Ενδεικτικές λύσεις των 4 φιλτραρισμένων ερωτήσεων (σελ. 31): αρμόδιοι για το ψοφίμι, στόχος της «φυσικής» λύσης, ειρωνικές εκφράσεις, γλώσσα αφήγησης/διαλόγου.
Ερώτηση: Το ψοφίμι δεν απομακρύνεται αμέσως. Ποιους παρουσιάζει το κείμενο ως πιθανούς αρμόδιους για την απομάκρυνσή του;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το κείμενο παρουσιάζει μια ολόκληρη αλυσίδα «αρμοδίων»: πρώτα τον απλό αστυφύλακα που συναντά ο κύριος Α. στο καφενεδάκι, ο οποίος με τη σειρά του παραπέμπει σε άλλον αστυφύλακα, που πρέπει να ενημερώσει τον σκοπό, ο οποίος θα ενημερώσει τον σταθμάρχη, που τελικά θα στείλει έναν αστυφύλακα μαζί με έναν σκουπιδιάρη για να απομακρύνουν το ζώο. Καμία από όλες αυτές τις «αρμόδιες» βαθμίδες δεν αναλαμβάνει τελικά ουσιαστική δράση.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Ο συγγραφέας επιλέγει μια λύση, στην οποία δεν παρεμβαίνει ο άνθρωπος. Ποιος νομίζει ότι είναι ο στόχος του;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο στόχος του Παπαδιαμάντη είναι καθαρά ειρωνικός/σατιρικός: επιλέγοντας να λύσει το πρόβλημα με μια τυχαία φυσική καταιγίδα και όχι με κάποια ανθρώπινη ενέργεια, ο συγγραφέας τονίζει την πλήρη αναποτελεσματικότητα και αδράνεια της γραφειοκρατίας — κανένας από τους «αρμόδιους» δεν έκανε τίποτα, και το πρόβλημα λύθηκε τελικά τυχαία, από τη φύση. Έτσι σατιρίζεται η ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να διαχειριστεί ακόμη κι ένα τόσο απλό, καθημερινό ζήτημα, ενώ η αναφορά στην «επερώτηση στη Βουλή» που δεν χρειάστηκε τελικά υπογραμμίζει τη δυσανάλογη έκταση που είχε πάρει ένα ασήμαντο θέμα.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Στο κείμενο είναι εμφανής η ειρωνική διάθεση του συγγραφέα. Σε ποιες εκφράσεις διακρίνεις ειρωνεία;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η ειρωνεία διακρίνεται καθαρά σε τρεις εκφράσεις: (1) στη φράση «τοιαύτη θυσία θα του εφαίνετο ίσως μάλλον ιεροσυλία» — η υπερβολική χρήση της λέξης «ιεροσυλία» για κάτι τόσο ασήμαντο όσο η δαπάνη 50 λεπτών γελοιοποιεί τη φιλαργυρία του κυρίου Α.· (2) στη φράση «Καλά που δεν συνεδριάζει πλέον η Βουλή, δια να γίνει επερώτησις» — η σύγκριση ενός ψόφιου σκύλου με ζήτημα άξιο κοινοβουλευτικής συζήτησης είναι εμφανώς υπερβολική και σατιρίζει τη δραματοποίηση ασήμαντων προβλημάτων· (3) στην τελική φράση «δεν έγινεν επερώτησις εις την Βουλήν. Μόνον έγινε χρονογράφημα εις εφημερίδα» — η ψυχρή, σχεδόν επίσημη διατύπωση για ένα τόσο ασήμαντο αποτέλεσμα ολοκληρώνει την ειρωνική διάθεση του αφηγητή απέναντι σε όλη την ιστορία.
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: «Ο αστυφύλακας... πουθενά;» Ποια διαφορά διακρίνεις ανάμεσα στη γλώσσα του αφηγηματικού μέρους και του διαλόγου; Να μεταφέρεις στη σημερινή καθημερινή γλώσσα το αφηγηματικό μέρος του αποσπάσματος.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το αφηγηματικό μέρος είναι γραμμένο σε λόγια, επίσημη καθαρεύουσα, με μακροπερίοδο λόγο και λόγιους τύπους («ήτο», «εθεώρει», «απηυθύνθη»), ενώ ο διάλογος των απλών ανθρώπων (αστυφύλακες) είναι γραμμένος σε απλή, προφορική, καθημερινή γλώσσα, πιο κοντά στη δημοτική της εποχής, με κοφτές, ζωντανές εκφράσεις. Απόδοση του αφηγηματικού αποσπάσματος στη σημερινή γλώσσα: «Αυτός που μιλούσε — ο κύριος Α. — ήταν καλοπληρωμένος δημόσιος υπάλληλος. Το δημόσιο του έδινε, για τις υπηρεσίες του, πάνω από τριακόσιες δραχμές το μήνα. Όμως θεωρούσε αυτά τα χρήματα ιερά και δεν αποφάσιζε να αφαιρέσει 50 λεπτά για έναν φτωχό εργάτη, ώστε να σκάψει έναν λάκκο και να θάψει το ψόφιο ζώο. Μια τέτοια θυσία θα του φαινόταν σχεδόν βεβήλωση».
Κριτήρια αξιολόγησης: