Εκφώνηση: Συγκρίνετε τα αποτελέσματα που λαμβάνονται για μετρήσεις μήκους και χρόνου από παρατηρητές σε συστήματα αναφοράς των οποίων η σχετική ταχύτητα είναι c. Με ποια έννοια, από την άποψη αυτή, το c γίνεται οριακή ταχύτητα;
Σκέψη: Εξετάζουμε τι συμβαίνει στους τύπους διαστολής χρόνου και συστολής μήκους όταν υ→c.
Λύση:
Απάντηση: Καθώς η σχετική ταχύτητα u δύο συστημάτων πλησιάζει το c, ο χρόνος ενός φαινομένου (μετρημένος από το «ακίνητο» σύστημα) τείνει στο άπειρο, ενώ το μήκος ενός αντικειμένου (στη διεύθυνση κίνησης) τείνει στο μηδέν. Και οι δύο σχέσεις περιέχουν τον παράγοντα 1/√(1-u²/c²) ή √(1-u²/c²), που «χαλάει» μαθηματικά για u=c. Το c είναι οριακή ταχύτητα με την έννοια ότι κανένα σώμα με μη μηδενική μάζα δεν μπορεί να φτάσει ή να ξεπεράσει αυτή την ταχύτητα, αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε άπειρη ενέργεια και θα οδηγούσε σε φυσικά χωρίς νόημα αποτελέσματα (άπειρη διαστολή χρόνου, μηδενικό μήκος).
Πρόσεξε:
Εκφώνηση: Βαγόνι κινείται με ταχύτητα u, που πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός. Στο μέσον του βαγονιού παράγονται ταυτόχρονα δύο φωτεινοί παλμοί, που διαδίδονται κατά τη διεύθυνση x (διεύθυνση κίνησης) σε αντίθετες κατευθύνσεις, φτάνοντας στις πλευρές A (μπροστά) και B (πίσω). Ποιες από τις προτάσεις είναι ορθές; α) Παρατηρητής μέσα στο βαγόνι βρίσκει ότι οι δύο παλμοί φτάνουν ταυτόχρονα στις A και B. β) Ο ίδιος παρατηρητής βρίσκει ότι ο παλμός προς B φτάνει πρώτος. γ) Παρατηρητής ακίνητος στον σταθμό βρίσκει ότι φτάνουν ταυτόχρονα. δ) Ο παρατηρητής στον σταθμό βρίσκει ότι ο παλμός προς A κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον προς B. ε) Ο παρατηρητής στον σταθμό βρίσκει ότι ο παλμός προς B φτάνει πρώτος.
Σκέψη: Για τον επιβάτη (πηγή ακίνητη ως προς αυτόν, ίσες αποστάσεις προς Α και Β) ισχύει απλή συμμετρία. Για τον παρατηρητή του σταθμού εφαρμόζουμε το 2ο αξίωμα: η ταχύτητα του φωτός είναι c προς κάθε κατεύθυνση, ανεξάρτητα από την κίνηση της πηγής — αλλάζει όμως η απόσταση που πρέπει να διανύσει κάθε παλμός, αφού το βαγόνι (άρα και τα Α, Β) μετακινείται όσο διαδίδεται το φως.
Λύση:
Απάντηση: Σωστές είναι οι προτάσεις (α) και (ε). Για τον επιβάτη του βαγονιού οι δύο παλμοί φτάνουν ταυτόχρονα στα Α και Β (συμμετρία, ίδια απόσταση, ίδια ταχύτητα φωτός). Για τον παρατηρητή στον σταθμό όμως ΔΕΝ φτάνουν ταυτόχρονα: ο παλμός προς Β (που «κυνηγάει» ένα τοίχωμα που πλησιάζει) φτάνει πρώτος, αφού διανύει μικρότερη απόσταση — ενώ και οι δύο παλμοί εξακολουθούν να κινούνται με ακριβώς την ίδια ταχύτητα c, όχι διαφορετική. Αυτό είναι το κλασικό παράδειγμα σχετικότητας του ταυτόχρονου.
Πρόσεξε:
