Απαντήσεις στις 15 ερωτήσεις του κεφαλαίου 12.
Ερώτηση: Τι είναι συγκολλητινοαντίδραση;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ένωση σωματιδιακού αντιγόνου (επιφάνειας κυττάρου/σωματιδίου) με το ομόλογο αντίσωμα-συγκολλητίνη και σχηματισμός ορατών κροκίδων (συγκόλληση)· άμεση ή έμμεση (παθητική).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι άμεση και τι έμμεση συγκόλληση;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Άμεση: το αντιγόνο είναι φυσικό επιφανειακό αντιγόνο του κυττάρου (ομάδες αίματος, Widal, Wright)· έμμεση/παθητική: το αντιγόνο έχει προσροφηθεί με επεξεργασία σε αδρανή σωματίδια — latex (συγκόλληση latex), bentonite, ερυθρά (παθητική αιμοσυγκόλληση).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι φάσεις της συγκολλητινοαντίδρασης;
Απάντηση:
Η συγκολλητινοαντίδραση γίνεται σε δύο φάσεις (σελ. 145-146):
Αν δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις (αναλογία αντιγόνου-αντισώματος, ηλεκτρολύτης), η πρώτη φάση δεν ακολουθείται από τη δεύτερη και η αντίδραση δεν ολοκληρώνεται.
Σύνοψη: (ενδεικτική) 1η: αναγνώριση — το αντίσωμα ενώνεται με τους επιτόπους της επιφάνειας του κυττάρου/σωματιδίου· 2η: τα κύτταρα συμπλησιάζουν και συγκολλώνται σε κροκίδες (δικτυωτό πλέγμα, αντισώματα-γέφυρες).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία συγκόλλησης;
Απάντηση:
Για να γίνει συγκόλληση (σελ. 146-147):
Αν δεν τηρούνται, η πρώτη φάση δεν ακολουθείται από τη δεύτερη. Η συγκόλληση παρεμποδίζεται όταν: τα αντισώματα έχουν μικρή ισχύ σύνδεσης, η θερμοκρασία είναι ακατάλληλη, υπάρχει μικρός αριθμός επιτόπων στην επιφάνεια (όπως το αντιγόνο D του Rhesus), υπάρχει μεγάλη περίσσεια αντισώματος (φαινόμενο προζώνης) ή πολύ έντονες απωθητικές δυνάμεις. Τα αντισώματα που δεν προκαλούν πλήρη συγκόλληση λέγονται συνήθως «ατελή» — αλλά η αποτυχία εξηγείται από τις ιδιότητες αντιγόνου-αντισώματος και τις συνθήκες, όχι από ειδικές μορφές αντισωμάτων.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αντίσωμα με ισχύ σύνδεσης μεγαλύτερη από τις απωθητικές δυνάμεις (IgM 750× > IgG), κατάλληλη αναλογία αντιγόνου-αντισώματος, ηλεκτρολύτης· παρεμπόδιση: ασθενή αντισώματα, λάθος θερμοκρασία, λίγοι επίτοποι (D), περίσσεια αντισώματος (προζώνη), έντονη άπωση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα των συγκολλητινοαντιδράσεων;
Απάντηση:
Πλεονεκτήματα (σελ. 147): η απλότητα, η ευκολία και η ταχύτητα στην εκτέλεση χωρίς ακριβά μηχανήματα, η μεγάλη ευαισθησία τους, και η μεγάλη ποικιλία αντισωμάτων που μπορούν να ανιχνεύσουν.
Μειονεκτήματα: οι μη ειδικές συγκολλήσεις που μπορεί να παρατηρηθούν (ψευδώς θετικά), οι δυσκολίες στην ανεύρεση και συντήρηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων, και το φαινόμενο προζώνης (ψευδώς αρνητικά στις μικρές αραιώσεις).
Παρά τα μειονεκτήματα, τα πλεονεκτήματα είναι τόσα ώστε παρασκευάζονται συνεχώς νέα αντιδραστήρια με μεγάλη ειδικότητα και ευαισθησία, κυρίως για προκαταρκτικές δοκιμασίες. Η απλότητα επιβάλλει απόλυτη ακρίβεια στην εκτέλεση, καλή συντήρηση των αντιδραστηρίων, εμπειρία και χρήση θετικών και αρνητικών μαρτύρων (controls) για αξιόπιστα αποτελέσματα.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Πλεονεκτήματα: απλότητα, ευκολία, ταχύτητα χωρίς ακριβό εξοπλισμό, μεγάλη ευαισθησία, ποικιλία αντισωμάτων· μειονεκτήματα: μη ειδικές συγκολλήσεις, δυσκολία ανεύρεσης-συντήρησης ερυθρών, φαινόμενο προζώνης — ανάγκη ακρίβειας και μαρτύρων.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ποιες είναι οι κυριότερες εφαρμογές των συγκολλητινοαντιδράσεων;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ομάδες-υποομάδες αίματος-Rhesus, τυποποίηση μικροοργανισμών, αντισώματα κατά μικροβίων (Widal, Wright), RF, CRP, mono test, VDRL, Coombs, kit latex/παθητικής αιμοσυγκόλλησης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι το φαινόμενο προζώνης; Πώς εξηγείται;
Απάντηση:
Το φαινόμενο προζώνης παρατηρείται σε μερικές συγκολλητινοαντιδράσεις (π.χ. ανίχνευση αντισωμάτων κατά μικροβίων — Wright) και είναι το εξής παράδοξο: στις μικρές αραιώσεις του ορού, όπου υπάρχει μεγάλο ποσό αντισωμάτων, η αντίδραση είναι αρνητική (δεν παρατηρείται συγκόλληση), ενώ στις μεγαλύτερες αραιώσεις, όπου τα αντισώματα ελαττώνονται, η αντίδραση θετικοποιείται. Κίνδυνος: αν γίνουν μόνο οι πρώτες αραιώσεις, να χαρακτηριστεί η αντίδραση ψευδώς αρνητική. Ορισμός: η αναστολή της συγκόλλησης από περίσσεια αντισωμάτων (σελ. 147-148, 154).
Εξήγηση: παλαιότερα ερμηνεύτηκε με τη θεωρία των «ατελών» αντισωμάτων (αντισώματα που ενώνονται με τους επιτόπους χωρίς να προκαλούν συγκόλληση σε φυσιολογικό ορό και εμποδίζουν τα «πλήρη»· συγκολλούν μόνο παρουσία λευκωματίνης). Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν ειδικές μορφές αντισωμάτων: στις μικρές αραιώσεις υπάρχει μεγάλη περίσσεια αντισωμάτων σε σχέση με τους επιτόπους των κυττάρων, οπότε κάθε αντίσωμα ενώνεται με το ένα Fab κλάσμα του σε ένα κύτταρο και το άλλο Fab δεν βρίσκει κενή θέση σε άλλο κύτταρο — δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, δεν σχηματίζεται δικτυωτό πλέγμα και δεν γίνεται ορατή συγκόλληση (σχ. 12.2). Στις μεγαλύτερες αραιώσεις αποκαθίσταται η αναλογία αντιγόνου-αντισώματος, κάθε αντίσωμα δένεται σε επιτόπους δύο γειτονικών κυττάρων και συμπλησιάζοντάς τα δίνει συγκόλληση. Αντιμετώπιση (Wright): αραιωτικό NaCl 5% ή προσθήκη αντι-ανθρώπινης γ σφαιρίνης (Wright Coombs).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Προζώνη = αναστολή της συγκόλλησης από περίσσεια αντισωμάτων: μικρές αραιώσεις αρνητικές, μεγαλύτερες θετικές (κίνδυνος ψευδώς αρνητικού)· εξήγηση: με περίσσεια κάθε αντίσωμα δένεται με το ένα Fab σε ένα κύτταρο και το άλλο δεν βρίσκει θέση → όχι γέφυρα-πλέγμα· στις αραιώσεις αποκαθίσταται η αναλογία (παλιά «θεωρία ατελών αντισωμάτων»).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι μικροβιακή συγκόλληση; Ποιες οι κυριότερες εφαρμογές της;
Απάντηση:
Μικροβιακή συγκόλληση είναι μέθοδος άμεσης συγκόλλησης (το αντιγόνο είναι φυσικό αντιγόνο της επιφάνειας του μικροβιακού κυττάρου) που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι μικροβίων στον ορό του αίματος ασθενών που πάσχουν από διάφορες μικροβιακές λοιμώξεις: χρησιμοποιείται γνωστό μικροβιακό αντιγόνο (εναιώρημα νεκρών μικροβίων) και αναζητούνται στον ορό αντισώματα έναντι αυτού· η θετική αντίδραση δίνει συγκόλληση των μικροβίων.
Κυριότερες εφαρμογές: η αντίδραση Widal για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι των σαλμονελλών (τυφοειδής, παράτυφος — αντιγόνα Ο και Η) και η αντίδραση Wright για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι των βρουκελλών (μελιταίος πυρετός)· επίσης η τυποποίηση μικροοργανισμών με γνωστούς αντιορούς. Περιγράφονται στο κεφάλαιο Ορολογικές Αντιδράσεις (σελ. 149, 154).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Άμεση συγκόλληση με γνωστό μικροβιακό αντιγόνο για ανίχνευση αντισωμάτων κατά μικροβίων στον ορό· εφαρμογές: Widal (σαλμονέλλες), Wright (βρουκέλλες), τυποποίηση μικροοργανισμών.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι συγκόλληση Latex; Ποιες οι κυριότερες εφαρμογές της;
Απάντηση:
Συγκόλληση latex είναι μέθοδος έμμεσης (παθητικής) συγκόλλησης στην οποία χρησιμοποιούνται σωματίδια latex (σωματίδια από πολυστυρένιο) που, με ειδική επεξεργασία, έχουν προσροφήσει στην επιφάνειά τους μόρια αντιγόνου (σχ. 12.3). Τα σωματίδια αυτά συγκολλώνται παρουσία των αντίστοιχων αντισωμάτων και δίνουν ορατή συγκόλληση (σχ. 12.4). Τα προσροφημένα αντιγόνα μπορεί να είναι πρωτεϊνικά ή πολυσακχαριδικά — αντιγόνα μικροβίων, ιών, μυκήτων, παρασίτων, ορμόνες, ανοσοσφαιρίνες, κυτταρικά και πυρηνικά αντιγόνα.
Εφαρμογές (πάρα πολλές): κλασικά η ανίχνευση του ρευματοειδούς παράγοντα (RF — RA test) και της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP), καθώς και η ASTO με latex· έτοιμα kit με controls για ανίχνευση αντισωμάτων έναντι βρουκέλλας, σαλμονέλλας, λιστέριας, τοξοπλάσμωσης κ.ά., που εκτελούνται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή (σελ. 149-150, 154).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Έμμεση συγκόλληση με σωματίδια latex (πολυστυρένιο) που έχουν προσροφήσει αντιγόνο και συγκολλώνται με τα αντίστοιχα αντισώματα· εφαρμογές: RF, CRP, ASTO, kit για βρουκέλλα, σαλμονέλλα, λιστέρια, τοξόπλασμα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι η αντίδραση Coombs; Σε τι διακρίνεται;
Απάντηση:
Η αντίδραση Coombs είναι συγκολλητινοαντίδραση που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση των λεγόμενων «ατελών» αντισωμάτων — αντισωμάτων IgG που μπορούν να συνδεθούν με αντιγονικές ομάδες των ερυθρών αιμοσφαιρίων και να προσκολληθούν πάνω τους χωρίς να τα συγκολλούν. Τέτοια είναι τα IgG αντισώματα έναντι του αντιγόνου D του Rhesus (αντι-D), που παρατηρούνται π.χ. στα ερυθρά νεογνών με αιμολυτική νόσο ή στον ορό Rhesus αρνητικών ατόμων μετά από ευαισθητοποίηση. Επειδή τα IgG αυτά δεν προκαλούν ορατή συγκόλληση (ισχυρή άπωση, λίγα αντιγόνα D), προστίθεται αντι-IgG αντίσωμα (αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη) που λειτουργεί σαν γέφυρα και κάνει τη συγκόλληση ορατή.
Διακρίνεται σε:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Συγκολλητινοαντίδραση για ανίχνευση «ατελών» IgG αντισωμάτων (π.χ. αντι-D) που προσκολλώνται στα ερυθρά χωρίς να τα συγκολλούν, με προσθήκη αντι-IgG (anti-human)· διακρίνεται σε άμεση (αντισώματα πάνω στα ερυθρά) και έμμεση (αντισώματα στον ορό).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Περιγράψτε εν συντομία την άμεση Coombs.
Απάντηση:
Η άμεση Coombs ανιχνεύει IgG αντισώματα (π.χ. έναντι του D αντιγόνου του Rhesus) που είναι προσκολλημένα πάνω στα ερυθρά αιμοσφαίρια του εξεταζομένου χωρίς να προκαλούν τη συγκόλλησή τους. Η έλλειψη συγκόλλησης οφείλεται στις ισχυρές απωθητικές δυνάμεις μεταξύ των ερυθρών (ισχυρό αρνητικό φορτίο) και στον μικρό αριθμό αντιγονικών ομάδων D σε κάθε ερυθρό (ουσιαστικά περίσσεια αντισωμάτων) — δεν σχηματίζεται αρκετό δίκτυο.
Εκτέλεση (σχ. 12.5): στα (πλυμένα) ερυθρά του εξεταζομένου, που έχουν πάνω τους προσκολλημένα IgG, προσθέτουμε αντι-IgG αντίσωμα — την αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη (anti-human), αντίσωμα έναντι της ανθρώπινης IgG. Το αντι-IgG δρα σαν γέφυρα μεταξύ των IgG αντισωμάτων της επιφάνειας των ερυθρών και τα συνδέει μεταξύ τους, οπότε τα ερυθρά συμπλησιάζουν και γίνεται ορατή συγκόλληση = θετική άμεση Coombs. Αν τα ερυθρά δεν φέρουν προσκολλημένα αντισώματα, δεν συγκολλώνται (αρνητική). Η λεπτομερής τεχνική περιγράφεται στο βιβλίο Αιματολογίας-Αιμοδοσίας (σελ. 151-152).
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στα ερυθρά του εξεταζομένου (με προσκολλημένα IgG που δεν συγκολλούν λόγω άπωσης και λίγων αντιγόνων D) προστίθεται αντι-IgG (αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη), που γεφυρώνει τα IgG των γειτονικών ερυθρών → ορατή συγκόλληση = θετική.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ανιχνεύει η άμεση Coombs; Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται;
Απάντηση:
Η άμεση Coombs ανιχνεύει IgG αντισώματα (π.χ. αντι-D έναντι του αντιγόνου D του Rhesus, ή αυτοαντισώματα) που είναι προσκολλημένα πάνω στα ερυθρά αιμοσφαίρια του εξεταζομένου, χωρίς να προκαλούν τη συγκόλλησή τους — δηλαδή «ευαισθητοποιημένα» ερυθρά.
Εφαρμόζεται για ανίχνευση αντισωμάτων που βρίσκονται πάνω στα ερυθρά, όπως (σελ. 151-152):
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανιχνεύει IgG αντισώματα (αντι-D, αυτοαντισώματα) προσκολλημένα στα ερυθρά· εφαρμόζεται στην αιμολυτική νόσο του νεογνού, την αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία και την αιμολυτική αναιμία από φάρμακα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Περιγράψτε εν συντομία την έμμεση Coombs.
Απάντηση:
Η έμμεση Coombs χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να ανιχνεύσουμε αντι-D (IgG) αντισώματα που βρίσκονται στον ορό του αίματος (Rhesus ευαισθητοποίηση ή ισοανοσοποίηση). Γίνεται σε δύο στάδια (σχ. 12.6, σελ. 152-153):
Διαφέρει από την άμεση στο ότι προηγείται ένα στάδιο στο οποίο δίνουμε την ευκαιρία στα αντισώματα του ορού να προσκολληθούν σε ερυθρά, ώστε στη συνέχεια να ανιχνευθούν με άμεση Coombs. Η λεπτομερής τεχνική περιγράφεται στην Αιματολογία-Αιμοδοσία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Δύο στάδια: 1) επώαση του εξεταζόμενου ορού με γνωστά ερυθρά Ο Rhesus θετικά → τα αντι-D IgG προσκολλώνται στα ερυθρά· 2) προσθήκη αντι-IgG (anti-human) → γέφυρα → ορατή συγκόλληση· διαφέρει από την άμεση στο προηγούμενο στάδιο προσκόλλησης.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι ανιχνεύει η έμμεση Coombs; Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται;
Απάντηση:
Η έμμεση Coombs ανιχνεύει «ατελή» IgG αντισώματα έναντι των ερυθρών αιμοσφαιρίων — κυρίως αντι-D — που βρίσκονται ελεύθερα στον ορό του αίματος (Rhesus ευαισθητοποίηση ή ισοανοσοποίηση). Τα αντισώματα αυτά δεν προκαλούν πρόβλημα στα ίδια τα άτομα (που είναι Rhesus αρνητικά), αλλά σε επόμενη εγκυμοσύνη Rhesus θετικού παιδιού περνούν μέσω του πλακούντα στο έμβρυο και προκαλούν συγκόλληση και αιμόλυση των ερυθρών του (αιμολυτική νόσος) — γι' αυτό η ανίχνευσή τους έχει μεγάλη σημασία.
Εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που θέλουμε να ερευνήσουμε αν υπάρχουν στον ορό αντισώματα έναντι ερυθρών, όπως (σελ. 151-153):
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ανιχνεύει ελεύθερα στον ορό «ατελή» IgG αντισώματα κατά ερυθρών (αντι-D — Rhesus ευαισθητοποίηση)· εφαρμόζεται σε Rh− γυναίκες μετά Rh+ παιδί/εγκύους και σε Rh− άτομα μετά μετάγγιση Rh+ αίματος (και προ μετάγγισης).
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Τι είναι η αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη; Πώς αλλιώς λέγεται; Πώς παράγεται;
Απάντηση:
Η αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη είναι το αντι-IgG αντίσωμα — αντίσωμα έναντι της IgG ανοσοσφαιρίνης (γ σφαιρίνης) του ανθρώπου. Χρησιμοποιείται στην αντίδραση Coombs (και στη Wright Coombs, την ανίχνευση Du κ.ά.) ως «γέφυρα» που ενώνει τα IgG αντισώματα που είναι προσκολλημένα στην επιφάνεια ερυθρών ή μικροβίων, κάνοντας ορατή τη συγκόλληση.
Άλλες ονομασίες: αντισφαιρινικός ορός, ορός Coombs, anti-human (όπως έχει επικρατήσει στην καθημερινή εργαστηριακή πράξη), αντι-IgG.
Παραγωγή (σελ. 153): χορηγούμε με ένεση IgG αντίσωμα ανθρώπου σε ένα πειραματόζωο, συνήθως κουνέλι. Η ανθρώπινη IgG δρα ως αντιγόνο για το κουνέλι, το οποίο παράγει αντισώματα εναντίον της — δηλαδή αντι-IgG αντισώματα. Τα αντισώματα αυτά κυκλοφορούν στον ορό του αίματος του κουνελιού, από όπου τα παίρνουμε με αιμοληψία.
Σύνοψη: (ενδεικτική) Αντι-ανθρώπινη γ σφαιρίνη = αντι-IgG αντίσωμα κατά της ανθρώπινης IgG (γέφυρα στην Coombs)· λέγεται και αντισφαιρινικός ορός, ορός Coombs, anti-human· παράγεται με ένεση ανθρώπινης IgG σε κουνέλι (δρα ως αντιγόνο) → αντι-IgG στον ορό του → αιμοληψία.
Κριτήρια αξιολόγησης: