Λύσεις — Κεφάλαιο 14 (Ερωτήσεις σελ. 175) – ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΑ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 14 (Ερωτήσεις σελ. 175)

Απαντήσεις στις 5 ερωτήσεις του κεφαλαίου 14.


Ερώτηση 1 — Αρχή σύνδεσης συμπληρώματος

Ερώτηση: Ποια είναι η αρχή της μεθόδου σύνδεσης του συμπληρώματος;

Απάντηση:

  • Γνωρίζουμε ότι κάθε αντίδραση αντιγόνου-αντισώματος προκαλεί τη σύνδεση (δέσμευση και κατανάλωση) συμπληρώματος. Η σύνδεση αυτή όμως δεν είναι ορατή, γι' αυτό προστίθεται σε δεύτερη φάση ένας δείκτης: το αιμολυτικό σύστημα — ερυθρά αιμοσφαίρια προβάτου και ορός ζώου με αντισώματα προς τα ερυθρά αυτά. Για να δράσει το αιμολυτικό σύστημα και να αιμολύσει τα ερυθρά, πρέπει να υπάρχει ελεύθερο συμπλήρωμα (να μην έχει δεσμευτεί στην πρώτη φάση από σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος). Αν δεν υπάρχει ελεύθερο συμπλήρωμα (δεσμεύτηκε στην 1η φάση επειδή ο ορός περιείχε το αντίσωμα), δεν θα γίνει αιμόλυση. Συνεπώς: θετική είναι η αντίδραση σύνδεσης του συμπληρώματος όταν το συμπλήρωμα που προσθέσαμε δεσμευτεί όλο στην πρώτη φάση, οπότε δεν γίνεται αιμόλυση στη δεύτερη φάση· αν ο ορός δεν έχει αντίσωμα, το συμπλήρωμα μένει ελεύθερο και προκαλεί αιμόλυση = αρνητική (σελ. 171, 174).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Το σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος δεσμεύει (καταναλώνει) το συμπλήρωμα· επειδή δεν φαίνεται, προστίθεται σε 2η φάση αιμολυτικό σύστημα (ερυθρά προβάτου + αντιπροβάτειος ορός) που αιμολύει μόνο με ελεύθερο συμπλήρωμα: όχι αιμόλυση = θετική (αντίσωμα παρόν), αιμόλυση = αρνητική.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — Wasserman — περιγραφή

Ερώτηση: Περιγράψτε με συντομία την Wasserman. Πότε θα πούμε ότι είναι θετική και πότε αρνητική;

Απάντηση:

  • Στη Wasserman αναζητούμε στον ορό του ασθενούς αντισώματα έναντι της καρδιολιπίνης, που εμφανίζονται στη σύφιλη. Γίνεται σε δύο φάσεις (σελ. 171-172):

    1η φάση: 1. Φέρνουμε σε επαφή τον εξεταζόμενο ορό (αδρανοποιημένο 56 °C 30΄) με αντιγόνο καρδιολιπίνης — αν υπάρχουν αντισώματα, ενώνονται με το αντιγόνο και σχηματίζεται σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος. 2. Προσθέτουμε συμπλήρωμα (ορός ινδοχοίρου), το οποίο συνδέεται από το σύμπλεγμα. Η αντίδραση δεν δίνει ορατό αποτέλεσμα.

    2η φάση: για να δούμε αν συνδέθηκε το συμπλήρωμα, προσθέτουμε το αιμολυτικό σύστημα — μείγμα ερυθρών προβάτου με αντιπροβάτειο αιμολυτικό ορό, που αιμολύει τα ερυθρά μόνο παρουσία συμπληρώματος. Αν υπάρχει ελεύθερο συμπλήρωμα, συνδέεται με το αιμολυτικό σύστημα και προκαλείται λύση των ερυθρών (αιμόλυση).

    Ερμηνεία: Α) Αν στον ορό υπάρχουν αντικαρδιολιπινικά αντισώματα → σύμπλεγμα → δεσμεύει το συμπλήρωμα → στη 2η φάση δεν υπάρχει συμπλήρωμα → δεν γίνεται αιμόλυση → Wasserman θετική. Β) Αν δεν υπάρχουν αντισώματα → το συμπλήρωμα μένει ελεύθερο → με το αιμολυτικό σύστημα γίνεται αιμόλυση → Wasserman αρνητική. Άρα: απουσία αιμόλυσης = θετική, αιμόλυση = αρνητική.

Σύνοψη: (ενδεικτική) 1η φάση: ορός + αντιγόνο καρδιολιπίνης (+ συμπλήρωμα που δεσμεύεται αν σχηματιστεί σύμπλεγμα)· 2η φάση: + αιμολυτικό σύστημα (ερυθρά προβάτου + αντιπροβάτειος ορός)· απουσία αιμόλυσης = θετική (αντισώματα παρόντα, συμπλήρωμα δεσμευμένο), αιμόλυση = αρνητική (ελεύθερο συμπλήρωμα).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — Αντιγόνο Wasserman

Ερώτηση: Ποιο αντιγόνο χρησιμοποιείται στην Wasserman;

Απάντηση:

  • Στη Wasserman χρησιμοποιείται αντιγόνο καρδιολιπίνης: αλκοολικό διάλυμα εκχυλίσματος καρδιάς βοδιού, που περιέχει χοληστερίνη και λεκιθίνη· είναι τυποποιημένο και προσφέρεται έτοιμο στο εμπόριο. Η καρδιολιπίνη είναι φωσφολιπίδιο των μεμβρανών των μιτοχονδρίων πολλών οργάνων· τα αντισώματα εναντίον της που ανιχνεύονται στη σύφιλη οφείλονται στην αντίδραση του μικροβίου με τους ιστούς του ασθενούς. Επειδή το αντιγόνο δεν είναι αντιγόνο του ωχρού τρεπονήματος, η Wasserman (όπως και η VDRL) λέγεται μη τρεπονημική δοκιμή (σελ. 172-173).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Αντιγόνο καρδιολιπίνης — αλκοολικό εκχύλισμα καρδιάς βοδιού με χοληστερίνη και λεκιθίνη (τυποποιημένο)· όχι αντιγόνο του τρεπονήματος → μη τρεπονημική δοκιμή.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — Αιμολυτικό σύστημα

Ερώτηση: Τι είναι το αιμολυτικό σύστημα;

Απάντηση:

  • Το αιμολυτικό σύστημα είναι ο δείκτης της 2ης φάσης της αντίδρασης σύνδεσης του συμπληρώματος. Αποτελείται από ερυθρά αιμοσφαίρια προβάτου και αιμολυτικό αντιπροβάτειο ορό — δηλαδή ορό που περιέχει αντισώματα εναντίον των ερυθρών του προβάτου, τα οποία παρουσία συμπληρώματος προκαλούν την αιμόλυσή τους. Ο αιμολυτικός ορός είναι ορός ίππου ή κουνελιού που ανοσοποιήθηκε προς τα ερυθρά του προβάτου: παρασκευάζεται μετά από επανειλημμένες ενέσεις ερυθρών προβάτου στο ζώο, οπότε παράγονται αντισώματα εναντίον τους που λαμβάνονται με αιμοληψία. Το αιμολυτικό σύστημα αιμολύει μόνο αν υπάρχει ελεύθερο συμπλήρωμα· έτσι η αιμόλυση ή η απουσία της δείχνει αν το συμπλήρωμα δεσμεύτηκε στην 1η φάση (σελ. 171-172).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο δείκτης της 2ης φάσης: ερυθρά προβάτου + αιμολυτικός αντιπροβάτειος ορός (ίππου ή κουνελιού ανοσοποιημένου με ερυθρά προβάτου), που αιμολύει τα ερυθρά μόνο παρουσία ελεύθερου συμπληρώματος.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 — Αξιολόγηση Wasserman

Ερώτηση: Πώς αξιολογείται το αποτέλεσμα της Wasserman. Πότε βγαίνει ψευδώς θετική;

Απάντηση:

  • Αξιολόγηση: όπως η VDRL, η Wasserman ανιχνεύει αντισώματα έναντι της καρδιολιπίνης (μη τρεπονημική δοκιμή). Οι μη τρεπονημικές δοκιμές βγαίνουν θετικές στο 70-77% των ασθενών με πρωτογενή, όψιμη ή λανθάνουσα σύφιλη και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά (> 90%) στη δευτερογενή σύφιλη· έχουν το πλεονέκτημα ότι αρνητικοποιούνται μετά την επιτυχημένη θεραπεία — χρησιμεύουν ως δείκτης ίασης. Θετικό αποτέλεσμα πρέπει να συσχετίζεται με κλινικά ευρήματα και να επιβεβαιώνεται με ειδικές τρεπονημικές δοκιμασίες (σελ. 172-174).

    Ψευδώς θετική: επειδή τα αντικαρδιολιπινικά αντισώματα δεν παρατηρούνται μόνο στη σύφιλη, η Wasserman βγαίνει ψευδώς θετική στις νόσους όπου βγαίνει και η VDRL — λέπρα, ελονοσία, κολλαγονώσεις, λοιμώδης μονοπυρήνωση, ηπατίτιδα κ.λπ. Ένας τρόπος να ξεχωρίσει μια ψευδώς θετική από μια αληθινά θετική αντίδραση είναι η χορήγηση πενικιλλίνης: αν πρόκειται για σύφιλη, στην επανάληψη της εξέτασης το αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό, ενώ αν είναι ψευδώς θετική, η αντίδραση θα παραμείνει θετική και μετά την πενικιλλίνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Μη τρεπονημική: θετική 70-77% σε πρωτογενή/όψιμη/λανθάνουσα, > 90% στη δευτερογενή σύφιλη, αρνητικοποιείται με θεραπεία (δείκτης ίασης)· ψευδώς θετική σε λέπρα, ελονοσία, κολλαγονώσεις, λοιμώδη μονοπυρήνωση, ηπατίτιδα — διάκριση με πενικιλλίνη (σύφιλη → αρνητικοποίηση, ψευδώς θετική → παραμένει).

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ