Ενδεικτικές λύσεις των 4 φιλτραρισμένων ερωτήσεων (σελ. 153): στίχοι με στοιχεία ελληνικού τοπίου/παράδοσης/ασχολιών, στίχοι περιγραφής/απορίας, αισθητηριακές εικόνες και σχήματα λόγου, επαναλήψεις και ερωτήσεις του ποιήματος.
Ερώτηση: Να εντοπίσεις τους στίχους, στους οποίους μπορείς να αναγνωρίσεις χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου, της λαϊκής μας παράδοσης και των ασχολιών των κατοίκων.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ελληνικό τοπίο: «όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό» και η πλήρης απουσία υδάτινων πηγών («δεν έχουμε ποτάμια... πηγάδια... πηγές, μονάχα λίγες στέρνες») ζωγραφίζουν το ξηρό, ορεινό/νησιωτικό ελληνικό τοπίο. Λαϊκή παράδοση: η προσκύνηση των στερνών («που τις προσκυνούμε»), οι γάμοι με τα «δροσερά στεφάνια» (τα στεφάνια του γάμου) παραπέμπουν σε παραδοσιακά έθιμα. Ασχολίες κατοίκων: η ανέγερση «σπιτιών, καλυβιών και στανών» δείχνει κτηνοτροφικές/αγροτικές ασχολίες, ενώ η κάθοδος «στα λιμάνια την Κυριακή» και τα «σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν» παραπέμπουν στη ναυτική ζωή των κατοίκων.
Ερώτηση: Ακούγοντας τη φωνή του ποιητή να εντοπίσεις τους στίχους, στους οποίους η φωνή αυτή περιγράφει ή απορεί.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οι έξι πρώτοι στίχοι είναι κυρίως περιγραφικοί: παρουσιάζουν το φυσικό τοπίο (βουνά, έλλειψη νερού, στέρνες) και τον ήχο τους, που παρομοιάζεται με τη μοναξιά, την αγάπη και τα ίδια τα σώματα των κατοίκων. Από τον στίχο 7 και μετά η φωνή περνά στην απορία: «Μας φαίνεται παράξενο», «γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα», για να καταλήξει στον στίχο 11 σε ευθεία ρητορική ερώτηση («Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»), που κλιμακώνει σε ένταση την αρχική υπαρξιακή απορία για το πώς η ζωή επιβιώνει και συνεχίζεται μέσα σε έναν τόσο αφιλόξενο τόπο. Στη δεύτερη στροφή (στ. 12-17) η φωνή επιστρέφει στην περιγραφή: ο τόπος που τον κλείνουν «οι δυο μαύρες Συμπληγάδες», τα λιμάνια όπου φωτίζονται στο ηλιόγερμα «σπασμένα ξύλα» και «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν».
Ερώτηση: Να εντοπίσεις στίχους, οι οποίοι δημιουργούν εντυπώσεις αισθήσεων (εικονοποιία: οπτικές, ηχητικές, απτικές, οσφρητικές και γευστικές εντυπώσεις). Σε ποιους από τους παραπάνω στίχους έχουμε μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Οπτικές εικόνες: «βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό» (στ. 2), «να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα» (στ. 15-16), «οι δυο μαύρες Συμπληγάδες» (στ. 13). Ηχητικές εικόνες: «στέρνες... που ηχούν» (στ. 4), «Ήχος στεκάμενος κούφιος» (στ. 5). Απτικές/σωματικές εντυπώσεις: «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν» (στ. 17). Σχήματα λόγου: παρομοίωση στον στίχο 5-6 («Ήχος... ίδιος με τη μοναξιά μας, ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας») -ο ήχος των άδειων στερνών εξομοιώνεται τρεις φορές με ανθρώπινα βιώματα· προσωποποίηση στον στίχο 15-16, όπου τα σπασμένα ξύλα «φωτίζονται» σαν να έχουν δική τους παρουσία/ζωή στο ηλιόγερμα· μεταφορά στους στίχους 9-10 («οι γάμοι μας... γίνουνται αινίγματα») όπου αφηρημένες έννοιες (γάμος, γέννηση) αποδίδονται ως άλυτα, «ανεξήγητα» «αινίγματα».
Ερώτηση: Να αναζητήσεις και να σχολιάσεις τις επαναλήψεις του ποιητικού κειμένου, καθώς επίσης και τις ευθείες και πλάγιες ερωτήσεις.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η φράση «Ο τόπος μας είναι κλειστός» επαναλαμβάνεται αυτούσια στην αρχή κάθε στροφής (στ. 1 και στ. 12), λειτουργώντας σαν κυκλικό ρεφρέν/κορνίζα που περικλείει και τις δύο ενότητες του ποιήματος και τονίζει εμμονικά το κεντρικό θέμα του εγκλωβισμού. Στον στίχο 3 η τριπλή επανάληψη «Δεν έχουμε... δεν έχουμε... δεν έχουμε» (αναφορά) δημιουργεί έναν ρυθμό απαρίθμησης στερήσεων, ενισχύοντας αθροιστικά την αίσθηση της ξηρασίας/έλλειψης. Στους στίχους 5-6 η επανάληψη «ίδιος με τη μοναξιά μας / ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας» συνδέει τον κούφιο ήχο των άδειων στερνών με τη ζωή των ανθρώπων. Ως προς τις ερωτήσεις: ο στίχος 11 είναι ευθεία ερώτηση («Πώς γεννηθήκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»), όπου η επανάληψη του ερωτηματικού «πώς» εντείνει την απορία και την κορυφώνει. Στον τελευταίο στίχο (στ. 17) υπάρχει πλάγια ερώτηση: «σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν» — η πλάγια ερωτηματική πρόταση «πώς ν’ αγαπήσουν» εξαρτάται από το «δεν ξέρουν» και εκφράζει πιο συγκρατημένα την αδυναμία και την αμηχανία των ανθρώπων μέσα στον κλειστό τόπο. Έτσι η απορία που διατυπώνεται ευθέως στην πρώτη στροφή επανέρχεται με πλάγιο τρόπο στο κλείσιμο του ποιήματος.