑ, αντιοροί) διατίθενται στο εμπόριο και η εξέταση γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανίχνευση ειδικών αντι-ΕΝΑ αντισωμάτων (Sm, nRNP, Ro, La, Scl-70) σε νοσήματα κολλαγόνου-αυτοάνοσα· στη μικροβιολογία για αντισώματα έναντι μικροβίων.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 10 — Mancini

Ερώτηση: Πώς γίνεται η κυκλοτερής ανοσοδιάχυση (Mancini);

Απάντηση:

  • Κυκλοτερής ανοσοδιάχυση (Mancini) (σχ. 11.7, σελ. 136):

    1. Πάνω σε τρυβλίο ή πλάκα επιστρώνεται άγαρ μέσα στο οποίο έχει ενσωματωθεί διάλυμα αντισώματος, ώστε σε ολόκληρη την επιφάνεια να υπάρχει η ίδια ποσότητα αντισώματος.
    2. Πάνω στο άγαρ ανοίγεται οπή, μέσα στην οποία τοποθετούμε το διάλυμα του αντιγόνου. Το αντιγόνο διαχέεται γύρω-γύρω από την οπή (ακτινωτά, κυκλικά) και ενώνεται με το ενσωματωμένο αντίσωμα.

    Κοντά στην οπή το αντιγόνο είναι σε μεγάλη συγκέντρωση (περίσσεια) και δεν σχηματίζεται ίζημα· όσο απομακρύνεται, η πυκνότητά του ελαττώνεται και στο σημείο άριστης αναλογίας σχηματίζεται ίζημα με μορφή δακτυλίου (δακτύλιος καθίζησης) με κέντρο την οπή. Η διάμετρος του δακτυλίου είναι ανάλογη με την ποσότητα του αντιγόνου που τοποθετήθηκε — όσο περισσότερο αντιγόνο, τόσο μεγαλύτερος ο δακτύλιος. Έτσι η μέθοδος είναι ποσοτική και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για τον προσδιορισμό των ανοσοσφαιρινών IgG, IgA, IgM (και παραγόντων συμπληρώματος), με ξεχωριστή πλάκα με τον αντίστοιχο αντιορό για καθεμία· σήμερα έχει αντικατασταθεί από τη νεφελομετρία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Άγαρ με ομοιόμορφα ενσωματωμένο αντίσωμα σε πλάκα· οπή με το διάλυμα αντιγόνου, που διαχέεται κυκλικά· κοντά περίσσεια (όχι ίζημα), στην άριστη αναλογία δακτύλιος καθίζησης με διάμετρο ανάλογη της ποσότητας του αντιγόνου → ποσοτική μέτρηση (IgG, IgA, IgM).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 11 — Μέτρηση IgG με Mancini

Ερώτηση: Περιγράψτε τη μέτρηση της IgG με τη μέθοδο Mancini.

Απάντηση:

  • Μέτρηση της IgG με τη μέθοδο Mancini (σχ. 11.8-11.9, σελ. 136-138):

    1. Σε ένα τρυβλίο επιστρώνουμε άγαρ μέσα στο οποίο έχει ενσωματωθεί αντίσωμα έναντι της IgG (αντι-IgG αντιορός) — έτοιμο από το εμπόριο ή παρασκευασμένο στο εργαστήριο (ανάμειξη λυωμένου άγαρ με τον αντιορό, επίστρωση, πήξη).
    2. Ανοίγουμε οπές πάνω στο άγαρ: στη μία τοποθετούμε τον ορό του εξεταζόμενου ατόμου και στις άλλες διαδοχικές αραιώσεις μιας γνωστής (standard) ποσότητας IgG για τις συγκρίσεις.
    3. Αφήνουμε τους ορούς να διαχυθούν μέσα στο άγαρ. Η IgG του εξεταζόμενου ορού δρα ως αντιγόνο και, διαχεόμενη γύρω από την οπή, αντιδρά με το ενσωματωμένο αντι-IgG, σχηματίζοντας δακτύλιο καθίζησης· δακτυλίους σχηματίζουν και οι αραιώσεις των standards.
    4. Μετρούμε τις διαμέτρους των δακτυλίων των standards και κατασκευάζουμε καμπύλη αναφοράς (καμπύλη standard) διαμέτρου-συγκέντρωσης· συγκρίνοντας τη διάμετρο του δακτυλίου του δείγματος με την καμπύλη υπολογίζουμε την περιεκτικότητα του ορού σε IgG.

    Με τον ίδιο τρόπο προσδιορίζονται η IgA και η IgM, σε ξεχωριστά τρυβλία με ενσωματωμένο αντι-IgA ή αντι-IgM αντιορό. Σήμερα η μέθοδος έχει αντικατασταθεί από τη νεφελομετρία (ακριβέστερη, ευαισθητότερη, γρηγορότερη).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Τρυβλίο με άγαρ + αντι-IgG· οπές: εξεταζόμενος ορός και διαδοχικές αραιώσεις standard IgG· διάχυση → δακτύλιοι καθίζησης· από τις διαμέτρους των standards καμπύλη αναφοράς → από τη διάμετρο του δείγματος η συγκέντρωση IgG· ομοίως IgA, IgM· σήμερα νεφελομετρία.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 12 — Ανοσοηλεκτροφόρηση

Ερώτηση: Πώς γίνεται η ανοσοηλεκτροφόρηση;

Απάντηση:

  • Η ανοσοηλεκτροφόρηση συνδυάζει τον ηλεκτροφορητικό διαχωρισμό των πρωτεϊνών με την ανοσολογική τους αναγνώριση από αντιορούς, ώστε να γίνει ταυτοποίηση και έλεγχός τους (σχ. 11.10α, σελ. 138):

    1. Πρώτα γίνεται ηλεκτροφόρηση του ορού (ή άλλων βιολογικών υγρών, π.χ. ούρων) πάνω σε αγαρόζη, κατά την οποία οι πρωτεΐνες χωρίζονται ανάλογα με την ηλεκτροφορητική τους κινητικότητα.
    2. Μετά τον διαχωρισμό ανοίγεται αυλάκι στο ένα ή στα δύο πλάγια της διαδρομής του ορού, παράλληλα προς αυτήν, και στο αυλάκι τοποθετείται αντίσωμα (αντιορός) έναντι της πρωτεΐνης που θέλουμε να ελέγξουμε — π.χ. αντι-IgG, αντι-IgA, αντι-IgM, αντι-κ, αντι-λ.
    3. Κατά την επώαση που ακολουθεί, αντιορός και αντιγόνο (πρωτεΐνη) διαχέονται το ένα προς το άλλο και στο σημείο συνάντησης σε άριστη αναλογία σχηματίζουν τόξο καθίζησης, που γίνεται εμφανές με κατάλληλη χρωστική.
    4. Το σχήμα και η θέση των τόξων κάθε ανοσοσφαιρίνης συγκρίνονται με τόξα φυσιολογικών μαρτύρων: ένα ανώμαλο τόξο (ανώμαλη κύρτωση ή πάχυνση) υποδεικνύει μη φυσιολογική — μονοκλωνική — ανοσοσφαιρίνη· ελέγχοντας IgG, IgA, IgM και τις ελαφρές αλυσίδες κ και λ καθορίζεται ο τύπος της (π.χ. IgA κ).

    Σήμερα έχει σχεδόν αντικατασταθεί από την ανοσοκαθήλωση, όπου ο αντιορός απλώνεται σε όλη την επιφάνεια της ηλεκτροφόρησης και δίνει γραμμή-ζώνη καθίζησης (στενή, έντονη ζώνη = μονοκλωνική), με μεγαλύτερη ευαισθησία και σαφήνεια.

Σύνοψη: (ενδεικτική) 1. Ηλεκτροφόρηση του ορού σε αγαρόζη· 2. αυλάκι παράλληλα στη διαδρομή με αντιορό (αντι-IgG/IgA/IgM/κ/λ)· 3. επώαση-διάχυση → τόξα καθίζησης (χρωστική)· 4. σύγκριση με φυσιολογικούς μάρτυρες — ανώμαλο τόξο = μονοκλωνική ανοσοσφαιρίνη (τύπος π.χ. IgA κ)· σήμερα ανοσοκαθήλωση.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 13 — Τι ανιχνεύει

Ερώτηση: Τι ανιχνεύουμε με την ανοσοηλεκτροφόρηση;

Απάντηση:

  • Με την ανοσοηλεκτροφόρηση (και την ανοσοκαθήλωση) ανιχνεύουμε την ύπαρξη μονοκλωνικής πρωτεΐνης (παραπρωτεΐνης) στον ορό ή σε άλλα βιολογικά υγρά (π.χ. ούρα) του ασθενούς και καθορίζουμε τον τύπο της: ελέγχοντας τις τρεις τάξεις IgG, IgA, IgM (σπανίως IgD, IgE) και τις ελαφρές αλυσίδες κ και λ με τους αντίστοιχους αντιορούς, εντοπίζουμε π.χ. μονοκλωνική πρωτεΐνη τύπου IgA κ ή IgG κ (φωτ. 11.1β — πολλαπλό μυέλωμα), ή μονοκλωνική μόνο ελαφρών αλυσίδων κ ή λ, όπως στα ούρα το λεύκωμα Bence Jones.

    Αξιολόγηση: η ανίχνευση μονοκλωνικής πρωτεΐνης παρατηρείται στις παραπρωτεϊναιμίες (μονοκλωνικές γαμμαπάθειες), που μπορεί να είναι α) κακοήθεις (πολλαπλό μυέλωμα, μακροσφαιριναιμία Waldenström κ.ά.), β) ακαθόριστης σημασίας (σε ηλικιωμένους χωρίς άλλα ευρήματα — χρειάζονται μακροχρόνια παρακολούθηση μήπως εξελιχθούν σε μυέλωμα) ή γ) δευτεροπαθείς (σε χρόνια λοιμώδη, αυτοάνοσα νοσήματα, νεοπλάσματα) (σελ. 138-142).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Την ύπαρξη και τον τύπο μονοκλωνικής πρωτεΐνης (παραπρωτεΐνης — IgG/IgA/IgM με κ ή λ, ή μόνο ελαφρές αλυσίδες Bence Jones στα ούρα) → παραπρωτεϊναιμίες: κακοήθεις (πολλαπλό μυέλωμα, Waldenström), ακαθόριστης σημασίας, δευτεροπαθείς.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ