Ενδεικτικές λύσεις των 5 φιλτραρισμένων ερωτήσεων (σελ. 115): 2 ερωτήσεις Α. Ανάγνωσης-κατανόησης + 3 κειμενο-θεμελιωμένες ερωτήσεις Β. Προσέγγισης της γλώσσας (πρόσωπα μέσα από καταλήξεις ρημάτων, στοιχεία ύφους, παράγωγα/σύνθετα + λόγια-λαϊκά ζεύγη λέξεων του ποιήματος). Οι ερωτήσεις Γ. Ερμηνεία κειμένου-Παραγωγή λόγου (ανάπτυξη στίχων με αναφορά στη δική σου γενιά· προφορική αναφορά γεγονότων υστεροφημίας) εξαιρούνται ως ανοιχτή προσωπική κρίση/σύνθεση.
Ερώτηση: Ο ποιητής απευθύνεται δύο φορές στην Αθανασία, σαν να είναι ένα πρόσωπο. α. Να εντοπίσεις τα στοιχεία της προσωποποίησης σε όλο το ποίημα. β. Να μιλήσεις για την Αθανασία του ποιήματος στις στροφές 1η και 4η.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) α) Στοιχεία προσωποποίησης σε όλο το ποίημα: ο ποιητής απευθύνεται στην Αθανασία με ευθύ λόγο, β΄ πρόσωπο («τι ζητάς», «δε μου δίνεις σημασία»), την τοποθετεί σε συγκεκριμένο χώρο («στο μπαλκόνι μου μπροστά»), της αποδίδει ανθρώπινα/σωματικά χαρακτηριστικά χαρακτήρα («είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά»), και μιλά για το αν «δόθηκε» ή «κερδήθηκε» από ανθρώπους («δεν τους χάρισες ποτές», «δεν τους δρόσισες ποτές», «δεν σε κέρδισε κανείς») — σαν να ήταν ερωμένη ή σκληρή γυναίκα που την ερωτεύονται αλλά δεν ανταποκρίνεται. β) Στην 1η στροφή ο ποιητής τη ρωτά τι ζητά, στεκόμενη αδιάφορη «στο μπαλκόνι μπροστά» του, ενώ η δική του καρδιά «βαστά» δύσκολα από την αγωνία της αναμονής· στην 4η στροφή επαναλαμβάνει την ίδια ερώτηση, αλλά τώρα αναρωτιέται ποια «παράξενη θυσία» οφείλει να δώσει η ζωή για να την κατακτήσει — δείχνοντας ότι η Αθανασία απαιτεί κάτι πολύτιμο (θυσία) που ο άνθρωπος δεν είναι πάντα πρόθυμος ή σε θέση να προσφέρει.
Ερώτηση: Στο ποίημα υπάρχουν δύο φωνές, του ποιητή που μιλάει και της Αθανασίας που, ενώ είναι παρούσα, δεν ακούγεται. Για ποια αθανασία μιλάει ο ποιητής και ποια είναι τα συναισθήματά του;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η Αθανασία στο ποίημα δεν είναι κυριολεκτική αθανασία του σώματος, αλλά η υστεροφημία — η ανθρώπινη επιθυμία να μείνει κανείς στη μνήμη των επόμενων γενεών, να «περάσει στην Ιστορία» μέσα από τα έργα ή τις πράξεις του. Ο ποιητής μιλάει, ρωτά, διεκδικεί· η Αθανασία παραμένει σιωπηλή, «παρούσα» αλλά άφωνη, αδιάφορη σε όσους την αναζήτησαν (βασιλιάδες, ποιητές, Κροίσοι, προσκυνητές), χωρίς ποτέ να «χαρίσει» κάτι σε κανέναν. Τα συναισθήματα του ποιητή είναι μεικτά: θαυμασμός/λαχτάρα για κάτι τόσο σπάνιο και ανέφικτο, παράπονο για την αδιαφορία και τη σκληρότητά της («δε μου δίνεις σημασία», «η καρδιά μου πώς βαστά»), αλλά και μια σιωπηρή αποδοχή ότι, παρά τη σκληρότητά της, κάθε γενιά συνεχίζει να την πιστεύει και να επιδιώκει να την κερδίσει.
Ερώτηση: Μέσα από τις καταλήξεις των ρημάτων στο ποιητικό κείμενο προσπάθησε να εντοπίσεις τα πρόσωπα που διαπλέκονται και να τα σχολιάσεις.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Στο ποίημα διαπλέκονται τα εξής πρόσωπα: (1) το β΄ ενικό πρόσωπο («ζητάς», «δίνεις», «χάρισες», «δρόσισες», «είσαι», «να γενείς»), με το οποίο ο ποιητής απευθύνεται απευθείας στην Αθανασία· είναι το πρόσωπο-αποδέκτης του ποιήματος, η προσωποποιημένη Αθανασία που είναι παρούσα αλλά σιωπά. (2) το α΄ πρόσωπο: ο ίδιος ο ποιητής, που φανερώνεται με τις αντωνυμίες «μου» («στο μπαλκόνι μου», «η καρδιά μου»), και το α΄ πληθυντικό («σε πιστέψαμε»), που διευρύνει την προσωπική εμπειρία σε συλλογική — όλοι μαζί οι άνθρωποι πίστεψαν κάποτε βαθιά στην Αθανασία. (3) το γ΄ πρόσωπο (ενικό ή πληθυντικό), με το οποίο περιγράφονται οι τρίτοι: όσοι την αγάπησαν και την αναζήτησαν χωρίς ανταπόκριση («σ’ αγαπήσανε... βασιλιάδες, ποιητές», «Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι»), κάθε γενιά που «θέλει» να την κάνει δική της, η ζωή που της «χρωστά» θυσία, και το «κανείς» που δεν την κέρδισε. Η εναλλαγή αυτών των προσώπων δείχνει πως το θέμα του ποιήματος δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον ποιητή, αλλά όλη την ανθρωπότητα διαχρονικά.
Ερώτηση: Σε αυτό το ποίημα να εντοπίσεις τα στοιχεία που θεωρείς ότι συγκροτούν το ύφος του ποιητή. (Βοήθεια: Ύφος λέγεται ο τρόπος που γράφει ο ποιητής, δηλαδή οι επιλογές των λέξεων -λόγιες, λαϊκές, αργκό κ.λπ.-, τα σχήματα λόγου και ο τρόπος που οργανώνει το ποίημα.)
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Το ύφος του Γκάτσου στην «Αθανασία» συγκροτείται από: α) τη χρήση λαϊκών, δημοτικότροπων λέξεων και εκφράσεων (βαστά, ποτές, γενείς, ομορφονιά, δυόσμο, γροθιά), που δίνουν στο ποίημα λαϊκό/τραγουδιστικό χαρακτήρα, κατάλληλο για μελοποίηση· β) τη σταθερή, επαναλαμβανόμενη στροφική δομή με ρεφρέν («Τι ζητάς Αθανασία / στο μπαλκόνι μου μπροστά…» και «Είσαι σκληρή / σαν του θανάτου τη γροθιά…»), που θυμίζει δημοτικό τραγούδι· γ) την έντονη προσωποποίηση της Αθανασίας ως σκληρής, αμετάπειστης γυναικείας μορφής· δ) παρομοιώσεις/εικόνες («σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά»)· ε) την ομοιοκαταληξία και τον σταθερό ρυθμό (Αθανασία - σημασία, μπροστά - βαστά, ποιητές - ποτές), που κάνουν το ποίημα τραγούδι· στ) τη χρήση ιστορικών/μυθικών αναφορών (Κροίσοι, βασιλιάδες) που προσδίδουν διαχρονικότητα στο θέμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα ύφος λυρικό αλλά προσιτό, με λαϊκή απλότητα και μουσικότητα, που εξηγεί γιατί το ποίημα μελοποιήθηκε εύκολα.
Ερώτηση: α. Να δώσεις τις παράγωγες και σύνθετες λέξεις που δημιουργούνται από τις λέξεις «αθανασία, θάνατος». β. Να συνδέσεις τα λόγια και λαϊκά ζεύγη των λέξεων που σου δίνονται: βαστά - γίνεις, ποτές - εξώστης, γενείς - ωραία κόρη, ομορφονιά - ποτέ, μπαλκόνι - αντέχει.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) α) Παράγωγες/σύνθετες λέξεις: από το «αθανασία»/«αθάνατος» → αθάνατος, αθανατίζω, αθανατισμένος, αθανασιά· από το «θάνατος» → θανατικό, θανατηφόρος, θανατώνω, θανατοποινίτης, αθανασία (η ίδια η αντίθετη έννοια, σύνθετη από το στερητικό «α-» + θάνατος), θανάσιμος. β) Σωστή αντιστοίχιση λόγιου-λαϊκού ζεύγους: βαστά → αντέχει (λαϊκό «βαστά» = λόγιο «αντέχει»)· ποτές → ποτέ (λαϊκός τύπος «ποτές» = λόγιο/κοινό «ποτέ»)· γενείς → γίνεις (λαϊκός τύπος «να γενείς» = κοινό «να γίνεις»)· ομορφονιά → ωραία κόρη (λαϊκό «ομορφονιά» = περιφραστικό/λόγιο «ωραία κόρη»)· μπαλκόνι → εξώστης (καθημερινό/λαϊκό «μπαλκόνι» = λογιότερο «εξώστης»). Παρατηρούμε ότι το ποίημα προτιμά συστηματικά τους λαϊκότερους τύπους (βαστά, ποτές, γενείς, ομορφονιά, μπαλκόνι), ενισχύοντας το λαϊκό/τραγουδιστικό ύφος του.