Λύσεις — Κεφάλαιο 28: Γ. Σεφέρης, Ο τόπος μας είναι κλειστός (σελ. 153) – ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Β ΕΠΑΛ

Λύσεις — Κεφάλαιο 28: Γ. Σεφέρης, Ο τόπος μας είναι κλειστός

Ενδεικτικές λύσεις των 4 φιλτραρισμένων ερωτήσεων (σελ. 153): στίχοι με στοιχεία ελληνικού τοπίου/παράδοσης/ασχολιών, στίχοι περιγραφής/απορίας, αισθητηριακές εικόνες και σχήματα λόγου, επαναλήψεις και ερωτήσεις του ποιήματος.


Στίχοι με στοιχεία ελληνικού τοπίου, παράδοσης και ασχολιών

Ερώτηση: Να εντοπίσεις τους στίχους, στους οποίους μπορείς να αναγνωρίσεις χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου, της λαϊκής μας παράδοσης και των ασχολιών των κατοίκων.

Απάντηση:

  • Αυτούσιο (στ. 1-4): «Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά / που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα. / Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές, / μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.»
  • Αυτούσιο (στ. 7-8): «Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε / τα σπίτια, τα καλύβια και τις στάνες μας.»
  • Αυτούσιο (στ. 9-10): «Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα / γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.»
  • Αυτούσιο (στ. 13-14): «Στα λιμάνια / την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Ελληνικό τοπίο: «όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό» και η πλήρης απουσία υδάτινων πηγών («δεν έχουμε ποτάμια... πηγάδια... πηγές, μονάχα λίγες στέρνες») ζωγραφίζουν το ξηρό, ορεινό/νησιωτικό ελληνικό τοπίο. Λαϊκή παράδοση: η προσκύνηση των στερνών («που τις προσκυνούμε»), οι γάμοι με τα «δροσερά στεφάνια» (τα στεφάνια του γάμου) παραπέμπουν σε παραδοσιακά έθιμα. Ασχολίες κατοίκων: η ανέγερση «σπιτιών, καλυβιών και στανών» δείχνει κτηνοτροφικές/αγροτικές ασχολίες, ενώ η κάθοδος «στα λιμάνια την Κυριακή» και τα «σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν» παραπέμπουν στη ναυτική ζωή των κατοίκων.


Στίχοι όπου η ποιητική φωνή περιγράφει ή απορεί

Ερώτηση: Ακούγοντας τη φωνή του ποιητή να εντοπίσεις τους στίχους, στους οποίους η φωνή αυτή περιγράφει ή απορεί.

Απάντηση:

  • Αυτούσιο (στ. 1-6, περιγραφή): «Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά... Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.»
  • Αυτούσιο (στ. 7-10, απορία): «Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε τα σπίτια... Κι οι γάμοι μας... γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.»
  • Αυτούσιο (στ. 11, ευθεία ερώτηση): «Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι έξι πρώτοι στίχοι είναι κυρίως περιγραφικοί: παρουσιάζουν το φυσικό τοπίο (βουνά, έλλειψη νερού, στέρνες) και τον ήχο τους, που παρομοιάζεται με τη μοναξιά, την αγάπη και τα ίδια τα σώματα των κατοίκων. Από τον στίχο 7 και μετά η φωνή περνά στην απορία: «Μας φαίνεται παράξενο», «γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα», για να καταλήξει στον στίχο 11 σε ευθεία ρητορική ερώτηση («Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»), που κλιμακώνει σε ένταση την αρχική υπαρξιακή απορία για το πώς η ζωή επιβιώνει και συνεχίζεται μέσα σε έναν τόσο αφιλόξενο τόπο. Στη δεύτερη στροφή (στ. 12-17) η φωνή επιστρέφει στην περιγραφή: ο τόπος που τον κλείνουν «οι δυο μαύρες Συμπληγάδες», τα λιμάνια όπου φωτίζονται στο ηλιόγερμα «σπασμένα ξύλα» και «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν».


Αισθητηριακές εικόνες, μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις

Ερώτηση: Να εντοπίσεις στίχους, οι οποίοι δημιουργούν εντυπώσεις αισθήσεων (εικονοποιία: οπτικές, ηχητικές, απτικές, οσφρητικές και γευστικές εντυπώσεις). Σε ποιους από τους παραπάνω στίχους έχουμε μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις;

Απάντηση:

  • Αυτούσιο (στ. 5): «Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας / ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.» (ηχητική εικόνα + τριπλή παρομοίωση)
  • Αυτούσιο (στ. 15-16): «βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα / σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν» (οπτική εικόνα + προσωποποίηση)
  • Αυτούσιο (στ. 4): «...λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.» (ηχητική εικόνα)

Σύνοψη: (ενδεικτική) Οπτικές εικόνες: «βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό» (στ. 2), «να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα» (στ. 15-16), «οι δυο μαύρες Συμπληγάδες» (στ. 13). Ηχητικές εικόνες: «στέρνες... που ηχούν» (στ. 4), «Ήχος στεκάμενος κούφιος» (στ. 5). Απτικές/σωματικές εντυπώσεις: «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν» (στ. 17). Σχήματα λόγου: παρομοίωση στον στίχο 5-6 («Ήχος... ίδιος με τη μοναξιά μας, ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας») -ο ήχος των άδειων στερνών εξομοιώνεται τρεις φορές με ανθρώπινα βιώματα· προσωποποίηση στον στίχο 15-16, όπου τα σπασμένα ξύλα «φωτίζονται» σαν να έχουν δική τους παρουσία/ζωή στο ηλιόγερμα· μεταφορά στους στίχους 9-10 («οι γάμοι μας... γίνουνται αινίγματα») όπου αφηρημένες έννοιες (γάμος, γέννηση) αποδίδονται ως άλυτα, «ανεξήγητα» «αινίγματα».


Επαναλήψεις και ευθείες/πλάγιες ερωτήσεις

Ερώτηση: Να αναζητήσεις και να σχολιάσεις τις επαναλήψεις του ποιητικού κειμένου, καθώς επίσης και τις ευθείες και πλάγιες ερωτήσεις.

Απάντηση:

  • Αυτούσιο (στ. 1 & στ. 12): «Ο τόπος μας είναι κλειστός» / «Ο τόπος μας είναι κλειστός.» (επανάληψη-κύκλος)
  • Αυτούσιο (στ. 3): «Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές» (τριπλή αναφορική επανάληψη)
  • Αυτούσιο (στ. 11): «Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;» (ευθεία ερώτηση με επανάληψη του «πώς»)
  • Αυτούσιο (στ. 5-6): «ίδιος με τη μοναξιά μας / ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.» (τριπλή επανάληψη)
  • Αυτούσιο (στ. 17): «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.» (πλάγια ερώτηση)

Σύνοψη: (ενδεικτική) Η φράση «Ο τόπος μας είναι κλειστός» επαναλαμβάνεται αυτούσια στην αρχή κάθε στροφής (στ. 1 και στ. 12), λειτουργώντας σαν κυκλικό ρεφρέν/κορνίζα που περικλείει και τις δύο ενότητες του ποιήματος και τονίζει εμμονικά το κεντρικό θέμα του εγκλωβισμού. Στον στίχο 3 η τριπλή επανάληψη «Δεν έχουμε... δεν έχουμε... δεν έχουμε» (αναφορά) δημιουργεί έναν ρυθμό απαρίθμησης στερήσεων, ενισχύοντας αθροιστικά την αίσθηση της ξηρασίας/έλλειψης. Στους στίχους 5-6 η επανάληψη «ίδιος με τη μοναξιά μας / ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας» συνδέει τον κούφιο ήχο των άδειων στερνών με τη ζωή των ανθρώπων. Ως προς τις ερωτήσεις: ο στίχος 11 είναι ευθεία ερώτηση («Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»), όπου η επανάληψη του ερωτηματικού «πώς» εντείνει την απορία και την κορυφώνει. Στον τελευταίο στίχο (στ. 17) υπάρχει πλάγια ερώτηση: «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν» — η πλάγια ερωτηματική πρόταση «πώς ν’ αγαπήσουν» εξαρτάται από το «δεν ξέρουν» και εκφράζει πιο συγκρατημένα την αδυναμία και την αμηχανία των ανθρώπων μέσα στον κλειστό τόπο. Έτσι η απορία που διατυπώνεται ευθέως στην πρώτη στροφή επανέρχεται με πλάγιο τρόπο στο κλείσιμο του ποιήματος.


ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Β' ΕΠΑΛ - ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΘΗΤΗ (PDF)