Λύσεις των 4 ερωτήσεων του βιβλίου (σελ. 91): Α.1-Α.2 (θεματικό κέντρο, κλιμάκωση της ψυχικής αντίδρασης του ήρωα), Β.1 (αφηγηματικές τεχνικές και στάση του συγγραφέα), Β.2 (μετασχηματισμός ανεξάρτητων προτάσεων σε δευτερεύουσες). Οι ερωτήσεις Γ (παραγωγή λόγου) δεν περιλαμβάνονται.
Ερώτηση: Ποιο είναι το θεματικό κέντρο του αποσπάσματος; Μπορείς να βάλεις ένα δικό σου τίτλο στο απόσπασμα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Θεματικό κέντρο είναι η σταδιακή γνωριμία και η φιλία του μοναχικού, απογοητευμένου Σκουρογιάννη με την τελευταία αρκούδα της Πίνδου: δύο «τελευταίοι» ενός κόσμου που χάνεται βρίσκουν ο ένας στον άλλο συντροφιά, ώσπου ο χειμέριος ύπνος της αρκούδας τον αφήνει ξανά μόνο. Ενδεικτικοί τίτλοι: «Οι δύο τελευταίοι», «Μια φιλία στο ξέφωτο», «Η συντροφιά της μοναξιάς».
Κριτήρια αξιολόγησης:
Ερώτηση: Πώς κλιμακώνεται και με ποιους εκφραστικούς τρόπους αποδίδεται η ψυχική αντίδραση του Σκουρογιάννη στη γνωριμία του με την αρκούδα;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Η αντίδραση κλιμακώνεται σε στάδια: (α) λύπη, μοναξιά, αίσθηση καταδίωξης πριν από την ανακάλυψη· (β) έκπληξη και ξαφνική χαρά με τα χνάρια («Η λύπη του σκόρπισε μονομιάς - η καρδιά του χτύπησε δυνατά»), επειδή ξαναβρίσκει τη σιγουριά ότι ο τόπος του υπάρχει· (γ) δυσπιστία και επιφυλακτικότητα στην πρώτη συνάντηση (κρατά το μαχαίρι)· (δ) τρυφερότητα και συγκίνηση όταν η αρκούδα του δείχνει εμπιστοσύνη — την αγκαλιάζει, τη φιλά, κλαίει· (ε) θλίψη στον αποχωρισμό. Εκφραστικοί τρόποι: σύντομες, κοφτές και ελλειπτικές προτάσεις με παύλες, επαναλήψεις («κοίταξε, ξανακοίταξε», «Ζούσε ακόμα. Ζούσε κι αυτή»), ερωτήσεις («από ποιόν; Γιατί;»), κλιμάκωση («τρία μέτρα, δύο μέτρα, ένα μέτρο, μισό»), συσσώρευση επιθέτων («Δύσπιστα, δισταχτικά και καχύποπτα»), μεταφορές («Ξεχείλισμα της δικής του λύπης») και η τρυφερή προσφώνηση «ερ' μου πουλί μου».
Ερώτηση: Ποιες αφηγηματικές τεχνικές χρησιμοποιούνται και ποια στάση κρατάει ο συγγραφέας απέναντι στα γεγονότα; Είναι ψυχρός παρατηρητής ή συμμετέχει συναισθηματικά;
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τριτοπρόσωπη αφήγηση με εσωτερική εστίαση στον ήρωα (βλέπουμε τα γεγονότα μέσα από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο), περιγραφή (ξέφωτο, χνάρια, αρκουδίτσα), διάλογο σε ευθύ λόγο (με τον Τράκα), μονόλογο (προς την κοιμισμένη αρκούδα) και σχόλιο. Δεν είναι ψυχρός παρατηρητής: συμμετέχει συναισθηματικά, όπως δείχνουν οι φορτισμένες εκφράσεις («Ξεχείλισμα της δικής του λύπης», «δάκρυα, τόσον καιρό κρατημένα», «τετράδιπλα ορφανεμένος»), η τρυφερότητα για την «αρκουδίτσα» και ο κοφτός, συγκινημένος ρυθμός.
Ερώτηση: «Εκείνη η ξαφνική βροχούλα... Γιατί;» (1κ.): στο κείμενο χρησιμοποιούνται επαναλήψεις και συχνά ανεξάρτητες ή ελλειπτικές προτάσεις. Να ξαναγράψεις το απόσπασμα παραλείποντας και συμπληρώνοντας ό,τι χρειάζεται και αντικαθιστώντας ορισμένες από τις ανεξάρτητες προτάσεις με τις κατάλληλες δευτερεύουσες.
Απάντηση:
Σύνοψη: (ενδεικτική) Ενδεικτική εκδοχή: Όλα έγιναν εξαιτίας εκείνης της ξαφνικής βροχούλας. Αφού κατέβηκε πάλι στη ρεματιά, πήρε τον ανήφορο για το δάσος, όπου τον έπιασε η βροχή. Στάθηκε ώσπου να περάσει, και πέρασε γρήγορα. Ύστερα ανέβηκε σιγά σιγά προς το ξέφωτο. Όταν ο ήλιος πρόβαλε πάλι, ο τόπος, όλο το μικρό λιβάδι, είχε μείνει υγρός. Έκατσε στη συνηθισμένη του θέση, αλλά δεν άνοιξε το δισάκι του, γιατί ήταν πολύ λυπημένος. Το ότι ήταν ολομόναχος το δεχόταν· δεν καταλάβαινε όμως από ποιον ήταν διωγμένος και καταδιωγμένος και γιατί.
Κριτήρια αξιολόγησης: