Λύσεις — Κεφάλαιο 13 (Ερωτήσεις σελ. 170) – ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΑ Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 13 (Ερωτήσεις σελ. 170)

Απαντήσεις στις 14 ερωτήσεις του κεφαλαίου 13.


Ερώτηση 1 — Ορολογικές αντιδράσεις

Ερώτηση: Τι ονομάζουμε ορολογικές αντιδράσεις; Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες ορολογικές αντιδράσεις που γίνονται στο εργαστήριο;

Απάντηση:

  • Ορολογικές αντιδράσεις ονομάζονται οι αντιδράσεις που γίνονται στο εργαστήριο στον ορό του αίματος των ασθενών. Με αυτές αναζητούνται στον ορό αντισώματα εναντίον μικροβίων, ιών, παρασίτων, κυττάρων, καθώς και διάφοροι παράγοντες (π.χ. ρευματοειδής παράγοντας, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη). Μπορεί να ανήκουν σε διάφορα είδη αντιδράσεων αντιγόνου-αντισώματος — συγκολλητινοαντιδράσεις, ιζηματινοαντιδράσεις, αιμολυτικές αντιδράσεις, αντιδράσεις σύνδεσης συμπληρώματος κ.λπ.

    Οι πιο συνηθισμένες σήμερα στο εργαστήριο είναι: ASTO (αντιστρεπτολυσίνη-Ο), CRP (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη), RA test (ρευματοειδής παράγοντας), Mono test (λοιμώδης μονοπυρήνωση), Widal (σαλμονέλλες), Wright (βρουκέλλες), VDRL (και RPR) για τη σύφιλη (σελ. 157, 169).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ορολογικές αντιδράσεις = αντιδράσεις στον ορό του αίματος για αναζήτηση αντισωμάτων κατά μικροβίων-ιών-παρασίτων-κυττάρων και παραγόντων (RF, CRP)· συνηθέστερες: ASTO, CRP, RA test, Mono test, Widal, Wright, VDRL/RPR.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 2 — ASTO — τι ανιχνεύει, μέθοδοι

Ερώτηση: Τι ανιχνεύει η ASTO; Με ποιες μεθόδους γίνεται συνήθως ο προσδιορισμός της;

Απάντηση:

  • Η ASTO ανιχνεύει στον ορό του αίματος αντισώματα εναντίον της στρεπτολυσίνης-Ο του πυογόνου στρεπτόκοκκου (στρεπτόκοκκου ομάδας Α) σε άτομα με στρεπτοκοκκική λοίμωξη· τα αντισώματα αυτά ονομάζονται αντιστρεπτολυσίνη-Ο. Εμφανίζεται από τις πρώτες μέρες της νόσου, ο τίτλος της αυξάνει, μένει υψηλός όσο κρατά η αρρώστια, πέφτει με την υποχώρησή της και ξανανεβαίνει σε υποτροπή — γι' αυτό ο προσδιορισμός του τίτλου έχει διαγνωστική σημασία.

    Μέθοδοι (σελ. 157-159):

    • α) Μέθοδος αναστολής της αιμόλυσης: η στρεπτολυσίνη-Ο αιμολύει ερυθρά in vitro· η αντιστρεπτολυσίνη του ορού την εξουδετερώνει → απουσία αιμόλυσης. Γίνονται αραιώσεις του ορού (αδρανοποιημένου 56 °C 30΄, συνήθως 10 αραιώσεις 1:50-1:2400), προστίθεται στρεπτολυσίνη (15΄ δωματίου) και ερυθρά (37 °C 45΄)· τίτλος = η τελευταία αραίωση χωρίς αιμόλυση, σε μονάδες Todd, με έλεγχο πρότυπου ορού.
    • β) Μέθοδος συγκόλλησης σωματιδίων latex καλυμμένων με στρεπτολυσίνη-Ο, που συγκολλώνται με την αντιστρεπτολυσίνη· ποιοτική ή ημιποσοτική με αραιώσεις· δεν επηρεάζεται από λιπίδια, θολερότητα, χολερυθρίνη ή αιμοσφαιρίνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανιχνεύει αντιστρεπτολυσίνη-Ο (αντισώματα κατά της στρεπτολυσίνης-Ο του πυογόνου στρεπτοκόκκου ομάδας Α)· μέθοδοι: αναστολής της αιμόλυσης (τίτλος = τελευταία αραίωση χωρίς αιμόλυση, μονάδες Todd) και latex.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 3 — ASTO αυξημένη

Ερώτηση: Πότε είναι αυξημένη η ASTO;

Απάντηση:

  • Η αντιστρεπτολυσίνη εμφανίζεται στο αίμα των πασχόντων από οξεία στρεπτοκοκκική λοίμωξη περίπου μία εβδομάδα από την έναρξη της νόσου, αυξάνεται σιγά-σιγά μέχρι την 5η περίπου εβδομάδα (μέγιστο) και αρχίζει να πέφτει τον 2ο μήνα· ξανανεβαίνει σε υποτροπή. Μικρές ποσότητες υπάρχουν και σε υγιείς που είχαν κάποτε νοσήσει (ηλικία, γεωγραφική θέση, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, κλίμα). Τιμές πάνω από 250 μονάδες στους ενήλικες και πάνω από 333 μονάδες στα παιδιά θεωρούνται αυξημένες.

    Η ASTO βγαίνει θετική σε ασθενείς με ρευματικό πυρετόκύρια διαγνωστική της αξία), με οξεία σπειραματονεφρίτιδα (μεταστρεπτοκοκκική) και, σε μικρότερα ποσοστά, σε στρεπτοκοκκική πυοδερμία και οξεία αμυγδαλίτιδα (σελ. 159).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Στην οξεία στρεπτοκοκκική λοίμωξη (από 1η εβδομάδα, μέγιστο 5η, πτώση 2ο μήνα, ↑ σε υποτροπή)· αυξημένες τιμές > 250 μονάδες ενήλικες, > 333 παιδιά· θετική σε ρευματικό πυρετό (κύρια αξία), οξεία σπειραματονεφρίτιδα, λιγότερο πυοδερμία-αμυγδαλίτιδα.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 4 — CRP — μέθοδοι

Ερώτηση: Τι είναι η CRΡ; Ποιες είναι οι μέθοδοι ανίχνευσής της και ποια είναι η μέθοδος εκλογής (η μέθοδος που προτιμάται);

Απάντηση:

  • Η CRP (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη) είναι μια σφαιρίνη που υπάρχει φυσιολογικά στον ορό σε συγκέντρωση < 1 mg/dl και αυξάνει όταν υπάρχει ενεργός φλεγμονή, καταστροφή ιστών και κακοήθης εξαλλαγή — γι' αυτό ο προσδιορισμός της έχει σημασία. Το όνομά της οφείλεται στο ότι ενώνεται με το C πολυσακχαριδικό αντιγόνο του πνευμονιοκόκκου σχηματίζοντας ίζημα.

    Μέθοδοι ανίχνευσης (σελ. 159-160):

    • α) Μέθοδος συγκόλλησης latex σε πλάκα (σωματίδια latex καλυμμένα με αντίσωμα έναντι της CRP): απλή και γρήγορη, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα, αλλά δίνει ποιοτικά ή ημιποσοτικά αποτελέσματα (απλή ανίχνευση με ανάγνωση σε 3-5 λεπτά, ή τίτλος με αραιώσεις 1:20, 1:40, 1:80…).
    • β) Νεφελομετρία — η μέθοδος εκλογής, διότι συνδυάζει ακριβή ποσοτική μέτρηση, μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα και έχει αντικαταστήσει όλες τις άλλες μεθόδους· ο ποσοτικός προσδιορισμός διαδοχικών δειγμάτων βοηθά στην παρακολούθηση της νόσου.

Σύνοψη: (ενδεικτική) CRP = σφαιρίνη του ορού (< 1 mg/dl) που αυξάνει σε φλεγμονή, καταστροφή ιστών, κακοήθεια (όνομα από το C αντιγόνο του πνευμονιοκόκκου)· μέθοδοι: latex σε πλάκα (ποιοτική/ημιποσοτική) και νεφελομετρία — μέθοδος εκλογής (ποσοτική, ευαίσθητη, ειδική).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 5 — CRP αυξάνει

Ερώτηση: Πότε αυξάνει η CRP;

Απάντηση:

  • Η CRP αυξάνει όταν υπάρχει ενεργός φλεγμονή, καταστροφή ιστών και κακοήθης εξαλλαγή· συγκεκριμένα σε μικροβιακές λοιμώξεις, ρευματικό πυρετό, ρευματοειδή αρθρίτιδα, νεοπλάσματα, χειρουργικές επεμβάσεις, εγκαύματα, έμφραγμα του μυοκαρδίου κ.ά. Τιμές 1-10 mg/dl θεωρούνται μέτρια αύξηση και > 10 mg/dl σαφής αύξηση (φυσιολογικά < 1 mg/dl). Ο ποσοτικός προσδιορισμός διαδοχικών δειγμάτων (νεφελομετρία) βοηθά στην παρακολούθηση της νόσου, στην εκτίμηση της βαρύτητας της λοίμωξης και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας (σελ. 159-160, 169).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σε ενεργό φλεγμονή, καταστροφή ιστών, κακοήθεια: μικροβιακές λοιμώξεις, ρευματικός πυρετός, ρευματοειδής αρθρίτιδα, νεοπλάσματα, χειρουργικές επεμβάσεις, εγκαύματα, έμφραγμα· 1-10 mg/dl μέτρια, > 10 σαφής αύξηση· παρακολούθηση θεραπείας.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 6 — Ρευματοειδής παράγοντας

Ερώτηση: Τι είναι ο ρευματοειδής παράγοντας; Με ποιες μεθόδους τον προσδιορίζουμε; Ποια είναι η μέθοδος εκλογής;

Απάντηση:

  • Ο ρευματοειδής παράγοντας (RF) είναι αντίσωμα έναντι του Fc κλάσματος της IgG. Ανήκει κυρίως στις IgM ανοσοσφαιρίνες, μπορεί όμως να είναι και IgG ή IgA, ακόμα και IgE ή IgD. Χαρακτηριστικά αυξάνει στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

    Μέθοδοι προσδιορισμού (σελ. 160-162):

    • Οι συγκολλητινοαντιδράσεις, κυρίως η αντίδραση latex (RA test) — σωματίδια latex καλυμμένα με IgG συγκολλώνται από τον RF (ορός αραιωμένος 1:20, ανάγνωση 1-5 λεπτά με μάρτυρες· ημιποσοτική με αραιώσεις 1:20-1:320)· χρησιμοποιείται ακόμη σε μικρά εργαστήρια αλλά υστερεί σε ευαισθησία και δίνει ημιποσοτικά αποτελέσματα. Παλαιότερα και η παθητική αιμοσυγκόλληση Waaler-Rose.
    • Νεφελομετρία — η μέθοδος εκλογής σήμερα, με μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα και ποσοτικά αποτελέσματα, που έχει αντικαταστήσει τις άλλες μεθόδους, κυρίως στα νοσοκομειακά εργαστήρια.
    • Η συγκολλητινοαντίδραση και η νεφελομετρία ανιχνεύουν IgM RF· οι άλλοι ρευματοειδείς παράγοντες ανιχνεύονται με ELISA ή ραδιοανοσολογικές μεθόδους σε ειδικές περιπτώσεις.

Σύνοψη: (ενδεικτική) RF = αντίσωμα (κυρίως IgM) κατά του Fc της IgG, αυξημένο στη ρευματοειδή αρθρίτιδα· μέθοδοι: latex (RA test, ημιποσοτική), νεφελομετρία — μέθοδος εκλογής (ποσοτική, ευαίσθητη)· άλλοι RF με ELISA/RIA.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 7 — RF θετικός

Ερώτηση: Σε ποιες περιπτώσεις είναι θετικός ο ρευματοειδής παράγοντας;

Απάντηση:

  • Ο ρευματοειδής παράγοντας βγαίνει θετικός (σελ. 161, 169):
    • Στο 80-90% των πασχόντων από ρευματοειδή αρθρίτιδα (χαρακτηριστικά, στον ορό και στο αρθρικό υγρό).
    • Σε υψηλά ποσοστά στο σύνδρομο Sjögren.
    • Σε χαμηλότερα ποσοστά σε άλλα αυτοάνοσα νοσήματα: συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, σκληρόδερμα, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού κ.ά.
    • Σε μερικούς ασθενείς με οξείες και χρόνιες λοιμώξεις (ιογενείς λοιμώξεις, λέπρα, φυματίωση, σύφιλη, υποξεία ενδοκαρδίτιδα κ.ά.).
    • Σε νεοπλάσματα.
    • Σε μικρό ποσοστό φυσιολογικών ατόμων, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ρευματοειδής αρθρίτιδα (80-90%), σύνδρομο Sjögren (υψηλά), άλλα αυτοάνοσα (ΣΕΛ, σκληρόδερμα, μικτή νόσος — χαμηλότερα), οξείες-χρόνιες λοιμώξεις (ιογενείς, λέπρα, φυματίωση, σύφιλη, ενδοκαρδίτιδα), νεοπλάσματα, λίγοι υγιείς ηλικιωμένοι.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 8 — Mono test

Ερώτηση: Τι είναι το Mono test;

Απάντηση:

  • Το Mono test είναι εξέταση για την εργαστηριακή διάγνωση της λοιμώδους μονοπυρήνωσης — νόσου που προκαλείται από τον ιό Epstein-Barr (ερπητοϊός). Στη λοιμώδη μονοπυρήνωση, εκτός από τα ειδικά αντισώματα κατά του ιού, εμφανίζονται στον ορό ετερόφιλα αντισώματα (Paul-Bunnell), που λέγονται έτσι γιατί συγκολλούν ερυθρά αιμοσφαίρια άλλων ειδών (ίππου, προβάτου κ.ά.)· αυτά ανιχνεύει το mono test.

    Αρχή: χρησιμοποιούμε ερυθρά αιμοσφαίρια ίππου και ελέγχουμε αν συγκολλώνται με τον ορό του ασθενούς — συγκόλληση = ύπαρξη ετερόφιλων αντισωμάτων. Επειδή στον ορό μερικών ατόμων υπάρχουν και άλλα ετερόφιλα αντισώματα άσχετα με τη νόσο (π.χ. ορονοσίας μετά από αντιτετανικό ορό ίππου) που θα έδιναν λανθασμένο αποτέλεσμα, χρησιμοποιούνται ερυθρά ίππου ειδικά κατεργασμένα με φορμόλη και καλυμμένα με σωματίδια latex, που συγκολλώνται μόνο με τα ετερόφιλα της λοιμώδους μονοπυρήνωσης. Τα αντιδραστήρια προσφέρονται σε kit με θετικό-αρνητικό μάρτυρα και οι οδηγίες τηρούνται με ακρίβεια.

    Αξιολόγηση: τα ετερόφιλα εμφανίζονται περί το τέλος της 1ης εβδομάδας· η δοκιμασία τα ανιχνεύει στο ≈ 90% των ενηλίκων με ΛΜ, σε παιδιά όμως (ιδιαίτερα < 4 ετών) σε μικρότερα ποσοστά και αργότερα — αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη νόσο και χρειάζεται επανάληψη (σελ. 161-162).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Δοκιμασία διάγνωσης λοιμώδους μονοπυρήνωσης (ιός Epstein-Barr): ανιχνεύει τα ετερόφιλα αντισώματα Paul-Bunnell με συγκόλληση ερυθρών ίππου (κατεργασμένων με φορμόλη + latex για ειδικότητα)· θετικό ≈ 90% ενηλίκων από το τέλος της 1ης εβδομάδας, λιγότερο σε παιδιά < 4 ετών — αρνητικό δεν αποκλείει.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 9 — Widal — αξιολόγηση

Ερώτηση: Τι είναι η Widal; Πώς αξιολογείται;

Απάντηση:

  • Η Widal είναι αντίδραση μικροβιακής συγκόλλησης με την οποία ανιχνεύονται στον ορό αντισώματα έναντι των σαλμονελλών, που εμφανίζονται σε γενικευμένη σαλμονέλλωση (τυφοειδής, παράτυφος) κατά το τέλος της 1ης εβδομάδας. Ως αντιγόνα χρησιμοποιούνται το σωματικό Ο και το βλεφαριδικό Η της σαλμονέλλας τύφου (ΤΟ, ΤΗ) και παράτυφου Β (ΒΟ, ΒΗ). Γίνεται σε σωληνάρια με υποδιπλάσιες αραιώσεις του ορού (τελικές 1:40-1:640· στατώ Η στους 50 °C 2 ώρες + 3 ώρες δωματίου, στατώ Ο στους 37 °C 2 ώρες, τελική ανάγνωση την επόμενη μέρα από το ψυγείο, πάνω από μεγεθυντικό καθρέφτη — Η-συγκόλληση μεγάλες κροκίδες σε όλο τον πυθμένα, Ο-συγκόλληση λεπτές κροκίδες που διασκορπίζονται· τίτλος = τελευταία αραίωση με συγκόλληση, για όλα τα αντιγόνα, π.χ. ΤΗ 1:320, ΤΟ 1:160, ΒΗ –, ΒΟ –) ή σε πλάκα (ταχεία προκαταρκτική, με μάρτυρες).

    Αξιολόγηση (σελ. 164): σήμερα έχει σχετικά περιορισμένη διαγνωστική αξία (βελτιωμένες μέθοδοι απομόνωσης της σαλμονέλλας) και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: σε κάθε πληθυσμό υπάρχουν υγιείς με αντισώματα Ο ή/και Η· είναι αρνητική την 1η εβδομάδα και θετικοποιείται μετά τη 2η· επηρεάζεται από την ηλικία, τη λήψη αντιβιοτικών στην αρχή, και το εμβόλιο TAB (αφήνει αντισώματα). Άρα δεν υπάρχει ορισμένος τίτλος που να χαρακτηρίζει θετική τη Widal — μόνο η άνοδος του τίτλου στην πορεία της νόσου είναι ένδειξη ενεργού λοίμωξης: συνιστώνται δύο δείγματα (αρχή της νόσου και μετά τη 10η μέρα) και άνοδος του τίτλου κατά δύο σωληνάρια (πάνω από το τετραπλάσιο) θεωρείται θετικό. Γίνεται και με latex ή παθητική αιμοσυγκόλληση (ταχείες, προκαταρκτικές).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Widal = μικροβιακή συγκόλληση για αντισώματα κατά σαλμονελλών (αντιγόνα ΤΟ, ΤΗ, ΒΟ, ΒΗ) σε σωληνάρια ή πλάκα· αξιολόγηση: περιορισμένη αξία, υγιείς με αντισώματα, αρνητική 1η εβδομάδα, αντιβιοτικά-TAB· κανένας ορισμένος τίτλος — θετικό μόνο η άνοδος τίτλου > 4× (2 σωληνάρια) σε δύο δείγματα (αρχή και μετά 10η μέρα).

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 10 — Wright — αξιολόγηση

Ερώτηση: Τι είναι η Wright; Πώς αξιολογείται;

Απάντηση:

  • Η Wright είναι αντίδραση μικροβιακής συγκόλλησης με την οποία ανιχνεύονται αντισώματα έναντι των βρουκελλών στον ορό ασθενών με βρουκέλλωση (μελιταίο πυρετό)· χρησιμοποιείται ευρύτατα. Ως αντιγόνο χρησιμοποιείται στέλεχος Br. abortus νεκρωμένο με θέρμανση (στέλεχος 1019, αντιγονικά σταθερό). Γίνεται σε σωληνάρια (10 σωληνάρια με υποδιπλάσιες αραιώσεις σε NaCl 0,85%, προσθήκη αντιγόνου, κλίβανος 37 °C για 48 ώρες — πρώτη ανάγνωση στις 24 ώρες, τελική στις 48· τίτλος = η τελευταία αραίωση με συγκόλληση· θετικός μάρτυρας γνωστού τίτλου) ή σε πλάκα (ταχεία προκαταρκτική, χωρίς επαναληψιμότητα τίτλου). Πρόβλημα το φαινόμενο προζώνης (καμία συγκόλληση στις μικρές αραιώσεις) — αποφεύγεται με αραιωτικό NaCl 5% ή με προσθήκη αντι-ανθρώπινης γ σφαιρίνης (Wright Coombs).

    Αξιολόγηση (σελ. 165): τίτλος 1:40 και κάτω δεν αξιολογείται ως θετικός. Τίτλος 1:80 θεωρείται οριακός και αξιολογείται ανάλογα με την περίπτωση: αν ο ασθενής είναι κάτοικος πόλης χωρίς σχέση με κτηνοτροφία και νοσεί πρώτη φορά με ύποπτα συμπτώματα, συνιστάται επανάληψη με νέο δείγμα μετά 1-2 εβδομάδες· αν έχει σχέση με κτηνοτροφία, επαφή με ζώα (κρεοπώλης, κτηνίατρος) ή μένει σε ενδημική περιοχή, το 1:80 θεωρείται αρνητικό. Τα ίδια περίπου ισχύουν για τίτλο 1:160. Τίτλος 1:320 δεν μπορεί να αγνοηθεί και θεωρείται ενδεικτικός βρουκέλλωσης.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Wright = μικροβιακή συγκόλληση για αντισώματα κατά βρουκελλών (βρουκέλλωση) με νεκρό Br. abortus, σε σωληνάρια (37 °C 48 ώρες) ή πλάκα· αξιολόγηση: ≤ 1:40 αρνητικός, 1:80 (και 1:160) οριακός — ανάλογα με έκθεση (επανάληψη σε 1-2 εβδομάδες ή αρνητικός σε κτηνοτρόφους/ενδημικές περιοχές), 1:320 ενδεικτικός νόσου· προσοχή στην προζώνη.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 11 — Wright Coombs

Ερώτηση: Τι είναι η Wright Coombs; Γιατί γίνεται;

Απάντηση:

  • Η Wright Coombs είναι η αντίδραση Wright στην οποία προστίθεται αντισφαιρινικός ορός (anti-human, αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη, ορός Coombs). Γιατί γίνεται: στον ορό των ασθενών υπάρχουν τα λεγόμενα «ατελή» αντισώματα, που προσκολλώνται πάνω στις βρουκέλλες αλλά δεν προκαλούν τη συγκόλλησή τους — αυτό συμβαίνει στις μικρές αραιώσεις λόγω περίσσειας αντισωμάτων σε σχέση με τα αντιγονικά μόρια (φαινόμενο προζώνης), με κίνδυνο ψευδώς αρνητικού. Ο αντισφαιρινικός ορός είναι αντίσωμα έναντι των αντισωμάτων που είναι προσκολλημένα στις βρουκέλλες: τα αναγνωρίζει, ενώνεται μαζί τους και, λειτουργώντας σαν γέφυρα, συμπλησιάζει τα κύτταρα της βρουκέλλας και τα συγκολλά → ορατή συγκόλληση.

    Εκτέλεση (σελ. 166-167): 1) υποδιπλάσιες αραιώσεις του ορού σε NaCl, 2) προσθήκη αντιγόνου (νεκρό B. abortus) σε όλα τα σωληνάρια, 3) υδατόλουτρο 37 °C 2 ώρες, 4) φυγοκέντρηση 3000 στροφές 5 λεπτά, απόρριψη υπερκειμένου, πλύσιμο 3 φορές με NaCl (να φύγει κάθε ίχνος ορού), επαναιώρηση, 5) 1 σταγόνα αντισφαιρινικού ορού αραιωμένου 1:50 σε κάθε σωληνάριο, 6) κλίβανος 37 °C έως την επόμενη μέρα → ανάγνωση. Τίτλος = η τελευταία αραίωση με πλήρη συγκόλληση. Ερμηνεία: βγαίνει συχνότερα θετική και σε υψηλότερο τίτλο από τη Wright· θετικός θεωρείται τίτλος από 1:160 και άνω.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Wright με προσθήκη αντισφαιρινικού ορού (anti-human) που γεφυρώνει τα «ατελή» αντισώματα τα προσκολλημένα στις βρουκέλλες → συγκόλληση· γίνεται για να ξεπεραστεί το φαινόμενο προζώνης (ψευδώς αρνητικά)· 37 °C 2 ώρες, φυγοκέντρηση-πλύσιμο ×3, anti-human 1:50, 37 °C έως επόμενη· θετικός ≥ 1:160, συχνότερα θετική-υψηλότερος τίτλος.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 12 — VDRL

Ερώτηση: Τι είναι η VDRL;

Απάντηση:

  • Η VDRL (Veneral Disease Research Laboratory) είναι κροκιδωτική δοκιμή, που ανήκει στις συγκολλητινοαντιδράσεις, με την οποία αναζητούνται στον ορό αντισώματα που εμφανίζονται σε άτομα προσβεβλημένα από το μικρόβιο της σύφιλης (ωχρό τρεπόνημα ή ωχρά σπειροχαίτη). Τα αντισώματα αυτά αντιδρούν με αντιγόνο καρδιολιπίνης — φωσφολιπίδιο των μεμβρανών των μιτοχονδρίων πολλών οργάνων — και οφείλονται στην αντίδραση του μικροβίου με τους ιστούς του ασθενούς (γι' αυτό η δοκιμή λέγεται μη τρεπονημική).

    Αντιδραστήρια: αντιγόνο καρδιολιπίνης, ρυθμιστικό διάλυμα NaCl 1%, θετικός και αρνητικός μάρτυρας, ορός του αρρώστου αδρανοποιημένος στους 56 °C για 30 λεπτά. Εκτέλεση: σε πλάκα τίθεται ο αδρανοποιημένος ορός, προστίθεται διάλυμα αντιγόνου, ανακίνηση και ανάγνωση στο μικροσκόπιοη ύπαρξη κροκίδων = θετική· ίδια διαδικασία με τους μάρτυρες· μπορεί να γίνει και ποσοτική με αραιώσεις. Αξιολόγηση: χρησιμοποιείται ευρύτατα για τη διάγνωση της σύφιλης· βγαίνει θετική συνήθως 4-6 εβδομάδες μετά τη μόλυνση και σχεδόν πάντα στο δεύτερο στάδιο· ο τίτλος πέφτει με τη θεραπεία → δείκτης ίασης. Δεν είναι ειδική (ψευδώς θετικές), αλλά η μεγάλη ευαισθησία, η ευκολία, η ταχύτητα και το χαμηλό κόστος την κάνουν εξαιρετικά χρήσιμη· θετικό αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται με ειδικές τρεπονημικές δοκιμασίες (σελ. 167-168).

Σύνοψη: (ενδεικτική) VDRL = κροκιδωτική συγκολλητινοαντίδραση για τη σύφιλη: αντισώματα του ορού (αδρανοποιημένου 56 °C 30΄) έναντι αντιγόνου καρδιολιπίνης → κροκίδες στο μικροσκόπιο (μη τρεπονημική)· θετική 4-6 εβδομάδες μετά τη μόλυνση, σχεδόν πάντα στο 2ο στάδιο, τίτλος πέφτει με θεραπεία (δείκτης ίασης)· ευαίσθητη, εύκολη, φθηνή, όχι ειδική.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 13 — VDRL ψευδώς θετική

Ερώτηση: Πότε βγαίνει ψευδώς θετική η VDRL;

Απάντηση:

  • Επειδή τα αντισώματα που ανιχνεύει η VDRL είναι αντισώματα έναντι της καρδιολιπίνης και όχι ειδικά αντισώματα έναντι του μικροβίου (μη τρεπονημική δοκιμή), η αντίδραση μπορεί να βγει θετική και σε άλλες περιπτώσεις όπου παρατηρούνται αντικαρδιολιπινικά αντισώματα. Έτσι βγαίνει ψευδώς θετική σε άτομα που πάσχουν από κολλαγονώσεις (συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα, π.χ. ΣΕΛ), λέπρα, ελονοσία, λοιμώδη μονοπυρήνωση, ηπατίτιδα και άλλα λοιμώδη νοσήματα, πιθανόν στην εγκυμοσύνη κ.λπ. Γι' αυτό, σε θετική VDRL πρέπει να γίνει επιβεβαίωση με ειδικές (τρεπονημικές) δοκιμασίες που ανιχνεύουν αντισώματα ειδικά έναντι του μικροβίου, και η θετική VDRL για να θεωρηθεί διαγνωστική πρέπει να συσχετίζεται με άλλα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα. Το ίδιο ισχύει και για την Wasserman (σελ. 168, 172-173).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Σε κολλαγονώσεις, λέπρα, ελονοσία, λοιμώδη μονοπυρήνωση, ηπατίτιδα και άλλα λοιμώδη, πιθανόν σε εγκυμοσύνη — γιατί ανιχνεύει αντικαρδιολιπινικά και όχι ειδικά αντιτρεπονημικά αντισώματα· χρειάζεται επιβεβαίωση με ειδικές δοκιμασίες.

Κριτήρια αξιολόγησης:


Ερώτηση 14 — RPR

Ερώτηση: Τι είναι η RPR;

Απάντηση:

  • Η RPR (Rapid Plasma Reagin) είναι τροποποίηση της VDRL για τη διάγνωση της σύφιλης. Το αντιγόνο είναι το ίδιο (καρδιολιπίνη), αλλά περιέχει επιπλέον κοκκία άνθρακα, που κάνουν την κροκίδωση εντονότερη και εύκολα ορατή με γυμνό μάτι (χωρίς μικροσκόπιο), γι' αυτό είναι ταχεία και πρακτική. Έχει την ίδια ευαισθησία και την ίδια ειδικότητα με την VDRL — δηλαδή είναι επίσης μη τρεπονημική δοκιμή, με τις ίδιες ψευδώς θετικές αντιδράσεις και την ίδια χρησιμότητα ως δείκτης ίασης (σελ. 168-169).

Σύνοψη: (ενδεικτική) RPR = τροποποίηση της VDRL με το ίδιο αντιγόνο καρδιολιπίνης συν κοκκία άνθρακα → εντονότερη κροκίδωση ορατή με γυμνό μάτι· ίδια ευαισθησία και ειδικότητα με τη VDRL.

Κριτήρια αξιολόγησης:


 ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ