Λύσεις — Κεφάλαιο 5 (Ερωτήσεις σελ. 74) – ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ Ι Γ΄ ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 5 (Ερωτήσεις σελ. 74)

Απαντήσεις στις 13 ερωτήσεις του κεφαλαίου 5.


Ερώτηση 1 — Γενικά χαρακτηριστικά

Ερώτηση: Χαρακτηριστικά λευκών αιμοσφαιρίων.

Απάντηση:

  • Ονομάζονται λευκά αιμοσφαίρια ή λευκοκύτταρα, επειδή στερούνται χρώματος, είναι δηλαδή άχροα. Είναι διαφοροποιημένα κύτταρα και, σε σύγκριση με τα ερυθρά αιμοσφαίρια, παρουσιάζουν τις εξής διαφορές (σελ. 59):
    • Μεγαλύτερο μέγεθος.
    • Σχήμα σφαιρικό.
    • Είναι εμπύρηνα.
    • Ζουν μόνο μερικές ημέρες (7-10).
    • Σε αντίθεση με τα ερυθροκύτταρα, απαντούν και εκτός των αγγείων.
  • Είναι τα μεγαλύτερα σε μέγεθος και τα λιγότερα σε αριθμό κύτταρα του αίματος (4.000-10.000/mm³) και διακρίνονται σε κοκκιοκύτταρα ή πολυμορφοπύρηνα, λεμφοκύτταρα και μεγάλα μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα (σελ. 59-60, 71).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Άχροα, διαφοροποιημένα κύτταρα· σε σχέση με τα ερυθρά είναι μεγαλύτερα, σφαιρικά, εμπύρηνα, ζουν μόνο 7-10 ημέρες και απαντούν και εκτός των αγγείων· τα μεγαλύτερα σε μέγεθος και τα λιγότερα σε αριθμό κύτταρα του αίματος.


Ερώτηση 2 — Είδη — ποσοστά

Ερώτηση: Κατηγορίες λευκών αιμοσφαιρίων

Απάντηση:

  • Τα λευκά αιμοσφαίρια διακρίνονται στις εξής κατηγορίες (σελ. 59):

    1. Κοκκιοκύτταρα ή πολυμορφοπύρηνα — λέγονται κοκκιοκύτταρα από τα κοκκία που εμφανίζουν στο πρωτόπλασμα και στον πυρήνα τους, και πολυμορφοπύρηνα από την πολυμορφία του πυρήνα τους (2-5 λοβοί).
    2. Λεμφοκύτταρα.
    3. Μεγάλα μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα.
  • Με κριτήριο τη χρωματοφιλία τους και το μέγεθος των κοκκίων τους, τα πολυμορφοπύρηνα διακρίνονται σε:

    • Ουδετερόφιλα: βάφονται με ουδέτερες χρωστικές και έχουν την πιο λεπτή και αραιή κοκκίωση — 50-65%.
    • Ηωσινόφιλα ή εωσινόφιλα: βάφονται με όξινες χρωστικές, με πυκνότερη και πιο έντονη κοκκίωση — 1-4%.
    • Βασεόφιλα ή βασίφιλα: βάφονται με βασικές χρωστικές, με την πιο πυκνή και έντονη κοκκίωση — 0,5-1%.

    Τα λεμφοκύτταρα, ανάλογα με το σχήμα του πυρήνα και το μέγεθός τους, διακρίνονται σε μικρά και μεγάλα (25-40%), ενώ τα μεγάλα μονοπύρηνα αποτελούν το 2-6%. Έτσι προκύπτουν έξι κατηγορίες: ουδετερόφιλα, ηωσινόφιλα και βασεόφιλα πολυμορφοπύρηνα, μικρά λεμφοκύτταρα, μεγάλα λεμφοκύτταρα, μεγάλα μονοπύρηνα (σελ. 59, 72).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κοκκιοκύτταρα ή πολυμορφοπύρηνα (ουδετερόφιλα 50-65%, ηωσινόφιλα 1-4%, βασεόφιλα 0,5-1%), λεμφοκύτταρα (μικρά και μεγάλα, 25-40%) και μεγάλα μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα (2-6%).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Σημείωση: το βιβλίο δίνει στη σελ. 59 ουδετερόφιλα 50-65% και λεμφοκύτταρα 25-40%, ενώ στις σελ. 61, 63 και στον πίνακα 5.1 (σελ. 66) δίνει 50-60% και 20-40% αντίστοιχα.

Ερώτηση 3 — Αριθμός — μεταβολές

Ερώτηση: Ποιος είναι ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων/mm3 και πώς χαρακτηρίζονται η μείωση και η αύξησή του.

Απάντηση:

  • Κατά μέσο όρο στον ενήλικα ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων είναι 6.000-8.000/mm³, με φυσιολογικό εύρος διακύμανσης 4.000-10.000 κύτταρα/mm³. Σε παθολογικές καταστάσεις ο ποσοτικός προσδιορισμός τους αποτελεί πολύτιμο διαγνωστικό στοιχείο για τον κλινικό γιατρό (σελ. 60).

    • Λευκοκυττάρωση ονομάζεται η αύξηση του αριθμού τους πάνω από 10.000/mm³. Παρατηρείται σε: οξείες φλεγμονές γενικές ή εντοπισμένες, κακοήθη νεοπλάσματα, οξείες αιμορραγίες, μετεγχειρητικά, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αναφυλακτικές καταστάσεις, εγκαύματα, παθήσεις του αίματος (π.χ. αιμολυτική αναιμία). Αύξηση που δεν υποδηλώνει παθολογική κατάσταση: εγκυμοσύνη, έντονη σωματική κόπωση, στρες.
    • Λευκοπενία ονομάζεται η μείωση του αριθμού τους κάτω από 4.000/mm³. Παρατηρείται σε: ορισμένα λοιμώδη νοσήματα (π.χ. γρίπη, ερυθρά, φυματίωση), παθήσεις του αίματος (π.χ. απλαστική αναιμία), παθήσεις θυρεοειδούς, χρόνιες παθήσεις του ήπατος.

    Σε όλες αυτές τις καταστάσεις, με τον όρο λευκοκυττάρωση ή λευκοπενία εννοείται η μεταβολή του αριθμού των ουδετερόφιλων πολυμορφοπύρηνων (σελ. 60).

Σύνοψη: (ενδεικτική) 4.000-10.000/mm³ (μέσος όρος 6.000-8.000)· η αύξηση πάνω από 10.000/mm³ λέγεται λευκοκυττάρωση και η μείωση κάτω από 4.000/mm³ λευκοπενία (αφορούν τη μεταβολή των ουδετερόφιλων).


Ερώτηση 4 — Ουδετερόφιλα

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα ουδέτερα πολυμορφοπύρηνα.

Απάντηση:

  • Τόπος παραγωγής: τα πολυμορφοπύρηνα ανήκουν στη μυελική σειρά και παράγονται στον μυελό των οστών· από την αιμοκυττοβλάστη προέρχεται η μυελοβλάστη, το μητρικό κύτταρο της μυελικής σειράς, από το οποίο τελικά παράγονται (σελ. 60).
  • Μορφολογία: η ονομασία τους προέρχεται από τα πολύ λεπτά κοκκία του πρωτοπλάσματος και του πυρήνα τους, που χρωματίζονται με ουδέτερες χρωστικές (ιώδης χροιά). Ο πυρήνας τους αποτελείται από 2-5 λοβούς. Το μέγεθός τους είναι 9-12 μ. Απαντούν σε αναλογία 50-60% των λευκοκυττάρων του περιφερικού αίματος. Η αύξησή τους λέγεται ουδετερόφιλη λευκοκυττάρωση και η μείωσή τους ουδετεροπενία (σελ. 60-61).
  • Λειτουργική αποστολή: μαζί με τα μονοκύτταρα αποτελούν τα φαγοκύτταρα του οργανισμού και συμμετέχουν στην άμυνά του με τη φαγοκυττάρωση· γι' αυτό ο αριθμός τους αυξάνεται σε φλεγμονές ή λοιμώξεις. Η ικανότητα αυτή στηρίζεται στην ιδιότητά τους να διαπερνούν τα αγγεία και να κινούνται αμοιβαδοειδώς (με ψευδοπόδια) προς τον στόχο τους (μικροοργανισμό ή άλλο λοιμογόνο παράγοντα). Στο τέλος τα φαγοκύτταρα καταστρέφονται και μετατρέπονται σε πυοσφαίρια, σχηματίζοντας το πύον (σελ. 63).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Παράγονται στον μυελό των οστών από τη μυελοβλάστη· λεπτά κοκκία που βάφονται με ουδέτερες χρωστικές (ιώδη), πυρήνας 2-5 λοβών, 9-12 μ, 50-60%· φαγοκύτταρα (διαπερνούν τα αγγεία, αμοιβαδοειδής κίνηση) που καταλήγουν πυοσφαίρια (πύον)· αύξηση = ουδετερόφιλη λευκοκυττάρωση, μείωση = ουδετεροπενία.


Ερώτηση 5 — Ηωσινόφιλα

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα ηωσινόφιλα πολυμορφοπύρηνα.

Απάντηση:

  • Τα ηωσινόφιλα ή εωσινόφιλα βάφονται με όξινες χρωστικές, όπως η εωσίνη (πορτοκαλλιόχροα)· είναι λίγο μεγαλύτερα από τα ουδετερόφιλα, στρογγυλά, με πιο πυκνή και πιο έντονη κοκκίωση. Ο πυρήνας τους εμφανίζει δύο λοβούς και αποτελούν φυσιολογικά το 1-4% των ολικών λευκών του περιφερικού αίματος. Παράγονται, όπως όλα τα πολυμορφοπύρηνα, στον μυελό των οστών από τη μυελοβλάστη (σελ. 60-61).

    • Ηωσινοφιλία (αύξηση): αλλεργικές καταστάσεις, παρασιτικές καταστάσεις (π.χ. εχινοκοκκίαση, τοξοπλάσμωση), ορισμένα οξέα λοιμώδη νοσήματα, έκζεμα, βρογχικό άσθμα.
    • Ηωσινοπενία (μείωση): καταστάσεις στρες (π.χ. μετά από τραυματισμό, εγκαύματα), χρήση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. κορτιζόνη, αδρεναλίνη), σύνδρομο Cushing.

    Λειτουργική αποστολή: αντιμετωπίζουν κυρίως αλλεργιογόνες ουσίες· γι' αυτό ηωσινοφιλία παρατηρείται στις αλλεργικές καταστάσεις και στα παρασιτικά νοσήματα (σελ. 61, 63).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Βάφονται με όξινες χρωστικές (εωσίνη — πορτοκαλλιόχροα), λίγο μεγαλύτερα από τα ουδετερόφιλα, με πυκνή και έντονη κοκκίωση, δίλοβο πυρήνα, 1-4%· αντιμετωπίζουν κυρίως αλλεργιογόνες ουσίες· ηωσινοφιλία σε αλλεργίες, παρασιτώσεις, έκζεμα, άσθμα· ηωσινοπενία σε στρες, κορτιζόνη-αδρεναλίνη, σύνδρομο Cushing.


Ερώτηση 6 — Βασεόφιλα

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα βασεόφιλα πολυμορφοπύρηνα.

Απάντηση:

  • Τα βασεόφιλα ή βασίφιλα είναι ακόμη μεγαλύτερα κύτταρα, με περισσότερο πυκνή και έντονη κοκκίωση, που βάφονται με βασικές χρωστικές (βαθύ ιώδες). Ο πυρήνας τους είναι πολύμορφος, συνήθως σε σχήμα σιγμοειδές. Απαντούν σε ποσοστό 0,5-1% (σελ. 61-62).

  • Βασεοφιλία (αύξηση) παρατηρείται κυρίως σε: χρόνιες δερματοπάθειες (π.χ. κνίδωση), τροφική αλλεργία, φαρμακευτική αλλεργία, νοσήματα του αίματος (π.χ. χρόνια μυελογενής λευχαιμία), ορισμένα λοιμώδη νοσήματα (π.χ. φυματίωση) (σελ. 62).

    Λειτουργική αποστολή: δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως· σχετίζονται με την παραγωγή ουσιών, όπως η ηπαρίνη και η ισταμίνη, και εμφανίζουν αδρές φαγοκυτταρικές ιδιότητες (σελ. 63).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ακόμη μεγαλύτερα κύτταρα με την πιο πυκνή και έντονη κοκκίωση, βάφονται με βασικές χρωστικές (βαθύ ιώδες), πολύμορφος σιγμοειδής πυρήνας, 0,5-1%· σχετίζονται με την παραγωγή ηπαρίνης και ισταμίνης, με αδρές φαγοκυτταρικές ιδιότητες· βασεοφιλία σε δερματοπάθειες, τροφική-φαρμακευτική αλλεργία, χρόνια μυελογενή λευχαιμία, φυματίωση.


Ερώτηση 7 — Λεμφοκύτταρα

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα λεμφοκύτταρα.

Απάντηση:

  • Τα λεμφοκύτταρα αποτελούν το 20-40% των λευκοκυττάρων του περιφερικού αίματος· είναι κύτταρα σφαιρικά, με μέγεθος 9-20 μ (σελ. 63-64):

    • Κατηγορίες: ανάλογα με το μέγεθός τους, μικρά και μεγάλα· ανάλογα με το σημείο διαφοροποίησης-ωρίμανσης και τη λειτουργική τους αποστολή, Β και Τ λεμφοκύτταρα, που δεν διακρίνονται στο μικροσκόπιο.
    • Μικρά (80-85% των λεμφοκυττάρων): μέγεθος περίπου 7 μ (όσο τα ερυθρά), σφαιρικά, με λίγο κυτταρόπλασμα χωρίς κοκκία που χρωματίζεται με βασικές χρωστικές (κυανό) και φαίνεται σαν στεφάνι γύρω από τον πυρήνα· πυρήνας πολύ μεγάλος, σφαιρικός με μια μικρή εντομή, που καταλαμβάνει σχεδόν όλο το κύτταρο.
    • Μεγάλα (15-20%): σφαιρικά, με κυτταρόπλασμα βασεόφιλο, συνήθως χωρίς κοκκία (μερικές φορές λίγα αζουρόφιλα κοκκία)· πυρήνας όπως στα μικρά.
  • Τόπος παραγωγής: ανήκουν στη λεμφική σειρά και παράγονται στον μυελό των οστών από τη λεμφοβλάστη· η διαφοροποίηση και η πλήρης ωρίμανσή τους γίνεται στα λεμφοειδή όργανα: τα Τ μεταναστεύουν στον θύμο αδένα, ενώ τα Β ωριμάζουν στα περιφερικά λεμφοκυττογόνα όργανα (λεμφαδένες, αμυγδαλές κ.λπ.) (σελ. 64).

    Λειτουργική αποστολή: συμβάλλουν στην άμυνα του οργανισμού προκαλώντας ανοσία, κυτταρική — από τα Τ-λεμφοκύτταρα, ειδικά «προγραμματισμένα» να καταστρέφουν ξένους παράγοντες — και χυμική — από τα Β-λεμφοκύτταρα, που παράγουν αντισώματα (σελ. 64).

Σύνοψη: (ενδεικτική) 20-40%, σφαιρικά 9-20 μ· μικρά (80-85%, ≈ 7 μ, πολύ μεγάλος σφαιρικός πυρήνας) και μεγάλα (15-20%)· παράγονται στον μυελό από τη λεμφοβλάστη, ωριμάζουν τα Τ στον θύμο και τα Β σε λεμφαδένες-αμυγδαλές· Τ → κυτταρική ανοσία, Β → χυμική ανοσία (αντισώματα).


Ερώτηση 8 — Μονοκύτταρα

Ερώτηση: Τι γνωρίζετε για τα μεγάλα μονοπύρηνα.

Απάντηση:

  • Μορφολογία: τα μεγάλα μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα αποτελούν το 2-6% των λευκοκυττάρων· έχουν μέγεθος 12-20 μ και είναι τα μεγαλύτερα εμπύρηνα κύτταρα του αίματος. Σχήμα σφαιρικό, πρωτόπλασμα ελαφρά βασεόφιλο (γκριζοκυανό ή καφεκυανόχροο) με άφθονα λεπτά αζουρόφιλα κοκκία (σαν σκόνη — βάφονται με τη χρωστική αζούρ). Ο πυρήνας τους είναι ώριμος, μεγάλος, με πολύμορφη περιφέρεια: νεφροειδής, σαν πέταλο αλόγου, ωοειδής ή αλλαντοειδής (σελ. 64-65).

    Τόπος παραγωγής: ο μυελός των οστών, από τη μονοβλάστη (σελ. 65).

  • Λειτουργική αποστολή: είναι φαγοκύτταρα του οργανισμού. Αφού παραμείνουν στην κυκλοφορία 3-4 μέρες, εξέρχονται στους ιστούς, μεγεθύνονται και μετατρέπονται σε μακροφάγα, έτοιμα για φαγοκυττάρωση· άλλα από αυτά κινούνται στους ιστούς, όπου παραμένουν για μήνες ή χρόνια (κυψελιδικά μακροφάγα του πνεύμονα, κύτταρα Kupffer του ήπατος). Με τα μονοκύτταρα αντιμετωπίζονται κυρίως ιογενείς λοιμώξεις (ιλαρά, ανεμοβλογιά, ερυθρά) και παράγονται αμυντικοί παράγοντες, όπως η ιντερφερόνη. Το σύστημα των μονοπύρηνων μακροφάγων, με ειδικά ενδοθηλιακά κύτταρα του μυελού, του σπλήνα και των λεμφαδένων, αποτελεί το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα (σελ. 65).

    Η αύξησή τους λέγεται μονοπυρήνωση και παρατηρείται στον αδενικό πυρετό ή λοιμώδη μονοπυρήνωση και σε ορισμένα λοιμώδη νοσήματα, όπως φυματίωση, ελονοσία (σελ. 66).

Σύνοψη: (ενδεικτική) 2-6%, 12-20 μ (τα μεγαλύτερα εμπύρηνα κύτταρα), γκριζοκυανό πρωτόπλασμα με λεπτά αζουρόφιλα κοκκία, πολύμορφος (π.χ. νεφροειδής) πυρήνας· από τη μονοβλάστη· φαγοκύτταρα: 3-4 μέρες στο αίμα και μετά μακροφάγα των ιστών (δικτυοενδοθηλιακό σύστημα), ιογενείς λοιμώξεις, ιντερφερόνη· μονοπυρήνωση σε λοιμώδη μονοπυρήνωση, φυματίωση, ελονοσία.


Ερώτηση 9 — Λειτουργική αποστολή

Ερώτηση: Να αναφερθεί η λειτουργική αποστολή των λευκών αιμοσφαιρίων.

Απάντηση:

  • Η λειτουργική αποστολή των λευκών αιμοσφαιρίων είναι η άμυνα του οργανισμού εναντίον παθογόνων μικροοργανισμών και τοξικών ουσιών, με τις φαγοκυτταρικές ιδιότητες που διαθέτουν και τα αντισώματα που παράγουν (αμυντική λειτουργία του αίματος, σελ. 20). Ανά κατηγορία (σελ. 63-65, 72):
    • Ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα: φαγοκυττάρωση — διαπερνούν τα αγγεία και κινούνται αμοιβαδοειδώς (με ψευδοπόδια) προς τον στόχο τους· στο τέλος καταστρέφονται και γίνονται πυοσφαίρια (πύον).
    • Ηωσινόφιλα: αντιμετωπίζουν κυρίως αλλεργιογόνες ουσίες (αλλεργικές καταστάσεις, παρασιτικά νοσήματα).
    • Βασεόφιλα: η αποστολή τους δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως· σχετίζονται με την παραγωγή ηπαρίνης και ισταμίνης και εμφανίζουν αδρές φαγοκυτταρικές ιδιότητες.
    • Λεμφοκύτταρα: προκαλούν ανοσία — κυτταρική (Τ-λεμφοκύτταρα) και χυμική (Β-λεμφοκύτταρα, που παράγουν αντισώματα).
    • Μεγάλα μονοπύρηνα: φαγοκυττάρωση — στους ιστούς μετατρέπονται σε μακροφάγα, αντιμετωπίζουν κυρίως ιογενείς λοιμώξεις και παράγουν ιντερφερόνη.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Άμυνα του οργανισμού: ουδετερόφιλα και μονοκύτταρα — φαγοκυττάρωση· ηωσινόφιλα — αλλεργιογόνες ουσίες, παράσιτα· βασεόφιλα — παραγωγή ηπαρίνης-ισταμίνης, αδρή φαγοκυττάρωση· λεμφοκύτταρα — κυτταρική (Τ) και χυμική (Β) ανοσία.


Ερώτηση 10 — Λευκοκυτταρικός τύπος

Ερώτηση: Τι είναι ο λευκοκυτταρικός τύπος.

Απάντηση:

  • Λευκοκυτταρικός τύπος είναι η εκατοστιαία αναλογία των διαφόρων κατηγοριών των λευκών αιμοσφαιρίων στο περιφερικό αίμα· σημαίνει δηλαδή πόσα πολυμορφοπύρηνα, πόσα λεμφοκύτταρα και πόσα μεγάλα μονοπύρηνα υπάρχουν σε 100 συνολικά λευκά αιμοσφαίρια (σελ. 66).

    • Στα παιδιά μέχρι την ηλικία των 4 ετών περίπου τα λεμφοκύτταρα είναι περισσότερα από τα πολυμορφοπύρηνα και ο τύπος χαρακτηρίζεται λεμφοκυτταρικός.
    • Στις επόμενες ηλικίες και στους ενήλικες υπερισχύουν τα ουδετερόφιλα (50-60%) και ακολουθούν τα λεμφοκύτταρα (20-40%)· ο τύπος χαρακτηρίζεται πολυμορφοπυρηνικός.
    • Όταν το άθροισμα των κυττάρων της λεμφικής σειράς είναι μεγαλύτερο του 50%, έχουμε αναστροφή του τύπου: ήπια για ποσοστό έως 60%, σαφής για ποσοστό πάνω από 60% — και οι δύο υποδηλώνουν παθολογικές καταστάσεις αντίστοιχης βαρύτητας.

    Ο λευκοκυτταρικός τύπος έχει μεγάλη διαγνωστική αξία και σπουδαία σημασία στην παρακολούθηση της πορείας διαφόρων νοσημάτων (σελ. 66).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η εκατοστιαία αναλογία των κατηγοριών των λευκών στο περιφερικό αίμα (σε 100 λευκά)· στα παιδιά έως ~4 ετών λεμφοκυτταρικός, στους ενήλικες πολυμορφοπυρηνικός· λεμφική σειρά > 50% = αναστροφή (ήπια έως 60%, σαφής > 60%)· μεγάλη διαγνωστική αξία.


Ερώτηση 11 — Φυσιολογικές τιμές τύπου

Ερώτηση: Φυσιολογικές τιμές λευκοκυτταρικού τύπου.

Απάντηση:

  • Φυσιολογικές τιμές του λευκοκυτταρικού τύπου (πίνακας 5.1, σελ. 66):
    • Ολικά λευκά αιμοσφαίρια: 5.000-10.000/mm³.
    • Πολύμορφα ουδετερόφιλα: 50-60% (3.000-7.000/mm³).
    • Πολύμορφα ηωσινόφιλα: 1-4% (50-250/mm³).
    • Πολύμορφα βασεόφιλα: 0,5-1% (25-100/mm³).
    • Λεμφοκύτταρα: 20-40% (1.000-4.000/mm³).
    • Μονοκύτταρα: 2-6% (10-600/mm³).
  • Οι τιμές αυτές αφορούν τον ενήλικα, όπου ο τύπος είναι πολυμορφοπυρηνικός· στα παιδιά έως 4 ετών περίπου ο τύπος είναι λεμφοκυτταρικός, ενώ λεμφική σειρά πάνω από 50% σημαίνει αναστροφή του τύπου (σελ. 66).

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ουδετερόφιλα 50-60%, ηωσινόφιλα 1-4%, βασεόφιλα 0,5-1%, λεμφοκύτταρα 20-40%, μονοκύτταρα 2-6% (απόλυτοι αριθμοί κατά τον πίνακα 5.1: 3.000-7.000, 50-250, 25-100, 1.000-4.000, 10-600/mm³).

Κριτήρια αξιολόγησης:

  • Σημείωση: το βιβλίο δίνει στη σελ. 59 ουδετερόφιλα 50-65% και λεμφοκύτταρα 25-40%, και στη σελ. 60 ολικά λευκά 4.000-10.000/mm³, ενώ ο πίνακας 5.1 δίνει 50-60%, 20-40% και 5.000-10.000/mm³.

Ερώτηση 12 — Προδιαθεσικοί παράγοντες

Ερώτηση: Προδιαθεσικοί παράγοντες λευχαιμίας.

Απάντηση:

  • Οι λευχαιμίες είναι νεοπλασματικά νοσήματα άγνωστης αιτιολογίας, που χαρακτηρίζονται από υπερπλασία της λευκής σειράς του αίματος και διήθηση του μυελού των οστών και των υπόλοιπων αιμοποιητικών οργάνων. Παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί (σελ. 67-68):
    1. Λευχαιμογόνοι ιοί: ορισμένοι RNA ιοί, που φαίνεται πως εισέρχονται απευθείας στο γενετικό υλικό του ανθρώπου και προκαλούν λευχαιμία.
    2. Ιοντίζουσα ακτινοβολία, ακτινοθεραπεία: έχουν ενοχοποιηθεί όλα τα είδη ιοντίζουσας ακτινοβολίας. Ο κίνδυνος λευχαιμίας σε παιδική ηλικία αυξάνει αν οι γονείς εκτέθηκαν πριν από τη σύλληψη ή η μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης· αυξημένο κίνδυνο έχουν και ασθενείς που παίρνουν κυτταροστατικά φάρμακα και ταυτόχρονα υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία.
    3. Χημικές ουσίες (λευχαιμιογόνα): το βενζόλιο (αυξημένη επίπτωση σε εργάτες βυρσοδεψείων) και οι διοξίνες· κυτταροστατικά φάρμακα που βλάπτουν το DNA (αλκυλιωτικοί παράγοντες)· επίσης χλωραμφαινικόλη, LSD, εντομοκτόνα, διαλύτες χρωμάτων.
    4. Γενετική προδιάθεση: η εμφάνιση δύο ή περισσότερων περιπτώσεων λευχαιμίας σε μια οικογένεια δεν αποδίδεται σε απλή σύμπτωση· άτομα με χρωμοσωματικές ανωμαλίες, όπως το σύνδρομο Down, εμφανίζουν σχετικά συχνά λευχαιμία.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Λευχαιμογόνοι ιοί (RNA ιοί), ιοντίζουσα ακτινοβολία-ακτινοθεραπεία, χημικές ουσίες (βενζόλιο, διοξίνες, αλκυλιωτικοί παράγοντες, χλωραμφαινικόλη, LSD, εντομοκτόνα, διαλύτες χρωμάτων) και γενετική προδιάθεση (οικογενειακές περιπτώσεις, σύνδρομο Down).


Ερώτηση 13 — Διάκριση λευχαιμιών

Ερώτηση: Διάκριση λευχαιμιών.

Απάντηση:

  • Οι λευχαιμίες διακρίνονται ανάλογα με (σελ. 68, 70):
    1. Τη χρονική διάρκεια της νόσου σε οξείες και χρόνιες λευχαιμίες.
    2. Το είδος των λευκοκυττάρων που πάσχουν σε μυελογενείς, λεμφογενείς, μονοκυτταρικές και άλλες πιο σπάνιες μορφές.
    3. Τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων στο περιφερικό αίμα σε λευχαιμική και αλευχαιμική μορφή.
  • Ορισμοί (σελ. 70):
    • Οξείες λευχαιμίες: τα λευχαιμικά κύτταρα που κυριαρχούν στο περιφερικό αίμα και στον μυελό των οστών είναι άωρα και άτυπα, με χαρακτήρες βλαστών· προέρχονται από τη νεοπλασματική εξαλλαγή του αρχέγονου πολυδύναμου αιμοποιητικού κυττάρου· η πρόγνωση είναι βαριά.
    • Χρόνιες λευχαιμίες: τα λευχαιμικά κύτταρα είναι ώριμα σαν τα φυσιολογικά· η πρόγνωση είναι καλύτερη από των οξειών. Επειδή υπάρχουν χρόνιες με βαρύτερη πρόγνωση και οξείες που μπορούν να ιαθούν, οι όροι οξείες-χρόνιες σχετίζονται περισσότερο με τον βαθμό ωριμότητας των κυττάρων που κυριαρχούν παρά με τον χρόνο επιβίωσης.
    • Λευχαιμική μορφή: ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων στο περιφερικό αίμα είναι αρκετά αυξημένος.
    • Αλευχαιμική μορφή: ο αριθμός των λευκών είναι φυσιολογικός ή και χαμηλότερος.

Σύνοψη: (ενδεικτική) Κατά τη χρονική διάρκεια: οξείες (άωρα κύτταρα με χαρακτήρες βλαστών, βαριά πρόγνωση) και χρόνιες (ώριμα κύτταρα, καλύτερη πρόγνωση)· κατά το είδος των λευκών: μυελογενείς, λεμφογενείς, μονοκυτταρικές (και σπανιότερες)· κατά τον αριθμό των λευκών: λευχαιμική (αυξημένα) και αλευχαιμική (φυσιολογικά ή χαμηλότερα).


ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ Ι Γ' ΕΠΑΛ - ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΘΗΤΗflipbook 10936 (PDF)